Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Γυναικείος ανθρωπισμός

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του Δημήτρη Γληνού στον Παρνασσό στις 11 Οκτωβρίου 1921 με την ευκαιρία της έναρξης των μαθημάτων της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής* Σε αυτό παρουσιάζει το γυναικείο ζήτημα σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο με τη μορφή που είχε στην εποχή του.

Μιλάει για το ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού σε συνδυασμό με την αληθινή και δημιουργική μόρφωση και δίνει τους σκοπούς της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
(Ένας λόγος για την αρχή ενός έργου)

Κυρίες και Κύριοι

Αν ήθελα ν’ ακολουθήσω τη μέθοδο των σιγηλών εκείνων σοφών της Ανατολής, που μ’ ένα νεύμα τους ή με μια λέξη τους εκφράζουν  κόσμους ολόκληρους στοχασμών, θα μπορούσα ίσως σήμερα να σας παραστήσω αρκετά  εκφραστικά το σκοπό της «Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής» χωρίς να πω ούτε λέξη.

Θα ήταν ίσως αρκετό νανεβώ στο βήμα και να σας δείξω με φωτεινά, αν ήταν δυνατό, γράμματα όχι το πρόγραμμα και τα μαθήματα, που θα διδαχθούν εκεί, όχι καν τα ονόματα εκείνων, που θα διδάξουν, παρά μόνο τις καταλήξεις των ονομάτων των.

Τότε θα βλέπατε, ότι μέσα στα δώδεκα πρόσωπα τα έντεκα είναι άνδρες. Και η αντινομία θα σας ήταν ολοφάνερη.

Να λοιπόν ο σκοπός της «Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής» εικονικά εκφρασμένος. Να λείψη και αυτή και κάθε αντινομία. Ν α  π ά ρ η  η  γ υ ν α ί κα  τ η  θ έ σ η  τ η ς, τ η ν  α ν τ ί σ τ ο ι χ η  μ ε  τ η ν  α ξ ί α  τ η ς   θ έ σ η, σ τ ι ς  α ν ώ τ ε ρ ε ς  ε κ δ η λ ώ σ ε ι ς  τ η ς  κ ο ι ν ω ν ι κ ή ς  ζ ω ή ς.
Μα η μέθοδος των σιγηλών σοφών, που θα ήταν τόσο ευχάριστη και σε μένα και σε σας, δεν είναι στην προκειμένη περίσταση αρκετά πρακτική.

Γιατί πολύ φοβούμαι, ότι το πρόβλημα είναι ακόμη πολύ σκοτεινό στην Ελληνική κοινωνία και ότι το αξίωμα αυτό « να πάρη η γυναίκα τη θέση, που της αξίζει, στις ανώτερες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής» αντί να έχη την επιβολή και το κύρος μιας αποδειγμένης ολοφάνερης αλήθειας, είναι μάλλον ένα αίτημα εν μέρει ακατανόητο, εν μέρει ύποπτο.

Γι’ αυτό αξίζει να το εξετάσωμε ή μάλλον είμαστε υποχρεωμένοι να το εξετάσωμε το αίτημα αυτό. Γιατί βέβαια τη στιγμή, που προβάλλομε στην κοινωνία ένα νέο ιδανικό, τη στιγμή που ζητούμε την εμπιστοσύνη της και τον ενθουσιασμό της για έναν νέο έργο, έχομε χρέος να της δείξωμε την αξία του και να την πείσωμε, πως ό,τι ζητούμε είναι μέσα στη γραμμή του συμφέροντός της, πως προσπαθούμε να της πλουτίσωμε, και να της τονώ σωμε τις ικανότητες για μιαν αδιάκοπη ανύψωση της ζωής, να της αυξήσωμε την ψυχική της δυναμικότητα, να της στερεώσωμε τους συνεκτικούς αρμούς, να την κάμωμε υγιέστερη, δημιουργικώτερη και ευτυχέστερη.

Κ α ι  α λ η θ ι ν ά  π ρ ο β ά λ λ ο μ ε  έ ν α  ν έ ο  ι δ α ν ι κ ό  π α ι δ ε ί α ς  γ ι α  τ η  γ υ ν α ί κ α,  β γ α λ μ έ ν ο  α π ό  έ ν α  ν έ ο  ι δ α ν ι κ ό  ζ ω ή ς.

Πού έχει το λόγο της υπάρξεώς του, πού έχει την πηγή του το νέο ιδανικό; Είναι νερό καθάριο βουνήσιας πηγής ανεβασμένο  από τα βάθη της μητέρας γης  ή είναι μεθυστικό πιοτό, μάγισσας παρασκεύασμα, για να μας πλανέση; Ποιες βαθύτερες ανάγκες της ζωής μας το γέννησαν, ποια στέρηση πρόκειται να πληρώση, ποιες ορμές να ικανοποιήση, ποια δίψα να σβήση, ποιες δυνάμεις να ξυπνήση;

Μήπως το δημιούργησαν άρα γε περαστικοί πόθοι, νεωτεριστικές διαθέσεις χωρίς βαθύτερη αιτία; Και, προκειμένου για την Ελλάδα, μήπως είναι ένας απλός αντικατοπτρισμός από ξένες αντιλήψεις, κάτι ξενότροπο και αστήριχτο, ασυμβίβαστο με τη ζωή μας;

Να τι πρέπει να ξεδιαλυθή. Ας αντικρύσωμε λοιπόν καθαρά το ζήτημά μας.

Π ρ ώ τ ο. Βγαίνει αληθινά από τη σημερινή κοινωνική κατάσταση, σαν αναπότρεπτη αναγκαιότητα της ζωής, το ιδανικό μιας ανώτερης παιδείας, που πρέπει να πάρη η γυναίκα για ωφέλεια αυτής της κοινωνίας;

Δ ε ύ τ ε ρ ο. Αν αυτό είναι αληθινό για τις πολιτισμένες κοινωνίες του Δυτικού Κόσμου, ισχύει και για την Ελλάδα; Και ισχύει και για τη σημερινή Ελλάδα ή είναι κάτι πρόωρο και περιττό ή και βλαβερό;

Τ ρ ί τ ο. Τι μορφή πρέπει νάχη η παιδεία αυτή στην Ελλάδα για να ικανοποιήση την ανάγκη, που τη δημιουργή;

Απαντώντας στα τρία αυτά ερωτήματα, αντιμετωπίζομε νομίζω το ζήτημά μας σόλο το βάθος και το πλάτος του.


***

Βέβαια δεν είναι έργο δικό μου απόψε ούτε να σας ζωγραφίσω σόλη του την έκταση το μεγάλο κοινωνικό κίνημα, που με τόνομα χειραφέτηση της γυναίκας ή φεμινισμός απλώνεται γοργά από τη μια στην άλλη χώρα όλου του πολιτισμένου κόσμου, ούτε ναναλύσω λεπτομερώς τα γενεσιουργά του αίτια.

Μα το νέο ιδανικό της γυναικείας παιδείας, που μας ενδιαφέρει, βρίσκεται σε τόσο στενή σχέση με την κίνηση, που έχει σκοπό την ανύψωση της γυναίκας, ώστε δεν είναι δυνατό να ερευνήσωμε τις ρίζες του χωρίς να κοιτάξωμε το μεγάλο αγώνα, που τείνει ναλλάξη τη μορφή της κοινωνίας.

Είναι αλήθεια, ότι στον τόπο μας υπάρχει ακόμα ένα πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων και ανάμεσα σεκέινους, που έχουν την αξίωση να οδηγούν την κοινωνία, που ή βυθισμένοι σε μια νιρβάνα αυταρέσκειας μισοανοίγουν τα χείλη σένα ειρωνικό μειδίαμα, όταν ακούν να γίνεται8 λόγος για τα μεγάλα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα ή κλεισμένοι μέσα στα όστρακα ιδεών, με τις οποίες είδαν μια φορά τον κόσμο αυτοί, ή δε θέλουν πια να ιδούν τίποτε άλλο ή θυμώνουν άμα ιδούν ή και αγωνίζονται να κλείσουν και όλους τους άλλους μέσα σε όστρακα ιδεών ανάλογα με τα δικά τους.

Μα ο αιματηρός σεισμός της παγκόσμιας πάλης είμαι βέβαιος, πως ράγισε τα οπουδήποτε σινικά τείχη.

Και ακούμε πια μέσα από τις ραγισματιές τον κολοσσιαίο αναβρασμό της ανθρώπινης ψυχής, που παλαίει την αγωνία του θανάτου, την αγωνία της ζωής. Και οι κοινωνίες και τα έθνη, που δε θέλουν να χώσουν το κεφάλι μέσα στην άμμο για να μην ιδούν τον κίνδυνο του θανάτου, έχουν χρέος να ιδούν, ναντικρύσουν με ορθάνοιχτα τα μάτια, να κερδίσουν τη ζωή.

Την πάλη των εθνών και την είδαμε και τη ζήσαμε και τη ζούμε, γιατί μας ήταν αδύνατο να κάμωμε αλλοιώς. Μα πόσοι άλλοι αγώνες μέσα στις κοινωνίες αν όχι τόσο αιματηροί το ίδιο σκληροί! Πάλη των τάξεων, πάλη των αδικημένων, πάλη της γυναίκας γι’ απολύτρωση, πάλη του παιδιού για υγεία και χαρά και αυτενέργεια!

Όλες οι σκλαβιές αισθητές, όλα τα όνειρα της λευτεριάς ζωντανεμένα, όλες οι πίκρες στα χείλη, όλ’ οι καϊμοί καυτεροί, όλες οι καρδιές σε αγωνία. Βαριά τα δεσμά της ζωής για τον άνθρωπο, μικρή και στενόχωρη τού έγινε η γη.

Κι ΄εκτός από τους λίγους, που ο κόρος ο υλικός τους κάνει άτονη, άβαθη και στεγνή την ψυχή, όλ’ οι άλλοι αγωνιστές, είτε αμύνονται στα κάστρα των καθιερωμένων, είτε ορμούν να γκρεμίσουν τους παλιούς και να χτίσουν τους δικούς των νέους πύργους, προς την ανθρώπινη ψ υ χ ι κ ό τ η τ α  στρέφονται, εκεί ζητούν την πηγή της δυνάμεως, την κιβωτό της σωτηρίας, έν’ ακλόνητο στήριγμα μέσα στο συγκλονιστικό σεισμό.

Άλλοι γυρίζουν στις σκοτεινές πηγές του συναισθήματος, στην ακαθόριστη πίστη και το μυστικισμό, άλλοι νοιώθουν μέσα τους θερμή και ζωντανή τη θρησκευτική συγκίνηση και άλλοι ατενίζουν στο ψυχρό, μ’ ακοίμητο και ατάραχο και αμείλικτο της επιστήμης και του λόγου φως. Ολοένα φως και περισσότερο φως! Ποτέ δεν ήταν πιο σταθερή, και πιο μεγαλόστομη η επίκληση, ποτέ δεν ήταν πιο ακόρεστη η δίψα του φωτός.
Ο Δημήτρης Γληνός

Να οπλισθή ο νους με τη γνώση των νόμων του φυσικού και του ζωϊκού κόσμου για να κυριαρχή σκοπιμώτερα απάνω στις πολυποίκιλες δυνάμεις, που διέπονται από τους νόμους αυτούς` να διερευνηθούν οι νόμοι της εξελίξεως των κοινωνιών για να ρυθμίζεται η ενέργεια των ατόμων και των ομάδων ασφαλέστερα, για να πετυχαίνη ωρισμένους σκοπούς` να γίνη βαθύτερο, εντονώτερο, λεπτότερο και πολυμερέστερο το συναίσθημα, το μαγικό ελατήριο των πόθων και των ορμών`να χαλυβδωθούν οι βουλήσεις με την άσκηση, με την αυτενέργεια, με την υπεύθυνη δράση` να δυναμώσουν, να σφυρηλατηθούν, να αναπτυχθούν όλες οι ψυχικές ικανότητες` να κινηθούν οι ψυχές προς νέα ιδανικά ή να στραφούν νοσταλγικές προς τα παλιά` και πίσω απ’ όλες αυτές τις τάσεις οι κοινωνικές ομάδες, που παλαίουν, οι ενθουσιασμοί και οι παρορμήσεις, οι απογοητεύσεις και οι θρήνοι, οι εξορκισμοί των κακών πνευμάτων και οι λατρείες των νέων θεών. Να ποια είναι η πολύτροπη π α ι δ α γ ω γ ι κ ή, στην πλατύτερη σημασία της λέξεως και  ψ υ χ ο π λ α σ τ ι κ ή  εργασία, που γίνεται σήμερα σόλους τους ζωντανούς λαούς. Περισσότερη ψυχικότητα! το σύνθημα από παντού. Ο θείος σπινθήρες να γίνη φλόγα και φως σταθερό.


***

Προσπάθησα, κυρίες και κύριοι, να δώσω σε πολύ γενικές γραμμές την εικόνα την ψυχική του σύγχρονου κόσμου. Μα πρέπει τώρα να ξεχωρίσω μέσα σαυτόν τον κόσμο τον αγώνα της γυναίκας και ναναζητήσω προπάντων τη μορφή, που παίρνουν οι πόθοι της για μιαν ανώτερη ψυχικότητα δική της, για μιαν ολοκλήρωση της ατομικότητάς της, για μια πληρέστερη, ουσιαστικώτερη, πλουσιώτερη και ικανοποιητικώτερη του είναι της. Ο πόθος της γυναίκας γιαπολύτρωση ή χειραφέτηση και ανύψωση δε γεννήθηκε σήμερα. Έχει τις ρίζες του πολύ βαθιά. Ποτέ δεν έλειψε το αόριστο συναίσθημα  για τη μειονεκτική της θέση. Στον Ευριπίδη κι’ όλας η Μήδεια μάς ζωγραφίζει χτυπητά την άθλια ζωή της και τον ελαττωματικό χαρακτήρα, που της δημιουργεί αυτή η ζωή. Και ο ουτοπικός σοσιαλισμός από την εποχή του Πλάτωνος την τοποθετεί σε μία θέση ισοτιμίας με τον άνδρα.

Μα οι κοινωνικοί όροι για μιαν αλλαγή ζωής μόνο στους νεωτέρους χρόνους δημιουργήθηκαν.

Η κοινωνική οικονομία και η μητρότητα έταξαν τη γυναίκα βασίλισσα τ ο υ  π α τ ρ ι α ρ χ ι κ ο ύ  σ π ι τ ι ο ύ. Οικοδέσποινα, μητέρα, κόρη , θεράπαινα ή δούλη, ο ορίζοντας για τη δράση της και ο ορίζοντας για τη ψυχή της κλείνεται μέσα στους τοίχους του σπιτιού αυτού. Όλες οι ανώτερες κοινωνικές λειτουργίες δεν είναι γι’ αυτή. Της είναι κλειστή η δημιουργική διανόηση και η ελεύθερη και υπεύθυνη πάλη, που δημιουργεί τον άνθρωπο. Οικονομικά εξαρτημένη από τον άνδρα, τον πατέρα ή τον αδελφό δεν έχει ατομικότητα. Οι συναισθηματικοί μόνο κόσμοι είναι δικοί της. Ανεξάντλητη, πλούσια, ορμητική πηγή συναισθημάτων η μητρότητα, η αδελφική στοργή, η συζυγική αγάπη και πίστη. Το στένεμα της ζωής της ανοίγει το βάθος. Η σκλαβιά της γίνεται  η αρετή της. Και η αρετή έχει το θέλγητρο της αδιάκοπης θυσίας. Η Πηνελόπη και η Ναυσικά! Να οι ιδανικές γυναίκες του πατριαρχικού σπιτιού.

Το ιδανικό της Πηνελόπης και της Ναυσικάς είναι για αιώνες πολλούς το μόνο ιδανικό της γυναικείας ζωής. Η κοινωνία στηρίζεται απάνω στο σπίτι το πατριαρχικό. Και η γυναίκα μεγαλώνει και ανατρέφεται για να είναι η Εστιάδα του σπιτιού. Ανατρέφεται και μορφώνεται μ έ σ α  σ τ ο  σ π ί τ ι. Οι τέχνες οι οικιακές και η οικιακή οικονομία είναι κείνο, που προ πάντων και μόνο της χρειάζεται. Το χέρι της είναι η ευλογία του σπιτιού. Το χέρι, που ντύνει, που τρέφει, που λούει, που χαϊδεύει. Η διάνοιά της, το συναίσθημα της υπάρχουν κυρίως για να ζωντανεύουν και να οδηγούν αυτό το χέρι το ευεργετικό. Και για να μορφωθή το χέρι και όλες οι παθητικές αρετές της γυναίκας τ ο  κ α λ ύ τ ε ρ ο  σ χ ο λ ε ί ο  ε ί ν α ι  τ ο  σ π ί τ ι. Δεν υπάρχει ζήτημα γυναικείας μορφώσεως και γυναικείας παιδείας. Η Πηνελόπη είναι η παιδαγωγός της Ναυσικάς, η πνευματική και η ηθική της μητέρα. Και για αιώνες είναι υπεραρκετή.

