Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Ψωμί και ντομάτα

 Η Έφη Πανσελήνου έγραψε το μυθιστόρημα " Δρόμοι της Αθήνας" αισθανόμενη το χρέος να μιλήσει για τη μεγάλη εποποιΐα της Αντίστασης στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής 1940-1944. Ένα μέρος του μυθιστορήματος αναφέρεται στη ζωή και στο μαρτυρικό θάνατο της Ηλέκτρας Αποστόλου.Στην  πρώτη έκδοση του βιβλίου που  έγινε στα 1958 εξ αιτίας της λογοκρισίας δεν αναφέρει το όνομα Ηλέκτρα αλλά το όνομα Ηρώ. Αυτό επανέλαβε  και η δεύτερη στα 1959 στο Βουκουρέστι από τις" Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις". Επίσης το όνομα της κόρης της Ηλέκτρας αναφέρεται ως Αυγή και όχι Αγνή που ήταν το πραγματικό. 
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το δέκατο ένατο κεφάλαιο και έχει τον τίτλο Ψωμί και Ντομάτα. Η συγκεκριμένη έκδοση του μυθιστορήματος Δρόμοι της Αθήνας είναι μεταγενέστερη , αλλά δεν αναφέρεται χρονολογία έκδοσης και εκδοτικός οίκος.
Η Έφη Πανσελήνου μεταμορφώνει με τη λογοτεχνική της πένα το αληθινό γεγονός της σύλληψης και δολοφονίας της Ηλέκτρας σε τέχνη. Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της συγγραφέως.


ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΝΤΟΜΑΤΑ
  
Είναι Ιούλης του 44. Οι Γερμανοί ξεφτάνε. Φαίνεται από τη λύσα τους: Τα μπλόκα, οι εκτελέσεις, οι μάχες φουντώνουνε. Στους δρόμους, στις πόλεις, στα βουνά κρατάνε ανάστατη τη χώρα που παλεύει με τα δόντια, τα χέρια, τα πόδια, ορμητικά, απεγνωσμένα, ν' ανθέξει τους τελευταίους σφαδασμούς του θηρίου.
 Η μικρή Αγνή, κόρη της εξόριστης αγωνίστριας Ηλέκτρας Αποστόλου, στην Ανάφη


Η Ηλέκτρα κοιμήθηκε στ' αρπαχτά. Έγειρε την αυγή, σαν τέλιωσε η συνεδρίαση πάνω στο ντιβάνι όπως είτανε. Το μικρό δωμάτιο φλομώνει ο καπνός και η κλεισούρα. Πρέπει να φύγει μόλις αρχίσει η κυκλοφορία από την Αχαρνών, που γίνηκε η συνεδρίαση, να πάει στο Κολωνάκι που τη φιλοξενούν με το παιδί. Θα το λούσει, είναι η μέρα του σήμερα, θα του βάνει και τούτο το κόκκινο φορεματάκι που του στέλνει η Χρύσα. Πόσο θα το χαρεί!

- Σου' χω μια λιχουδιά. Μια ντομάτα, κόρη μου, άπλωσε το χέρι η μάνα του συντρόφου. Κάτσε να φας λίγο μη βγεις στο δρόμο νηστικιά. Έχω και σταρένιο ψωμάκι από το χωριό.
- Ευχαριστώ, ευχαριστώ!
Πήρε τη ντομάτα στο χέρι, τη χάιδεψε με το μάτι. Αστραφτερός ολοστρόγγυλος καρπός της πατρίδας, προσφάγι της φτωχολογιάς. Την κύταξε κι ένιωσε ευγνωμοσύνη.
- Η ντομάτα είναι η δόξα του ελληνικού , η ευλογία της γης μας, έκανε γελόντας ο σύντροφος, που κατάλαβε το βλέμα της Ηλέκτρας.
Σαν αποτέλειωσε σκούπισε βιαστικά τα χείλια και τα χέρια. Πήρε το μικρό πακέτο με το φόρεμα της Αυγής κάτω από τη μασχάλη.
- Στο καλό κόρη μου, την ξεπροβόδισε η γριά.
Της κούνησε το χέρι γελόντας και τράνταξε πίσω της η πόρτα. Τα δυνατά της πόδια σφυροκοπούνε το λιθόστρωτο κι αντηχούνε τη χαρά, που δονεί τούτο το δυνατό, γεροδεμένο κορμί: Να ζεις και να δουλεύεις. Να γυρνάς επί τέλους κάποτε, μέσα στους δρόμους της αγαπημένης Αθήνας.

