Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

...Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα...

 Στα Γιάννενα στις αρχές του 20ου αι. ζούσαν 4.000 Εβραίοι και λίγο πριν το διωγμό τους περίπου 2.000. Η Ιστορία της εγκατάστασης τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ζούσαν μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων και στους δρόμους γύρω από αυτό. Αρκετά εβραϊκά σπίτια σώζονται σήμερα και έχουν αναδειχτεί μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στο Ολοκαύτωμα. 1.850 άτομα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς . Πϊσω γύρισαν 163 μόνον. Η 27 Ιανουαρίου είναι Ημέρα μνήμης Ελλήνων Εβραίων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος.


"Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του. Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχα στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:
- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.
Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.
Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.....
...Στὸ παζάρι τῆς πόλης θά ῾τανε καμιὰ ἑκατοπενηνταριὰ - διακόσιοι Ἑβραῖοι μὲ μαγαζιὰ - τόσοι ἀπ᾿ τὶς τέσσερις χιλιάδες. Ἄλλοι μὲ μικρὰ μαγαζιὰ καὶ καμπόσοι μὲ βαρβᾶτα ἐμπόρια - ὅσο βαρβᾶτα μπορούσανε νά ῾ναι τὰ ἐμπόρια σὲ μιὰ πόλη ποὺ τὴν ἔτρωγε τὸ σαράκι, εἶδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια ἐμπόρια, εἶδος ἕτοιμο, ἀπ᾿ ἔξω φερμένο, ὄχι στάρια, τροφίματα, ἐγχώρια εἴδη - τέτοια πράματα δὲν εἶχε κανένας τους. Τὰ μαγαζιά τους εἶταν ἀνακατωμένα μὲ τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶχαν παράξενο τίποτα, γένια ἢ στὸ ντύσιμο, ὅπως ἀλλοῦ, καὶ τὴ φωνή τους ἀκόμα πασκίζαν αὐτοὶ καὶ τὴ σουλουπώνανε νὰ μὴ σέρνεται - ξεχωρίζαν ὡστόσο κι αὐτοὶ μὲ τὸ πρῶτο πὼς εἶταν Ἑβραῖοι. Τέλος - εἶτανε καὶ κάτι λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ἕνας - δυὸ γιατροί, φαρμακοποιοί, ἕνας - δυὸ δικηγόροι καὶ κάτι δάσκαλοι τῶν ξένων γλωσσῶν, ὄχι ἄλλες ἐπιστῆμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, νὰ ποῦμε τεχνικοὶ γενικά, ποὺ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη δὲν εἶταν πολλοὶ - δὲν τοὺς σήκωνε ὁ τόπος.
Αὐτοὶ πού ῾χανε τοὺς παρᾶδες ζούσανε βέβαια καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους - σὲ καλύτερα σπίτια, εἶχαν καὶ δοῦλες - Ὁβριὲς - κ᾿ εἴχανε φκιάξει ἔξω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο ἕνα - δυὸ ὁβραίικους δρόμους, πού ῾ταν κι ἀπὸ τοὺς καλύτερους τῆς πόλης. Αὐτοὶ τὸ βράδυ ἀνεβαίνανε καὶ στὰ καφενεῖα στὴν πλατεία τῆς πόλης, εἶχαν νταραβέρια μὲ καλοὺς νοικοκυραίους καὶ καθόντανε μαζί τους καὶ παίζανε τάβλι. Ὅποιος ἔχανε πλήρωνε καὶ γιὰ τοὺς δυό μας.
Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους, εἶταν ὅλοι θρῆσκοι, κανένας δὲν ἔπιανε φωτιὰ τὸ Σάββατο καὶ κανένας δὲν δούλευε τὸ Σάββατο. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, εἶταν ὅλοι τους ταχτικοὶ στὴ ζωή τους, παντρευόνταν ἀπὸ μικροὶ κ᾿ εἶχαν ὅλοι τους ἕνα δεύτερο ροῦχο, καλύτερο, γιὰ νὰ τὸ φορᾶνε τὸ Σάββατο, νὰ πᾶνε τὸ πρωὶ στὴ Συναγωγή τους καὶ νὰ βγοῦνε τ᾿ ἀπόγευμα νὰ κάνουν περίπατο. Οἰκογενειακῶς. Ὅσοι μπορούσανε καθόντανε καὶ στὸ καφενεῖο, πάλι οἰκογενειακῶς. Πίνανε καφὲ ἢ μία γκαζόζα, οἱ γυναῖκες τους τρώγανε μία βανίλια καὶ τὰ παιδιὰ μοιραζόντανε τὸ λουκούμι ποὺ κοβόταν στὰ δυὸ - δὲν ντρεπόνταν ποὺ τοὺς κοιτοῦσαν ἀπ᾿ τὰ γύρω τραπέζια. Τὴν Κυριακὴ τ᾿ ἀπόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οἰκογενειακῶς ἢ πηγαίνανε στὸ καφενεῖο καὶ χασμουριόνταν ὥσπου νὰ περάσει κι αὐτὴ - μιὰ μέρα ἀκόμα χαμένη.
Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη καὶ συμμαζεμένη εἶταν ἡ ζωὴ ὁλονῶν τους.
Κι ὡστόσο μέσα στὴν πόλη λέγανε γι᾿ αὐτοὺς πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. Τοὺς φορτῶναν ἕνα σωρὸ κουσούρια, κακίες κι ἀδυναμίες, ποὺ τάχα ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε - καὶ πρῶτα-πρῶτα γιὰ τοὺς παρᾶδες ποὺ τοὺς μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα καὶ ποὺ τάχα ἐμεῖς τοὺς σκορπούσαμε. Γενικὰ τοὺς παρασταίνανε σὰν ἀνθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια καὶ βρώμικια. Τοὺς λέγανε παλιόβριους καὶ τσιφούτηδες....
..... Ὅσο καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦσαν, εἶχαν ὅλοι τους μέσα στὴν πόλη κάθε λογῆς καλὰ νταραβέρια μαζί τους, καὶ ψωνίζαν ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ δανείζονταν, οἱ πλούσιοι συνεταιριζόνταν στὰ ἐμπόρια κ᾿ οἱ φτωχοὶ τραβοῦσαν τὰ ἴδια μὲ τὴ φτώχεια καὶ μὲ τὰ βάσανα. Καὶ μ᾿ ὅσα κακὰ κι ἂν τοὺς φόρτωναν, κανένας ποτὲ δὲν ἀκούστηκε νὰ πειράξει Ἑβραῖο μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶταν Ὁβριός, ποτὲς μήτε τὴ Μεγάλη τὴν Πέμπτη - ὄχι, δὲν τοὺς πειράζαμε ἐμεῖς.
Δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ μᾶς. Κι ὡστόσο, παραλῆδες ἢ ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ἢ δουλευτᾶδες, ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὰ ὁβραίικα τὰ δικά τους, κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν πήγαινε παραπέρα, δὲν χώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους...
...Τὶς ἄγριες χειμωνιάτικες νύχτες ὁ δυτικὸς ἄνεμος ἐρχόταν ἀπὸ τὴ λίμνη ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν πόλη καὶ ξεσποῦσε στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ βουίζοντας μέσα στὰ σκοτεινὰ χαγιάτια καὶ τὶς σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος ὄνειρα ταραγμένα. Τὶς ἥμερες νύχτες, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκουγόνταν οἱ καλαμιὲς ποὺ τραβούσανε σ᾿ ἀτελείωτο μάκρος τὸ πνιγμένο τους ἀργοσάλεμα, κάτι σὰ θρῆνος γιὰ μία χαμένη ζωή. Κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ, ὁ ὕπνος τοῦ μαχαλᾶ λικνιζότανε μέσα στὴν ἀτέλειωτη συναυλία τῶν βατράχων ποὺ δίπλα στὸ μαχαλᾶ διαλαλοῦσαν ἀπὸ τὴ λίμνη τὸ χορτασμὸ καὶ τοὺς ἔρωτές τους πάνω στὴν πράσινη, βρώμικη λάσπη τῆς ὄχτης. Ἡ ἑβραίικη κοινότητα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη πρέπει νά ῾ταν καμωμένη ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ὁβραίικα εἶτανε μέσα στὸ Κάστρο της. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἡ Συναγωγή της εἶχε ἀρχιραβίνο κι ὄχι ραβίνο...