Μα ούτε ο άνδρας με τις πατριαρχικές ακόμη ιδέες ικανοποιείται απόλυτα με τη γυναίκα Πηνελόπη, ούτε η ίδια η γυναίκα δέχεται πάντα μ’ εγκαρτέρηση τη μοίρα της Εστιάδας του σπιτιού. Υπάρχει μέσα της ένα στοιχείο εξ ίσου γυναικείο, ένα στοιχείο αναπόσπαστο από το φυσικό προορισμό της. Η ανάγκη ναρέση. Ναρέση στον άνδρα. Δεν είνε η Ήρα η μόνη εφέστια θεά της, την παραστέκει αιώνια και η Αφροδίτη και της ζητεί τη λατρεία της. Κι’ έτσι όπου η βιωτική ευμάρεια ή η κοινωνική ανταρσία απολυτρώση τη γυναίκα από τη χειρωναξία, από την αποκλειστική αφοσίωση στη μητρότητα, από την έγνοια του σπιτιού, έχουμε έναν τύπο γυναικείας ζωής που δεν είναι πια η ζωή της Πηνελόπης. Και ο τύπος αυτός βρίσκεται παντού και πάντα, μα σε ωρισμένες κοινωνικές καταστάσεις σε ωρισμένες στιγμές κορεσμού πολιτισμών γίνεται κυριαρχικός και φανερώνεται με την αχτινοβολία και την έλξη ενός γοητευτικού ιδανικού. Να η Ασπασία και να η Φρύνη! Να η dame elegante  και η courtisane των χρόνων της βασιλικής ακμής στη Γαλλία και να η γυναίκα κούκλα του σημερινού αστικού πολιτισμού, η femme chic, η παρισινή Femina. Λεπτόμισχο, μυροβόλο λουλούδι, ανάλαφρη πεταλούδα, λαμπερόχρωμη, ψυχή χαριτωμένη και ανάβαθη. Και τότε έρχεται ένας  Rousseau και βάζει τη σφραγίδα της αιωνιότητας σαυτό τον τύπο.

«La femme est faite specialement pour plaire a l’ homme».

Ιδού ο προορισμός της γυναίκας. Διακοσμητικό στοιχείο της ζωής με δευτερεύοντα ρόλο τη μητρότητα. Όπως ένας άλλος φιλόσοφος έβαλε με κάποια περιφρόνηση της σφραγίδα της αιωνιότητας στον άλλο τύπο της γυναίκας μητέρας. « Η γυναίκα είναι αίνιγμα, που η λύση του λέγεται μητρότητα» είπεν ο Νίτσε και ο ίδιος αλλού ερωτά` « Η γυναίκα; Μια γάτα, ένα πουλί, στην καλύτερη περίπτωση, μια παραμάνα».

Και είναι χαρακτηριστικό, ότι μόνο με το ιδανικό της dame elegante γεννιέται η ανάγκη για μια μόρφωση γυναικεία με κάποια έκταση, με κάποιο πρόγραμμα και έξω από το σπίτι. Τέτοια μόρφωση βλέπομε να δίνουν στα τέλη του μεσαίωνα στα κορίτσια της αριστοκρατίας τα μοναστήρια των Βενεδικτίνων, συνδυασμένη πάντα με τη θρησκευτική εκπαίδευση.

Η μητέρα δίδασκε στην κόρη τις τέχνες του σπιτιού, όσο χρειάζεται φυσικά να τις ξέρη μιαν αρχόντισσα. Το μοναστήρι καλλιεργούσε τη θρησκευτική συνείδηση και τις άλλες γυναικείες αρετές του συναισθήματος , μα και συνάμα προσπαθούσε να τους δώσει ό,τι χρειάζεται για να παρουσιαστή μια γυναίκα στον ανώτερο κόσμο, την αγάπη των γραμμάτων και των καλών τεχνών και ιδιαίτερα της μουσικής. Αργότερα στην εποχή των Λουδοβίκων η μόρφωση αυτή παίρνει ακόμη κοσμικώτερο χαραχτήρα. Εκεί λοιπόν έχει την αρχή του το ιδανικό της διακοσμητικής γυναικείας αγωγής, με την εκμάθηση των καλών εξωτερικών τρόπων, με λίγη ποίηση, λίγη μουσική, λίγη καλλιτεχνική χειροτεχνία( κέντημα, πυρογραφία, κ.τ.λ) Αυτό το ίδιο, που ενισχυμένο αργότερα και με τη σπουδή  ξένων γλωσσών και προ πάντων της αριστοκρατικής γαλλικής και με την εκμάθηση του χορού, το βλέπουμε να φτάνη ως τις μέρες μας και να κυριαρχή σένα ωρισμένο μέρος της κοινωνίας.

Ώστε μέσα στην πατριαρχική, την αριστοκρατική, τη φεουδαρχική κοινωνία μάς παρουσιάζεται κυριώτατος ιδανικός τύπος η γυναίκα Ναυσικά – Πηνελόπη με παραλλαγή προς τα κάτω τη γυναίκα σκλάβα και προς τα πάνω την dame elegante ή τη Φρύνη, που στην καλύτερη εμφάνισή της λέγεται Ασπασία. Η οικιακή χειροτεχνία και οικονομία και τα καθήκοντα της οικοδέσποινας  μαθαίνονται στο σπίτι, τα διακοσμητικά στοιχεία της ανατροφής τα παίρνουν οι γυναίκες του κ α λ ο ύ  κ ό σ μ ο υ  ή στο σπίτι με οικοδιδασκάλους ή σε σχολεία, που αλλού μεν είναι μοναστηριακά ιδρύματα, αλλού δε είναι ανώτερα αριστοκρατικά Παρθεναγωγεία και οικοτροφεία. Αυτά κληροδοτημένα στην ανώτερη αστική τάξη ακμάζουν ως σήμερα.

Ο αγώνας και το ανέβασμα της αστικής τάξεως, της bourgeoisie, που αρχίζει από το δέκατο πέμπτο αιώνα και έχει τελειωτικό σκληρόν επίλογο τη γαλλική Επανάσταση και η κυριαρχία της αστικής τάξεως που εξακολουθεί από τότε ως σήμερα, φέρνει βαθύτατες αλλαγές στην οικονομική βάση, στη σύσταση και οργάνωση, στη διανοητική επίδοση και την ηθική διαμόρφωση της κοινωνίας. Τον αγώνα βέβαια τον έκαναν οι άνδρες, την αλλαγή την πέτυχαν οι άνδρες, φορείς λοιπόν και του νέου αστικού πολιτισμού έγιναν οι άνδρες. Αυτοί πήραν πρώτοι και τα νέα δικαιώματα. Όλα τα βάρη και όλα τα αγαθά. Στη γυναίκα έμειναν τα πατροπαράδοτα  βάρη, η έγνοια του σπιτιού και η μητρότητα και τα πατροπαράδοτα αγαθά, η ζωική και ψυχική ραστώνη, η περιορισμένη ατομικότητα και άλλα χαρακτηριστικά του παρασιτισμού. Αυτή η  γυναίκα ατενίζοντας ο Νίτσε έλεγε: « Η γυναίκα κατεβάζει στη μικρότητά της,  ό,τι εγγίζει».

Το αστικό σπίτι μένει ουσιαστικά το ίδιο με το πατριαρχικό, ο ρόλος της γυναίκας δεν αλλάζει, ο τύπος της γυναίκας Ναυσικάς – Πηνελόπης παραμένει ιδανικός. Στα κατώτερα στρώματα πλησιάζει περισσότερο στη σκλάβα, στανώτερα στρώματα ανθεί το μαγικό και μυρωμένο λουλούδι, η λαμπερόχρωμη πεταλούδα, η γυναίκα του καλού κόσμου.

Στην πρώτη της ανατρεπτική ακόμη ορμή η αστική τάξη θεωρώντας την παιδεία και τη μόρφωση  γενικά σαν ένα μέσο κυριαρχίας( ein Machtmittel όπως λέν οι Γερμανοί) παραμελεί ολότελα τη μόρφωση της γυναίκας και χτυπάει μάλιστα τ’ αριστοκρατικά οικοτροφεία των κοριτσιών είτε κληρικά είτε κοσμικά. Αργότερα το αστικό κράτος φροντίζει μόνο για την απαραίτητη στοιχειώδη μόρφωση της γυναίκας και έτσι έχομε σ’ όλο σχεδόν το δέκατο  ένατο αιώνα και σ’ όλη την Ευρώπη μόνο δημοτικά σχολεία κοριτσιών δημόσια και τίποτε άλλο. Κάθε ανώτερη μόρφωση της γυναίκας πέρα από το δημοτικό σχολείο θεωρείται ιδιωτική υπόθεση.

Μα στο μεταξύ μέσα στην ίδια την αστική κοινωνία συντελείται μια μεγάλη μεταβολή.


***

Πρώτα πρώτα η ατομική ελευθερία και η καλή μόρφωση, που απλώθηκε στον ανδρικό κόσμο σε βαθμό, που ποτέ πριν δεν υπήρξε στη γη, δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη γυναίκα. Άρχισε και αυτή ολοένα περισσότερο να ζη και ναναπνέη μέσα στον ήλιο της ατομικής ελευθερίας, που ζούσαν και ταδέλφια της, οι συγγενείς της και ο άνδρας της. Ολοένα γινόταν δυσκολότερο και στους πιο συντηρητικούς και αυταρχικούς άνδρες να κρατούν τη γυναίκα κλειστή σαν τη βασιλοπούλα του παραμυθιού μέσα στον ωραίο πύργο, που έχει όλα τα καλά, μα μαραίνεται από ψυχική ερημιά. Η ψυχική μόνωση της γυναίκας άρχισε να χαλαρώνεται. Το βιβλίο μπήκε στο σπίτι, η διακοσμητική μόρφωση πού και πού πλουτίζεται με κάποια στοιχεία ουσιαστικότερα, τα δυνατώτερα γυναικεία άτομα αρχίζουν να ζητάν τα δικαιώματά τους.

Μα όλ’ αυτά θα μένανε στη χώρα των ουτοπικών προσπαθειών, αν η γυναίκα δεν κατακτούσε τον αληθινό στυλοβάτη της ηθικής ελευθερίας, αν δεν γινόταν ανεξάρτητος παράγοντας δημιουργικής εργασίας. Και εδώ έγινε η σημαντικώτατη αλλαγή.

Πολλά περιστατικά, μεγάλοι πόλεμοι, που τραβούσαν τους άνδρες σε μεγάλες μάζες έξω από τις δουλιές των και δημιουργούσαν κενά στην κοινωνική οικονομία` ο βιομηχανισμός, που ήθελε πολλά και φτηνά χέρια` το κεφαλαιοκρατικό γενικά σύστημα, που έσπασε την οικοτεχνία και τη μικρή κλειστή βιοτεχνία και ανάγκασε και τις γυναίκες που κέρδιζαν πριν κάτι στο σπίτι, να το κερδίζουν τώρα έξω και προσφέροντας έτοιμα τα περισσότερα οικιακά προϊόντα άφησεν ελεύθερο πολύν καιρό στη γυναίκα και συνάμα έκαμε πολύ ευκολότερο το κέρδος με την ανάληψη μισθωτής εργασίας` η οικονομική αδυναμία του μικροαστικού σπιτιού, που δε μπορούσε πια να διατρέφη μέξοδα του πατέρα ή του αδελφού ενήλικα γερά κορίτσια, που μαραίνονταν διανοητικά και ηθικά περιμένοντας τον ουρανόσταλτο λυτρωτή` όλοι αυτοί και άλλοι συντελεστές, που δεν είναι έργο μου να τους αναπτύξω απόψε , έφεραν μεγάλο αριθμό γυναικών έξω από το σπίτι των και δημιούργησαν τη βάση για την ηθική αυτοτέλεια και την κατάκτηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το φαινόμενο είναι γενικό σόλες τις χώρες, που ζουν λίγο ή πολύ μέσα στο αστικό καθεστώς.

Και τότε ξέσπασε σόλες τις χώρες αυτές ο αγώνας της γυναίκας για τον εξανθρωπισμό της. Από σκοτεινές διαισθήσεις και απλούς πόθους προβαίνοντας ολοένα σε πιο φωτεινή και καθαρή και πραγματικώτερη αντίληψη των σκοπών του, ο αγώνας αυτός έκαμε μεγάλες προόδους σόλο τον δέκατο ένατο και εικοστόν αιώνα.

Δεν πρόκειται για ε ξ α ν δ ρ ι σ μ ό  της γυναίκας, όπως τόσο συχνά παρεξηγήθηκε και παραστάθηκε το κίνημα. Αυτό θα ήταν η πιο αφύσικη παραπλάνηση. Δεν πρόκειται μόνο για την απόκτηση μερικών δικαιωμάτων, για τα οποία γίνεται μεγάλος θόρυβος, έτσι που πολλοί να νομίζουν, ότι αυτό είναι όλο το ζήτημα, εν ω μόνα τους αυτά καθ’ εαυτά δεν έχουν τη σημασία, που τους αποδίδεται. Δεν πρόκειται μόνο για το περίφημο ζήτημα της ψήφου, που έφτασε σχεδόν μόνο αυτό και στον τόπο μας. Όλα αυτά είναι εξωτερικά. Μόνα τους δεν έχουν παρά λίγη σημασία. Ούτε η Ελληνίδα ούτε η Ελληνική κοινωνία θα κέρδιζε τίποτε, αν δινόταν ψήφος στις γυναίκες και οι γυναίκες έμεναν στη διανοητική και ψυχική κατάσταση, που βρίσκονται σήμερα.

Ο Γ υ ν α ι κ ε ί ο ς  Α ν θ ρ ω π ι σ μ ό ς  είναι ένα ιδανικό ζωής πολύ βαθύτερο και περιεκτικώτερο απ’ όλ’ αυτά. Δεν πρόκειται ναλλάξη τη φύση της η γυναίκα ή να καταργήση τον προορισμό της, δεν πρόκειται ναντικαταστήση την ψυχή της με την ανδρική ψυχή ούτε νασχοληθή σε ό,τι ακριβώς  ασχολείται ο άνδρας στην ίδια έκταση και με τον ίδιο τρόπο, πολύ δε λιγώτερο να μιμηθή και την εξωτερική του εμφάνιση, τα φερσίματά του, τους τρόπους του και τις καλές ή κακές συνήθειες. Πρόκειται να μείνη γυναίκα, ιδιότυπο πλάσμα, διαφορετικό από τον άνδρα και εξωτερικά και εσωτερικά, μα συνάμα να γίνη ά ν θ ρ ω π ο ς  τ έ λ ε ι ο ς. Όχι ε ξ α ν δ ρ ι σ μ ό ς  μα ε ξ α ν θ ρ ω π ι σ μ ό ς της γυναίκας είνε το ιδανικό τέρμα του αγώνα της, όπως παραμένει και το ιδανικό τέρμα για τον άνδρα.

Το ανθρώπινο είναι της, τη θεία μοίρα της την έχει μέσα της, είναι δικαίωμά της. « Ουκ ένι άρρεν, ουκ ένι θήλυ».

Με βάση την π α ρ α γ ω γ ι κ ή  ε ρ γ α σ ί α, που της εξασφαλίζει την οικονομική αυτοτέλεια και την τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο δυνατότητας για τη ζωή με τον άνδρα, της ανοίγεται ο δρόμος για κάθε τελειοποίηση. Η ανεξάρτητη και υπεύθυνη δράση στην κοινωνία της δίνει το σπουδαιότερο στοιχείο για ναναπτυχθή σε ηθική προσωπικότητα. Η καλλιέργεια του πνεύματος και όλων των ικανοτήτων της την προετοιμάζει για τη δημιουργική εργασία – ανάλογη πάντα με την ψυχική ιδιοσυστασία της – σε όλους τους κύκλους της ζωής  από τον κατώτατο ως τον ανώτατο. Χειροτεχνία κάθε μορφής, βιομηχανία, εμπόριο, υπαλληλία, καλές τέχνες, επιστήμεες, κοινωνική πρόνοια, κοινοτικές και δημόσιες λειτουργίες και η ρύθμιση της πολιτειακής λειτουργίας, όλοι οι κύκλοι, αρκεί νάχη τη θέληση, την ικανότητα και την ιδιοφυΐα, της ανοίγονται μπροστά της. Έχει την ελευθερία και το δικαίωμα να εργασθή δημιουργικά η γυναίκα. Και τη στιγμή που θαποκτήση την ηθική της αυτοτέλεια και την επίγνωση του εγώ της, των δικαιωμάτων της μα και των υποχρεώσεων της απέναντι στο σύνολο σαν τέλειος άνθρωπος, τότε και αυτή της ζωής η υπέρτατη λειτουργία, που η γυναίκα είναι ιέρειά της, η μητρότητα, θα της δίνει την αληθινή χαρά της δημιουργίας. Το σπίτι θα υψωθή γιατί θα λείψη από μέσα κει η σκλαβιά, η ψυχική αναπηρία, ο παρασιτισμός. Και η εργασία της γυναίκας μέσα στο σπίτι, που και τώρα έχει τόση δημιουργικότητα και τόσες ευθύνες, μα είναι τόσο παραγνωρισμένη από τις οικονομικές και ηθικές συνθήκες, θα πάρη την αξία της γιατί θα έχη συγκριτικό μέτρο την άλλη της εργασία.

