Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Τά τατουάζ τῶν υἱῶν μου (ἡ δερματοστιξία τῆς καρδιᾶς) (αναδημοσίευση)



Παιδιά μου, σας έχασα πρίν πό πάμπολλα τη, σέ τόπο πού χω λησμονήσει. Σκορπιστήκατε σάν πετεινά το ορανο σέ λόκληρη τήν γ. Σς ναζητοσα μέ μιά γρια νοχ, γιατί γώ μουν θική ατουργός τν κακουργημάτων σας. νας πό σς μάλιστα τό επε « λήστεψα να ταχυδρομεο, γιατί δέν εχα οτε παιδεία, οτε ργασία.»
Σς ξαναβρκα μία μέρα πού βρεχε καταρρακτωδς, ρθα μέ βρεγμένα νδύματα καί μαλλιά, μέ τίς μπότες γεμάτες νερά. Σς εχαν μαζέψει σέ να τεράστιο σάν κτίριο κιβώτιο μέ τρύπες στίς πλευρές γιά νά ναπνέετε. Βρεθήκατε μαζί, σς νωσε  τό έγκλημα, ληστεία, πάτη καί τά ναρκωτικά.
Μερικοί πό τούς γιούς μου, τήν ρα το θελοντικο μαθήματος πού τούς πρόσφερα, φευγαν αφνιδίως μέχρι πού μαθα πώς πήγαιναν στήν διπλανή αθουσα  γιά πεξάρτηση. ρκετές φορές μο κάνατε παράπονα, τό κελλί εναι μικρό καί ζομε πέντε νθρωποι, τό φαγητό νοστο, δέν τρώγεται, κρυώνουμε, δέν πάρχει ζεστό νερό γιά πλύσιμο καί πολλά παρόμοια.
Μέ τόν καιρό μαθα τά νόματά σας, λλα λληνικά καί λλα  προερχόμενα πό διαφορες χρες, μως δέν κανα διάκριση σέ τίποτα, σασταν λοι τέκνα μου πού εχα γκαταλείψει σέ τη προσωπικς περισυλλογς καί δημιουργίας.
λοι τέκνα μου: Λαρέλ, Γιργο, Κώστα , ρμάντ, ριάν, Μιχάλη, Χριστοφόρ, Κεμάλ, νάι, Δημήτριε, Κλωντιάν, Λεονάρδε, λμπάνο, Νικόλαε, Βασίλη, Χρόνη καί λλοι.
Δέν σς γκάλιασα μικρά, δέν σς μεγάλωσα, δέν σς ξενύχτησα. Πέρασα μως  νύχτες λόκληρες γράφοντας μελετώντας φιλοσοφία. Δέν σς νανούρισα ποτέ, δέν ξέρω γώ πό βρέφη καί τέκνα. σες τότε μέ εχατε νάγκη. Μέ φόδιο τίς σπουδές μου θά μποροσα νά διδάξω  σέ σχολεα καί πανεπιστήμια, νά σς χω μαθητές φοιτητές. Τότε πού εχα νεότητα καί δύναμη. Δέν τό κανα μως ξαιτίας τς προσωπικς δημιουργίας.
Τώρα γιά νά σς συναντ  περιμένω στήν ξώθυρα, περν πό μηχανήματα πού ντοπίζουν μεταλλικά ντικείμενα, δείχνω τήν ταυτότητά μου καί φήνω στό θυρωρεο τό κινητό μου. Δέν πιτρέπεται στόν χρο σας καμιά παφή μέ τόν ξω κόσμο. Τώρα νεβαίνω γκομαχώντας τά σκαλοπάτια λόγω λικίας καί σθενείας, γιά νά σς μεταδώσω φιλοκερδς μερικές γνώσεις.
Τήν δεύτερη φορά τς συνάντησής μας κανε κρύο περονιαστό. Χιόνιζε μάλιστα πολύ. Μόλις μέ εδατε, κάποιος ναφώνησε χαρούμενος « ρθατε καί φέρατε τό χιόνι. Νά δομε κι μες μιά σπρη μέρα.» Γελάσαμε λοι.
Μαζευόμασταν στήν αθουσα πού διέθετε πολογιστή γιά προβολές, διότι τούς δίδασκα λογοτεχνία προβάλλοντας καί τήν ταινία πού ναφερόταν στό ργο. πρεπε νά κυνηγήσουμε τόν σπαταλημένο χρόνο, κι τσι βλέποντας τό φίλμ μαθαίνατε πρτα τήν στορία το μυθιστορήματος καί κατόπιν σς διβαζα τά πίμαχα κεφάλαια, ν στό τέλος συζητούσαμε τίς δέες το ργου. Σς μάθαινα ,τι περισσότερα γαποσα: τά ργα το Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Συζητήσαμε γιά τά ρια, κι ταν ρώτησα ποιοί τά ξεπερνον, νας γιός μου επε μέ παρρησία, μες, μες δ μέσα ξεπεράσαμε τά ρια.
Ναί γιά τό κακό, το πάντησα. Καί ποιοί λλοι; Χάρηκαν ταν τούς επα πώς καί ο μοναχοί, ξεπερνον τά ρια καί πώς κοινό σύμβολο εναι τό κελλί. Μιλήσαμε γιά τά θικά, νομικά καί ντολογικά ρια. Παρακολουθοσαν διψασμένοι καί ταν σέ γρήγορση. ντυπωσιάσθηκαν πό τήν σκέψη το συγγραφέως «πώς ν δέν πάρχει Θεός, λα πιτρέπονται.» 
λοι πίστευαν πώς πάρχει θεός κάποια πρώτη ρχή, νεξαρτήτως το θρησκεματός τους. Μέ τίς συναντήσεις φτασε ξοικείωση, στήν αθουσα διαχεόταν γάπη καί μπιστοσύνη. πάτερ Ζωσιμς  τν  δελφν Καραμάζωφ νοιξε νέο θέμα συζητήσεων. Επαμε γιά τόν γιο Πορφύριο (κάποιος πό τούς λληνες τόν ξερε) καί γιά τούς δαιμονισμένους τς Κεφαλληνίας. ‘Αρκετοί γνώριζαν νάλογες περιπτώσεις, φαίνεται πώς δαιμονισμός ταν κοινό κτμα τς οκουμένης.
Δέν εχα μπροστά μου δολοφόνους, ληστές καί ναρκομανες λλά παιδιά, νέους πό εκοσι πέντε μέχρι σαράντα χρονν πού σέ κάποια κακή ρα παρόρμηση τς στιγμς φτασαν στίς φυλακές. Δεχόμουν τίς κμηστηρεύσεις τους στοργικά λές καί κουγα γόρια πού σπασαν τό πατίνι το φίλου τους. Γιργος ταν δολοφόνος, σκότωσε ναν συγχωριανό του μέ μαχαίρι γιά λίγα στρέμματα γς. «μουν σέ μυνα», επε, «ν δέν τόν σκότωνα γώ, θά μέ σκότωνε ατός. λλωστε ταν σκοτάδι, δέν βλεπα καλά.» «Τό μαχαίρι μως γιατί τό εχες μαζί σου;» ρώτησα. «ταν σέ μυνα, σέ μυνα φώναξαν σχεδόν λοι σέ νδειξη συμπαράστασης. Ο κρατούμενοι γιοί μου εχαν ντιφατική συμπεριφορά ς πρός τίς παραβατικότητες τν λλων, λλά συνήθως τίς δικαιολογοσαν. γιναν λοι μιά σπίδα γιά τόν Γιργο.
 Λόγω μεγάλης έκτασης του κειμένου , ο blogger αρνείται να το ανεβάσει παρά τις προσπάθειες. Διαβάστε τη συνέχεια στον Οικοδόμο, απ' όπου και η αναδημοσίευση

Δεν υπάρχουν σχόλια :