Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Βελουχιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Βελουχιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Ο Άρης, παραμύθι – αλήθεια



Το πρώτο μέρος από το Το Υστερόγραφο της Δόξας που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος τον  Ιούλιο του 1945 μετά την είδηση του θανάτου του Άρη Βελουχιώτη


Ο Άρης, παραμύθι – αλήθεια

Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:

- Τον ξέρεις τον Άρη;

- Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.

- Τον είδες ποτέ σου;

- Όχι. Μα τόνε ξέρω.

- Πώς είναι;

- Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον πατέρα μου. Κι έχει ένα μεγάλο – μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακλουθάει πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.

Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα «αετόπουλο» που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.

- Γιώργη, τον ξέρεις τον Άρη;

- Τόνε ξέρω.

- Τον είδες ποτέ σου;

- Τον είδα με τα μάτια μου.

- Πώς είναι;

- Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκούφο του. Κι άμα μιλάει – κι ας χιονίζει ακόμα – γίνεται μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε τ’ όνομά του οι Γερμανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.

Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα άστρο αληθινό, πολλή ζέστα – αυτός είναι ο Άρης των παιδιών και των μεγάλων.

Και γω που δυο φορές όλο – όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ.

ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Ι


Άρη

Στα βουνά στα βουνά

πάνου ψηλά

τ’ άλογα

ο καλπασμός σου

Ζήτω.

Άρη

τ’ όνομά σου

η σάλπιγγα

η ανηφόρα της ψυχής σου

ψηλά – ψηλά

- πού πας;

αγγόνι του Κολοκοτρώνη;

Άρη

 ρωμιέ λεβέντη

ασίκη της παλληκαριάς

οι Αγγέλοι σε παράταξη

δείχνουν όπλα

καθώς ανεβαίνεις.

Άρη

τα δέντρα κλαίνε

κλαίνε τα βουνά

κλαίν’ τα ποτάμια μας

νυχτώνει ο ίσκιος σου τους κάμπους

νυχτώνει τον αγέρα

γδέρνει τα στήθια της η Ελλάδα

δέρνεται η Λευτεριά

η Λευτεριά η μητέρα σου

που σου κανάκιζε τα γένεια

στον ίσκιο του πλατάνου.

Άρη

σε κλαίνε τ’ άλογα

κλαίνε τ’ αρνιά

κλαιν τα τρυγόνια

σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις

καθώς σε πάει καβάλλα στο φαρί του

εσύ μπροστά στη σέλα πάνου

και κείνος πίσω στα καπούλια.

ΙΙ

Άρη

στα βουνά στα βουνά

πάνου ψηλά

στα σύγνεφα.

Άρη

στο μαύρο σκούφο σου

μαζεύει η Ελλάδα τις καρδιές μας

μαζεύει τον όρκο μας

αητέ μας

που χάραξες τον ίσκιο σου

τριπλό σταυρό στον ήλιο.


Ωχ βγάλτε τ’ ακριβά σκουτιά

μες απ’ τα ελάτινα σεντούκια

βγάλτε τις κόκκινες παντιέρες

βγάλτε τ’ ανθόνερα

πλύντε τον και τυλίχτε τον,

σκεπάστε με τα μαυροπάνια τους καθρέφτες

σκεπάστε και το Γοργοπόταμο.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες

ουδέ ψωμί κι ουδέ κρασί

κι ουδέ λαγούτο –

λουκέτο στο ντουνιά

και στην καρδιά

κατεβασμένα τα ρουλά στα πρόσωπα

κλειστά και του σκυλιού τα μάτια

κλειστά τα παρεθύρια

τι αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς

κι έγειρε η χαίτη του στο χώμα.

Αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς.

Σιωπή τρεις μέρες και τρεις νύχτες

και τα χαράματα ταχιά

να σκούξουν μονομιάς τα καριοφίλια

διακόσιες  μπαταριές

ν’ αντιβουίξει η Λιάκουρα κι η Πίντο

ν’ αντιβουίξουν οι σπηλιές του 21

ν’ αρχίσουν τα βιολιά και τα λαγούτα

ν’ ανοίξουνε τα πορτοπαράθυρα

τι δέστε πάνου εκεί ψηλά

στο ξάγναντο της δόξας

ψηλά – ψηλά μέσα στο φως

στα χρυσά σύγνεφα της δύσης

δυο κόκκινα φαριά τραβάν

και πάνου στόνα η Λευτεριά

και στ’ άλλο πάνου ο Βελουχιώτης.