Όταν βρισκότανε στους δρόμους, όπως είτανε διψασμένη για κίνηση και κόσμο, ένιωθε να σφυροκοπάει το αίμα της δυνατά, να λαγαρίζει η σκέψη της. Τότες είτανε που έβρισκε το κλειδί κάθε δουλειάς, το βασικό σημείο του άρθρου που θα' γραφε στην εφημερίδα, τη λύση που έπρεπε να δοθεί για να κινηθεί αποτελεσματικά ο μηχανισμός, να κυκλοφορήσει ο τύπος και στην άλλη γειτονιά. Μέσα στους δρόμους της Αθήνας ξεχνούσε και μπορούσε ν' αντέχει τα χτυπήματα, που έπερνε από κάθε εκτέλεση που κάνανε οι Γερμανοί και τη μάθαινε πάντα πρώτη σχεδόν, γιατί σ' αυτήν φτάνανε τα δελτία με τις ειδήσεις για την εφημερίδα.
Ύστερα από τους διακοσίους της Πρωτομαγιάς, έζησε τις εκτελέσεις των γυναικών στις δέκα του Μάη. Πόσες γνωστές δεν έκλαψε...
Εκείνο το πρωινό έφτασε λαχανιασμένη η μάνα της Κατερίνας. Έλπιζε να μάθει πως δεν είτανε αλήθεια για την κόρη της..Κάθε λέξη και λυγμός. Κάθε γράμα και πόνος.
- Πάει η Κατερίνα μου, πάει η κοπελιά μου, η ψυχή μου, το φως των οματιών μου! Γεμίζουνε τα μάτια, δαγκώνει τα χείλια, ξεχειλάνε τα δάκρυα, δεν τα σκουπίζει, τα στεγνώνει το αγέρι της Αθήνας. Βρίσκουνται μέσα στο δρόμο, την πνίγουνε τ' αναφυλητά.
- Την πήρανε. Τις πήρανε στην Καισαριανή. Δεν χορέψανε, δεν τις αφίσανε, είτανε γδυτές, μισόγυμνες. Μα σ' όλο το δρόμο τραγουδούσανε. Κι είπανε μονάχες τους, ύστατη παρηγόρια, μοναχούλες, το πένθιμο εμβατήριο:

" Επέσατε θύματα αδέλφια εσείς..."

Κι η γριούλα βάλθηκε να το λέει με τη ραγισμένη της φωνή, που έσπασε σε θρήνο.
- Σώπα, Μάνα μου, μην κλαις!
- Κόρη μου! κόρη μου Ηλέκτρα! Δεν θα ξανακούσω πια αυτό...
- Θα' μαστε κόρες σου εμείς που μένουμε, έχεις εμάς.
Πόσο ν' ανθέξεις, πώς να κρατηθείς όταν ξεσπάει τούτος ο γόος, ο θρήνος του πληγωμένου ζώου.
Κοκινίζει, δαγκώνει τα χείλια μην κλάψει μέσα στο δρόμο...

Είτανε εδώ πάλι ξανά. Στην Τρίτη Σεπτεμβρίου, εδώ σε τούτο το τρίστρατο...
Τίναξε το κεφάλι η Ηλέκτρα σαν πουλάρι που χλιμιντρά. Τι της κατέβηκε να τα θυμηθεί όλα τούτα σήμερα! Όρμησε να περάσει αντίκρα, στη γωνιά της Ιθάκης. Έβιαζε το βήμα της, της φάνηκε πως αργεί.
- Καλώς μου την, τη δέχτηκε, μόλις ξεπέζεψε στο πεζοδρόμι.
- Καλώς μου την !
Τονε κύταξε κι ανετρίχιασε. Δεν είτανε για καλό τούτος ο λόγος. Δεν έπρεπε κανένας να τη γνωρίζει τούτη την εποχή την Ηλέκτρα στην Αθήνα. Ήταν παράνομη. Μα να που έπρεπε να περάσει από τούτα τα λημέρια, για να βγεί το συντομότερο στην Πατησίων! Τ' απόφευγε πάντα. Όμως ένα χρόνο τώρα γυρνούσε λέφτερα και δούλευε ανενόχλητη. Και είχε χάσει το αίσθημα του κινδύνου.
Το'χανε πάθει πολοί τότες. Γιατί βρίσκανε τόση αληλεγγύη από τον κόσμο, που έλεγες δεν θα βρεθεί κανένας να σε προδόσει. Εξόν και πέσεις πάνω σε "επαγγελματία".
Ανετρίχιασε , μα δεν τα' χασε. Έκανε να προχωρήσει αδιάφορη. Μα την άδραξε από την πλάτη. Ο Αστυνόμος Καγιάς.
Γύρισε τον κύταξε. Έκανε να την σπρώξει.
- Πρόσεχε, μη μ' αγγίζεις!
Είτανε τέτια η φωνή της που ο Καγιάς αυτόματα κατέβασε τα χέρι. Μα σαν έκανε να προχωρήσει στο πεζοδρόμιο την άδραξε. Κι αρχίνησε μια πάλη ανάμεσά τους.

Πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της πόρτας - Ελπίδος 5 - που κάποτε τη δρασκέλισε φτερουγίζοντας, στήλωσε μ' όλη της τη δύναμη τα πόδια, όπως ο ηνίοχος, όταν κρατάει τ' άλογα με ορμή, να συγκρατήσει το άρμα λίγο πριν το γκρεμό. Το ένστιχτο της ζωής στην έσχατη ορμή του, τέντωνε το κορμί στην υπέρτατη ένταση με απόγνωση.
Μα όταν πια κάποτε δρασκέλισε το κατώφλι η Ηλέκτρα, πίσω της έκλεισε η πόρτα της ζωής. Και άνοιξε η πύλη της Αθανασίας. Μια ακόμα θυσία στο βωμό της πατρίδας. Μια ανατριχιαστική σελίδα στο χαρτί της ιστορίας για τη Λεφτεριά της.
Μέσα στο κελί σαν έκλεισε η πόρτα, η αράχνη αναδεύτηκε πάλι - όχι όπως το μαλάκι της Αυγής τότε. Αναταράχτηκε έντρομη, όπως η τρικυμισμένη κόμη της Ηλέκτρας.

" Μαστίγιον, βούνευρον, πλεκτόν σύρμα, σχοινίον, άλυσος...".
Πέφτουνε πάνω στο κορμί , στο κεφάλι, στα ρούχα. Πετάνε σπίθες τα μάτια, αίμα οι σάρκες, κουρέλια τα ρούχα, βογγητό τα στήθη. Μα το στόμα μονάχα σιωπή. " Δεν έχω ιστορία ούτε μιας ημέρας".

-Από πού είσαι;
- Από την Αθήνα.
- Πού κάθεσαι;
- Στην Αθήνα!
- Πώς σε λένε;
- Ελληνίδα!
- Τι έκανες;
- Υπηρετούσα το λαό.
Και ξανά σπίθες, αίμα, βογγητό, πόνος, οδύνη και σιωπή.

Δεν έχουνε μορφές τούτοι που πηδάνε γύρω, πίσω, μπρος, αγκομαχούνε, βλαστημούνε, βρίζουνε, γελάνε κι οργώνουνε τη μαλακιά σάρκα, την καίνε μ' όλα τα είδη της φωτιάς, την πονάνε μ' όλα τα είδη του πόνου. Μα δεν την αγγίζει τίποτα την Ηλέκτρα. Είναι η ώρα που πληρώνει το χρέος της. 

" Ορκιζόμαστε να υπηρετήσουμε πιστά το λαό. Μέχρι θανάτου!". "Μαστίγιον, βούνευρον, πλεκτόν σύρμα, σχοινίον, άλυσος..."

Ωστόσο ο άνθρωπος αντέχει, λένε, ωρισμένο ποσό πόνου. " Ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου", θολά, θαμπά, περνάει, σαν ομίχλη από τη σκέψη της. Δεν είχε ποτέ σχέση με τις γραφές η Ηλέκτρα, μα κάπου ξεπήδησε τούτη η γνώση...
Τα μαλιά ανάκατα, πεσμένα μπροστά, τα χείλια ματωμένα, τα δόντια να λείπουνε, τα ρουθούνια να πάλωνται, το αίμα να τρέχει βρέθηκε...πώς βρέθηκε; Όπως βρίσκουνται όσοι έχουνε πυρετό ψηλό, βρέθηκε ακουμπισμένη στο δροσερό μαρμάρινο παραστάτη, κάτω από την καμάρα της βεράντας, στο σπίτι της θειας Αγγέλας, την Κηφισιά.

Αύγουστος κατακαλόκαιρο. Καίει ο ήλιος σαν πληγή...
Μπροστά της πράσινη απλωσιά το φουντωμένο δάσος.
Μια νότα νερό σταλάζει από πηγή, το φύλωμα της ελιάς παίζει κάτω από τ' ανάλαφρα σύνεφα. Τα χέρια αγγίξαν τον πυράκανθο, κεντήθηκε φαρμακερά. Από βούνευρο. Γιατί να τα χουφτώσει τ' αγκάθια;
Όμως τα κυπαρίσια τής κουνήσανε αδιόρατα τις λυγερές κορφές, τα μάτια της τα χάιδεψε η καμπύλη του βουνού. Ο Υμητός, η Αθήνα, τη χαιρετήσανε. Κουνάνε το μαντήλι, πέρα δώθε:
- Έχε γεια!
Τι καίγεται; Κρέας, ψήνουνε κρέας, τσιγάρο, τι καίγεται; Ω το νερό, να λούσει την Αυγή, έβρασε το νερό, της καίει τα χέρια, τα πόδια, το σώμα. Σβύνει, θολώνει. Κλαίει γοερά η μάνα. Έφυγε χτες ο Λεφτέρης στο νησί, κλαίει η μάνα, η Αυγή, ποιος κλαίει;
- Πονώ! αχ μάνα, πονώ!
Καίγεται, καίει ολόκληρη, σβύνει. Είναι ο ήλιος, η θαλπωρή του μέσα στο καταμεσήμερο, στο περιβόλι. Βουίζουνε οι μέλισσες. Σκύβει και βλέπει. Τα μικρά φύτρα μέσα στην υγρή αμπολή, περάσανε κάτω από το φράχτη και ξεπηδήσανε οι περικοκλάδες από τούτη τη μεριά. Μπλεχτήκανε αλούθε αγράμπελη, χιονάνθι, αγριοντριανταφυλιά...
Άπλωσε τα χέρια, ξεφύγανε, της ματώσανε το πρόσωπο οι αγριοντριανταφυλιές μπλεχτήκανε στο βούνευρο, στο σύρμα, στο σκοινί. Γλύφει το πρόσωπο ο ιδρώτας, τα πρησμένα βλέφαρα βαρύνανε. Πέρα στη γωνιά στηλώθηκε το μικρό κόκινο φόρεμα της Αυγής...Μητέρα!
Αν είχε χείλια η Ηλέκτρα θα γραφότανε πάνω τους το πλατό χαμόγελό της, ευγενικός συγκρατημός μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Κι υπόσχεση πως όλα αυτά κάποτες θα περάσουνε: Θα' ρθουνε ωραίες ημέρες , Αυγούλα, τότε να βάνεις τα ολοκόκινά σου...
Έγειρε το κορμί. Πόσο μακρυά ο πόνος, πόσο βαθιά η φωνή. Καίνε τ' αγκάθια της ροδιάς, πιάστηκε, ξεσκίστηκε, κρεμάστηκε ψηλά, γυμνώθηκε. Γέλασε, κάποιος γέλασε, ποιος γέλασε; Ο Καγιάς!
Έφυγε έντρομη να κρύψει τη γύμνια της. Η ελιά στο περιβόλι της χάιδεψε τα μαλιά με τα χαμηλά της τα κλαδιά, όπως έπεσε στο χώμα, δίπλα στη ρίζα της. Τα φλέβαρα κλείσανε . Ένας αχός στα φύλα της ελιάς: Ηλέκτρα. Ένας αχός που σκέπασε το λυγμό του Καγιά...Κλαίει ο Καγιάς. Τα χέρια στα μάτια, κλαίει σαν παιδί. " Σώπα Καγιά! Μας κάνουνε κακούς , μας ρίχνουνε τον ένα πάνω στον άλλονε, σώπα! Γίνηκε μια κραυγή, πολές κραυγές ο λυγμός: " Φτάνει, όχι πια άλλο". Οι ελιές πληθύνανε , γέμισε ο κάμπος ελιές, μα είναι πλήθη, λαός, χαρούμενος, κουνάνε άσπρα μαντήλια, είναι πολύχρωμη χαρά, κάτω από τον ήλιο, αλλαλαγμοί, κραυγές, μαντήλια άσπρα, όχι είναι περιστέρια, γέμισε ο ουρανός κραυγές, αλλάλαγμό και περιστέρια...
- Ήρθε, κόρη μου, ήρθε η Ειρήνη!
Είναι η γριά μάνα της Καίτης, κοιτάει ψηλά την ελιά.
Κοιτάει ψηλά τα κλαριά της ελιάς, που κρέμεται η Ηρώ. Όχι δεν κρέμεται. Είναι η φουντωτή κορφή, που την απόθεσε πάνω της ο κόσμος, όπως την είχε ψηλά στα χέρια.
- Η Ειρήνη! ήρθε λοιπόν, στον κόσμο η Ειρήνη, Μητέρα!
Τα χείλια της Ηλέκτρας χάραξαν το πιο ευτυχισμένο τους μειδίαμα. Το τελευταίο της. Κι απόμειναν.

Σαν είπανε στην κυρά Μάγδα το πρωί " να σκουπίσει λίγο" το θάλαμο, αντίκρυσε τη γύμνια της κοπέλας κι έκρυψε τα μάτια. Κύταξε γύρω να βρει κάτι να της καλύψει το κορμί. Στη γωνιά είδε το μικρό κόκινο φόρεμα πεταμένο, στραπατσαρισμένο. Η κυρά Μάγδα γονάτισε έκανε το σταυρό της. Κι εσκέπασε την κοιλιά και τα στήθεια με το φόρεμα, που δεν το φόρεσε η Αυγή. Της σφάλιξε τα μάτια κι ύστερα έσκυψε και της φίλησε τα καμένα μαλιά.
- Κόρη μου! Κόρη μου!
Σκούπισε τα μάτια κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Σέρνει βαρειά τα πόδια. Στενάζει ανήμπορη. Και με το στήθος της στέναξε η πατρίδα.

Στο Νεκροτομείο γράψανε κάπου ένα νούμερο: 59953. Και σημειώσανε: Το πτώμα ανήκε στην Ηλέκτρα του Αποστόλου.


- Και της στήσανε τούτο το Μνημείο, που το λένε "Έκθεση Νεκροψίας". Να το διαβάζουνε οι γενιές που θα' ρθουνε και να ντρέπονται, γιατί είτανε άνθρωποι, είπε η Μαρίνα στη συνεδρίαση της Νεολαίας που τη διευθύνει στη θέση του Λεφτέρη. Τούτος είναι φυλακή και περιμένει να δικαστεί. Το κορίτσι ξεδιπλώνει και διαβάζει:
- Ακούστε τη:
" Ο Ιατροδικαστής Π.Τ. σήμερον 26ην Ιουλίου 1944 ενήργησα λεπτομερή νεκροψίαν επί του πτώματος αγνώστου γυναικός ετών 33 περίπου...Το τριχωτόν της κεφαλής έχει αποκοπεί ατέχνως δια μαχαιριδίου. Κατά το πρόσθιον τμήμα της κόμης παρατηρείται φρύξις των τριχών...Από της μιας μασχάλης προς την ετέραν δια του στήθους και όπισθεν του κορμού υπάρχουν δύο παράλληλα εντυπώματα...άτινα παρήχθησαν εκ της πιέσεως χονδρού σχοινίου. Φαίνεται ότι το σώμα απαιωρήθη εν ζωή από των μασχαλών...εκχυμώσεις κυανώδεις και εξοίδησις...εγένοντο συνεπεία γρονθοκοπημάτων...Κατά τους γλουτούς, μηρούς, κνήμας και άκρους πόδας...αι εκχυμώσεις συρέουσαι ταινιωδώς, χρώματος κυανώδους...λίαν πυκναί και έντονοι...ως και αι των βραχιόνων παρήχθησαν κατόπιν δράσεως σκληρών οργάνων ( οίον μαστιγίου, βουνεύρου, πλεκτού σύρματος, σχοινίου, αλύσεως κ.λ.π) βιαιώτατα κατενεχθέντων..."
Όλα τα παιδιά έχουν σκυμένο το κεφάλι. Η Μαρίνα δαγκώνει τα χείλια. Η Τασούλα τρώει τα νύχια, σφίγγει τα χέρια. Βλέπει το χαρτί με σφιγμένη καρδιά.
- Έχει κι άλλο; ρωτάει και σηκώνει το κεφάλι χλωμή.
- Έχει κι άλλο!
Η Μαρίνα της ρίχνει μια κλεφτή ματιά και συνεχίζει:
- " Το τριχωτόν του εφηβαίου παρουσιάζει φρύξιν των τριχών. Εις την επιφάνειαν του αριστερού άκρου ποδός παρατηρείται  έγκαυμα δεύτερου βαθμού, εκτάσεως ταλήρου...έτερον έγκαυμα δίδει τους χαρακτήρας του μετά θάνατον γενομένου...Φαίνεται ότι η φρύξις των μηρών και των κνημών οφείλεται εις επίθεσιν κατ' αυτών ανημένων σιγαρέτων..."
" Ο στόμαχος περιείχεν τροφάς εξ άρτου και τομάτας..."

Σαν τελείωσε η Μαρίνα το διάβασμα, κανένας δε σήκωσε το κεφάλι, κανένας δε σάλεψε.
- Ο στόμαχος περιείχε τροφάς εξ  ά ρ τ ο υ  και  τ ο μ ά τ α ς.  Ψωμί και ντομάτα πήρε μαζί της από τη γη της πατρίδας, είπε η Μαρίνα και δίπλωσε το χαρτί. Είτανε πιστό της παιδί...
Δεν το' πανε αναμεσό τους. Όμως κρατήσανε τη " σιγή του λεπτού".
Κυτάξανε μονάχα την άδεια καρέκλα, που είτανε μπροστά στο μικρό γραφείο. Είτανε η θέση της. Τρεις μέρες πριν είχε στηλώσει τον ολοζώντανο κορμό της, τα δυνατά της χέρια ακουμπισμένα στο μικρό τραπέζι. Είχε οργανώσει μαζί τους τη Νεολαία, ευθύς μόλις βγήκε από τη φυλακή, μόλις τόχε σκάσει δηλαδή. Ένα μικρό βάζο λουλούδια είχε βάλει στο τραπέζι της η Μαρίνα.
Μα η θέση της, το ξέρανε όλοι, είτανε μέσα στο πάθος, στο σθένος των παιδιών που γεμίζανε το δωμάτιο και τη βασανισμένη γη της Ελλάδας. Που ζούσε ξανά το νέο του Σηκωμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :