Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η μητέρα


 Η Μητέρα
Ἔψαχνα νὰ βρῶ τὸ σπίτι μου. Οἱ δρόμοι ἦταν
γεμάτοι ἐρείπια· μοναχὰ τοίχους πεσμένους καὶ
πέτρες ἔβλεπες· κι οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν φαινόταν.
Καὶ τότε φάνηκε ἡ ἄρρωστη μητέρα.
Ποτὲ δὲν ἦταν τόσο καλά, γεμάτη ἐνέργεια καὶ δύναμη,
μὲ πῆρε ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα
συμπαθητικὸ δωμάτιο, τὸ σπίτι μας.
Ἐγὼ ἔκλαιγα, ἔκλαιγα γοερά...
Κι αὐτή: Μὴ κλαῖς, ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά του.


Μίλτος Σαχτούρης , Έκτοτε (1996)

8 σχόλια :

oikodomos είπε...

Ax...

kokkonis είπε...

Ωραίος ο Σαχτούρης· μπράβο, Σοφία, που το ανέσυρες. Θυμήθηκα το εξαιρετικό του Άρη Αλεξάνδρου: "Με τι μάτια τώρα πια". Καλημέρα σου.

Ανώνυμος είπε...

Έξοχος ο Σαχτούρης. Πάντα.
Δεν το θυμόμουνα καθόλου το συγκεκριμένο.
Όμως κι εμένα, όπως στον προλαλήσαντα,
αστραπιαία μου έφερε στο νου το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου,
που όντως είναι συ-γκλο-νι-στι-κό!!!

Με τι μάτια τώρα πια

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις τα
εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν' αρπαζόσουνα από 'να φύλλο πράσινο
απ' τα γυμνά κλαδιά
απ' τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα 'μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να 'χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα–
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να 'ρθεις και να μ' αγγίξεις μές από τη σίτα
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που 'χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
(Άρης Αλεξάνδρου)

κ.κ.

Θωμάς είπε...

Α, ρε μάνα,
είχα τόσα να σου πω
Ένα κάρο ευχαριστώ
Κάμποσα δεμάτια φιλιά
και μια σακουλίτσα μικρά μικρά παράπονα
Ήθελα να στα αραδιάσω όλα στο τραπέζι
μαζί με δυο τρία γιατί, που κρατάω χρόνια σφιχτά στη χούφτα μου
Τώρα όμως είναι πια αργά
Η μνήμη σου θόλωσε
Το μυαλό σου αδυνάτισε
Δε θα 'θελα να ταράξω την ηρεμία της λήθης σου
Ας μην είμαι τόσο αυστηρός
Βλέπεις, ο καιρός περνάει γρήγορα
Πλησιάζει η ώρα που η κόρη μου
θα καθίσει στο ίδιο τραπέζι
ν' αραδιάσει τις δικές μου ευθύνες
τα δικά μου λάθη
τις δικές μου παραλείψεις.
Όπως λέει και ο ποιητής
Καθείς με τη σειρά του.

(Σοφία, αυτή η δημιουργική γραφή είναι πολύ περίεργη. Για πεζό την ξεκίνησα, σε ποίημα κατέληξε).

sofia είπε...

Οικοδόμε αυτό το αχ...λέει πολλά.

Καλησπέρα

sofia είπε...

Γεια σου Δημήτρη
ευχαριστώ. Το ποιήμα αυτό μου δημιουργεί μια έντονη συγκινησικαή φόρτιση.

Καλησπέρα

sofia είπε...

Σε ευχαριστώ κ.κ (ανώνυμη)για την όμορφη υπενθύμιση.

Καλησπέρα

sofia είπε...

Θωμά με εκπλήσσεις ευχάριστα. Πολύ όμορφο και συγκινητικό το ποίημα σου.

Να'σαι καλά

Καλησπέρα