Γιάννης Ρίτσος, Τα Επικαιρικά (1945 -19690,τομ. Ε΄, Κέδρος 1981, 9η έκδοση



Η φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη, Γιάννης Ρίτσος Αυτοβιογραφία, Αρχείο Κρήτης, Αθήνα 2008

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Γιώργος Κοτζιούλας «Θα μιλήσω για τον Άρη όπως τον γνώρισα εγώ, με απόλυτη ειλικρίνεια»

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Sofi 1Ο Γιώργος Κοτζιούλας έγραψε τις αναμνήσεις του για τον Άρη Βελουχιώτη στο βιβλίο του Όταν ήμουν με τον Άρη. Στον πρόλογο εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν να μιλήσει για τον « πρωτοστάτη της ανταρτοσύνης» ένα χρόνο μετά το θάνατό του.
«Γράφοντας τα παρακάτω εκπληρώνω μια υποχρέωση, ένα μνημόσυνο για το χτεσινό μας αρχηγό, για το μεγάλο μου φίλο» σημειώνει ο Κοτζιούλας.
Παρατίθενται ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο:
«Κοντεύει να κλείσει πια ένας χρόνος από τότε που μαθεύτηκε ο σκοτωμός του Άρη.
Στην αρχή κανένας δε θέλησε να πιστέψει το απαίσιο μαντάτο. Για βδομάδες και μήνες έλεγαν πως θα ήταν ψέμα, θα είχε γίνει λάθος` ίσως επίτηδες το έγραψαν οι φημερίδες για να κρύψουν τη διαφυγή του στο εξωτερικό ή κάτι τέτοιο. Ήταν των αδυνάτων αδύνατο να σκοτωθεί ο Άρης, ο πρωτοστάτης της ανταρτοσύνης. Τόσο πολύ τον είχε πιστέψει ο λαός, είχε συνδέσει τ’ όνομά του με την ιδέα της παλικαριάς, με το μεγαλείο του αγώνα.
Και όμως το φριχτό μήνυμα επιβεβαιώθηκε με τον καιρό. Ήταν αλήθεια: ο Άρης είχε σκοτωθεί! Το είπαν άνθρωποι που πολέμησαν ως τα τελευταία μαζί του. Άλλοι είχαν ιδεί με τα μάτια τους το κομμένο κεφάλι του. Και όλοι πια άρχισαν να δέχονται το θάνατό του σαν ένα γεγονός. Μονάχα λίγοι πιστοί, φανατικοί λάτρες του, που τον γνώρισαν από κοντά, ή τον άκουγαν από μακρυά, μόνο αυτοί δεν εννοούν ακόμα να το παραδεχτούν. Γι’ αυτούς ο Άρης ζει ακόμα. Οι ήρωες, οι υπεράνθρωποι δεν πεθαίνουν σαν τους άλλους ανθρώπους.
Στο μεταξύ, γύρω από το πρόσωπο του σκοτωμένου αρχηγού άναψε μια φοβερή πολεμική από μέρος της αντίδρασης που, για να πούμε το σωστό, πάντα τον είχε καρφί στο μάτι της τον Άρη. Πόσα δεν έγραψαν με φαρμακερό μελάνι, πόσα δεν αλύχτησαν γι’ αυτόν οι εχτροί του, κι όταν ακόμα ζούσε κι ύστερα απ’ το θάνατο του. Συγκεντρώνουν απάνω του τα πυρά, γιατί ξέρουν πως αυτός αντιπροσώπευε την επανάσταση καλύτερα από κάθε άλλον, σαν αρχηγός του λαϊκού στρατού μας στα βουνά.
Οι φίλοι τον λατρεύουν. Οι αντίπαλοι τον αναθεματίζουν. Τ’ όνομά του απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Τον ξέρουν γέροι και παιδιά, έγινε το θιάμασμα των γυναικών. Έκανε τόσους ανθρώπους να δακρύσουν, από χαρά, από συγκίνηση, από περηφάνια. Και οι αντίθετοι τον παρουσιάζουν σαν άσπλαχνο κακούργο, σαν έναν ματοβαμμένο αρχιληστή. Το μίσος κ’ η χολή τους δεν ξεθύμαναν ούτε με το θάνατό του.
Τι νάταν απ’ όλ’ αυτά ο Άρης Βελουχιώτης;
Πώς φερνόταν σαν άνθρωπος, τι γνωρίσματα είχε; Αξίζει πραγματικά να γίνεται τόσος λόγος γι’ αυτόν; Πώς δικαιολογείται ο φωτοστέφανος, ο θρύλος που τον τύλιξε από τόσο νωρίς;
Στα παραπάνω ρωτήματα αισθάνθηκα πως είχα χρέος ν’ απαντήσω κι εγώ, αφού μου δόθηκε η σπάνια τύχη να τον γνωρίσω από σιμά και μάλιστα να συνδεθώ μαζί του. Το κάνω και για τους φίλους που θέλουν ν’ απαθανατιστεί μια τέτια φυσιογνωμία, μα, και για όσους δεν αποκρυστάλλωσαν αντίληψη γι’ αυτόν, με το να τον ξέρουν μόνο από διαδόσεις κι αφηγήσεις.
Γράφοντας τα παρακάτω εκπληρώνω μια υποχρέωση, ένα μνημόσυνο για το χτεσινό μας αρχηγό, για το μεγάλο μου φίλο. Μα απ’ την άλλη μεριά έχω τη συναίσθηση πως προσφέρω και μερικά στοιχεία για την αυριανή του ιστορία.
Δεν πρόκειται να μιλήσω για τη στρατιωτική του δράση ούτε για την πολιτική πλευρά του. Αυτά δε με αφορούν. Άλλοι τα κατέχουν καλύτερα. Εγώ θα διηγηθώ αναμνήσεις μου, καθημερινά επεισόδια ή συνομιλίες, όπως μούρχονται στο νου. Θα προσπαθήσω να δώσω μια εικόνα του ανθρώπου , όσο γίνεται πιστή.
Σ’ αυτό δε θα παρασυρθώ ούτε απ’ το σύνδεσμό μου μ’ εκείνον ούτε απ’ τις πολιτικές μου πεποιθήσεις. Φρονώ πως η αλήθεια, όταν λέγεται καθαρή, ποτέ δε ζημιώνει. Αν το γραφτό μου δεν έχει άλλη αξία, κανένας ας μην του αρνηθεί τουλάχιστον την αξιοπιστία.
Θα μιλήσω για τον Άρη όπως τον γνώρισα εγώ, με απόλυτη ειλικρίνεια.


