Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Εδώ τελειώνει ο Αύγουστος



Εδώ τελειώνει ο Αύγουστος
Κι αρχίζει η πραγματικότητα, που δεν έχει έλεος

                                                                   Γιάννης Δάλλας ( Όραμα αιρετικού )

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Ναγκίμπ Μαχφούζ


 Άχμαντ Μοχάμαντ Ιμπραχίμ

    Ο ουρανός  ήταν καταγάλανος και οι σκιές των φοινικόδεντρων έπαιρναν τον υπνάκο τους γερμένες στη γη. Ο ήλιος πλημμύριζε με φως την παλιά πλατεία κάνοντας την να λάμπει κι ένα αδιάλειπτο βουητό ξεχυνόταν από τα γύρω δρομάκια. Το νέο αστυνομικό τμήμα και το παλιό δικαστήριο βρίσκονταν στην πλατεία Μπιτ ελ Κάντι. Άνθρωποι ξυπόλυτοι και άλλοι φορώντας πασούμια με στολίδια βημάτιζαν πάνω κάτω στην πλατεία, ενώ πολύχρωμα οχήματα και οπλές αλόγων, γαϊδάρων και μουλαριών την ποδοπατούσαν. Όταν ο Άχμαντ πάτησε το πόδι του στη μεγάλη αυτή παιδική χαρά, γρήγορα ξέχασε όσα του θύμιζαν το πατρικό του σπίτι στο ελ Ουαταουίτ. Το αγόρι ήταν τεσσάρων χρονών όταν το έφεραν στο σπίτι του παππού από την πλευρά της μητέρας του, στην πλατεία Μπιτ ελ Κάντι, για να διασκεδάσει τη μοναξιά του θείου του του Κάσιμ, που τον περνούσε ενάμιση χρόνο. Μετά τους γάμους των αγοριών και των κοριτσιών της οικογένειας, το σπίτι είχε αδειάσει. Δεν είχαν μείνει σ' αυτό παρά μόνο ο μπαμπάς Αμρ εφέντη, η μαμά Ράντια και ο τελευταίος από τη" συμμορία ", ο Κάσιμ.
     Ο Κάσιμ δεν είχε γνωρίσει τις αδελφές του, Σαντρίγια, Ματαρέγια, Σαμίρα και Χαμπίμπα, ούτε τους αδερφούς του, Άμερ και Χάμιντ, παρά μόνο σαν περιστασιακούς καλεσμένους των γονιών του. Τους επισκεπτόταν όπως ακριβώς έκανε και με τους άλλους συγγενείς της οικογένειάς του, που ζούσαν στην πλατεία Χάιρατ, στη Σουκ ελ Ζάλατα ή στην ανατολική Αμπασέγια. Από την οικογένεια της αδερφής του της Ματαρέγια, που ζούσε στη συνοικία ελ Ουαταουίτ, ο Κάσιμ αγαπούσε περισσότερο απ' όλους το γιο της τον Άχμαντ. Ο Άχμαντ είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό, τον Σάζλι, και μια αδελφούλα, μωρό ακόμη, που λεγόταν Αμάνα, μα ο Κάσιμ αγαπούσε τον Άχμαντ με ολη του την καρδιά.
     Η Ματαρέγια αγαπούσε τον Κάσιμ σαν γιο της, έτσι έστειλε τον Άχμαντ κοντά του , για να ζήσει υπό την προστασία των παππούδων του σ' ένα μεγάλο μα άδειο από φιλικά πρόσωπα σπίτι. Ο Μοχάμαντ εφέντη Ιμπραχίμ, πατέρας του Άχμαντ, δεν καλόβλεπε την ιδέα - ούτε άλλωστε και η μητέρα του, η θεία Ματαρέγια. Δεν έφεραν, ωστόσο, αντιρρήσεις, γιατί είχαν αποφασίσει να τον πάρουν πίσω όταν θα έφτανε στην κατάλληλη ηλικία για να παρακακολουθήσει μαθήματα στο ελ Κοτάμπ. Ο Κάσιμ, βέβαια, αγνοούσε τις κρυφές τους προθέσεις και απολάμβανε τη συντροφιά του Άχμαντ με μια ανεμπόδιστη ευτυχία.
     Ο Άχμαντ ήταν πρότυπο ομορφιάς : είχε ανοιχτόχρωμο δέρμα και μάτια, απαλά μαλλιά και χαρακτήρα που σε κέρδιζε. Ακολουθούσε το θείο του, που τριγυρνούσε στην πλατεία, και είχε γίνει η σκιά του. Οι δυο τους χάζευαν γητευτές φιδιών, τις υδροφόρες και τις περιπολίες των αστυνομικών. Μαζί συναντούσαν τον αμ Καρίμ, τον παγωτατζή, και παρακολουθούσαν τις νεκρικές πομπές με μια υποψία φόβου.
     Οι γυναίκες που περνούσαν από δίπλα τους, κοίταζαν τον Άχμαντ και απορούσαν : " Ποιο είναι αυτό το όμορφο αγόρι;"
     " Ο Άχμαντ, ο γιος της θείας Ματαρέγια", απαντούσε ο Κάσιμ περήφανος, και μια από τις γυναίκες συνέχιζε το δρόμο της λέγοντας: " Ο όμορφος γιος της όμορφης μάνας".
     " Μη γεμίζεις το κεφάλι του Άχμαντ με ιστορίες για διαβόλους ,θεία ", έλεγε ο Μοχάμαντ εφέντη Ιμπραχίμ στη Ράντια, τη μητέτα του Κάσιμ.
      " Δεν είσαι καθόλου καλός δάσκαλος!" του απαντούσε εκείνη κοιτώντας τον με βλέμμα διαπεραστικό, γεμάτο περιφρόνηση, για ώρα πολλή.
     Ο άντρας τότε γελούσε, αποκαλύπτοντας το κενό στα μπροστινά του δόντια, και συνέχιζε να καπνίζει την πίπα του. Αυτό συνέβαιανε γιατί στο τέλος της μέρας η Ράντια ήταν εκείνη που συνήθως έβαζε τα δυο αγόρια για ύπνο. Η νυχτερινή διήγηση ιστοριών πριν τον ύπνο πλημμύριζε αγαλλίαση τιςκαρδιές των παιδιών. Ταξίδευαν νοερά σε θαύματα αγίων και παιχνιδίσματα δαιμονίων, η πραγματικότητά τους χανόταν σ' έναν κόσμο ονείρων, υπερφυσικών και θεϊκών σημαδιών. Η Ράντια περνούσε μαζί τους τον ελεύθερο χρόνο της, πηγαίνοντας μαζί τους από σπίτι σε σπίτι, και από τους τάφους των αγίων μέχρι τα μαυσωλεία της αγαπημένης Οικογένειας του Προφήτη.
     Η ζωή τους ήταν γεμάτη χαρά και παιχνίδι, ώσπου μια μέρα πήραν τον Κάσιμ στο ελ Κοτάμπ για να ξεκινήσει μια νέα ζωή και ο Άχμαντ στερήθηκε τη συντροφιά του για τα δύο τρίτα του πρωινού. Το ελ Κοτάμπ βρισκόταν σε μια από τις γωνιές της πολυκατοικιας ελ Καμπάμπγκι, μερικά μόνο βήματα απ' το σπίτι. Περιτριγυριζόταν ωστόσο από ένα φράχτη αυστηρών παραδόσεων, που το έκανε να μοιάζει με φυλακή, όπου διδάσκονταν οι αρχές της πίστης υπό την απειλή της βέργας. Καμία παράκληση, κανένα δάκρυ δεν γίνονταν αποδεκτά. Ο Κάσιμ σχόλαγε από το ελ Κοτάμπ το απόγευμα. Ο Άχμαντ και η Ουμ Κάμελ τον περίμεναν στην πόρτα. Ο κόσμος τους δεν θα ήταν ποτέ πια ο ίδιος. Σκοτούρες, που δεν μπορούσαν να αποφύγουν , είχαν τρυπώσει σ' αυτόν. Με το ένστικτό του διαρκώς σε εγρήγορση, ο Κάσιμ ένιωθε έναν ακόμη κίνδυνο να τον απειλεί: εκείνον που ερχόταν από τη μεριά του Μοχάμαντ Ιμπραχήμ - πατέρα του Άχμαντ - που καθόλου δεν του άρεσε να ζει ο γιος του μακριά του. Στα γουρλωτά του μάτια, όταν κοίταζε τον Κάσιμ, διέκρινες ένα βλέμμα ψυχρό.
    " Δεν μου αρέσει αυτός ο άντρας", είπε το αγόρι στη μητέρα του.
     Σκοτείνιασε το μελαχρινό μακρόστενο πρόσωπο της μητέρας του Κάσιμ και του είπε: " Τι αχάριστος που είσαι! Μήπως δεν σου χάρισε το γιο του;"
    " Ναι, αλλά τον θέλει πίσω".
    " Και τι θες; Να απαρνηθεί για χάρη σου τα δικαιώματά του πάνω του;" του απάντησε η μητέρα του γελώντας. (απόσπασμα)


 Το απόσπασμα ανήκει στο μυθιστόρημα του Ναγκίμπ Μαχφούζ  " Λόγια του πρωινού και του σούρουπου" που εκδόθηκε το 1987 στην Αίγυπτο και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2011. Θεωρείται από τα καλύτερα και τα πιο πρωτότυπα έργα της ώριμης περιόδου του συγγραφέα. Αναφέρεται στην ιστορία τριών οικογενειών που έζησαν στο Κάιρο ξεκινώντας από το 1798 έως το 1973. Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ αφηγείται την ιστορία της Αιγύπτου και τη σημασία του να είσαι Αιγύπτιος μέσα από την ιστορία ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων.  Οι ιστορίες αυτές είναι οι βιογραφίες ανθρώπων που οι ζωές τους γεφυρώνουν δυο αιώνες.( οι πληροφορίες από το οπισθόφυλλο)
 
Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911 και ο θάνατος τον βρήκε στις 30 Αυγούστου του 2006. Το 1988 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, το οποίο χαρακτηρίστηκε άλλοτε ρεαλιστικό και άλλοτε υποβλητικό γεμάτο αμφισημίες.


     

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Δρακόλιμνη ( Παλιός ηπειρώτικος θρύλος)

    «Απάνω στο Σμόλικα, λίγο πιο κάτω απ' την ψηλότερη κορυφή του, στα 2.000 μέτρα, ανάμεσα στους θεόρατους βράχους και στα χιόνια που δεν προφταίνουν να λιώσουν, είναι η Δρακόλιμνη. Ογδόντα μέτρα είναι όλο κι όλο το πλάτος της και μπορεί να φαίνεται μικρή στον ανήξερο διαβάτη που περνάει το ψηλοκρεμαστό μονοπάτι από την Κόνιτσα για τα Ζαγόρια.
   Άπατο είναι ωστόσο το βάθος της λίμνης. Και κει μέσα φωλιάζει ο "δράκος", η ψυχή του μεγάλου βουνού. Γι' αυτό την είπανε και Δρακόλιμνη.
   Άνθρωπο στρατοκόπο, γυναίκα διαβατική, καραβάνι νυχτωμένο στο δρόμο δεν ακούστηκε ποτές του να πειράξει ο Δράκος του Σμόλικα. Κάθεται κει, από τότες που γίνηκε ο κόσμος και φυλάει το βουνό. Τα χωριά ζούνε κάτω από τον ίσκιο του. Τα κοπάδια το καλοκαίρι σκορπούνε στα βουνίσια ποτιστικά του λειβάδια. Αυτός ποτές του δεν ξεπρόβαλε να τα λαχταρίσει. Οι τσομπαναρέοι φυσούν τις φλογέρες τους. Αυτός ακούει και χαίρεται. Με τους γνώριμους, τους δικούς του, είναι ήμερος καί αγαπημένος. Κάθεται κει και μόνο φυλάει το μεγάλο βουνό του, ξένος ποτές να μην το πατήσει.
   Με τους ξένους αγριεύει. Κι είναι φοβερός όταν βγαίνει και αντιπαλεύει με τους άλλους δράκους των βουνών στο Πάπιγκο και στο Μέτσοβο. Τότε λένε ξεριζώνει τα πεύκα και κατρακυλάει τα μεγάλα κοτρώνια και βγάζει φωτιές από το στόμα του τις χειμωνιάτικες νύχτες. Κι ο μανιασμένος αγέρας σκορπίζει την τρομερή του κραυγή και γεμίζει τον τόπο. Κι είναι πάντοτε νικητής σ' αυτό το αντιπάλαιμα και κυνηγάει τους δράκους των άλλων βουνών και ξένος ποτέ ως τα τώρα δεν πάτησε το βουνό του. Κι όποιος το πάτησε, χάθηκε.
  Τέτιος είναι ο παλιός ηπειρώτικος θρύλος για τη Δρακόλιμνη και το δράκο του Σμόλικα. Ένας θρύλος που δεν πρόφτασε ν' απολησμονηθεί κι η αλήθεια της απελευθερωτικής μάχης που γίνεται τώρα, τον ανάστησε. Ο δράκος που φωλιάζει στο άπατο βάθος της μυστηριώδικης λίμνης και φυλάει το μεγάλο βουνό του, ζωντάνεψε μέσα στην αντίσταση των παλικαριών του Δημοκρατικού Στρατού. Στη Σούσνιτσα και στον Κλέφτη, στην Πολιάνα, στη Γύφτισα, στο Ταμπούρι κάτω από τον ίσκιο του Σμόλικα, πενήντα μέρες ο δράκος του παραμυθιού παράστεκε τους γνώριμους, τους δικούς του που πολεμούσαν για το βουνό του. Στέριωσε τους βράχους μπροστά στα πολυβολεία τους, τους έδειξε τα μυστικά μονοπάτια του βουνού του για να περνούν τη νύχτα, τους έκρυψε τη μέρα κάτω απ' τους θάμνους των μεγάλων του δέντρων. Πενήντα μέρες στάθηκε ορθός μπροστά στα μετερίζια των γνώριμων, των δικών του και κατρακύλησε πάνω στα κεφάλια των ξένων τα πιο μεγάλα κοτρώνια. Κι η θυμωμένη φωνή του αντιλάλησε από ρεματιά σε ρεματιά στα βουνά της Πίνδου κι από βουνό σε βουνό, σ' όλη την Ελλάδα, σ' όλον τον κόσμο να την ακούσουν τα παλικάρια και να αντρειώνονται, να την ακούσουν οι σκλάβοι να αναθαρρεύουν, να τρομάζουν οι τύρανοι...
   Κάποτε ο Αλή Πασάς θέλησε να βρει τι κρύβεται μέσα στη Δρακόλιμνη. Ανέβηκε μοναχός του με την πιστή του φρουρά κι έριξε βάρκες με μακριά σκοινιά που θάφταναν ως το βάθος της. Τότες, λέει η παράδοση, θύμωσε ο δράκος, η καλοκαιριάτικη μέρα σκοτείνιασε ξαφνικά, άρχισε να πέφτει χαλάζι, έτρεμε ο τόπος κι ο Αλή Πασάς τρομαγμένος λάκισε τον κατήφορο.
  Πέρασαν από κει στα 1940 κι οι Αλπίνοι του Μουσολίνι. Ο δράκος αγρίεψε πάλι. Και δεν απόμειναν παρά μονάχα τ' απέραντα κοιμητήριά τους...
***
  Τώρα οι δικοί μας τραβηχτήκανε παραπάνω στο Γράμμο. Οι ξένοι λένε πως πατούνε το Σμόλικα. Μα μέσα στο άπατο βάθος της μυστηριώδικης λίμνης, ο δράκος κάθεται πάντα και φυλάει το μεγάλο βουνό του. Δεν το παράδοσε ποτές σε κανέναν ξένο και δε θα το παραδόσει και τώρα. Τις νύχτες βγαίνει και τριγυρίζει τους τάφους δίπλα στα πολυβολεία του Κλέφτη και της Πολιάνας κι ακούγεται το σκούξιμό του μέσα στα δάση. Τις νύχτες βγαίνει και περπατεί στις σκοπιές, στα φυλάκια, στους καταυλισμούς των ξένων που πάτησαν το βουνό του κι εκείνοι νιώθουν το πέρασμά του και παγώνουν ολόβολοι. Ακούν τα πεύκα που τρίζουν, τρίζουν τα δόντια του, κι εκείνοι τρέμουν και αγρυπνούνε - απόψε θάναι που θα φανερωθεί, αύριο θα ξεσπάσει η οργή του;
   Μέσα στη φωτιά της μεγάλης απελευθερωτικής μάχης, το σύμβολο του παλιού λησμονημένου ηπειρώτικου θρύλου γίνεται αλήθεια. Ο δράκος είναι ζωντανός. Και δεν είναι μονάχα στη Δρακόλιμνη και στο Σμόλικα, στο Πάπιγκο, στο Μέτσοβο και στο Γράμμο - στα βουνά μοναχά. Μέσα στην καρδιά της Ελλάδας και του λαού της φωλιάζει τ' αδάμαστο στοιχειό της λευτεριάς».
     

Δημήτρη Χατζή, Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 - 1950 ), Κείμενα, Αθήνα 1979 

( η ανάρτηση αφιερωμένη στην Ελπίδα)

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Jorge Luis Borges ,"You Learn"


"You Learn" by Jorge Luis Borges
After a while you learn the subtle difference
Between holding a hand and chaining a soul,
And you learn that love doesn't mean leaning
And company doesn't mean security.
And you begin to learn that kisses aren't contracts
And presents aren't promises,
And you begin to accept your defeats
With your head up and your eyes open
with the grace of a woman, not the grief of a child,
And you learn to build all your roads on today
Because tomorrow's ground is too uncertain for plans
And futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn...
That even sunshine burns if you get too much.
so you plant your garden and decorate your own soul,
Instead of waiting for someone to bring you flowers.
And you learn that you really can endure...
That you really are strong
And you really do have worth...
And you learn and learn...
With every good-bye you learn.

translation by Veronica A. Shoffstall

Ο  Jorge Luis Borges γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου του 1899