Η γυναίκα απολυτρωμένη, εξανθρωπισμένη και σαν μητέρα και σαν πολίτης και σαν κοινωνικός παράγοντας θα είναι πολύ πιο καλύτερη από σήμερα. Θα τινάξη από πάνω της την ψυχική «ραστώνη», θα νοιώση τη σοβαρότητα της ζωής. Και τότε μόνο θα αισθανθή και μέσα στο σπίτι την αληθινή ευδαιμονία, την υπέρτατη χαρά της ενέργειας.

Κοιτάξετε πόσο αυτόματα ωχριά δίπλα σ’ αυτό το ιδανικό, το όραμα της γυναίκας, που ζη με αποκλειστικό της ζωής της σκοπό να περιφέρη  την ανία της, την ελαφρότητά της, τον παπαγαλισμό της, την ψυχική της κενότητα ψιμμυθιωμένη, διακοσμημένη από πολύχρωμα υφάσματα και αρωματισμένη από πολύωνυμες μυρωδιές. Δεν πρόκειται και δεν πρέπει να λείψη η ομορφιά από τον κόσμο, μα να μπη στη θέση της ψεύτικης ομορφιάς η αληθινή, η μόνη άξια να μαγεύη τις ψυχές.

Και τότε η κοινωνία θα αισθανθή διπλασιασμένες τις δημιουργικές της δυνάμεις. Ένα κύμα υγείας και ισορροπίας ζωϊκής και ψυχικής θα χυθή ορμητικά μέσα στην ανθρώπινη ζωή. Πόσες γάγγραινες αληθινές της σημερινής ζωής μας, πόσες κακομοιριές, που δε θέλω να εξετάσω απόψε δε θα βρουν ίσως τη ριζική τους θεραπεία με τη νέα κοινωνική μορφή!

Και το ιδανικό αυτό, που μας παρουσιάζεται δημιουργημένο από την κοινωνική κίνηση και που φυσικά δεν περιμένουμε  να το ιδούμε τέλεια ενσαρκωμένο από τη μια στιγμή στην άλλη, γιατί ούτε θαύματα ούτε άλματα γίνονται στην κοινωνική ζωή, ολοένα γίνεται εντονώτερο και προβαίνει σιγά σιγά θετικώτερα πραγματοποιημένο στις χώρες που βαδίζουν επί κεφαλής του σύγχρονου πολιτισμού. Πολυποίκιλα είναι τα φανερώματα του. Μια για να ιδούμε εκείνο, που ιδιαίτερα μας ενδιαφέρει απόψε, δεν έχουμε παρά να προσέξουμε στις μεγάλες αλλαγές, που έγιναν στ ε κ π α ι δ ε υ τ ι κ ά  ι δ ε ώ δ η  κ α ι  τ α  μ ο ρ φ ω τ ι κ ά  σ υ σ τ ή μ α τ α  τ η ς  γ υ ν α ί κ α ς  τα τελευταία χρόνια και που είναι αποτέλεσμα του νέου ιδανικού της ζωής της.


***

Η γυναικεία εκπαίδευση είχε διαμορφωθή προ πάντων με την επίδραση του διακοσμητικού ιδανικού της ζωής της. Τα νεώτερα κράτη, τα αστικά, είχαν θεωρήσει τη μόρφωση της γυναίκας πέραν από το δημοτικό σχολείο για υπόθεση ιδιωτική. Η κατάσταση αυτή αρχίζει ν’ αλλάζη απότομα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνος. Στην Αμερική, στη Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία διατυπώνονται με μιας και σε διάφορες παραλλαγές και διαβαθμίσεις αρχίζουν να εφαρμόζονται τα νέα αιτήματα της γυναικείας παιδείας. Όχι πια εκπαίδευση χωρίς σοβαρό σκοπό, μ’ ένα μωσαϊκό από γνώσεις, ένα λίγο απ’ όλα για επίδειξη, μια προσποίηση  καλλιτεχνικών διαθέσεων και φιλολογικών κλίσεων, μ’ έναν παπαγαλισμό ξένων γλωσσών και το πολύ πολύ και λίγα εργόχειρα και οικιακή οικονομία για δόση τάχα πραχτικότητας, σαν προετοιμασία τάχα για τα έργα της οικοδέσποινας και μητέρας. Τώρα χρειάζεται εκπαίδευση με σοβαρό τέρμα, ανάλογη ή όμοια ή και απαράλλαχτη όπως η ανδρική, με σχολεία μέσης εκπαιδεύσεως  ισοδύναμα, με δικαιώματα στο τέλος των σπουδών τα ίδια με των ανδρών, με επαγγελματικά σχολεία σοβαρά παρόμοια με τα ανδρικά ή και με τη ριζικώτερη ακόμη λύση της συνεκπαιδεύσεως ( coeducation) σ΄ όλους  τους βαθμούς των σχολείων. Κι ΄αυτά τα οικιακά έργα, η επιστήμη του σπιτιού, παίρνουν ξεχωριστή σοβαρώτατη θέση στο συνολικό σύστημα της γυναικείας ανατροφής. Ειδικά σχολεία προετοιμάζουν το κατάλληλο προσωπικό, ειδικά σχολεία μορφώνουν κορίτσια όλων των κοινωνικών τάξεων και σ΄όλα τάλλα σχολεία τα μαθήματα αυτά γίνονται ουσιαστικώτερα και πλουτίζονται και με άλλα σχετικά με τα καθήκοντα της μητρότητας (παιδοκομία, υγιεινή κτλ.). Κι΄έτσι δείχνεται ολοφάνερα , ότι η νέα κίνηση αυτή να είναι εχθρική προς την οικογένεια όπως κατηγορείται, τουναντίον προσπαθεί να προετοιμα΄ση τη γυναίκα πολύ αληθινώτερα και σοβαρώτερα από πριν για τα καθήκοντά της ως μητέρας και οικοδέσποινας.

Και τέλος μπαίνει η γυναίκα ορμητικά στανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα Πανεπιστήμια και οι Σχολές των Καλών Τεχνών γεμίζουν από γυναίκες, αρχίζουν και τα Πολυτεχνεία να έχουν πολλές φοιτήτριες, καθώς και τάλλα τανώτερα επαγγελματικά σχολεία, ακόμη και οι γεωργικές σχολές,

Η γυναίκα ζητάει την ανώτατη παιδεία, που θα την εισαγάγη στον κύκλο της ανώτατης διανοητικής και κοινωνικής ενέργειας, στην καλλιέργεια των επιστημών και των τεχνών, τη δημιουργική έρευνα, την ελεύθερη και υπεύθυνη δράση μέσα στις πειο σημαντικές κοινωνικές και πολιτειακές λειτουργίες. Κι΄έτσι βλέπουμε τη γυναίκα να συναισθάνεται βαθιά, πως η ελευθερία με όλα τα παρεπόμενά της, η ανύψωση και η απολύτρωση δεν είναι τόσο δικαίωμα , όσο καθήκον. Βαρειά χρέη ηθικά παίρνει επάνω της η γυναίκα. Η ψυχή της πρέπει να καλλιεργηθή και προς το διανοητικό και προς το συναισθηματικό και προς το ηθικό της  μέρος για να μπορέση να σταθή άξια δίπλα στον άνδρα, να γίνη και αυτή ενεργητικός συντελεστής του πολιτισμού και να κάμη την κοινωνία υγιέστερη, δημιουργικώτερη, ευτυχέστερη. Και για την κοινωνία πάλι η μόνη εγγύηση πως η μοιραία και αναγκαστική απολύτρωση της γυναίκας δεν θα της είναι πηγή αδυναμίας και αναρχίας, χαλάρωση της συνοχής της και κλονισμός, παρέχεται από ττη σοβαρή και ουσιαστική εκπαίδευση της γυναίκας. Το ξαναλέω αυτό. Η σ ο β α ρ ή  κ α ι  β α θ ι ά  μ ό ρ φ ω σ η  τ η ς  γ υ ν α ί κ α ς α π ο τ ε λε ί  τ η ν  α σ φ α λ έ σ τ ε ρ η  ε γ γ ύ η σ η  γ ι α  τ ο  μ έ λ λ ο ν  τ η ς  κ ο ι ν ω ν ί α ς  σ χ ε τ ι κ ά  μ ε τ ο
 γ υ ν α ι κ ε ί ο  ζ ή τ η μ α.


***

Και τώρα ας έλθωμε στην Ελλάδα. Θυμηθήτε το αρχικό μας ερώτημα. Και αν ακόμη η ανάγκη να πάρη ανώτερη μόρφωση η γυναίκα είναι αληθινή στις πολιτισμένες κοινωνίες του Δυτικού Κόσμου, ισχύει το ίδιο και για την Ελλάδα;

Το ερώτημα θα ήταν όλως διόλου περιττό, αν δεν είχεν ακόμη για πολλούς έλληνες τόσο αυτονόητο κύρος η θεωρία, που πότε με τη μορφή του Ανατολισμού, πότε με τη μορφή του ελληνοκεντρισμού, πότε σαν αόριστη πίστη σε μιαν ιδιαίτερη αποστολή του « περιούσιου λαού», πότε σαν δόγμα με κάποια επιστημοφάνεια , διατυπώνεται σε κάθε περίσταση είτε για κοινωνικά, είτε για πνευματικά, είτε για καλλιτεχνικά, είτε και για οικονομικά ζητήματα πρόκειται. Η Ελλάδα κυμαίνεται και κλονίζεται δυστυχώς μέσα σε δύο ακρότητες , την τυφλή ξενομανία από τη μια και τον απόλυτο αυτοχθονισμό από την άλλη. Ή αντιγράφουμε στα τυφλά τους ξένους ή προσκολλιόμαστε σαν όστρακα στα πάτρια ή τα δήθεν πάτρια.

Δε δημιουργούμε από εσωτερική αναγκαιότητα και με αυθόρμητη πρωτοτυπία σύμφωνα με το αληθινό μας εγώ και με τους αντικειμενικούς όρους της ζωής μας.

Κατά τη θεωρία εκείνη του αυτοχθονισμού η Ελλάδα αποτελεί κάτι ξεχωριστό, έξω από τους νόμους, που διέπουν τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, είναι ένας οργανισμός, που μπορεί να βαδίζη δικό του δρόμο, να στέκεται εκεί που οι άλλοι προχωρούν, να διατηρή μορφές, που στις άλλες κοινωνίες γέρασαν, ξεφυλίστηκαν και χάθηκαν ή και ν’ ανασταίνη ακόμη κόσμους πεθαμένους. Δεν είναι τόσο θεωρία θετική όσο αρνητική. Είναι άρνηση του ευρωπαϊσμού, άρνηση του σύγχρονου πνεύματος. Είναι μια συντηρητικότητα, που προκαλύπτεται με τον ελληνοκεντρισμό, όπως η χελώνα με το καβούκι της. Είναι μια ψυχική νάρκη και μια μοιρολατρία υψωμένη σε θεωρία. Είναι ακριβώς ένας ανατολισμός με την κακή σημασία, φανέρωμα δηλαδή ναρκωμένων μοιρολατρικών ψυχικών καταστάσεων, αόριστη νοσταλγία χαμένων αγαθών. Η αρρώστεια ακριβώς, που κατέβασε όλο τον ανατολικό κόσμο στα χαμηλότερα σκαλοπάτια του πολιτισμού και τον έκανε είλωτα των Δυτικών λαών. Γιατί απλούστατα και φυσικώτατα η σκλαβιά είναι η μοίρα των ναρκωμένων ψυχών.

Στο θετικό της μέρος η θεωρία αυτή είναι δικαιολογημένη ως ένα βαθμό, όσο υποστηρίζει πως πρέπει να διατηρηθή η ιδιοτυπία η ελληνική στα δημιουργήματα του νεώτερου μας πολιτισμού. Και χωρίς τη θεωρία η ιδιοτυπία η Ελληνική θα υπάρχη αν πρόκειται για αληθινά δημιουργήματα. Μα ίσα ίσα το χαρακτηριστικό της άρνησης και της στειρότητας, είναι πως η θεωρία αυτή δε μας έδωκεν ως τώρα ούτε ένα πραγματικό δημιούργηαμ.

Και τι έγινε και τι γίνεται στην πραγματικότητα;

Η Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικά κανενός είδους εξαίρεση στους οικονομικούς ή τους κοινωνικούς νόμους, που κυριαρχούν σ΄όλες τις σύγχρονες κοινωνίες. Η κ α θ υ σ τ έ ρ η σ η  δεν είναι ε ξ α ί ρ ε σ η. Είναι απλούστατα κατώτερος βαθμός ζωτικότητας. Ζούμε μέσα στο αστικό, στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς και παρουσιάζουμε όλα τα γνωρίσματα και τα συμπτώματα του και τα καλά και τα κακά. Ίσως με κάποια διαφορά βαθμού στην ένταση ωρισμένων εκδηλώσεων , ίσως με κάποια διαφορά στη σχέση διαφόρων συντελεστών του, μα πάντα μέσα στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής μορφής, που έχουν οι δυτικές κοινωνίες. και σένα μόνο σημείο παρουσιάζομε φανερώτατη, εξαιρετική καθυστέρηση. Στην πνευματική σύλληψη, στη διανοητική επεξεργασία των δεδομένων της ζωής μας και στην καθοδήγηση της κοινωνίας από τους διανοούμενους της. Πραγματική στέρηση και στείρωση και φτώχεια από επιστημονική και φιλοσοφική ενατένιση και ρύθμιση της ζωής μας. Εδώ υπάρχει το μεγαλύτερο χάσμα. Μεταφέρομε, όπου το μεταφέρομε, απλώς το γράμμα της ευρωπαϊκής επιστήμης, το σκελετώδικο περιεχόμενο, μάς  ξεφεύγει η σκέψη, ο ζωτικός χυμός. και ή περιοριζόμαστε σαυτό το γράμμα και, ως προς την ανώτερη σκέψη, τη θεωρητική πρωτότυπη επεξεργασία, που μόνη δίνει σάρκα και ζωή στο σκελετό, μεταβάλλομε τον εγκέφαλό μας σε παγωμένο βάτραχο, ή καλοκαθισμένοι άνετα μέσα στα πάτρια παίρνομε εχθρική αρνητική στάση σε κάθε τι, που έρχεται να μας υπενθυμίσει τα δικαιώματα της ζωής και να λειώση τους διανοητικούς μας πάγους.

Και τι συμβαίνει στην πραγματικότητα;

Το ρεύμα της ξένης ζωής εισβάλλει ορμητικό, ασυγκράτητο, ανεξέλεγκτο και αρρύθμιστο και η Ελληνική κοινωνία παρουσιάζει πραγματικά το φαινόμενο τυφλής και αλόγιστης ξενομανίας, τα οικτρά συμπτώματα καθαρώτατου πιθηκισμού πέρα για πέρα ( ακόμη και ο αρχαϊσμός, η προγονοπληξία, ο ψευτοκλασικισμός είναι μια μορφή αυτού του πιθηκισμού).

Αυτό είναι το θεμελιώδες έγκλημα των διανοητικών αρχηγών απέναντι του λαού αυτού, προικισμένου μόλα ταύτα από τη φύση με κάποια εξαιρετικά χαρίσματα. Και η κατάσταση μάς παρουσιάζεται φυσικά η ίδια και ως προς τη γυναίκα και τα ζητήματά της. Ως χτες, ως σήμερα ακόμη εξοφλούμε στην Ελλάδα το ζωτικότατο πρόβλημα με αστειολογίες. Έχομε αυτό το εξαιρετικό χάρισμα. Αντικαθιστούμε τα πάντα μένα αστείο, ένα καλαμπούρι αξίζει μια φιλοσοφία ολόκληρη.