ΠΩΣ ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΗΚΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ

Εκεί απάνου στ’ απόκεντρα Τζουμέρκα, όπου βρέθηκα κι εγώ αποκλεισμένος το δεύτερο χειμώνα της σκλαβιάς, δεν είχαμε επικοινωνία ταχτική με τις πόλεις ούτ’ ερχόταν ακόμα παράνομος τύπος για να μαθαίνουμε τι γίνεται και παραπέρα.

Τ’ όνομα του Άρη το πρωτακούσαμε Πρωτοχρονιά του 42.

Sofi3Τότε βγήκε η πρώτη αντάρτικη ομάδα της περιοχής μας, οι πρώτοι Ελασίτες με τον καπετάν Τζαβέλα. Την παραμονή του νέου χρόνου σκότωσαν έναν προδότη από γειτονικό χωριό, που κατατυραννούσε την περιφέρεια και τον μισούσαν όλοι εκεί γύρω. Γι’ αυτό οι αντάρτες έγιναν δεχτοί με ανυπόκριτο ενθουσιασμό απ’ τους χωριάτες, επειδή [τους] γλύτωσαν από έναν πράχτορα των Ιταλών που η παρουσία του ήταν ένας εφιάλτης για όλους.
Στην αυθόρμητη συγκέντρωση που έγινε με το πέρασμα των ανταρτών, ο αρχηγός μάς μίλησε στο μεσοχώρι για τους σκοπούς του ΕΑΜ ( τότε τ’ άκουγαν κι αυτό οι περσότεροι, εξόν από μας τους λίγους, τους μυημένους να πούμε). Θέλοντας έπειτα να δείξει πως η κίνηση αυτή δεν είχε περιορισμένο χαρακτήρα, παρά απλωνόταν σε όλη τη σκλαβωμένη χώρα, προπάντων στ’ απροσκύνητα βουνά, είπε τα εξής:
– Ολούθε ξεπρόβαλαν αντάρτες. Τα γενναία Ελληνόπουλα, οι απόγονοι του Εικοσιένα, βγήκαν πάλι στο κλαρί. Νέα κλεφτουριά σχηματίζεται, αλλά με καινούργιες βάσεις, με οργάνωση και πειθαρχία. Από τα βουνά του Ραντοβιζιού ως πέρα στ’ Άγραφα και στη Γκιώνα κι ακόμα μακρύτερα, δημιουργείται ο καινούργιος στρατός μας, όλο από εθελοντές. Άναψε πάλι το ντουφέκι, ξαναζεί το κλέφτικο των προγόνων μας. Ο Άρης στον Παρνασσό, ο Ερμής στο Καρπενήσι…
Αυτοί είχαν πρωτοβγεί ως τότε απ’ τη Ρούμελη την ανταρτομάνα. Ο Όλυμπος , η Μακεδονία ήταν πολύ μακριά από μας και δε μπορούσαμε να ξέρουμε τι γίνεται κειπέρα. Γι’ αυτό κι ο καπετάνιος μας ανάφερε μόνο δυο γνωστά του ονόματα, που είχαν προηγηθεί απ’ αυτόν στην κοινή δράση,
Η εύηχη δισύλλαβη ονομασία δεν άργησε ν’ ακουστεί και πάλι στα βουνά μας, λίγο αργότερα, με το κατόρθωμα του Γοργοπόταμου. Είναι γνωστό πως η επιχείρηση αυτή, που έγινε σε απόλυτη τότε συνεργασία με τους Άγγλους αξιωματικούς, οφείλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην παρουσία του Άρη και των γενναίων συντρόφων του.
Και η φήμη άρχισε από τότε να τον παίρνει στα φτερά της:
– Σπουδαίος θάναι αυτός ο Άρης! λέγαν οι χωριάτες ο ένας με τον άλλον.
Και οι αντάρτες καμάρωναν:
– Τέτια παλικάρια βγάζει ο λαός.
Αλλά κανένας δεν ήξερε ακόμα την ταυτότητά του.
– Άκουσα πως είναι ταγματάρχης, έλεγε ο ένας.
– Μου φαίνεται πως σπούδασε στη Μόσχα πρόσθετε ο άλλος.
Τους άρεσε να τον φαντάζονται για σπουδαίο επαναστάτη, μα και γι’ άνθρωπο των όπλων. Το ένοπλο κίνημα ζητούσε τον ηγέτη του, οι αντάρτες ήθελαν τον αρχηγό τους.
Πέρασε η άνοιξη, έμπαινε το καλοκαίρι. Δεν είχε σχηματιστεί ακόμα η Μεραρχία Ηπείρου. Ήταν ένα μεγάλο συγκρότημα με έδρα Πράμαντα – Μελισσουργούς. Τότε έγινε στα βουνά της Πίνδου και το Α’ Πανθεσσαλικό Συνέδριο. Από τους δικούς μας είχε πάει εκεί ο στρατηγός Ν.
Γύρισε από το συνέδριο ενθουσιασμένος. Μου διηγόταν τις εντυπώσεις του για τον Ιωακείμ Κοζάνης, για τα στελέχη των αρχηγείων μας, για τους ξένους αντιπροσώπους.
– Κρίμα που δεν ήσουν κι εσύ. Πέρασα νύχτα από δω, αλλιώς θα σ’ έπαιρνα μαζί μου…
Εντύπωση προπάντων του είχε κάμει ο Καραγιώργης, που οργάνωνε τότε το αντάρτικο της Θεσσαλίας.
– Και ο Άρης; τον ρώτησα
Ο στρατηγός σκέφτηκε λίγο:
– Από ρητορική δε διακρίνεται και τόσο. Αλλά έχει θέληση, πυγμή. Φαίνεται άνθρωπος επιβολής. Θ’ αξίζει για να τον έχουν εκεί…