.... Πολλὰ χρόνια πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι, πάρα πολλά.....Οἱ πλάκες τοῦ Μωυσῆ κρατούσανε πάντα τὴν παλιά τους γραφή. Κ᾿ ἡ ὁβραίικη φτωχολογιὰ τὶς κουβαλοῦσε στὴν πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, ἀπ᾿ αὐτὲς καρτερώντας τὴ σωτηρία.....Ὅπου κάποτε, πᾶνε τώρα τριάντα χρόνια, ἀκούστηκε καὶ στὴν μικρὴ πολιτεία ἡ φωνὴ ἑνὸς καινούργιου προφήτη. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγε αὐτός, κανένας ἄλλος τρόπος γιὰ τοὺς Ὁβραίους νὰ γλυτώσουν, νὰ σταματήσει ἡ χαμένη τυράννια τους κ᾿ ἡ ντροπή τους, παρὰ νὰ τὶς σπάσουνε μιὰ καὶ καλὴ τὶς πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Οἱ φτωχοὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς κ᾿ οἱ ἀρχόντοι μὲ τοὺς ἀρχόντους.....
.... Φανερό, λοιπόν, πῶς αὐτὸς ὁ καινούργιος προφήτης εἶταν ὁ πρῶτος Ὁβραῖος κομουνιστὴς τῆς πόλης αὐτῆς....Εἶταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα κ᾿ ἡ μάνα του τὸν εἶχε ἀναστήσει ξενοδουλεύοντας καὶ τὸν καμάρωνε ὕστερα πὄγινε καθηγητὴς τῶν γαλλικῶν σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», ποὺ τὸ κράταγε στὰ χέρια της ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων. Τὸν καμάρωνε ἀκόμα πού ῾ταν ἔτσι ταπεινὸς καὶ γλυκὸς κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι τὸν κοιτοῦσαν στὰ μάτια καὶ τὴν τιμοῦσε κι αὐτήν, ὅπως τιμοῦν οἱ φτωχοὶ τὶς μανάδες τους......
Ὧρες καὶ παράωρες τριγυρνοῦσε κάθε μέρα στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ. Χωρὶς καθόλου νὰ γνοιάζεται πὼς εἶταν καθηγητὴς σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», καθόταν στὰ πεζοδρόμια καὶ στὰ πεζούλια καὶ μιλοῦσε μὲ τὶς Ὁβριὲς καὶ μὲ τοὺς χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στὰ καπηλειά τους, ἐκεῖ μέσα στὰ ὁβραίικα, κι ἂν δὲν ἔπινε κι αὐτός, ἔτρωγε ὡστόσο μαζί τους, μὲ τὰ δυό του τὰ χέρια τὴν ὁβραίικη λαχαναρμιὰ καὶ τρέχανε τὰ ζουμιὰ στὸ παλτό του. Γέννημα δηλαδὴ καὶ θρέμμα δικό τους, ὁλόφτυστο.
Λίγο-λίγο μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ φόβο οἱ Ὁβραῖοι ἀρχίσανε καὶ μαζευόντανε γύρω του κι ἀκούγανε ξαφνιασμένοι ποὺ τοὺς ἐξήγαγε τὴ Γραφὴ μ᾿ ἕναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ἀνασαίνανε τ᾿ ὄνειρό του....
 ....Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς!...
Αὐτὸς τὸν εἶχε ξεδιαλέξει μέσα στὰ ὁβραίικα, αὐτὸς τὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει ὁβραίικα. Ἀπὸ τότες πού ῾τανε μικρὸς ἀκόμα, τὸν ἔπαιρνε τὰ χειμωνιάτικα βράδια στὸ σπίτι καὶ καθόνταν κατάχαμα καὶ διαβάζαν οἱ δυό τους. Μὲ τὴν καλοκαιριά του παιδὶ περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του κι ἅμα κλείνανε πηγαῖναν μαζὶ στὸν ἐρημικὸ δρόμο πίσω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο, στὴν ἄκρα τῆς λίμνης, καὶ πάλι μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ταλμούτ...
.... Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶταν ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιά, ποιητὴς καὶ ταλμουδιστής. Εἶχε ἀρχίσει τότε καὶ δημοσίευε κάπου-κάπου μικρὲς θαυμαστὲς ἐργασίες γιὰ ζητήματα τῆς Γραφῆς καὶ μοναδικὲς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ κείμενα.Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοῦ παρατήρησε στὴν ἀρχὴ γιὰ μερικὰ σημεῖα στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, λαθεμένα κατὰ τὴ δική του τὴ γνώμη...
.... Σιγὰ-σιγὰ ξεμακραῖναν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, δὲ βλεπόντανε ταχτικά, ὁ Γιοσὲφ δὲν περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του.....
..... Τότες ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶδε πῶς ἔπρεπε πιὰ νὰ δώσει ἕνα τέλος....
..... Μὲ σίγουρο χέρι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ξερίζωσε τ᾿ ἄγριο φύτρο. Δὲν εἶταν καὶ δύσκολο. Ὁ Γιοσὲφ διώχτηκε σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ». Οἱ πόρτες τοῦ κλείστηκαν ὅλες, στὴν ἀρχὴ οἱ ὁβραίικες, ὕστερα κι ὅλες οἱ ἄλλες. Κάτι λίγα μαθήματα ποὺ τ᾿ ἀπόμειναν κοπῆκαν καὶ κεῖνα - τὰ παιδιὰ ἀρρωστήσανε ξαφνικὰ ἢ τὰ οἰκονομικὰ τῶν γονέων ἔτυχε πάνω στὴν ὥρα καὶ στένεψαν, δὲ μπορούσανε πιὰ νὰ πληρώσουν. Ζώστηκε ὁλοῦθες ἀπὸ τὴ φτώχεια, κυνηγήθηκε μὲ κεῖνον τὸν τρόπο ποὺ ξέρουν στὴν ἐπαρχία νὰ κυνηγοῦνε - διώχτηκε. Καὶ λίγο πιὸ ὕστερα πέθανε, πολὺ νέος ἀκόμα, κάπου μακριὰ ἐκεῖ στὴ Μακεδονία. Ἡ μικρὴ Ἱερουσαλὴμ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸν ἀπέκτεινε τὸν προφήτη της....
..... Ἕνα μικρὸ ράγισμα φανερώθηκε σὲ λίγο. Ἡ πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ σαλεύεται καὶ στὴν κοινότητα τῶν Ὁβραίων, ὅπως εἶτανε πιὰ σαλεμένη γιὰ πάντα καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἄρχισαν δηλαδὴ μερικοὶ ἀπὸ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ καὶ πηγαῖναν ἐργάτες, δουλεύαν μαζί με Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεῖ πὼς δουλεύανε καὶ τὸ Σάββατο. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοί, ἔφταναν ὡστόσο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ πρῶτο ράγισμα. Οἱ ἄλλοι τοὺς κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τὸν κεραυνὸ ποὺ θὰ πέσει στὰ κεφάλια τους, τοὺς εἶδαν ὕστερα ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Καὶ μερικὰ μαγαζιὰ ἀρχίσαν καὶ κεῖνα δειλὰ-δειλὰ κι ἀνοίγανε λίγο τὸ Σάββατο, νὰ μὴ χάνουνε τοὺς χωριάτες ποὺ κατέβαιναν νὰ ψωνίσουν.....
.... Καὶ ξαφνικὰ πῆρε μία μέρα ἕνα μάστορα καὶ δυὸ-τρεῖς ἐργάτες καὶ τοὺς ἔφερε στὸ μαγαζί του. Τοὺς ἔβαλε καὶ γκρεμίσαν τὴν πορτούλα. Τὰ παιδιά του κι ὁ Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν καὶ δὲν πιστεύαν τὰ μάτια τους. Αὐτὸς στεκόταν ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χείλια σφιγμένα. Τοὺς κοιτοῦσε ποὺ γκρεμίζαν αὐτὴ τὴν πόρτα, γκρεμίσαν ὅλον τὸν τοῖχο. Ἕνας κόσμος παλιὸς γκρεμιζόταν γιὰ πάντα, ἔφευγε πίσω. Καὶ ξεπρόβαλε τώρα ὁ θησαυρὸς τῆς δικῆς του πραμάτειας - νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι. Τράβηξε λίγο παραμέσα τὸ τραπέζι καὶ ξανακάθισε σάμπως νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Κι ὁλότελα ξαφνικά, ἔτσι ξαφνικὰ ὅπως εἶχε γκρεμίσει τὸν τοῖχο, ξανοίχτηκε μέσα στὴν ἀγορὰ - πιστώσεις, ἐμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τὰ ὁβραίικα μαγαζιὰ βρεθήκανε ὅλα δεμένα μὲ τὸ δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα καὶ κέρδη. Κανένα δὲν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στοὺς ἐμπόρους βολοδέρνανε κ᾿ οἱ μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι καὶ πραματευτᾶδες, οἱ γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αὐτοὶ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ μὲ τὰ χίλια σκοινιά - παρᾶδες, ἀνάγκες, συγγένειες, ἐλπίδες. Ὁ ἴσκιος τοῦ μαγαζιοῦ του τοὺς σκέπασε ὅλους. Συναγώι, Κοινότητα καὶ τὸ μαγαζὶ τὸ δικό του εἶταν τώρα ἕνα καὶ τὰ τρία - ὁ νόμος τοῦ Ἀβραάμ, ὁ φόβος καὶ τὸ χρῆμα - ἡ κλώσσα. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ σαλέψει μέσα στὰ ὁβραίικα δίχως τὴ θέληση τὴ δική του....
.... Μὰ ἡ ζωὴ τούτη τὴ φορὰ θέλησε νὰ κλείσει ἡ ἴδια τὸ διήγημα, δίνοντας αὐτὴ - σπάνιο πράγμα - τὴν ἀναγκαία λύση....
.....
Ὅταν ἀκούστηκαν οἱ Γερμανοὶ καὶ κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἄρχισε καὶ στὴ μικρὴ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων αὐτῆς τῆς πόλης ὁ μεγάλος τρόμος. Ὅλοι ξεπουλοῦσαν, ἄλλοι φκιάχνανε λίρες, ὅλοι φώναζαν νὰ σκορπίσουν καὶ νὰ κρυφτοῦνε μέσα στοὺς Ῥωμιούς. Ἡ κοινότητα τρανταζόταν ὁλόκληρη, ἀκόμα λίγο καὶ θ᾿ ἄρχιζε τὸ σωτήριο σκόρπισμα.
Δεμένους μὲ τὰ χίλια σκοινιά του, δίβουλους καὶ τρομαγμένους, ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοὺς κράτησε κεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, μὲ μηχανὲς κ᾿ ἐλπίδες καὶ μὲ φοβερίσματα, νὰ μὴ σκορπίσουν μονάχα, νὰ μὴν τοῦ φύγουν. Καὶ τοὺς προφτάσαν, ἐκεῖ. Καὶ τοὺς πῆραν ὅλους: καὶ τὸν κουφὸ τὸ χαχάμη καὶ τὶς γριὲς καὶ τοὺς γέρους καὶ κείνους ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε τὸ Σάββατο καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους ποὺ δὲν πιάνανε τὴ φωτιὰ καὶ τὰ μικρὰ τὰ παιδιά τους μὲ τὰ σπυριὰ καὶ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ Σιέμο καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ. Καὶ χαθῆκαν ὅλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, ἔξω ἀπὸ κείνους τοὺς λιγοστούς, μετρημένους στὰ δάχτυλα - ποὺ δὲν θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ τὰ σπάσανε τὰ σκοινιά του καὶ φύγανε, κρύφτηκαν μὲς στοὺς Ῥωμιοὺς ἢ πήγανε στὸ βουνὸ ποὺ τοὺς φώναζαν οἱ ἐαμίτες.
Μέσα σὲ λίγες ὧρες ἡ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων βούλιαξε ἀκέρια. Μὲ τὴ Συναγωγή της, τὰ μαγαζιά της, τοὺς παρᾶδες τοὺς μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δὲν ἔμεινε τίποτα. Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα. Εἶταν ὁ ὕστατος θρίαμβος τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ."
(Αποσπάσματα από το διήγημα του Δημήτρη Χατζή, Σαμπεθάι Καμπιλής)
Ολόκληρο το διήγημα εδώ


4 σχόλια :

e-Apenanti είπε...

Γειά σου Σοφία,

Μπράβο σου. Ζείς την πόλη και σε ζεί.

εγώ περαστικός ήμουν, μα στάθηκα και διάβασα την ανάρτηση.

sofia είπε...

Γεια σου Θανάση,
Χαίρομαι που πέρασες και διάβασες το διήγημα. Πάντα με τον καλό λόγο .
Τα Γιάννενα είναι πόλη για να ζεις, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν ξεφύγει λίγο. Είναι πόλη με προσωπικότητα και πολλή ιστορία. Και εγώ έχω πάθος με την ιστορία της πόλης.

menexesthomas είπε...

"Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ".
Θυμήθηκα τώρα μια ιστορία που μου την έχει διηγηθεί καμιά δεκαριά φορές ο πατέρας μου.
Σέρρες, δεκαετία του 1930:
ο πατέρας μου παίζει στην αυλή του Εβραίου παιδικού του φίλου, Μαΐρ Λαζάρ. Κάποια στιγμή, μετά τη δύση του ήλιου, εμφανίζεται η γυναίκα του ραβίνου, που έμενε δίπλα και κάτι λέει στα εβραϊκά (ισπανικά δηλαδή) στον Μαΐρ και αυτός μεταφράζει στον πατέρα μου πως πρέπει να πάει στο σπίτι του ραβίνου να σκαλίσει το μαγκάλι! Ο πατέρας μου πηγαίνει, και για αντάλλαγμα η γυναίκα του ραββίνου τού δίνει ένα φρεσκότατο κόκκινο μήλο. Ο πατέρας μου το βάζει στην τσέπη και μόλις απομακρύνεται ώστε να μην τον βλέπουν το πετάει σε ένα οικόπεδο. Δεν υπήρχε περίπτωση να φάει οτιδήποτε που του είχε δώσει ραβίνος. Και ας ήταν ο καλύτερος φίλος του Εβραίος, λέγονταν όμως τόσα για τους Εβραίους που σίγουρα επηρεάζονταν τα παιδιά της ηλικίας του.

sofia είπε...

Οι προκαταλήψεις που σχολιάσαμε στη δική σου ανάρτηση Θωμά.