Και τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Γυρίστε γύρω σας να εξετάσετε και να ιδήτε, τι γίνεται το πατριαρχικό σπίτι και οι περίφημες «πατριαρχικές παραδόσεις της ελληνικής οικογενείας» που έτσι σαν μια ξερή και απολιθωμένη φράση αποτελούν το άπαντο των κοινωνιολογικών μας στοχασμών απάνω στο γυναικείο ζήτημα;

Νομίζω, ότι « κ ο ι μ ω μ έ ν ω ν  τ ω ν  δ ι α ν ο ο υ μ έ ν ω ν  κ α ι  τ ω ν  η θ ι κ ο λ ό  γ ω ν  μ α ς» οι παραδόσεις και τα ήθη αυτά άρχισαν να εξατμίζωνται στους τέσσερις ανέμους χωρίς να μπαίνη στη θέση τους τίποτε καλύτερο.


***

Ο ελληνικός μεσαίωνας μάς κληροδότησε πραγματικά το πατριαρχικό σπίτι. Η σκλαβιά στον ξένο δεσπότη, η φτώχεια, η στέρηση πολυκίνητης ατομικής ζωής είχαν σφυρηλατήσει σφιχτότερους τους δεσμούς των μελών του. Η Ναυσικά – Πηνελόπη ιδανικό της νέας ελληνίδας γυναίκας. Μα η ελληνική κοινωνία εξελίχτηκε προς τον αστικό πολιτισμό εκατό χρόνια τώρα. Στην Αθήνα και τις μεγαλύτερες πόλεις, κέντρα του αστικού πολιτισμού μας, τι εικόνα έχουμε σήμερα; Μια μικρή κοινωνική ομάδα στην αρχή, που έφτασε σε υλική ευμάρεια και σ’ ελευθερία κινήσεων υποδουλώθηκε ολότελα στη μίμηση του « υψηλού κόσμου» των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Το ιδανικό της γυναίκας κούκλας, αφ’ ου κατάχτησε την ανώτερη αστική  μας τάξη έσπασε και τα κάστρα του μεσοαστικού σπιτιού. Η Πηνελόπη άρχισε να ωχριά μπροστά στο μοσχοβολημένο επιπόλαιο και πολύχρωμο φιγουρίνι. Η γυναίκα Πηνελόπη;! Θρύλος των καθυστερημένων γιαγιάδων! ω! η Femina η Παρισινή, η femme chic, η dame elegante, να το θελκτικό χρυσόνειρο, που μέρα νύχτα γοητευτικά σαγηνεύει και πλανάει την ελληνίδα κόρη και γυναίκα και του καλού και του κακού κόσμου. Κι’ όλα τα ρέματα στο ίδιο τρέχουνε θολό ποτάμι. Η παραπλανεμένη κόρη του προλεταριάτου, η παραπλανεμένη κόρη του μικροαστικού σπιτιού, η γυναίκα του «καλού κόσμου» όλες θυσιάζουν το είναι τους, το πολυτιμότερό τους, την ψυχή τους στο ίδιο είδωλο, στον « Χρυσούν μόσχον». Και η πολυθρύλητος Πηνελόπη – όλως διόλου demodee – ντρέπεται σχεδόν να παρουσιαστή στην ελληνική κοινωνία. Να η πραγματικότητα.

Μα δίπλα σαυτό το θολό ποτάμι υπάρχει και το σιγανό ρεματάκι του διάφανου νερού, το στοιχείο της ψυχικής και κοινωνικής υγείας, η ε ρ γ α ζ ό μ ε ν η  γ υ ν α ί κ α.

Σιγά και δειλά ξεβγήκεν από το σπίτι το φτωχό κορίτσι, που δε μπορούσε πια να περιμένη τα πάντα από το βιοπαλαιστή πατέρα ή αδελφό και  η φτωχή γυναικούλα, που δεν την  έσωνε το μεροκάματο του ανδρός για να ζήση τη φαμίλια και που η σπιτική ξενοδουλιά όσο κι αν έχυνε τα μάτια της για να την πολύνη, δεν τις ικανοποιούσε ούτε τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες. Έτσι μπήκε η γυναίκα στο εργοστάσιο και στο μοδιστράδικο και στο κατάστημα. Το μικροαστικό κορίτσι ξεβγήκε  στην αρχή προς μια κατεύθυνση, τη δασκαλωσύνη. Έπειτα όμως μπήκε με θάρρος και στο Υπουργείο και στο γραφείο και στην Τράπεζα και παντού όπου της ανοίγεται η πόρτα της τίμιας δουλειάς. Και σήμερα υπάρχει στην Ελλάδα εργαζόμενη γυναίκα. Κάθε μέρα πληθαίνει γοργά ο αριθμός των και μαζί τους η ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος και για την κοινωνία και για την οικογένεια. Γιατί βέβαια δε θα υποστηρίξει κανείς, πως υπάρχει οικτρότερο πράμα από το σπίτι το γεμάτο ψυχές αποτελματωμένες, που προσδοκούν μέρα νύχτα μένα αρρωστιάρικο ποθοπλάνταγμα το λυτρωτή, ως γαμπρό ή και στην έσχατη ανάγκη σαν απλό χορηγό του πολύχρωμου κουρελιού και της αρωματισμένης διαφθοράς. Η εργαζόμενη γυναίκα είναι ευλογία κοινωνική. Η δουλειά η απολυτρωτική, η δουλειά η ηθοπλαστική, η δουλειά, που δημιουργεί τον άνθρωπο, που διαπλάττει την προσωπικότητα, η δουλειά, που χαλυβδώνει τη θέληση, α αγώνας, η πάλη, να η απαραίτητη προϋπόθεση για τον εξανθρωπισμό και της Ελληνίδας.

Αν έλειπε και όσο έλειπεν η εργαζόμενη γυναίκα, το ζήτημα του γυναικείου ανθρωπισμού θα ήταν στην Ελλάδα φλυαρία μόνο αργόσχολων και κενόδοξων κυριών, που θα ήθελαν ένα μέσο για να διασκεδάσουν την ανία των και να επιδείξουν το πνεύμα των μαζί με τις νέες τουαλέττες των. Η εργαζόμενη γυναίκα δημιουργώντας την απαραίτητη στερεή βάση για να υψωθή το ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού, επιδρά εξυγιαντικά σόλο τον κοινωνικόν οργανισμό αναβαπτίζοντας και ξαναστήνοντας στο θρόνο της και την άξια Πηνελόπη με μια βαθύτερη συνείδηση του προορισμού της και παρεμερίζοντας τη γυναίκα – κούκλα, που μόνο τις πολύ επιπόλαιες και αδύνατες ψυχές μπορεί πια να ικανοποιή.

Ώστε το ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού είναι και για την ελληνική κοινωνία στοιχείο αναγεννητικό και αναπλαστικό, κύμα υγείας και ζωτικότητας, πέρασμα δημιουργικής πνοής στη ζωή μας, με μια όμως προϋπόθεση. Πως αληθινά θα βρη την εκπροσώπησή του, πως θα γίνη η ελληνίδα γυναίκα ιεροφάντης του, πως θα γίνη άξια να υψωθή προς αυτό. Κι΄εδώ ξαναφανερώνεται μπροστά μας ο μεγάλος κίνδυνος, που είδαμε παραπάνω. Η αδυναμία να ταγκαλιάση το ιδανικό αυτό η διανοούμενη τάξη, να το αφομοιώση, να το εναρμονίση με την ψυχικότητά μας και με τα πνευματικά και ηθικά δεδομένα της ζωής μας, να το επεξεργαστή και να το σκορπίση σα χυμό ζωτικό μέσα στην ελληνική ζωή.

Αν η Ελληνίδα μπη στη νέα κοινωνική μορφή συρμένη παθητικά από τις σκοτεινές οικονομικές ανάγκες, που την έσυραν έξω από το σπίτι και μείνη ψυχικά προσκολλημένη  και στον πιθηκισμό, αν δεν υπερνικήση τα πλανερά μάγια, που τη σαγηνεύουν προς την ηθική αναρχία αντί για την αληθινή ηθική ελευθερία, που πρέπει να καταχτήση, αν δε καλλιεργήση το νου της για να γίνη άξια εργάτρια δημιουργικής δουλειάς μέσα στην κοινωνία, αν νομίση ότι ελευθερία σημαίνει χαλάρωση ηθική και όχι ένταση, απαλλαγή από υποχρεώσεις και όχι ανέβασμα σε υψηλότερα καθήκοντα, αν τα δικαιώματα που ζητεί τα θεωρήση σαν ένα ακόμη παιχνιδιάρικο στόλισμα στη φιλαρέσκειά της, τότε βέβαια θάχωμε και στο μεγάλο αυτό ζήτηαμ μία λύση εκτρωματική στην Ελλάδα, μια παρωδία κοινωνικής αναπλάσεως κοντά σε τόσες άλλες. Και για ναντικρουστή αυτός ο κίνδυνος ένα και μόνο υπάρχει μέσο, η μόρφωση, το φως.


***

Και ιδού, κυρίες και κύριοι, φτάσαμε σένα σημείο, όπου και η πιο επίμονη και ακούραστη αισιοδοξία θάπρεπε να μας εγκαταλείψη.

Γιατί μόρφωση και φως σε μια κοινωνία σημαίνει φιλοσοφική διανόηση και επιστημονικό διαφωτισμό, οργάνωση παιδείας και ηθοπλαστική ενέργεια από πολλούς παράγοντες. Κι’ αν απ’ όλα αυτά προσέξωμε στο πιο χειροπιαστό, την οργάνωση της παιδείας και ιδιαίτερα της γυναικείας, η αισιοδοξία μας δε θάβρισκε πού να στηριχτή.

Οι Έλληνες που ως γνωστόν διαφωνούν σόλα τα ζητήματα, σένα συμφωνούν γενικά, στην αθλιότητα της ελληνικής παιδείας. Μα συνάμα στο ίδιο ζήτημα δείχνουν όλη τους την οργανωτική αδυναμία. Δε μπορούν να διορθώσουν την παιδεία, που όλοι τη βρίσκουν ελεεινή.

Δεν θα εξετάσω βέβαια απόψε την ελληνική εκπαιδευτική γάγγραινα.

Αν άλλοι λαοί στην παιδεία τους είδαν τον κυριώτερο μοχλό της προκοπής των, για τον ελληνικό λαό και προς έπαινο της φυσικής του ιδιοσυστασίας θα μπορούσε  να ειπωθή πως σε πολλά προώδευσε στο πείσμα της παιδείας, που του έδιναν. Για τη γυναίκα η γενική εικόνα παρουσιάζεται ακόμη σκοτεινότερη.

Η ελληνική κοινωνία όπως βγήκε από την επανάσταση του 21 ήταν δύσκολο να εννοήση πώς είναι ανάγκη να μορφωθή η γυναίκα. Τι θα κάμη το κορίτσι τα γράμματα εφεύρεση του διαβόλου;

Γι’ αυτό στη στατιστική του 1907 σε ωρισμένες περιφέρειες της τότε Ελλάδας βρέθηκαν ως 82% αναλφάβητες γυναίκες` και γι’ αυτό ο μέσος όρος του αναλφαβητισμού της γυναίκας στην Ελλάδα ως σήμερα φτάνει στα 60% περίπου. Γι’ αυτό ακόμη το ελληνικό κράτος πέραν από το άθλιο αυτό δημοτικό σχολείο, όπου « οι χοίροι υΐζουσι και τα χοιρίδια κοΐζουσιν», δε σκέφτηκε ποτέ, πως άξιζε τον κόπο να δώση στη γυναίκα κάποια μόρφωση. Ογδόντα τόσα χρόνια η ανώτερη εκπαίδευση των κοριτσιών ήταν έργο ιδιωτικής φροντίδας. Και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρία με τα τέσσερα ανώτερα Παρθεναγωγεία και τα Διδασκαλεία της, αν και κλεισμένη κι’ αυτή γενικώτερα μέσα στον κύκλο των άλλων ελαττωμάτων της ελληνικής παιδείας, ευεργέτησε πραγματικά με τη δράση της το ελληνικό έθνος και η ιστορία της ελληνικής παιδείας θα της το αναγνωρίση αυτό.

Η ελληνίδα λοιπόν του αστικού σπιτιού δεν είχε πού να μορφωθή. Η ελληνίδα του αριστοκρατικού σπιτιού για να στολιστή με τα ψεύτικα φτερά της  mondainite, είχε τις ξένες δασκάλες, πολλές φορές από άγνωστη πνευματική και ηθική προέλευση πλάσματα ή το ξένο παρθεναγωγείο των καλογραιών, όπου θ’ αποχτούσε την περιπόθητη ικανότητα να ψελλίζη τη γαλλική γλώσσα και να διαβάζη τα γαλλικά μυθιστορήματα στο πρωτότυπο.

Κι΄όλα τα χρόνια αυτά μόνη μορφωμένη γυναίκα στην Ελλάδα, μορφωμένη με κάποιο σοβαρό σκοπό, εννοώ, αδιάφορο αν καλά ή κακά, και με κάποιο ιερό προορισμό ήταν η φτωχούλα η δασκάλα, που είχε την ηθική δύναμη ναντικρύζη το σκληρόν αγώνα της ζωής και να σέρνη τη μαρτυρική πολλές φορές ύπαρξή της μέσα στον άξενο αν όχι εχθρικό κόσμο της αμάθειας και της πρόληψης. Κι’ όταν η κοινωνική εξέλιξη με την ακατανίκητη επιβολή της ξύπνησε μέσα στις ψυχές των γυναικών την ανάγκη της παιδείας, εν ω το επίσημο κράτος δεν έπαιρνε είδηση και δεν αντίκρυζε ούτε  σοβαρά ούτε μη σοβαρά το πρόβλημα της γυναικείας παιδείας, τα κορίτσια έσπασαν τις πόρτες των αγορίστικων σχολείων και μπήκαν μέσα. Και βρέθηκαν ξαφνικά χιλιάδες κορίτσια μέσα στα ελληνικά σχολεία και τα Γυμνάσια του κράτους μαζί με ταγόρια και δόθηκε η πιο ριζοσπαστική, να πούμε, λύση στο πρόβλημα της αγωγής των κοριτσιών χωρίς να μελετηθή πριν κανένα σχετικό ζήτημα, χωρίς να έχη γίνει καμμιά εργασία για το πρόγραμμα, ούτε να κανονιστή η συμβίωση τέλος πάντων αγοριών και κοριτσιών μέσα σταθλιώτατα σταυλομάγαζα, που λέγονται ελληνικά διδακτήρια, χωρίς να δοθή ούτε μια οδηγία στο προσωπικό, εντελώς φυσικά ανίδεο από τα πολυποίκιλα προβλήματα της  coeducation. Και μόνο στα 1917 το κράτος ίδρυσε στις μεγαλύτερες πόλεις ιδιαίτερα ελληνικά σχολεία και Γυμνάσια κοριτσιών, αναβάλλοντας και πάλι να λύση ριζικά το ζήτημα μαζί με την άλλη αναδιοργάνωση της παιδείας.

Και η Ελληνίδα πλημμύρισε τη μέση εκπαίδευση, πλημμύρισε ακόμη τις εμπορικές σχολές και από χρόνια βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο σε όλες τις σχολές. Μέσα στην αδιαφορία και την ανικανότητα του Κράτους για να ρυθμίση τα ζητήματα , ανοίγει μόνη το δρόμο της, ακολουθώντας φυσικά τη ρουτίνα της αντρικής παιδείας. Τι άλλο μπορούσε να κάμη;

Μα τώρα είναι ακριβώς η κρίσιμη στιγμή.

Τώρα που ο μεταπολεμικός αναβρασμός της ανθρωπότητας δημιουργεί τον πόθο για ένα καλύτερο μέλλον και κρατάει ζωντανεμένα  στις φωτεινότερες συνειδήσεις τανθρωπιστικά ιδανικά, τώρα που η γυναίκα στον πολιτισμένο κόσμο βαδίζει οριστικώτερα και ασφαλέστερα στην κατάκτηση του ανθρωπισμού της, τώρα που και στην Ελλάδα υπάρχουνοι μικρές μα γόνιμες αρχές για μια νεά ζωή της γυναίκας, τώρα που κάποια ανησυχία εσωτερική αρχίζει να ξυπνά ζωηρά σέναν κύκλο γυναικών έτσω και μικρό τη λαχτάρα ενός αναβαπτισμού πνευματικού και ηθικού, τώρα που η βαθμιαία μα σταθερά προοδευτική απολύτρωση της Ελληνίδας από το στείρο παρασιτισμό και την ψυχική αναπηρία δημιουργεί τους όρους για να μορφωθούν γυναικείες προσωπικότητες και ναναπλασθούν με τη δημιουργική δουλειά μυριάδες άγονες και σκλαβωμένες ψυχές, τώρα που μετεωρισμένες τόσες ακαθόριστες διαθέσεις αναζητούν μαγωνία το σωστό δρόμο ανάμεσα στα πολυποίκιλα πλανερά μονοπάτια, τώρα είναι η στιγμή για να κρατηθή ψηλά από άξια χέρια ένα φως.

Τώρα είανι η στιγμή να δημιουργηθή μιαν αληθινή αριστοκρατία γυναικών, μια elite, εμψυχωμένη από το υψηλό ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού. Τώρα είναι η στιγμή να μορφωθούν οι εκλεκτές ελληνίδες, που με πλήρη συναίσθηση της νέας των μοίρας και του ιερού προορισμού των μέσα στην κοινωνία και με πλήρη επίγνωση για τα δικαιώματα μα προ πάντων για τα καθήκοντά των, θα εμψυχώσουν, θα οδηγήσουν και θαναπλάσουν τις όμοιες των.

Να η ανάγκη και να  η ιδέα , που γέννησε την Α ν ω τ έ ρ α  Γ υ ν α ι κ ε ί α

Σ χ ο λ ή. Δεν είναι σκοπός της να ενισχύση κανενός είδους ερασιτεχνισμό, δεν είναι σκοπός της να προσθέση μερικά πετράδια στο διακοσμητικό μωσαϊκό της ελαφράς γυναικείας ανατροφής, δεν είναι σκοπός της να καλλιεργήση τις επιπόλαιες και επιδεικτικές ψευδοκλίσεις για την Τέχνη, τη Φιλολογία ή και τη Φιλοσοφία, δεν είναι σκοπός της να παραγεμίση μερικούς εγκεφάλους με ονόματα προσώπων ή γεγονότων και με λέξεις χτυπητές, που νασέρνωνται σε κατάλληλη ευκαιρία προς ναρκισισμό.

Σκοπός της είναι να διαφωτίση τις ψυχές με την αληθινή επιστήμη, με την επίγνωση των δυνάμεων και ροπών, που ρυθμίζουν την πρόοδο των λαών, με την γνώση των ανωτέρων δημιουργημάτων της ανθρώπινης ψυχής, με την επίγνωση ακόμη των στοιχείων του νεοελληνικού πολιτισμού, για να μπορούν να γίνουν δημιουργικοί εργάτες του.

Σκοπός της είναι να καλλιεργήση τις δυνάμεις τις εσωτερικές, που πλάττουν την προσωπικότητα, να μορφώση άρτιες, γερές, ισορροπημένες ψυχές, που να κινούνται στη ζωή των μ’ ελατήριο την αγάπη του κοινού αγαθού, με τέρμα την εξύψωση της κοινωνίας. Σκοπός της είναι ν’ ανάψη την αγάπη και τον ενθουσιασμό για το ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού.

Έργο υψηλό, δύσκολο, βαρύ. Μα που αρχίζει μ’ένα εχέγγυο σοβαρό, την καθαρώτατη συνείδηση του σκοπού.

Αν ο σκοπός αυτός γίνη νοητός γύρω μας, αν η κοινωνία αισθανθή την ανάγκη και την αποστολή του έργου και το βοηθήση, όπως έκαμε ήδη ο

« Σύνδεσμος Ελληνίδων υπέρ των δικαιωμάτων της Γυναικός», που το βρήκε φυσικά σύμφωνο με το πρόγραμμά του και ο « Εκπαιδευτικός Όμιλος» που δεν είνε απλώς γλωσσικό σωματείο, όπως νομίζουν πολλοί, μα θέλει να βοηθήση την αναγέννηση της ελληνικής παιδείας, άρα και της γυναικείας

κ α ι  α ν  τ έ λ ο ς  ο ι ε ρ γ ά τ ε ς τ ο υ   έ ρ γ ο υ  φ α ν ο ύ ν  ά ξ ι ο ί  τ ο υ , τότε ασφαλώς θ’ αποχτήση η Ελληνική κοινωνία ένα ίδρυμα μεγάλης κοινωνικής σκοπιμότητας.

Δεν θα εξετάσω απόψε τα καθέκαστα του προγράμματος. Η σημασία εκάστου μαθήματος και η σχέση του με το γενικό σκοπό της Σχολής θα εξετασθούν από κείνους, που θα το διδάξουν. Τα μορφωτικά μέσα, που θα μεταχειρισθή η Σχολή, η μέθοδος για να ξυπνήση την αυτενέργεια και την ευθύνη της προσωπικής εργασίας θα δοκιμασθούν πολύ γρήγορα στην πράξη. Το σημαντικό είναι, πως η Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή εμπνέεται από μια γόνιμη παιδαγωγούσα ψυχοπλαστική αρχή, από ένα ιδανικό. Αυτός είναι ο σπινθήρας , που θανάψη το φως.


***

Προσπαθήσαμε ν’ ατενίσωμε απόψε το όραμα ενός νέου κόσμου.

Με των περασμένων την ανασκόπηση, με του παρόντος την εξέταση και την ανάλυση προσπαθήσαμε να ξεδιαλύνωμε μερικές φωτεινές γραμμές, που θα μας ωδηγούσαν στη στερέωση κάποιων ελπίδων, στο δυνάμωμα κάποιων ενθουσιασμών και την αισιόδοξη προσδοκία για κάποιο καλύτερο μέλλον. Και είδαμε πως οι γραμμές αυτές οι φωτεινές φτάνουν κι’ ως εδώ στην Ελλάδα, τη χώρα των μοιρολατρικών νοσταλγιών χαμένων κόσμων και των επιπόλαιων πιθηκισμών.

Σε σας εναπόκειται, ελληνίδες γυναίκες, οι φωτεινές αυτές γραμμές να μη σβήσουν, σε σας εναπόκειται να γίνετε εστιάδες του νέου πυρός.


Δ. Α. Γληνού, Γυναικείος  ανθρωπισμός, Αθήναι 1921

Αφιερωμένο στην Πηνελόπη Σ. Δέλτα.

Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και το τυπικό του πρωτότυπου κειμένου.

*« Η Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή ιδρύθηκε από τα στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου Δημήτρη Γληνό, Μυρσίνη Κλεάνθους, Χαράλαμπο Θεοδωρίδη και Κώστα Σωτηρίου, το Μάιο του 1921. Είχε σκοπό να δώσει σε γυναίκες αστικής προέλευσης «ιστορική, κοινωνιολογική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική μόρφωση» σε δημοτική γλώσσα, «ώστε να κατανοούν τη σύγχρονη ζωή, να νιώθουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στην κοινωνία και να μπορούν να γίνουν συνειδητά και άξια μέλη της». Την επίβλεψη και προστασία της Σχολής ανέλαβαν δύο προοδευτικά σωματεία της εποχής, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και Σύνδεσμος των Ελληνίδων υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός. Το πρόγραμμα της Σχολής περιελάμβανε μαθήματα Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Ιστορίας του Πολιτισμού, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας καθώς και φροντιστήρια και διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα όπως η πολιτειακή αγωγή, τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα της γυναίκας, η πολιτική οικονομία, οι σύγχρονες κοσμολογικές και βιολογικές θεωρίες, η Νεοελληνική λογοτεχνία. Λειτούργησε για δύο χρόνια (1921-1923) με επιτυχία καθώς κατάφερε να προσελκύσει αρκετά μεγάλο αριθμό φοιτητριών και να εξασφαλίσει τη συνεργασία διαπρεπών επιστημόνων και διανοουμένων» ( Ίδρυμα Γληνού).



Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Δημήτρης Χριστοδούλου: «Αλλά, ευτυχώς, υπάρχει η ποίηση…»


Γράφει η ofisofi // atexnos


Ξημέρωνε Τρίτη, 5 Μάρτη 1991. Το ρολόι έδειχνε 3 το πρωί όταν  ο Δημήτρης Χριστοδούλου άφησε την τελευταία του πνοή. Άπορος, χωρίς σύνταξη, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη νοσηλευόταν σε ένα ράντζο στο Λαϊκό Νοσοκομείο, απ’ όπου και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική μετά από παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη.
Γεννήθηκε στο Μεταξουργείο το 1924, δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε μια περιοχή που ζούσαν πρόσφυγες. Η οικογένεια του ήταν  φτωχή. Μεγάλωσε βλέποντας και βιώνοντας τον ανθρώπινο πόνο γεγονός που του καλλιέργησε την ανθρωπιά.
«Από τη μάνα μου έμαθα να αγαπάω. Οι πρόσφυγες μού μάθανε τι να αγαπάω, δηλαδή πώς να διακρίνω όχι μόνο τον ανθρώπινο πόνο αλλά και να αρχίσω να υποψιάζομαι πώς παράγεται πέρα από το φυσικό πόνο και ο κοινωνικός πόνος. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διδασκαλία. Το πρώτο μέγα μάθημα…»
Από πολύ μικρός αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει.
«Το πρωΐ έπρεπε να δουλεύω …και το βράδυ στο νυχτερινό. Το ένστικτο με οδήγησε να δουλεύω σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Το βιβλιοπωλείο ήταν μια βιβλιοθήκη γύρω μου…Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο η αγάπη για το βιβλίο έχει μεγαλώσει…Είχα ανακαλύψει από τυχαίους δρόμους τους χώρους της μοναξιάς, τους χώρους της ανάγνωσης, τους χώρους της τέχνης, τους χώρους της ποίησης…Η ποίηση δεν παράγεται μόνο από την έμπνευση αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο…»
Πάνω που άρχιζε ο προβληματισμός και η δράση αρχίζει η Κατοχή «πολύ σκληρό σχολείο». Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ, συνελήφθη από τους Γερμανούς  και βασανίστηκε.


«Ο μεγάλος δρόμος αρχίζει με την Αντίσταση…Για τον καλλιτέχνη έμπαινε το ερώτημα τι είναι όλο αυτό που συμβαίνει, γιατί αυτό το κακό…»
Μετά την απελευθέρωση συμμετείχει στα Δεκεμβριανά. Μπροστά σ’ ένα οδόφραγμα του ΕΛΑΣ τον συνέλαβαν οι Βρετανοί και μαζί με χιλιάδες άλλους μεταφέρθηκε ως όμηρος στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στην Αφρική. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Έδωσε εξετάσεις και πέτυχε την εισαγωγή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι θεατρικές του σπουδές διακόπηκαν εξ αιτίας της στράτευσης του. Απολύθηκε  μετά από έναν χρόνο τραυματισμένος αλλά βρέθηκε  αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου κατηγορούμενος για ανυποταξία σε καιρό πολέμου. Σώθηκε λόγω του τραυματισμού του.
Το 1952 παρακολούθησε μαθήματα  Πολιτικών Επιστημών στην Πάντειο. Τη χρονιά αυτή δημοσίευσε το ποίημα του « Νυχτοφύλακες» στο περιοδικό «Μακεδονικά Γράμματα» και το 1954 τύπωσε την πρώτη του ομώνυμη συλλογή.
Το 1959 εμφανίστηκε  ως ηθοποιός στη θρυλική παράσταση « Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών στο Πεδίο του Άρεως. Τότε γνωρίστηκε  με τον Μίκη Θεοδωράκη και το καλοκαίρι του 1962 έγραψε  τους στίχους για τρία τραγούδια στην επιθεώρηση « Όμορφη Πόλη». Έκτοτε ο Δημήτρης Χριστοδούλου συνδέθηκε στενά με τον Θεοδωράκη , ο οποίος μελοποίησε πάρα πολλούς στίχους του. Τα τραγούδια αυτά εντάχθηκαν σε σημαντικούς δίσκους όπως  Αρχιπέλαγος (1959), Πολιτεία (1961), Όμορφη Πόλη (1962), Πολιτεία Β’ (1964), Οκτώβρης ’78 (1978).
Ξεχωριστή υπήρξε η συνεργασία του με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ξεκίνησε το 1964 με το τραγούδι Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ) το οποίο ερμήνευσε ο Πάνος Τζανετής. Πάνω από 40 τραγούδια άφησε πίσω της αυτή η συνεργασία και ανάμεσά τους μερικά από τα πιο γνωστά και όμορφα λαϊκά.
Με το βοριά σ’ αναζητώ, Κι αν θα διαβείς τον ουρανό, Μεσάνυχτα πού να σε βρω κ.α