Εννοούσε το Γενικό Στρατηγείο, όπου ο Άρης είχε το αξίωμα του καπετάνιου. Αλλά κι ο ίδιος δεν ήξερε ακόμα με ποιον είχε να κάμει.
– Από στρατιωτικά που μιλήσαμε, καταλαβαίνει καλά. Φαίνεται γι’ ανώτερος αξιωματικός, ίσως του πυροβολικού.
Άλλοι έλεγαν πως είχε λάβει μέρος στον ισπανικό πόλεμο. Μα θα είχε λόγους να κρύβει ακόμα τ’ όνομά του.
Στο μεταξύ από στόμα σε στόμα διαδόθηκε ως τα χωριά μας κι ένα περιστατικό που έδειχνε καλά τι ήταν ο Άρης.
Όταν το χειμώνα του 42 κατέβηκε ο Άρης απ’ τη Ρούμελη για να σμίξει το Ζέρβα που είχε στήσει το λημέρι του στα χωριά του Ραντοβιζιού κι ο δεύτερος καλού κακού, υποχωρώντας στρατηγικά, έφτασε στο μοναστήρι της Ρουβέλιστας, δίπλα απ’ το Βελεντζικό, (πέρασα αργότερα κι ο ίδιος από κει), όπου περίμενε οχυρωμένος τον – ανάλογα με τα σημάδια – συνεργάτη ή αντίπαλό του, ο Άρης, λέμε, είχε τότε μαζί του καμιά τετρακοσαριά οπλοφόρους. Τον είχαν ακολουθήσει αυθόρμητα. Μα οι περσότεροι απ’ αυτούς ήταν ξυπόλυτοι και πεινασμένοι. Το αντάρτικο δεν είχε ακόμα πόρους, βρισκόταν στα πρώτα του βήματα.
Εκεί λοιπόν που περνούσαν από τα χωριά, κάποιος απ’ αυτούς τους ξενηστικωμένους πήρε μια κότα από ένα χωριάτη και την έφαγε μοναχός του, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Αντάρτης δεν ήταν; Πεινούσε, τι νάκανε! Ποτέ του δε φανταζόταν πως θα γίνει ζήτημα για ένα κοτόπουλο, ένα τσιροπούλι.
Και όμως η πράξη του αυτή μαθεύτηκε , δεν ξέρω πώς. Ο χωριάτης κάπου το ανάφερε, ίσως να παραπονέθηκε, αλλά χωρίς να φαντάζεται τις συνέπειες. Μόλις το έμαθε ο Άρης , κάλεσε το χωριάτη μπροστά του.
– Τον γνωρίζεις, του λέει, αυτόν που σούκλεψε την κότα;
– Άμα τον ιδώ, καπετάνιε μ’…
– Εγώ θα φέρω όλους τους αντάρτες εδώ και θα τους κοιτάξεις έναν έναν. Πρόσεξε όμως. Αν μου πεις ψέματα, θα το πληρώσεις με το κεφάλι σου.
Ο χωριάτης τα χρειάστηκε, μα τι να κάμει. Είχε εκτεθεί πια.
Ο Άρης αράδιασε τους οπαδούς του κι ο ένοχος βρέθηκε.
– Τι τον έκαμε; θα ρωτήστε.
Την απάντηση θα σας τη δώσω με το στόμα ενός καθοδηγητή μας εκεί πέρα, που άμα έβλεπε καμιά μικροπαράβαση από νεοσύλλεχτο, μεγαλοποιώντας το φταίξιμό του, ακούγονταν να φοβερίζει:
– Τι να σας κάμω! Έπρεπε νάχουμε δω τον Άρη. Αυτός ξέρει και τιμωρεί. Για μια κότα, μωρέ,- καταλαβαίνεις; για μια κότα έσφαξε άνθρωπο, και μάλιστα πεινασμένο. Τούκοψε το λαρύγγι και σπαρταρούσε καταγής, μπροστά στους άλλους…
Ίσως αυτό να μην έγινε έτσι, αποκλείεται πάντως να τον σκότωσε ιδιόχειρα ο Άρης, μα η σκληρή τιμωρία διαδόθηκε παντού κι αναφερόταν πια σαν παράδειγμα.
Όχι, ο Άρης δε χαριζόταν σε κανέναν, ούτε σ’ εχτρό, ούτε σε φίλο.
Οι αντάρτες δεν είχαν δικαίωμα ν’ απλώνουν το χέρι τους εδώ κι εκεί με το έτσι θέλω.
Ο λαός έπρεπε να το νιώσει μια για πάντα πως οι αντάρτες είχαν βγει για να τον ξεσκλαβώσουν, να του βγάλουν τα δεσμά, όχι να του αρπάξουν κι εκείνο το λίγο που όριζε.
Αυτή την έννοια είχε η καταδίκη του άμυαλου αντάρτη και μ’ αυτό το πνεύμα τη δέχονταν, την επιδοκίμαζαν όλοι, όσο σκληρή κι αν φαινόταν στην αρχή.
Οι Ελασίτες έπρεπε να συνηθίσουν στην πειθαρχία, ν’ αφήσουν τα παλιά τους. Η ασυδοσία, το ρεμπελιό, ήταν για τους άλλους. Εμείς έπρεπε να γίνουμε υπόδειγμα στρατού, στήριγμα και καμάρι του λαού, όχι μπουλούκι από νταήδες, μάστιγες της υπαίθρου.
Έτσι έμαθαν ν’ ακούν οι αντάρτες τον Άρη. Τον σέβονταν από μακριά και μαζί τον φοβούνταν, χωρίς να τον έχουν ιδεί. Χωρίς αυτή την επιβολή δε μπορούσε να σταθεί ούτε μια μέρα επικεφαλής ατίθασων στοιχείων.
« Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου…»
(έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του συγγραφέα)

