Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Τα απόπαιδα

" Πέρασαν χρόνια. Και κάποτε - εντελώς τυχαία - έμαθα πως μου είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια από το 1954, όταν ακόμη βρισκόμουν στην Αθήνα. Με είχαν κάνει δηλαδή και "απόπαιδο", με είχαν ξεγράψει από "τέκνον της πατρίδας", όπως θα' λεγε και η μάνα μου. Έλεγαν πως απέβλεπα να κόψω κομμάτι από την ελληνική επικράτεια, δεν καθόριζαν πόσο, να το πάρω και να το δώσω στους ξένους  του Βορρά. Και με έβγαλαν "άπατρι", ότι δεν ήμουν πια Ελληνίδα, κι ας είχαν αρχίσει όλα από τη συμμετοχή μου στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Όμως η Ιστορία είναι τσίφτισσα. Πρέπει να ξέρεις πως, όσο και να τη σκεπάσουν, όσο και να τη διαστρεβλώσουν ή να την αναποδογυρίσουν, αυτή θα βρει τον τρόπο να βγει και να φωτίσει με την αλήθεια της.
Άκου! Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι, πήγα μια μέρα στη λαϊκή αγορά  για να αγοράσω αυγά. Ο αυγουλάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος σαρανταπεντάρης, στεκόταν με το ένα πόδι στη σκάλα του τροχοκίνητου πάγκου του και, παρ' όλη τη βιασύνη που είχε να εξυπηρετήσει τους πελάτες, μόλις άκουσε την προφορά μου, γύρισε και με ρώτησε:
" Espagnole? "
" Non ".
" Portuguaise ?"
" Non ".
" Italienne?"
" Non".
" Mexicaine?"
"Non".
" Μα τι είστε τέλος πάντων;"
" Εφόσον θέλετε να μάθετε τι είμαι, συνεχίστε! Υπάρχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο", του είπα εγώ.
Έβαλε το δάχτυλο στο μάγουλό του και, αφού σκέφτηκε, με ρώτησε:
" Τι έκανε ο λαός σας τον καιρό της Κατοχής;"
" Αντιστάθηκε!" απάντησα.
" Εεε! Mais alors, vous etes grecque!"

Εεε! Μα τότε είστε Ελληνίδα!



" ...Μαθαίναμε ότι όλες οι χώρες προσπαθούσαν ν' αναστηλώσουν τον τόπο τους απ' τις καταστροφές του πολέμου, ότι επιστράτευαν  όλες τις πνευματικές δυνάμεις, όπου κι αν ανήκαν αυτές, με προτίμηση στους αντιστασιακούς, για να χτίσουν την οικονομία τους, την παιδεία τους, την περίθαλψή τους. Την ίδια στιγμή στη δική μας χώρα αυτές οι δυνάμεις κυνηγιούνταν. Δεν υπάρχει συγχώριο γι' αυτούς που στέρησαν τον τόπο μας απ' ό,τι πιο ξύπνιο, πιο δυναμικό και δημιουργικό στοιχείο διέθετε τότε η πατρίδα μας. Δάσκαλοι, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, μηχανικοί, συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, εργατικό δυναμικό, σέρνονταν όλοι στις φυλακές και δολοφονούνταν αντί να τους έχουν μπροστάρηδες στην ανοικοδόμηση της χώρας μας απ' τον πόλεμο και στην οικοδόμηση μιας πολύπλευρα αναπτυγμένης Ελλάδας. Χάθηκε έτσι η εξαιρετικά σημαντική, η καθοριστική περίοδος για την προκοπή της..."


" ...Στο κάτω - κάτω, για ποιο πράγμα εμείς είχαμε μπει σ' αυτό τον απίστευτα δύσκολο χορό; Εμείς το άδικο παλεύαμε, ενάντια σ' αυτούς που τσαλαπάτησαν τη λεβέντικη ιστορία της Αντίστασης, που έφεραν το επάνω κάτω και το κάτω επάνω! Που με την προτροπή των Άγγλων και μετά των Αμερικάνων κινητοποίησαν και στηρίχτηκαν στον αφρό του κατοχικού βούρκου για να εξοντώσουν ό,τι πιο καθαρό και ακριβό διέθετε η πατρίδα μας στον αγώνα για τη λευτεριά και την πρόοδό της. Όταν τραγουδούσαμε ή διακηρύσσαμε "Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Πρόοδο", εμείς πιστεύαμε βαθιά σ' αυτά, γι' αυτό και θυσιαζόμασταν! Όταν λέγαμε "ανεξάρτητη Ελλάδα ", το εννοούσαμε. Δεν θέλαμε τους Εγγλέζους, δεν θέλαμε τους Αμερικάνους, δεν θέλαμε κανέναν στον τόπο μας. Άλλωστε μόνοι μας ήμασταν μαχητές επάνω στα βουνά. Ούτε Ρώσους είχαμε, ούτε κανέναν άλλον, εκτός από τους ελάχιστους γιατρούς που είχαν έρθει εθελοντικά. Οραματιζόμασταν μια Ελλάδα όπου κυρίαρχος  θα ήταν ο λαός της κι ένα καθεστώς ανθρώπινης δικαιοσύνης και άνθησης..."