Τραγούδια του ακούγονται και σε ταινίες όπως  το Έχει η νύχτα θάνατο στην ταινία Ψηλά τα χέρια Χίτλερ ( 1962), το Κουράστηκα να σε κρατώ στην ταινία Μια σφαίρα στην καρδιά ( 1966), το Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός στην ταινία Οι αδίστακτοι (1965), το Πού είσαι αυτή την άνοιξη στην ταινία Διωγμός (1964) αφιερωμένο στο Γρηγόρη Λαμπράκη. Αλλά και στο χορόδραμα Θησέας σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου.
Το 1967 ο Δημήτρης Χριστοδούλου εξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ένα δίσκο όπου ο ίδιος διαβάζει ποιήματά του από τις συλλογές «Νυχτοφύλακες» (1954), «Πελταστές» (1956), «Εστίες αντιστάσεως» (1959) και «Μετά το Ανακλητικό» (1960).
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Συμμετείχε στο Μάη του ΄ 68 και σε εκδηλώσεις εναντίον της χούντας. Συγχρόνως έδινε διαλέξεις και  έγραφε  ποιήματα που μεταφράζονταν στα γαλλικά και ακούγονταν από το γαλλικό ραδιόφωνο.
Επέστρεψε  στην Ελλάδα το 1972 και το 1973 συνεργάστηκε με τον Μίμη Πλέσσα στο δίσκο Για μια σταγόνα αλάτι.
Το 1974 έδωσε  στίχους για εννέα τραγούδια στον Μάνο Λοΐζο. Τα τραγούδια ακούγονται στο δίσκο Καλημέρα Ήλιε .
Συνεχίζοντας τη συνεργασία με μεγάλους δημιουργούς δίνει στίχους στο Λίνο Κόκκοτο . Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι τα Αντιπολεμικά.
Οι στίχοι για τα τραγούδια είναι πάρα πολλοί. Πλήθος οι συνεργασίες με μουσικούς όπως ο Χρήστος Λεοντής ( Στου γιαλού την άκρη), Σταύρος Ξαρχάκος ( Ωραίος που είσαι Αυγερινέ), Ζωρζ Μουστακί, Νίκος Μαμαγκάκης,  Νότης Μαυρουδής, Βασίλης Δημητρίου κ.α
Πολλοί γνωστοί τραγουδιστές ερμήνευσαν τραγούδια τους όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα, η Μαίρη Λίντα, η Πόπη Αστεριάδη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Πάνος Τζανετής, ο Αντώνης Καλογιάννης, ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α
Ποιητής, στιχουργός, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας  και ηθοποιός έγινε κυρίως γνωστός από τους μελοποιημένους στίχους του. Οι στίχοι του μιλούν για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τη μετανάστευση, τις πολιτικές διώξεις, αλλά και τον έρωτα, την αγάπη, την ελπίδα, το όνειρο. Διακρίνονται για το λυρισμό , την πυκνότητα και πολλές φορές την αλληγορική τους έκφραση.
christodoulou«Το τραγούδι… Είναι μια ολόκληρη περίοδος.
Εκεί μπορεί να πει κανείς ότι έδωσα ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου. Έχω κάνει τόσα τραγούδια… Νομίζω ότι είναι γύρω στα 400 ή 500. Με τον Θεοδωράκη, με τον Μαρκόπουλο, τον Ξαρχάκο, τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Δημητρίου, τον Λεοντή… Λοϊζος…Δεν ξέρω αν λησμονώ κανέναν. Θα έπρεπε να απαριθμήσω τουλάχιστον 30 ονόματα. Με όλη την αγάπη και με όλη την ευγνωμοσύνη μου. Μια απέραντη και πολύ θερμή συνεργασία. Μια εποχή πυρετού και ο κόσμος μαζί μας πάρα πολύ δυνατός, να δέχεται κάθε μας προσφορά. Μπορώ να πω ότι περάσαμε με το τραγούδι, πάνω από αυτή τη χώρα σαν την πιο λεπτή, την πιο ψιλή, την πιο ευγενική βροχούλα.
Θυμάμαι την περίοδο Θεοδωράκη, που γίνεται η έκρηξη. Το τραγούδι αυτό δεν πέρασε έτσι τυχαία. Δηλαδή…όταν στις συναυλίες, μας πυροβολήσανε, μας ρίξανε πέτρες… Υπάρχει ένα υπόβαθρο αγωνιστικό από κάτω. Δηλαδή, φαίνεται ότι τα σπουδαία πράγματα δεν περνάνε μπροστά χωρίς αγώνα. Έτσι, λοιπόν, μπήκαμε στη μεγάλη λεωφόρο του τραγουδιού. Το αγάπησε ο λαός, ξεπέρασε τις αναστολές του, έγινε πιο ελεύθερος, έφτασε ακόμα ακόμα να τον συντροφεύσει και σε πολύ μεγάλες στιγμές του αγώνα του.
Δεν υπάρχει έλληνας συνθέτης που να μην έκανα τραγούδια μαζί του. Και φτάνουμε σήμερα πια, όπου το τραγούδι τουλάχιστον αυτής της περιόδου, έχει γίνει ένα κλασσικό είδος, που στηρίζει μια μελλοντική ίσως εξόρμηση. Όμως τι κάνουμε σήμερα; Υπάρχουν πάρα πολλά ερωτήματα. Με ρωτάνε εμένα προσωπικά «γιατί δεν γράφεις τραγούδια;», «που πάει το τραγούδι;». Και εφημερίδες, και φίλοι και χώροι ζεστοί της παρέας. Γιατί το τραγούδι έχει αυτούς τους δρόμους; Η απάντηση είναι ότι το τραγούδι δεν σταματάει. Το πρόβλημα είναι ποιο τραγούδι. Γιατί το τραγούδι δεν μπορεί να σταματήσει… Το τραγούδι θα παράγεται, το τραγούδι θα τραγουδιέται, το τραγούδι θα γίνεται! Αλλά ποιο τραγούδι… Κάθε περίοδος έχει το τραγούδι της. Η αγροτική περίοδος είχε το μεγάλο δημοτικό τραγούδι. Η επαναστατική περίοδος έχει άλλο τραγούδι. Η περίοδος που θέλει να περάσει από την μια φάση στην άλλη έχει το λεγόμενο μεγάλο μεταβατικό τραγούδι. Τώρα έχουμε το τραγούδι το επίπεδο. Δηλαδή το τραγούδι που περισσότερο ψιθυρίζεται παρά γίνεται έναυσμα για μεγαλύτερες, βαθύτερες συγκινήσεις και περισσότερους προβληματισμούς ή και οραματισμούς. Είμαστε θα λέγαμε στο υψίπεδο. Αφού ανεβήκαμε στην κορφή τώρα διανύουμε το υψίπεδο. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι. Θα θέλαμε καλλίτερα πράγματα. Όμως η ζωή δεν κάνει ό,τι θέλουμε. Εμείς κάνουμε ό,τι θέλουμε στη ζωή. Συνεπώς, δε μένει παρά σε εμάς, να ξαναδούμε πού είναι η δραματική της διάσταση, πού είναι ο πόνος της, σε ποιους χώρους αυτή τη στιγμή παλεύει η ζωή να βρει ξανά το κανάλι της εξόδου της; Και εκεί θα ξανατραγουδήσουμε. Εννοώ σημαντικά.»
Τα τραγούδια του σύμφωνα με το συγγραφέα Ανδρέα Φραγκιά «τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν, τόσο που έγιναν άμεσος προφορικός λόγος. Πέταξαν από τα βιβλία και εγκαταστάθηκαν στα χείλη για να εκφράσουν αυθόρμητα τον καημό εκείνων που είχαν ανάγκη να τα τραγουδήσουν με τη δική τους φωνή. Έγιναν δημόσιος λόγος. Και αυτό είναι, μάλλον, ο γνησιότερος έπαινος».
Το έργο του όμως δεν είναι μόνο τα τραγούδια. Είναι πολύ πλούσιο και πολύμορφο .Είχε δηλώσει ότι ένιωθε ανάπηρος που τον γνώριζαν ως στιχουργό και όχι ως ποιητή.  Ανήκει στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά , η οποία σύμφωνα με τον ίδιο ήταν «η πρώτη, η μόνη γηγενής ποιητική γενιά, η γενιά των μεγάλων συγκρούσεων» με τους ποιητές βγαλμένους από τη φωτιά.
Τι έμεινε στα χέρια τους
τι θυμάται πια η αφή τους
τι περίσσεψε από τόση πείρα στο κορμί τους
μετά από τόσο ήλιο τόσο αγώνα
τι εκέρδισε το δέρμα
μετά από τόσο φως
μετά από τόση φωτιά
τι κέρδισαν τα μάτια τους
έμεινε τίποτα από τη θλίψη τους
λούφαξε η γνώση μεσ’ στο αίμα τους
διασκέλισε ποτέ η πίκρα τους
την τρυφερή κορυφή των ώμων μιας γυναίκας
και σιωπάς
και μένεις μόνος
και γράφεις τ’ όνομά σου
στην αγχόνη
«Στην αγχόνη έγραψε το όνομά της η δική μου γενιά αλλά δεν υποχώρησε. Πολέμησε σε όλους τους τομείς…»
christodoulou4Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του είχε αρχίσει ήδη από το 1964 με τον τίτλο « Ποιήματα 1954 – 1964» και περιείχε οκτώ συλλογές . Ακολούθησε ο δεύτερος τόμος « Αιχμές – Ποιήματα 1965 -1975» και μετά το θάνατό του ο τρίτος τόμος « Ποιήματα 1977 – 1988). Το 2014 κυκλοφόρησε και τέταρτος τόμος με Ανέκδοτα Ποιήματα.
Πλούσια είναι και η πεζογραφική του δουλειά που αρχίζει το 1976 με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το γούπατο . Ανάμεσά στα πεζά και διηγήματα βρίσκεται και το Ελ Ντάμπα , μυθιστόρημα για τα χρόνια της ομηρίας στο ομώνυμο στρατόπεδο.
«Μπάσιμο στην πεζογραφία από την πίσω πόρτα…Η ποίηση είναι μια ανάλυση της υπόστασης με την υπέρβαση. Το πεζό είναι η ανάλυση του ιστορικού χρόνου και της ηθικής με την έννοια του ήθους, της συμπεριφοράς των ηρώων…Τι συνέβη στον εσωτερικό κόσμο, το περιβάλλον, οι ίντριγκες, οι συνομωσίες…»
Αν και ποιητής  έγραψε και πολλά θεατρικά έργα γιατί πίστευε ότι «…Με το θέατρο και τον θεατρικό, φυσικά, λόγο παρακολουθούμε τον κόσμο στη σύγκρουσή του, τη στάση που παίρνει κάθε οντότητα μέσα από αυτή τη σύγκρουση επισημαίνουμε και υπογραμμίζουμε. Με την ποίηση φτάνουμε στο λυρισμό, με το θέατρο στη δράση. Με την ποίηση μένουμε στη μοναξιά με το θέατρο βγαίνουμε κατά πρόσωπο στον κόσμο. Μένει, βέβαια, μέσα απ’ όλα αυτά αν ο ποιητής κάνει καλό θέατρο. Και θα’ θελα να με ρωτούσατε αν κάνω καλό θέατρο».
Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση την άφηνε στους θεατές και όχι στους κριτικούς.
Ο Δημήτρης Χριστοδούλου ήταν άνθρωπος βαθιά πολιτικοποιημένος και συμμετείχε ενεργά και μάχιμα στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Έχει χαρακτηριστεί στοχαστικός, δημιουργικός, αγωνιστής του λόγου. Η ποίηση ήταν για τον Χριστοδούλου η έσχατη δικαίωση.
christodoulou3
«…Έζησα το αίμα και το μετέτρεψα σε ποιητικό λόγο που είναι η έσχατη δικαίωσή μου. Αυτή είναι η δική μου προσφορά.»
Το έργο του, το «Αρχείο Δημήτρη Χριστοδούλου», μετά το θάνατό του δωρίστηκε από τη γυναίκα του Μαρία Κανδρεβιώτου στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα προκειμένου να ψηφιοποιηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης μελέτης. Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας και των διαφόρων φορέων σχετικά με τη διάσωση, μελέτη και προβολή του έργου ενός σημαντικού ανθρώπου που υπηρέτησε την προοδευτική Τέχνη με ήθος, συνέπεια και αφοσίωση.
Αν κάποιος σήμερα θελήσει να διαβάσει κάποιο από τα έργα του Χριστοδούλου πολύ δύσκολα θα το βρει. Τα περισσότερα είναι  εξαντλημένα, εκτός από τα Ανέκδοτα Ποιήματα και Το Γούπατο που επανεκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα. Ελάχιστα έχουν απομείνει στα ράφια κυρίως παλαιοβιβλιοπωλείων. Πολύ λίγα για ένα τόσο μεγάλο έργο. Τελικά ευτυχώς που υπάρχουν τα τραγούδια του.
«Εκείνο που ξέρω είναι ότι, στη ζωή, η πολιτεία λειτουργεί με τενεκέδες και στο θάνατο δοξάζει τα μάρμαρα και μένει ήσυχη. Ύστερα, σκέφτομαι καμιά φορά, πως δεν υπάρχει δήμος ή κοινότητα που να μη τιμάει και τον τελευταίο στιχουργό της. Αυτός, ρε παιδί μου, ο δήμος Αθηναίων, που ελάχιστα είναι των Αθηναίων αλλά των βλάχων, δεν έκανε ποτέ έτσι για να πει πόσοι Αθηναίοι ποιητές, γέννημα-θρέμμα, δίνουν τη μάχη σ’ αυτή τη βρωμούπολη για να βγάλουν τα σκουπίδια της αφάνειας και της αδιαφορίας από το κεφάλι της. Ας είναι. Πολλά ζητάω, αλλά, έτσι, λόγος να γίνεται – ας πλένουν τους δρόμους, ας βάζουν λίγη άσφαλτο που ’χουμε γίνει σκορποχώρι, ας ποτίζουν τα πάρκα κι ας αφήσουν τους ποιητές να πεθαίνουν στου Ζωγράφου και να τους θυμούνται, γκραν γκινιόλ, στο νεκροκρέβατο.»

Πηγές:
1) Συνεντεύξεις στο Νίκο Λαγκαδινό: α) Εξόρμηση 31/1 – 1/2  1981
β) Ελεύθερη Γνώμη 18/12/1983
2) Εκπομπή «Μονόγραμμα» Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη. Αφιέρωμα στον Δημήτρη Χριστοδούλου (1986)
3) Βασίλη Καλαμαρά: Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του, Ελευθεροτυπία 27/4/2014
4) Ηλιάνα Αντωνίου, Αφιέρωμα: Δημήτρης Χριστοδούλου( 1924 -1991). Ο επίμονος Προμηθέας του λόγου. ΑΕΠΙ (τεύχος 24, Ιούνιος 2014)
5) «Γίνε αστέρι κι ουρανός» Ριζοσπάστης, Τετάρτη 6 Μάρτη 1991

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

«Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη…»




Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση): “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941”. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Το κείμενο διάβασε η νηπιαγωγός Αφροδίτη Κατσαούνου, μέλος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.


Η τελευταία έκδοση, το 1995
Προχωράμε με καλπασμό στο κέντρο της κόλασης. Οι στρόβιλοί της μας παρασέρνουν με γληγοράδα και απειλούν να μας καταπιούν όλους μαζί. Περάσαμε το δεύτερο δεκαήμερο του Φλεβάρη και μπαίνουμε στο τρίτο. Ο Μπάμπης βρίσκεται στα στερνά του. Πεθαίνει ήρεμα, ήσυχα, χωρίς φασαρίες και νεύρα, πεθαίνει ηρωικά, ακριβώς όπως και έζησε.
Ήταν μια όμορφη μέρα. Μια αχτίδα περνώντας απ’ το φεγγίτη της πόρτας έπαιξε με τις σκόνες του θαλάμου. Ο Μπάμπης την είδε.
― Είναι καλός καιρός όξω, μου είπε. Θα ’θελα να μου κάνεις μια χάρη. Θα ’ναι η τελευταία.
― Ν’ ακούσω.
― Θα ’θελα να με βγάζατε στους μύλους. Ήθελα ν’ αγναντέψω ολόγυρα. Να δω την απέραντη θάλασσα. Να φτάσει το μάτι πάνω στη Σαμοθράκη, κάτω στη Σκύρα και πιο μακριά ο νους. Θα ’θελα να πάρω μια εικόνα της φύσης, της ζωής για τον άλλο κόσμο.
― Μπάμπη, αυτό δε γίνεται. Εδώ πεθαίνουν και δεν έχουμε ποιος να τους σηκώσει, πώς να σε πάμε σένα και να σε φέρουμε, μάλιστα ζωντανό; Λυπάμαι πολύ, αλλά αυτό που ζητάς είναι αδύνατο. Ύστερα σαν κι είμαι πολύ καλύτερα εγώ από σένα;
― Όχι, με παρεξήγησες. Καταλαβαίνω πως αυτό δε γίνεται. Θέλω να με βγάλετε δω απ’ όξω απ’ το θάλαμο. Μόνο δέκα βήματα. Φώναξε και δυο άλλους να σε βοηθήσουν. Θα προσπαθήσω να στυλώσω κι εγώ τα ξυλοπόδαρά μου.
bosis_ekdhlosi8973
Κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Αλλά μπορούσα να χαλάσω το χατίρι του ετοιμοθάνατου; Με δυο άλλους, με κόπο, σβάρνα – σβάρνα τον τραβήξαμε δέκα βήματα απ’ το θάλαμο. Στρώσαμε κάτι και τον ξαπλώσαμε, ύστερα μάζεψα κάμποσες πέτρες και τις έβαλα πίσω του. Πάνω σ’ αυτές ό,τι κουρέλι είχα διαθέσιμο, κι από πάνω ένα μαξιλάρι κάποιου άλλου που είχε πεθάνει. Έτσι ήταν μισοκαθισμένος. Τώρα στο φως φάνηκε τι ήταν, χωρίς καμιά υπερβολή, σωστό σκιάχτρο. Μόνο στις λακκούβες των ματιών του τρεμόσβηνε μια στάλα ζωή. Αν δεν ήταν αυτή η κατάσταση, αν κάποιος άπειρος τον έβλεπε κάπου αλλού θα ’βαζε το κεφάλι του στοίχημα πως δεν είναι άνθρωπος ζωντανός. Κι όμως το σκιάχτρο άνοιξε τα μάτια, κοίταξε ολόγυρα, σάλεψε τα χείλη και μίλησε.
― Αγνάντεψε, μου είπε. Κει πέρα είναι το Άγιο Όρος. Παρακάτω η Χαλκιδική. Πίσω η Σαλονίκη κι ο κάμπος της με τα χωριά και τις πολιτείες του. Χαμηλότερα η Θεσσαλία και πιο πέρα, πιο βαθιά η Ήπειρος. Κάτω η Αθήνα, η καρδιά μας. Πέρα απ’ το υγρό αυτό στοιχείο είναι ο λαός μας και πιο μακριά οι λαοί της Οικουμένης. Κι αυτοί πεθαίνουν, μα όχι σαν εμάς, σκοτώνουν και σκοτώνονται. Πολεμάνε. Από μας πήρανε την ανώτερη χαρά τ’ αγωνιστή να πεθαίνει πολεμώντας. Μας σκοτώνουν δολοφονικά, μπαμπέσικα. Εγώ δε θα δω νίκη, λευτεριά, πατρίδα. Θα φυλάγω με τους άλλους συντρόφους μου το βράχο αυτό, δείχνοντας ζωντανά, παραστατικά στις ερχόμενες γενεές το τι θα πει τρίτος ελληνικός πολιτισμός. Σεις μερικοί, πολύ λίγοι, ίσως να βγείτε. Αν γίνει αυτό στις μάχες ποτέ να μη λησμονάτε τον Άη Στράτη. Πρέπει να είναι σύμβολο που θα φλογίζει τις καρδιές σας, θα σας ατσαλώνει, θα κάνει το χέρι σας να μην τρέμει όταν θα κτυπάει. Όταν θα θυμόσαστε τη μάχη της πείνας θα σπρώχνετε το μαχαίρι στην καρδιά του φασισμού χωρίς οίκτο και συμβιβασμό. Η δοκιμασία τούτη πρέπει να σας απαλλάξει και θα σας απαλλάξει από πολλές ανθρώπινες αδυναμίες και θα βλέπετε τους φασίστες έξω από χρώμα και εθνικότητα, γυμνούς. Και θα τους πληρώσετε όπως τους αξίζει. Αν σε κανένα σας φυτρώσουν αδυναμίες, συμπόνια, μικροαστική φιλανθρωπία, να ’χει την κατάρα μου και την κατάρα όλων των συντρόφων που αφήνετε εδώ. Κάθε άλλος που δε δοκίμασε το φασισμό σαν κι εμάς μπορεί να συχωρεθεί. Μα σεις ποτέ. Αν υποκριτικά, ιησουίτικα χτυπήσουν τη χορδή του ιπποτισμού φέρτε στο νου σας το Βουδικλάρη, το διαβολόπαπα, το θαλασσόνερο, τα αγριόχορτα, τα ψοφίμια και θα γίνετε βράχοι. Τραβάτε απ’ τ’ αρχείο της μνήμης την εικόνα του κεντρικού και θα γίνετε άτρωτοι. Θα βρείτε και κείνους που μας παράτησαν την ώρα της μάχης. Ο λαός θα τους σχωρέσει. Εσείς ποτέ!

Άμα θα νικήσετε βάλτε στα βιβλία σας και μια σελίδα μ’ επικεφαλίδα: « Άη Στράτης». Όχι για να τιμήσετε εμάς. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, πληρώσαμε τα χρέη μας στην ανθρωπότητα, πεθάναμε και τελείωσε. Όχι για μας. Για σας. Για τα παιδιά μας. Να μάθουν να μισούν το φασισμό τόσο που να μην χωράει άλλο και να μη συχάσουν αν δεν τον ξεριζώσουν με τη φωτιά και το σίδερο.
Θα πας και στην πατρίδα. Να πας σπίτι μου, σου εμπιστεύομαι τα παιδιά μου, όχι να τα θρέψεις, αλλά να τους δείξεις το δρόμο. Θα βρεις τη γυναίκα μου, μπορεί και να μη ζουν. Αν ζουν πες τους με τι τρόπο πέθανα. Όχι για να κλάψουν, αλλά για να μ’ εκδικηθούν. Ίσως να μη νιώσουν την αξία της θυσίας μου. Πρέπει και να τη νιώσουν και να μ’ αναπληρώσουν. Κι αν πήρανε ή πάρουν στραβό δρόμο πες τους πως τους αφαιρώ τ’ όνομά μου.
Και μια χάρη ακόμα. Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη. Πρέπει να μάθει καθένας πως η λευτεριά δεν κερδίζεται με λόγια αλλά με θυσίες, μ’ αίμα. Σάρκες ανθρώπινες θέλει το δέντρο της λευτεριάς να ριζώσει.»

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Κουβέντα μὲ τὸν Γιορντὰν Γιόφκωφ


Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσιάσαμε το διήγημα του Βούλγαρου συγγραφέα Γιορντὰν Γιόφκωφ Το άσπρο χελιδόνι σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου.
Ο Γιάννης Ρίτσος συνομιλεί με τον Γιορντάν Γιόφκωφ στο παρακάτω ποίημα , το οποίο γράφτηκε στη Βάρνα το 1958, μέσα σε διαφορετικές συνθήκες από αυτές που ίσχυαν στο Άσπρο χελιδόνι καθώς γίνονταν οι προσπάθειες ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ανήκει στη συλλογή Άνθρωποι και Τοπία (1958) που περιλαμβάνεται στα Επικαιρικά.


Γιορντάν, γνωρίζω αὐτὸ τὸ φαρδὺ οὐρανὸ τῆς πατρίδας σου ποὺ φιλοξενεῖ τὰ δέντρα,
αὐτὸ τὸ εὔφορο χῶμα, τὸ ἀμερόληπτο καὶ ὑπάκουο
ποὺ ἀνθίζει κάτω ἀπ᾿ τὰ ὁμόφωνα χέρια τοῦ λαοῦ σου.

Αὐτὸν τὸν Ἄγνωστο Χωρικό, ἐσὺ μοῦ τὸν σύστησες, Γιορντὰν Γιόφκωφ,
κι ἂς μὴν ἔχει τώρα τὸ μπαλωμένο ἐκεῖνο πουκάμισο
κι ἂς ἄλλαξε τὸ δισταχτικό του χαμόγελο μ᾿ ἕνα ξεκούμπωτο γέλιο,
-τὰ ἴδια μάτια, τὰ ἴδια χέρια, τὸ ἴδιο κομμάτι ψωμὶ στὸ χρῶμα τῆς καλοσύνης,
τὸ ἴδιο κι αὐτὸς θἄφηνε τὸ ψωμί του ἀνέγγιχτο ἂν ἀρρωστοῦσε τὸ ἄλογό του,
ἐκεῖνο τὸ ἄλογο ποὺ μὲς στὰ μάτια του σπιθίζανε δυὸ φοῦχτες δακρυσμένα ἀστέρια.

Γιορντὰν Γιόφκωφ, νἆσαι ἥσυχος - τὸ Ἄσπρο σου Χελιδόνι
ποὺ ἀναζητοῦσε τὸ χλωμὸ κορίτσι σου μὲ τὶς μακριὲς πλεξοῦδες,
τὄδα νὰ κάθεται στὰ τηλεγραφικὰ σύρματα τῆς Σόφιας
ὅταν μετέδιδαν τὶς εἰδήσεις ἀπ᾿ τὸ Πέμπτο Συνέδριο τῆς Εἰρήνης τοῦ Πλόβντιφ-
εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ περιστεριοῦ,
τὸ στῆθος του ἦταν λεῖο κι ὀγκωμένο σὰν τὸ μαστὸ μιᾶς νέας μητέρας
ποὺ θηλάζει στὸ φῶς τὸ πρῶτο παιδί της.

Νἆσαι ἥσυχος, Γιόφκωφ, τ᾿ ἄσπρα χελιδόνια σου
περνοῦν κοπαδιαστὰ πάνω ἀπ᾿ τὴ λίμνη Μπαντζάρεβο
περνοῦν πάνω ἀπὸ τοὺς ὑδατοφράχτες τῆς πατρίδας σου
πάνω ἀπ᾿ τοὺς ριζῶνες, τὰ κριθαροχώραφα, τ᾿ ἀμπέλια,
πάνω ἀπ᾿ τὰ χρυσὰ βουνὰ τοῦ λιναριοῦ καὶ τοῦ σταχυοῦ
πάνω ἀπὸ τ᾿ ἀρωματισμένα βουνὰ τῶν καρπῶν,
κάθονται ὁλόλευκα ἀνάμεσα στὰ κόκκινα τοῦβλα τῶν νέων ἐργατικῶν σπιτιῶν.

Κουβεντιάζουν μὲ τοὺς χτίστες γιὰ τὸ νέο τους πλάνο,
κάθονται στοὺς ὤμους τῶν κολχόζνικων, τοὺς συμβουλεύουν,
τοὺς δείχνουν τὰ σημάδια τοῦ καιροῦ στὶς παλάμες τῶν ἄστρων,
κάθονται στὰ κομπάιν δίπλα στοὺς λιοκαμένους θεριστάδες
προσθέτοντας τὴν εὐγένεια τῆς λευκότητάς τους
στοὺς ἀπέραντους ἀριθμοὺς τῆς μαζικῆς παραγωγῆς.

Πὲς στὸν Ἐλίν-Πελὶν πῶς μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψει ὁ Ματβέικο ἀπὸ τὸν Ἄλλο Κόσμο
γιατί καὶ δῶ πολλὲς ταβέρνες κλείσανε κι ἀνοίξανε πολλὰ σχολεῖα
γιατί καὶ δῶ τὰ δέντρα ἀνθίζουν πιὸ καλὰ κι ἀπ᾿ τὸν παράδεισο
κι οἱ φορατζῆδες, πές του, λείψανε.
Κι ἡ γριὰ τοῦ Ματβέικο μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξει τὸ μαῦρο τσεμπέρι της
μ᾿ ἕνα μαντήλι κλαδωτὸ καὶ νὰ χορέψει σόπτσκο στὴν πλατεῖα τοῦ κολχὸζ
ἢ νὰ μαζέψει φράουλες κι ἀνθισμένα γέλια.

Γιορντὰν Γιόφκωφ, νἆσαι ἥσυχος - τ᾿ ἄσπρα σου χελιδόνια
κάθονται στὴν αὐλὴ τοῦ Μουσείου τῆς Ἐπανάστασης
ἀνεβαίνουν τὶς σκάλες
κάθονται ἀνάμεσα στὰ σοβαρὰ γένια τοῦ Μπλαγκόβιεφ
ὅπως κάθεται ἡ ἐμπιστοσύνη ἀνάμεσα στὶς ἔγνοιες τῶν ἀγωνιστῶν.

Γιορντὰν Γιόφκωφ, ἕνας ἕλληνας ποιητὴς σοῦ φέρνει νέα ἀπ᾿ τὴν πατρίδα σου
Νἆσαι ἥσυχος, σοῦ λέω, τὸ φῶς μεγαλώνει σὲ καλὰ χέρια,
οἱ φράχτες πέσαν ἀπ᾿ τὰ παλιὰ ἀνάκτορα,
τώρα οἱ ἐργάτες καὶ τὰ ζευγαράκια ἀναπαύονται στὸ Βασιλικὸ Κῆπο -
οἱ φράχτες πέσαν, ἀνάμεσα στὰ χωράφια,
τὸ στέρνο τῆς γῆς πλάτυνε ἀπ᾿ τὶς βαθιὲς ἀνάσες τῆς εὐτυχίας -
οἱ φράχτες πέσαν ἀνάμεσα στὶς ψυχές,
ἔτσι νὰ κάνεις νὰ χαμογελάσεις, σοῦ ἀπαντοῦν χίλια χαμόγελα.

Ἂν στήνουν τώρα κάποια φράγματα, αὐτὰ εἶναι κεῖνα
ποὺ βάζουνε τὰ ρωμαλέα μπράτσα τοῦ νεροῦ στὴ δούλεψη τοῦ ἀνθρώπου
ποὺ βάζουνε καὶ τὰ λιανὰ δάχτυλα τῶν ρυακιῶν
νὰ κινοῦν τὰ μοτέρ, νὰ στρίβουν τὸ διακόπτη μέσα στὰ πανεπιστήμια
ν᾿ ἀνάβουν τὸν ἠλεκτρικὸ γλόμπο στὴν κάμαρα τοῦ γέρου ἀγρότη ποὺ μαθαίνει γράμματα
ν᾿ ἀνάβουν τὸ φῶς πάνω ἀπ᾿ τὰ χαρτιά μου
ἀπόψε ποὺ σοῦ κουβεντιάζω, Γιορντὰν Γιόφκωφ.

Μάθε ἀκόμη πὼς τὰ βράδια ἡ σκιὰ εἶναι πιὸ μαλακιὰ στὰ χωράφια
οἱ ἀγελάδες ἔχουν πάντοτε τὰ ἴδια ἀγαθὰ μάτια ποὺ γνώρισες
αὐτὰ τὰ μάτια ποὺ εἶναι σὰ δυὸ μικρὰ ἁλώνια καλοσύνης,
μονάχα ποὺ τὸ καστανό τους χρῶμα γύρισε στὸ χρυσαφί,
γιατί εἶναι τώρα πιὸ πολλὰ καὶ πιὸ χρυσὰ τὰ στάχυα ποὺ ἀντιγράφουνε τὰ μάτια τους.
Καὶ τὸ μουγκάνισμά τους μὲς στὸ φλωροκαπνισμένο δεῖλι δὲν εἶναι πιὰ θλιμμένο.
Σαλεύουν ἀργὰ τὴν οὐρά τους χαϊδεύοντας τὰ γόνατα τῆς γαλήνης.
Σηκώνουν τὸ κεφάλι καὶ κοιτάζουν ἕνα ρόδινο σύννεφο.
Ἴσως νὰ ὀσμίζονται τὴ μυρωδιὰ τοῦ σακακιοῦ σου, Γιόφκωφ.

Εἶδα σειρὲς τὰ κάρα νὰ περνοῦν στὴ δημοσιὰ τοῦ Πλόβντιφ
κατάφορτα σανό, σὰν κινητοὶ ναοὶ τῆς γονιμότητας.
Εἶδα γριὲς κολχόζνικες νὰ πίνουν μπύρα στὰ παλάτια τοῦ Μπόροβετς
μὲ τὸ χαράκι τῆς ὀργῆς σβησμένο ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους.
Ἕνα χαμόγελο ἔχει ντύσει τὰ βασανισμένα χρόνια τους
ἔτσι ποὺ ντύνει μὲ λουλούδια ἡ ἄνοιξη τὰ μαῦρα βράχια.

Α, κι ἡ σιωπή, Γιορντάν, ποὺ γνώρισες -ἡ δίβουλη κι ἀπέραντη σιωπή-
τὶς νύχτες ποὺ τ᾿ ἀστέρια μπλέκανε τὰ δάχτυλά τους σὲ μιὰ προσευχὴ ἀνεξήγητη,
δὲν εἶναι πιὰ ἡ σιωπὴ σὰν αἴνιγμα
σὰ βῆμα ποὺ δὲν ξέρει ποὺ πηγαίνει
σὰ φόβος ποὺ παραμονεύει καὶ στὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς νύχτας
σὰ μιὰ φωνὴ ἀπὸ ἀλλοῦ ποὺ κρύβεται πίσω ἀπ᾿ τὴ ράχη σου
μὲ μιὰ αἰχμηρὴ ἀστραπὴ σὰ μαχαῖρι στὸ χέρι ἑνὸς ἴσκιου -
τώρα ἡ σιωπὴ εἶναι σὰν τὰ ἥμερα μάτια ἑνὸς ζῴου ποὺ σοῦ δίνει τὸ γάλα του
εἶναι ἡ σιγουριὰ τῆς αὐριανῆς δουλειᾶς
ἡ στρογγυλὴ σιγουριὰ τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ γέλιου
ἡ σιγουριὰ τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ βιβλίου.

Γιόφκωφ, ἂν εἶδες κάποια ἀδεξιότητα στὸ νέο γέλιο τῶν ἀνθρώπων
ἂν εἶδες κάποια ἀμηχανία στὸ νέο τραγούδι της
εἶναι ἡ ἀδεξιότητα τῆς χαρᾶς ὅταν φορᾶμε καινούρια ροῦχα
ὅταν φορᾶμε καινούρια παπούτσια μία Κυριακὴ κατάφωτη
- κοντοστεκόμαστε λίγο κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα
νὰ διορθώνουμε ἕνα λουλούδι σ᾿ ἕνα ποτήρι μὲ νερό.

Γι᾿ αὐτὸ σοῦ λέω νἆσαι ἥσυχος - Γιορντὰν Γιόφκωφ.
Ἄλλο δὲν ἔχω νὰ σοῦ πῶ. Α, ναί. Κι ἕνα ἄσπρο χελιδόνι σου
Μεθαύριο θὰ τὸ μεταφέρω στὴν Ἑλλάδα - ἕνα ἄσπρο φῶς
εἰρηνικὸ χαιρετισμὸ ἀπ᾿ τὰ χέρια τῆς πατρίδας σου,
ἕνα ἄσπρο φῶς ποὺ φέγγει ἕνα τοπίο περιστεριών, τριαντάφυλλων καὶ δυνατῶν χεριῶν.

ΒΑΡΝΑ, 25.1.58

ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τὰ ἐπικαιρικά, δεύτερη ἔκδοση, Ἀθήνα, ἔκδ. Κέδρος, 1976, σσ. 365-368.

uoa.gr

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Το άσπρο χελιδόνι


Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, καθώς μαύλιζε τα σκυλιά του, κατάλαβε πως ο άγνωστος χωρικός δεν ερχόταν έτσι δίχως λόγο κατά τη μεριά του, μα πως κάποια στενοχώρια τον έφερνε. Τα ’βαζε με τα σκυλιά του που γάβγιζαν κι ύστερα κοίταξε ξανά το χωρικό. Απ’ το κόκκινο γιλέκι του, το ’βλεπες πως δεν ήταν απ’ τα μέρη του Ντελή-Ορμάν. Μεγαλόσωμος και γεροδεμένος — ωστόσο ξεσπούσε αμέσως στο μάτι σου πως ήταν φτωχός κι από φτωχικιά φαμίλια. Το πουκάμισο του ήταν γιομάτο χοντρομπαλώματα, το ίδιο κι η ζώνη του. Ήταν ξυπόλυτος. Από πρώτη ματιά φαινότανε ασίκης, λεβέντης, μα ο Μοκάνιν είδε πως έχει να κάμει μ’ έναν από κείνους τους αγαθούς ανθρώπους που, όπως λένε, παραμερίζουνε μπροστά και σ’ ένα μερμήγκι.
Ο χωρικός χαιρέτησε, κάτι μουρμούρισε, κάτι σαν: «πώς τα πορεύετε δω;», μα ήταν ολοφάνερο πως αλλού γύριζε το μυαλό του, πως μεγάλες έγνοιες τον βασάνιζαν.
Κοίταξε ίσα μπροστά και, κουνώντας έτσι τα χέρια, ρώτησε αν έχει πολύ δρόμο ακόμα ως το χωριό Μαντζιλάρι. Ο Μοκάνιν, καθώς του αποκρίθηκε, είδε κάτου στο δρόμο ένα κάρο ζεμένο σ’ ένα άλογο. Το δίχως άλλο θα ’ταν τουτουνού του χωρικού και θα το ’χε αφήσει εκεί για νά ’ρθει να ρωτήσει. Μέσα στο κάρο καθόταν μια γυναίκα, διπλωμένη στα δυο, με τα χέρια της κρυμμένα κάτου απ’ το ζακέτο της, και με λυτό το τσεμπέρι της που οι δυο άκρες του πέφταν στους ώμους της. Έκανε πολλή ζέστη, μα ο Μοκάνιν ήξερε πως οι γυναίκες λύνουν έτσι το τσεμπέρι τους σαν είναι τσακισμένες όχι τόσο απ’ τη ζέστη, μα από κάποια βαριά έγνοια. Στο βάθος του αμαξιού ήταν και μια άλλη γυναίκα, πιο αχαμνή — μια νέα κοπέλα φαινότανε, ξαπλωμένη και τυλιγμένη με μια κουβέρτα, με το κεφάλι της χωμένο σε κάτι χωριάτικα σκουρόχρωμα μαξιλάρια. Κοίταζε πλάι, και δε φαινότανε το πρόσωπό της.
— Έχεις κάναν άρρωστο; ρώτησε ο Μοκάνιν.
— Ναι. Η θυγατέρα μου είναι άρρωστη.
Ο χωρικός έριξε τη ματιά του στα πρόβατα που στάλιαζαν για το μεσημέρι στο ξέφωτο, μα δεν τα ’βλεπε — τα μάτια του έδειχναν μονάχα τη στενοχώρια του.
— Αν σου ’λεγα τα βάσανά μας, είπε, μα κάλλιο μη μιλάμε γι’ αυτά.
— Δεν είσαι απ’ τα μέρη μας· από πού είσαι; ρώτησε ο Μοκάνιν.
— Απ’ το Κιτσούκ-Ακμέντ — το λένε Ναντέζντα τώρα, εκεί σιμά στο Ροκ. Πέρασα κιόλας από κει. Παγαίνω από χωριό σε χωριό πουλώντας αργιλόχωμα για λεύκασμα. Πολλοί δω πέρα, και οι γυναίκες αγοράζουν. Σαν φτάνω ως κάτου στη θάλασσα αγοράζω τίποτα ψάρια, τίποτα σταφύλια — ό,τι βρεθεί. Δόξα σοι ο Θεός, κουτσά στραβά τα βολεύουμε. Αν δε μας είχε βρει τούτο το κακό...
Κάθισε καταγής, έβγαλε την πέτσινη καπνοσακούλα του κι άρχισε να στρίβει τσιγάρο. Ο Μοκάνιν κάθισε δίπλα του και πρόσεξε που τα χοντρά, ροζιασμένα του δάχτυλα τρέμανε.
— Δεν είχαμε τύχη με τα παιδιά μας, άρχισε. Τα τρία πεθάνανε μικρά μικρά. Δε μας έμεινε πάρεξ ετούτη. Έριξε μια ματιά εκεί που ήταν το κάρο. Τήνε κοιτάζαμε σαν την κόρη του ματιού μας. Έβγαζα τη μπουκιά μου απ’ το στόμα, μη και της λείψει το καλό φουστάνι και δει τις άλλες ομορφοντυμένες και μου κακοκαρδιστεί. Ο Θεός βοήθησε και τη φυλάξαμε ως τα τώρα. Μα δω και λίγον καιρό άρχισε να μαραζώνει. Αρρώστια δεν έχει τίποτες, κι ώρα την ώρα σβήνει. Άκουσα που ’λεγε στη μάνα της, οι άλλες, λέει, οι φιλενάδες της παντρευτήκανε κι αυτή δεν παντρεύτηκε γι’ αυτό είναι πικραμένη.
— Ε, της λέω, τι σκας μωρέ παιδί μου, θά ’ρθει κι η αράδα σου. Τις άλλες τηράς; Ελόγου τους είναι πλούσιες. Τα παλικάρια σήμερις κοιτάνε τον παρά. Έγνοια σου, θα παντρευτείς κι εσύ, μη χολοσκάς, δε σε πήρανε δα τα χρόνια. Καλή καρδιά.
— Πόσω χρονώ είναι;
— Κοντεύει τα είκοσι. Της Παναγίας θα τα κλείσει.
— Αμ’ τότες είναι νια.
— Έτσι λέω και λόου μου — νια.
Ο χωρικός σώπασε κι έριξε πάλι τη ματιά του στα πρόβατα χωρίς να τα δει. Κει πλάι, στον πυρωμένο αέρα, υψώθηκε η στριγγιά κραυγή του τζίτζικα.
— Τούτο το καλοκαίρι μ’ άρχεψε στα παρακάλια ναν την αφήκω να θερίσει μαζί με τις άλλες. Τι να κάνω; Φτωχοί ανθρώποι είμαστε, ανάγκη από τίποτις παράδες έχουμε, μα έτσι που την έγλεπα αχαμνή, σαν αρρωστεμένη, δε μου ’κανε καρδιά να την αφήκω. Παρακάλια πάλι: «άσε με, πατέρα, άσε με να πάω κι εγώ με τις άλλες». Τι να ’κανα; Καλά, μια και το θες, πάγαινε. Δεν ξέρω τι έτρεξε — δεν ήμαστε κει να δω. Πλαγιάζανε, λέει, στα χωράφια. Δεν ξέρω πώς μου τα ’πε. Μια φορά, λέει, είχανε ολημερίς θερίσει, το βραδάκι δειπνήσανε, τραγουδήσανε, γλεντήσανε κι απέ πλαγιάσανε. Η Νόνκα, έτσι τη λένε τη θυγατέρα μου, πλάγιασε κι αυτή όπως κι οι άλλες. «Είχα πλαγιάσει, πατέρα», μου ’πε, «ανάμεσα στα δεμάτια, πίσω από μια θημωνιά, είχα κουκουλωθεί κι αποκοιμήθηκα. Ξάφνου, κάτι ένιωσα στο στήθος μου, κάτι βαρύ και κρύο. Άνοιξα τα μάτια μου. Ένα φίδι».
— Λοιπόν;
— Ναι, ένα φίδι. Πλαγιασμένο στον κόρφο της, κουλούρα. Η θυγατέρα μου φώναξε και μ’ όλο της τον τρόμο, άρπαξε το φίδι και το πέταξε μακριά.
— Το πέταξε, λοιπόν; Κάτι τέτοια λαχαίνουν το θέρο. Έχω ακουστά που μια βολά ένα φίδι μπήκε στο στόμα μιας γυναίκας. Δεν τήνε δάγκωσε όμως; Δεν τήνε δάγκωσε, ε;
— Όχι. Ήταν στον κόρφο της. Τ’ άρπαξε και το πέταξε. Αυτό μου ’πε. Αλήθεια έγινε, τίποτες όνειρο ήταν; δεν ξέρω. Μα από κείνη τη μέρα, όλο και χειρότερα. Η κόρη μου ξεραίνεται σαν το κλαδί. Πονάει στο στήθος. Έχω πόνο, λέει, εκεί που είχε πλαγιάσει το φίδι.
— Άκου πράματα, είπε ο Μοκάνιν σαστισμένος. Και πού την πηγαίνεις τώρα; Σε κάνα γιατρό;
— Α, οι γιατροί... Την είδανε τόσοι και τόσοι! Τώρα την παγαίνω... πώς να στο πω... Αν ήτανε μονάχα στο χέρι μου... ελόου μου δεν τα πιστεύω αυτά... μα, ξέρεις, σαν έχεις να κάνεις με γυναίκες... Κι ύστερις, είναι άρρωστη, κι είναι παιδί μου...
Η φωνή του τρεμούλιασε. Σώπασε. Έριξε πάλι γύρω μια ματιά, κι ύστερα τράβηξε μια το ’να μια τ’ άλλο μουστάκι του, και τα ψαρά, σκληρά, κακοξυρισμένα γένια του. Ο Μοκάνιν καταλάβαινε καλά πως όλες τούτες οι άσπρες τρίχες ήταν απ’ τις πολλές έγνοιες.
— Τ’ άλλο βράδυ, ξανάρχισε ο χωρικός, είχαν γυρίσει απ’ τα καρνάγια κάτι ντόπιοι που δούλευαν εκεί. Είπαν το ’να, είπανε τ’ άλλο, ξέρω κι εγώ... Αυτοί δεν έχουνε σκοτούρες. Μπορεί να χωράτευαν κιόλας. Και να, που καταφτάνει σπίτι μας η Στογιένιτσα, η πολυλογού, που δεν είναι πράμα στον κόσμο που να μην το ξέρει.
— Γκούντσο, φώναξε απ’ το κατώφλι, είσαι τυχερός. Κι εσύ, Νόνκα — άνοιξε η τύχη σου. Όλα θα πάνε μια χαρά.
— Μα τι τρέχει; λέω. Το και το. Ο Νικόλας κι ο Πένυ Σιντεβόρι γυρίσανε από τα καρνάγια. Λένε το λοιπόν πως στο Μαντζιλάρι έχει φανεί... λέει, έχει φανεί ένα άσπρο χελιδόνι. Ολόασπρο σαν το χιόνι. — Ε, και; — Μα δεν ξέρεις, λοιπόν, που άμα ένας άρρωστος το δει γιατρεύεται μεμιάς ό,τι αρρώστια να ’χει; Ένα άσπρο χελιδόνι, μια φορά στα ’κατό χρόνια φαίνεται. Ξέρεις, Γκούντσο, λέει, δεν πρέπει ν’ αργοποράς! Πάγαινε τη Νόνκα κει κάτου! Δεν μπόραγα να κάνω αλλιώς, η μικρή έβαλε τα κλάματα, το ίδιο κι η μάνα της και να μας.
— Μα να ’ναι αλήθεια, τάχα; Και πού βρίσκεται αυτό το χελιδόνι;
— Σου το ’πα, φάνηκε στο Μαντζιλάρι.
— Άσπρο είπες;
— Ολόασπρο.
Ο Μοκάνιν, παραξενεμένος, έριξε μια ματιά κατά το δρόμο. Αυτός, κάθε μέρα, σταμάταγε σε τούτο το ξέφωτο με τα πρόβατά του, μα του φαίνεται ποτέ δεν είχε δει τόσα χελιδόνια, όσα σήμερα, πάνω στα τηλεγραφικά σύρματα. Και τι το παράξενο, μαθές; Κοντοζύγωνε της Μεταμορφώσεως και σε τούτηνα την εποχή τα χελιδόνια και τα λελέκια μαζεύονται για να ξαναγυρίσουν στις ζεστές χώρες. Ήταν τόσα χελιδόνια κολλητά κολλητά, που το σύρμα λύγιζε απ’ το βάρος του κι έμοιαζε σαν κομπολόι. Μιλιούνια χελιδόνια, μα όλα μαύρα.
— Να γιατί βρέθηκα στα μέρη σας, είπε ο χωρικός, τούτη τη φορά ξεθαρρεμένος και ξαλαφρωμένος. Και σαν είδα του λόγου σου, συλλογίστηκα: δεν παγαίνω ναν τόνε ρωτήσω, μπορεί και να ’δε τ’ άσπρο χελιδόνι, μπορεί να ’χει ακούσει να λένε...
— Όχι, αδερφέ μου. Άσπρο χελιδόνι; Μήτε είδα, μήτε άκουσα να λένε.
Μα την ίδια στιγμή σκέφτηκε πως θ’ απόλπιζε ολότελα τούτους τους ανθρώπους και ξανάπε:
— Μα μπορεί μια χαρά να υπάρχει. Ναι, και βέβαια μπορεί. Γιατί όχι; Υπάρχουνε άσπρα βουβάλια, άσπρα ποντίκια, άσπρες κουρούνες. Γιατί τότενες να μην υπάρχει κι ένα άσπρο χελιδόνι; Και τη στιγμή που μιλάμε γι’ αυτό, στα σίγουρα θα υπάρχει...
— Ποιος ξέρει; έκανε ο χωρικός μ’ ένα στεναγμό. Εγώ δεν τα πιστεύω, μα οι γυναίκες, ξέρεις...
Σηκώθηκε να φύγει. Συγκινημένος ο Μοκάνιν σηκώθηκε κι αυτός να τον ξεβγάλει και για να δει τη νέα. Όταν κοντοζύγωσαν στο δρόμο, η μάνα, μια γυναίκα χλωμή, σκελετωμένη απ’ το μόχτο και τα βάσανα, ξεψάχνισε από μακριά ακόμα το πρόσωπο του άντρα της, πασκίζοντας να μαντέψει τι μαντάτα έφερνε. Η κοπέλα, έμενε πάντα γυρισμένη στο πλάι και κοίταζε τα χελιδόνια που είχαν κουρνιάσει στο τηλεγραφικό σύρμα.
Η κοπέλα, ακούγοντας τη φωνή του, γύρισε. Ήταν λεπτοκαμωμένη. Το κορμί της καταφαγωμένο απ’ την αρρώστια ό,τι που σχεδιάζονταν κάτω απ’ την κουβέρτα. Στο κέρινο πρόσωπό της μονάχα τα μάτια έλαμπαν ακόμη με την αστραπή της νιότης. Κοίταζε πότε τον πατέρα της, πότε τον Μοκάνιν.
— Νόνκα, αυτός εδώ, το ’χει δει κιόλας το χελιδόνι, είπε ο χωρικός βάζοντας μάρτυρα τον Μοκάνιν. Είναι κει κάτω, στο χωριό. Φτάνει μονάχα να το δούμε κι εμείς.
Ο Μοκάνιν ένιωσε ένα βάρος, ένα σφίξιμο στο λαιμό, τα μάτια του βούρκωσαν.
— Θα το δείτε κι εσείς, παιδί μου, είπε δυναμώνοντας τη φωνή του. Μια και το δα εγώ, γιατί τάχα να μην το δείτε κι εσείς; Το ’δα με τα ίδια μου τα μάτια, ένα άσπρο χελιδόνι, κάτασπρο. Θα το δεις κι εσύ. Ο Θεός θα σου κάνει τούτη τη χάρη, θα το δεις, παιδί μου, και θα γιάνεις... είσαι τόσο νέα! Στο λέω, θα το δεις και θα γιάνεις, μη φοβάσαι τίποτις...
Η μητέρα έκρυψε τα μάτια της στα χέρια της και ξέσπασε σ’ αναφιλητά. Ο μεγαλόσωμος γεροδεμένος άντρας σιγόβηξε, άρπαξε τα γκέμια του αλόγου και ξεκίνησε.
— Άντε τε, στο καλό, καλή τύχη! φώναξε ο Μοκάνιν. Το χωριό δεν είναι μακριά. Θα τραβήξετε ίσα όπως πάνε τα σύρματα του τηλέγραφου!
Έμεινε κάμποσο στο δρόμο κοιτάζοντας το κάρο που μάκραινε. Μια κοίταζε τη μάνα με το μαύρο τσεμπέρι, μια την κοπέλα πλαγιασμένη στο πλευρό της, μια τον ψηλόκορμο χωρικό που πήγαινε σκυφτός τραβώντας τ’ άλογο απ’ τα γκέμια, και τα χελιδόνια που φτερούγιζαν πάνω τους, καθώς εκείνοι περνούσαν, κι αμέσως ύστερα ξαναγύριζαν να κάτσουν στα τηλεγραφικά σύρματα.
Ο Μοκάνιν ξαναγύρισε συλλογισμένος στο κοπάδι του και ξανάρχισε τη δουλειά του — έκοβε από πετσί αλόγου τσαρούχια. Ένα άσπρο χελιδόνι, έλεγε και ξανάλεγε. Και μήπως είναι αυτό μονάχα;
Ένιωθε μεγάλο βάρος στο στήθος, κάτι τον τυραγνούσε. Ύστερα, παρατώντας το σουβλί του απ’ το χέρι, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό κι είπε:
— Κύριε Μεγαλεύσπλαχνε, τι βάσανα σε τούτη τη γης!
Κι έριξε ξανά τη ματιά του στο κάρο που μάκραινε πέρα στο δρόμο.

         Γιορντάν Γιόφκωφ      (  μτφρ. Γιάννης Ρίτσος )

JORDAN JOVKOV (Τσεράβνα 1880 – Πλόβντιβ 1937). Βούλγαρος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Δεν μπόρεσε να τελειώσει τα νομικά και αναγκάστηκε να δουλέψει, αρχικά, ως δάσκαλος. Αργότερα, υπηρέτησε ως πρεσβευτής στο Βουκουρέστι. Πηγή έμπνευσης και χώρος δράσης των έργων του είναι τα Βαλκάνια.

Έγραψε διηγήματα (Θρύλοι του βουνού Στάρα Πλάνινα, 1927), μυθιστορήματα (Το τσιφλίκι κοντά στο σύνορα, 1934) και θεατρικά έργα (Βραδιές στο πανδοχείο του Αντίμοβο, 1928· Ο εκατομμυριούχος, 1930· Η καρδιά μιας γυναίκας, 1935).

Πηγή:digitalschool.minedu.gov.gr

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!