Γ. Κοτζιούλα, Όταν ήμουν με τον Άρη, αναμνήσεις. Επιμέλεια κειμένου Κώστας Κουλουφάκος, Θεμέλιο 1974, 2η έκδοση

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Οδοιπορικό στο φαράγγι του Φάγγου. 70 χρόνια μετά, ο Άρης ανασαίνει ακόμα εκεί…


Γράφει ο Οικοδόμος // atexnos

Η πρώτη απόπειρα να προσεγγίσουμε στο φαράγγι του Φάγγου, έξω από τη Μεσούντα Άρτας (χάρτης),  έγινε έναν σχεδόν χρόνο πριν και ήταν, όπως αποδείχτηκε, αναγνωριστική. Απροετοίμαστοι ουσιαστικά, χωρίς να γνωρίζουμε την περιοχή και το βαθμό δυσκολίας που έχει μια τέτοια αποστολή, και με μόνο εφόδιο τη δίψα να φτάσουμε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο, μπήκαμε ―χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι ήταν αυτό― στο αχάραχτο μονοπάτι και αφού διασχίσαμε μερικά μέτρα αμφιβολίας γυρίσαμε πίσω.

faragi-fagou26

Είχαν προηγηθεί οι παραινέσεις γνωστών και φίλων, αλλά και κατοίκων της Μεσούντας (που μας έδιναν διαφορετικές εκδοχές της διαδρομής) ότι η πορεία είναι δύσκολη και χρειάζεται οπωσδήποτε ντόπιος οδηγός που να ξέρει τα κατατόπια. Παρά την απογοήτευσή μας, τότε, επικράτησε η λογική και δώσαμε υπόσχεση πως με την πρώτη ευκαιρία θα ξεπληρώναμε το μέρος του χρέους μας, που δεν ήταν άλλο από την απόδοση τιμής στον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, στον τόπο που πότισε με το αίμα του και άφησε την τελευταία του ανάσα, λίγο πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και περάσει τα όρια του θρύλου.

faragi-fagou28

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από την Κυψέλη Άρτας. Ο καιρός τις δυο προηγούμενες μέρες ήταν βροχερός. Αν και είχε προηγηθεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς βροχή και οι ανακοινώσεις των μετεωρολόγων δεν προμήνυαν βροχερή μέρα, σε τούτα τα μέρη, στα χωριά του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, είναι συχνό το φαινόμενο όταν πιάνει βροχή να ξεχνά να σταματήσει… Η πηχτή σαν γάλα ομίχλη που συναντήσαμε λίγο πριν το Βουργαρέλι, συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή, δεν μας ανησύχησε.

faragi-fagou11

Από το Αθαμάνιο και πέρα και όσο τα χιλιόμετρα προς τη Μεσούντα λιγόστευαν, ένας παιχνιδιάρης ήλιος προκαλούσε κάθε τόσο με την εμφάνισή του τα σύννεφα που είχαν απλώσει ράθυμα τα γκρίζα πέπλα τους μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Κύρια έγνοια μας η εξέλιξη του καιρού, αλλά όχι μόνο αυτή. Στα αυτιά μου ηχούσαν έντονα και «προκλητικά» τα κοφτά λόγια των γεροντότερων, δυο μέρες πριν στο καφενείο κάτω από τον πλάτανο, όταν τους ανακοίνωνα τις προθέσεις μας: «Δεν μπορείτε να φτάσετε μέχρι εκεί, είναι δύσκολο. Θα γυρίσετε πίσω, όπως κι άλλοι»…

mesoynda

Μπήκαμε στη Μεσούντα. Τα λιγοστά μαγαζιά-καφενεία κλειστά. Κοντοσταθήκαμε μπροστά στο μνημείο του Άρη, απέναντι από την πλατεία του χωριού. Ψυχή τριγύρω. Η φωτογραφία του Πρωτοκαπετάνιου εκεί. Ασάλευτος, δείχνει σκεφτικός, υπομονετικός, ήρεμος όπως αυτός που έχει κάνει το καθήκον του. Μα το βλέμμα του σε διαπερνά· σαν ένα ηφαίστειο που κατακλύζεται από υπόγειες εκρήξεις και καρτεράει τη στιγμή που θα «ξαναμιλήσει»…

faragi-fagou1

Πήραμε τον στενό, ασφαλτοστρωμένο, γεμάτο λαβωματιές από τις πολλές βροχές των προηγούμενων μηνών, δρόμο προς το ποτάμι. Λίγα, μετρημένα στα δάχτυλα του χεριού σπίτια σκορπισμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κλειστά τα περισσότερα και με εμφανή τα σημάδια της ανθρώπινης απουσίας στις αυλές τους. Σε κάποιο σημείο ο κατηφορικός δρόμος γίνεται χωμάτινος· σημάδι ότι πλησιάζουμε. Σταματάμε λίγα μέτρα πριν την κοίτη του ποταμού. Στα δεξιά μας βρίσκεται μια πέτρα που σηματοδοτεί την είσοδο στην πλαγιά του βουνού, την αρχή του μονοπατιού. Ζωνόμαστε τα σακίδια, οπλίζουμε τις φωτογραφικές μηχανές και ξεκινάμε.

faragi-fagou2

Μια πρώτη ματιά στη μορφολογία του εδάφους λειτουργεί αποτρεπτικά. Τίποτα δεν μαρτυρά από τα πρώτα μέτρα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα μονοπάτι με αρχή και τέλος. Οι συνεχείς κατολισθήσεις διαμορφώνουν ένα σκηνικό που προσθέτει στην αγριάδα της φύσης κάποια στοιχεία ―ελεγχόμενου― κινδύνου, ειδικά για όσους το άκουσμα της λέξης «μονοπάτι» φέρνει στο νου χαραγμένες και καλλωπισμένες τουριστικές διαδρομές σε ειδυλλιακά τοπία. Από τα πρώτα κιόλας μέτρα, ειδικά αν είσαι άνθρωπος της πόλης και η σχέση σου με τη φύση είναι περιστασιακή, νιώθεις την πρόκληση και το παίρνεις απόφαση.

faragi-fagou5

Το ζητούμενο από την αρχή ήταν να μην παρεκκλίνουμε της πορείας μας και χάσουμε τον στόχο. Σε αυτή την προσπάθειά μας σταθήκαμε απρόσμενα τυχεροί. Κάθε λίγα μέτρα, σημάδια από κόκκινη και γαλάζια μπογιά ―που άφησαν στους βράχους τα μέλη των ορειβατικών συλλόγων που επισκέπτονται συχνά την περιοχή―, μας βοηθούν να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας και να βαδίζουμε με σιγουριά.

faragi-fagou4

Για αρκετά λεπτά η διαδρομή είναι κατηφορική, τόσο που σε κάποιο σημείο το ποτάμι απέχει μόλις λίγα μέτρα από εμάς. Από εκεί ξεκινάει η ανηφόρα, με λίγα διαστήματα ενδιάμεσα περπάτημα σε ευθεία γραμμή.

faragi-fagou3

Τα κομμάτια αυτά της διαδρομής είναι λίγα. Εκεί βλέπεις μπροστά σου να ξεδιπλώνεται ευκολοδιάβατο το μονοπάτι που σε κάποιες μεριές είναι σκεπασμένο από την πλούσια βλάστηση που αντικαθιστά κυριολεκτικά τον ουρανό.

faragi-fagou7

Ο τόπος στεγνός, κάνει την ανάβαση περισσότερο ασφαλή. Το χώμα λιγοστό, υποκλίνεται στο μεγαλείο της πέτρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τοπίου. Σταματάμε κάθε λίγα λεπτά για να πάρουμε φωτογραφίες.

faragi-fagou6

Αυτές τις στιγμές συνειδητοποιούμε ότι οι μόνοι ήχοι που διαταράσσουν την αλλόκοτη αυτή γαλήνη προέρχονται χαμηλά από το διάβα των καταγάλανων νερών του Αχελώου, το πέταγμα των εντόμων, τις βαριές ανάσες μας και τους χτύπους της καρδιάς μας.

faragi-fagou27

Βαδίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πόσα μέτρα απομένουν. Η πλαγιά γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη. Το έδαφος εχθρικό· σα να θέλει να μας δοκιμάσει. Να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε, ή, να ατσαλώσει τη θέλησή μας. Ένα καλά στερεωμένο στο βράχο συρματόσκοινο βρίσκεται καλού κακού μόνιμα εκεί.

faragi-fagou10

Σε λίγο τα πόδια μας θα βοηθηθούν από τα χέρια. Όπως θα διαπιστώσουμε στο τέλος της διαδρομής, εκείνη τη στιγμή διανύουμε το πιο δύσκολο και σχετικά επικίνδυνο κομμάτι της. Το βάδισμα γίνεται σκαρφάλωμα. Το πλάτους μόλις λίγων εκατοστών ανηφορικό μονοπάτι περνάει στην άκρη ενός τεράστιου φαγωμένου από το χρόνο βράχου.

faragi-fagou23

Κάτω από τα πόδια μας, στα αριστερά, μόλις λίγα εκατοστά από τα χνάρια που αφήνει το πέρασμά μας, βρίσκεται το κενό. Η πλαγιά του βουνού σα να την έκοψε ένα θεόρατο μαχαίρι σμίγει μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα με τα ορμητικά νερά του Αχελώου.

faragi-fagou25

Η ανάσα κόβεται. Σηκώνω το βλέμμα προς τη μεριά του Μυρόφυλλου (γειτονικό χωριό του νομού Τρικάλων). Στη στιγμή μου έρχονται στο μυαλό οι γραπτές αφηγήσεις των επιζώντων συντρόφων του Άρη για τα πυρά που δέχτηκαν από εκεί λίγο πριν το τέλος… Άραγε που ακριβώς να έστησαν καρτέρι οι πεινασμένοι λύκοι; Από πού έβαζαν στους αποφασισμένους για όλα αντάρτες;

faragi-fagou12

Νιώθω, από ένστικτο, ότι πλησιάζουμε «εκεί». Η καρδιά σα να μη χωράει πια στο σώμα, πάλλεται με ασυνήθιστους ρυθμούς, δίνει μάχη να ακολουθήσει τη σκέψη που έχει τη δυνατότητα να προπορεύεται με ασύλληπτη ταχύτητα στο χώρο και το χρόνο, σα να βάλθηκε να στήσει ξανά, σε αναπαράσταση, το σκηνικό εκείνων των τελευταίων δραματικών ωρών της 15-16 Ιούνη του 1945.

faragi-fagou8

Αφήνουμε πίσω μας τον βράχο. Βαδίζουμε τώρα ανάμεσα σε στέρεα γη. Προχωράμε λίγα μέτρα ακόμα ανάμεσα σε θάμνους και πυκνή βλάστηση, μέχρι που στο βάθος αντικρίζουμε κορφές από πλατάνια.

faragi-fagou9

Πλησιάζοντας ακούγεται όλο και πιο καθαρά ο ήχος του νερού που πέφτει με δύναμη στην πέτρα. Οι χτύποι της καρδιάς πολλαπλασιάζονται. Λίγο ακόμα. Εδώ είμαστε. Καπετάνιο ερχόμαστε! Τα πόδια δυσκολεύονται να διανύσουν τα τελευταία μέτρα. Ο ιδρώτας ανακατεύεται με τη συγκίνηση, τα μάτια θολώνουν.

faragi-fagou17

Σταματάμε. Μια ρεματιά κόβει απότομα το μονοπάτι μπροστά στα πόδια μας. Στα δεξιά ένα αδιάβατο ύψωμα από το οποίο κατεβαίνουν με ορμή τα κρύα νερά του Κοκκινόλακου που βιάζονται να σμίξουν με τον Αχελώο.

faragi-fagou18

Στ’ αριστερά σχηματίζεται η γκούρα που οδηγεί στην κοίτη του ποταμού. Τεράστιοι βράχοι ανάμεσα στα πλατάνια σμιλεμένοι με απαράμιλλη τέχνη από το καλέμι της φύσης δημιουργούν μικρές λιμνούλες και ρυάκια και αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τα κέφια του ήλιου που μπαινοβγαίνει στα γκρίζα σύννεφα.

faragi-fagou19

Αυτές οι εικόνες μαζί με τη μονότονη μελωδία του τρεχούμενου νερού, σε μαγεύουν σαν Σειρήνες· σε καθηλώνουν και είναι ικανές να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη και να σε απελευθερώσουν από κάθε τι που σε βαραίνει και σε κρατά δεμένο στη γη. Οι φωτογραφικές μηχανές τραβάνε ασταμάτητα, χωρίς όμως να μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια αυτό που τα μάτια και οι αισθήσεις έχουν εκείνες τις στιγμές το προνόμιο να απολαμβάνουν.

faragi-fagou13

Ακριβώς απέναντί μας, στην άλλη άκρη της ρεματιάς, ένας μεγάλος βράχος στέκει επιβλητικά και σκιάζει με το μπόι του ένα μέρος αυτής της μυσταγωγίας. Στη βάση του είναι τοποθετημένη μια πέτρινη πλάκα και λίγο ψηλότερα ένα κομμάτι μαύρου γρανίτη με χαραγμένη στη λεία όψη του τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου.

faragi-fagou20

Εδώ, στις 16 Ιούνη του 1945, έπεσαν καταδιωκόμενοι ο Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης και ο ξακουστός μαυροσκούφης Τζαβέλλας, ενώ λίγο πιο κάτω, χτυπημένος από τα βόλια της αντίδρασης, έπεφτε ο γερο-Κόζιακας, μέλος της ομάδας των ανταρτών που ακολούθησαν τον αρχηγό μέχρι το τέλος.

faragi-fagou16

Διασχίζουμε κάθετα τη ρεματιά, ανάμεσα στα ρυάκια του νερού. Φτάνουμε στο βράχο, ακουμπάμε, βυθιζόμαστε στην αγκαλιά του. Η αναπνοή επανέρχεται σιγά σιγά στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Ένα δροσερό αεράκι παρασέρνει τα πλατανοκλάρια και μαζί τις σκέψεις. Στεκόμαστε βουβοί εκεί στον τόπο της θυσίας.

faragi-fagou15

Με ευλάβεια ακουμπάμε λίγα μοσχομύριστα κόκκινα τριαντάφυλλα που φέραμε από τη Χώσεψη (παλιά ονομασία της Κυψέλης Άρτας, τότε που ο Άρης είχε εκεί για ένα διάστημα το αρχηγείο του), στο μνημείο. Η πέτρινη πλάκα είναι σημαδεμένη από σκάγια που έριξαν ηλίθιοι απόγονοι των δολοφόνων, ή σκέτα ηλίθιοι.

faragi-fagou14

Η συζήτηση από τις τελευταίες δραματικές στιγμές, γυρίζει αναπόφευκτα στο τι θα γινόταν «αν…», για να καταλήξει στο τετράστιχο του γνωστού τραγουδιού:

«…Κείνος δε θέλει κλάματα
δε θέλει μοιρολόγια
θέλει αγώνες και χαρές
αρματωσιές και βόλια»…
Ο χρόνος κυλά με την ίδια εκνευριστική ταχύτητα, όπως κάθε φορά που θα ήθελες να σταματήσει. Τα σύννεφα πυκνώνουν. Πρέπει να προλάβουμε τη βροχή. Στεφανώνουμε τη μορφή του καπετάνιου με τα λουλούδια.

faragi-fagou24

Στην επιστροφή μάς ακολουθεί η βουβαμάρα. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλληλοσυγκρούονται, ασφυκτιούν· ανακατεύονται με τα συναισθήματα που γεννά η δικαίωση για την εκπλήρωση της αποστολής, με την αίσθηση του χρέους που παραμένει ανεκπλήρωτο. 70 χρόνια μετά η κοινωνία, οι άνθρωποι, οι λαοί βαδίζουν ολοταχώς προς τα πίσω, σα να έλκονται από τα σκοτάδια της αυτοκαταστροφής. Η εκμετάλλευση χρησιμοποιεί νέες, αποτελεσματικότερες μορφές για να επιβάλλεται. Εστίες πολέμων κατακλύζουν τον πλανήτη. Όλο και περισσότερο αίμα αθώων ποτίζει τη γη. Ο φόβος φωλιάζει στις ψυχές. Η αυταπάτη αλώνει τις συνειδήσεις. Κι όμως, το αίμα του Πρωτοκαπετάνιου δεν στέγνωσε στο φαράγγι του Φάγγου· η ανάσα του πάλλεται ακόμα εκεί, δίπλα στα ορμητικά νερά του «Άσπρου». Το αίμα χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών δεν στέγνωσε στα βουνά, στις φυλακές, στα θυσιαστήρια και στους τόπους εξορίας. Η ανάγκη για ζωή λεύτερη, ειρηνική, χωρίς εκμετάλλευση πάλλεται από ζωντάνια. Το ίδιο και η ελπίδα ότι η επιβίωση μπορεί να γίνει ζωή αντάξια των κόπων των δουλευτάρηδων όλου του κόσμου.

faragi-fagou21

Σταματήσαμε στη Μεσούντα. Στο καφενεδάκι δίπλα στη ρεματιά κάτω από τον πλάτανο κατάκοποι, μα τόσο γεμάτοι, γευόμαστε τις ευεργετικές ιδιότητες του ντόπιου τσίπουρου, με τη συνοδεία της λαχανόπιτας που περίμενε τόσα χιλιόμετρα υπομονετικά κρυμμένη στο σακίδιο.
faragi-fagou22
Ο καιρός άνοιξε. Τα σύννεφα υποχώρησαν. Ένας λαμπερός ήλιος άπλωσε το φως και τη ζεστασιά του παίζοντας με τα χρώματα της φύσης και τη διάθεση των ανθρώπων. Λίγα μόνο σύννεφα έμειναν να σκεπάζουν τις αετοφωλιές των Τζουμέρκων, σα να ήθελαν να τονίσουν με την παρουσία τους την αέναη πάλη του φωτός με το σκοτάδι…