" Αλήθεια, πώς θα φτάσει στο σήμερα το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων; Πώς θα μάθουν οι γενιές που' ρχονται ότι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που - ανεξάρτητα απ' τη ροή της ιστορίας - βάδισαν στη ζωή τους με όραμα για έναν κόσμο που θα ανέβαζε  τον άνθρωπο στο ύψος του προορισμού του; Να ζήσει με δικαιοσύνη, με αδελφοσύνη, με ανθρωπιά μέσα σε μια πανανθρώπινη ειρήνη; Και αφιέρωσαν  τη ζωή τους στο όραμα αυτό; Αλήθεια, πώς;" 


Από το βιβλίο της Κατίνας Λατίφη , Τα απόπαιδα. Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα χρόνια του πολέμου, της Αντίστασης, της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας, του κυνηγητού και των διώξεων, της εξορίας, του εμφυλίου και της πολιτικής προσφυγιάς. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας , τα χρόνια των αγώνων και της θύελλας μέσα από τη ρωμαλέα,ευαίσθητη, τρυφερή και σχεδόν μυθιστορηματική γραφή της Κατίνας που έζησε συνταρακτικές στιγμές μαχόμενη σε όλα τα μετερίζια  για μια πατρίδα δίκαιη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

" Ας πούμε πως αυτή ήταν η εποχή μου και πως δεν την διάβηκα απλώς, αλλά την έζησα στα γεμάτα!"

 Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα , είναι αυτοβιογραφία. Εξομολόγηση ζωής και κατάθεση ψυχής. Χωρίς μελοδραματισμούς  μεταδίδει έναν αέρα αγωνιστικότητας ,περηφάνιας και αξιοπρέπειας  προκαλώντας συγχρόνως  πολύ δυνατά συναισθήματα και συγκινήσεις. 

" Με ρωτάς, τώρα που με βλέπεις ν' ανακατεύομαι με επιχειρήσεις και εμπόρια, πώς έγινε και βρέθηκα στο βουνό. Σου είναι, μου λες, ακατανόητο εγώ, μια κυρία του σήμερα, να ήμουν αντάρτισσα ή - ας το πούμε - "συμμορίτισα", κατά την αγαπημένη έκφραση της τότε εξουσίας.
" Μα πώς; Πώς βρεθήκατε εκεί;; Πώς αντέξατε να κοιμάστε έξω στα χιόνια, τις βροχές και τις θύελλες;" μου λες.
Ξέρεις, κι εγώ απορώ, γιατί ζώντας το σήμερα και τείνοντας - όσο γίνεται - προς τα μπρος, μένει ολοένα και πιο πίσω το παρελθόν. Μόνον στον τόπο μου ζωντανεύει, τις νύχτες, αν τύχει να βαδίζω μόνη σε έρημο δρόμο. Τότε δεν νιώθω ξέγνοιαστα. Τα βήματά μου γίνονται από μόνα τους ανάλαφρα και βιαστικά και στο σκοτάδι οι σκιές του παρελθόντος μού τεντώνουν τις αισθήσεις. Κι όταν στρίψω στη γωνιά και μπω στο παλιό σοκάκι με τον ξύλινο φράχτη δεξιά, κι αντικρίσω πίσω του βουβό κι εγκαταλειμμένο το μικρό πλίθινο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη γυρτή ως χαμηλά και την πετούγια στην γκρίζα πόρτα σκουριασμένη κι ακίνητη, λες και κρατάει κλειστή την ιστορία του, τότε...νιώθω πως αυτό κι εγώ είμαστε δυο εναπομείνατες μάρτυρες της εποχής μας που πέρασε.
Και οι άλλοι; Τι έγιναν οι άλλοι;
Με πνίγει ένα βούρκωμα και κάτι σαν βουητό ανεβαίνει μέσα μου, θαρρείς φωνή είναι του χρέους να πισωγυρίσω στο χρόνο, ένα χρέος απέναντι στο χτες και στο αύριο κι απέναντι σ' εσένα, νέο παιδί τού τώρα, που με ρωτάς."

Κατίνα Λατίφη, Τα απόπαιδα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια :