Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Το δοκιμιακό έργο του Δημήτρη Χατζή


Ο Δημήτρης Χατζής είναι γνωστός στο ευρύ κοινό για το πεζογραφικό του έργο. Πολύ σημαντικό όμως είναι και το θεωρητικό έργο  με τις θέσεις που ανέπτυξε για την Ιστορία της Λογοτεχνίας , το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού και την Αριστερά.

Στην  πρώτη επαφή μου με  το ιστορικό και φιλολογικό έργο του Χατζή συνέβαλε το πολύ καλό βιβλίο της Βενετίας Αποστολίδου " Λογοτεχνία και Ιστορία στη μεταπολεμική Αριστερά. Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζή 1947 - 1981" που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Πόλις.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στη Λογοτεχνία και Ιστορία στη μεταπολεμική Αριστερά παρουσιάζοντας την σχέση της Αριστεράς με τη λογοτεχνική κληρονομιά του μεσοπολέμου, την αριστερή ιστοριογραφία  τις  απόπειρες για τη συγγραφή της Ιστορίας της Λογοτεχνίας καθώς  και τα περιοδικά λογοτεχνίας και κριτικής , Επιθεώρηση Τέχνης και Κριτική.
Το δεύτερο μέρος αφορά  στη ζωή και στο έργο του Χατζή σε δύο περιόδους, της πολιτικής του εξορίας και του επαναπατρισμού με τη μεταπολίτευση. Το τρίτο μέρος παρουσιάζει τη Λογοτεχνία και την Ιστορία στο δοκιμιακό έργο του.
Η ανάρτηση επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση σε αυτό το έργο έτσι όπως παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Βενετίας Αποστολίδου με την ελπίδα ότι δεν προδίδει και δεν παρερμηνεύει  το πνεύμα του βιβλίου και τις απόψεις του Δημήτρη Χατζή.
Ο Δημήτρης Χατζής διδάσκοντας σε υποψήφιες δασκάλες και δασκάλους
των ελληνικών σχολείων της Ουγγαρίας(φωτό Γ. Βραζιτούλης)
Ο Δημήτρης Χατζής, λοιπόν, διαφοροποιήθηκε με πολύ τολμηρό για την εποχή και τις συνθήκες τρόπο από τις επίσημες κομματικές θέσεις σχετικά με τη δημιουργία του νέου ελληνικού έθνους, τη σχέση της ιστορίας με την πολιτική, την παράδοση και την νεοελληνική ιδεολογία.  Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκφράστηκε μέσα από την ιστορία της λογοτεχνίας  συνδέοντας τη με το ζήτημα του έθνους και της εθνικής λογοτεχνίας.

Οι θέσεις του κινούνται σ’ ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο από εκείνο του ΚΚΕ.  Αν και διαγραμμένος το 1952 από το ΚΚΕ , παρεμβαίνει με κείμενο – μελέτη  στο Σχέδιο Προγράμματος του ΚΚΕ το Μάρτιο του 1954 , στο εισαγωγικό μέρος που αφορά στην ιστορία. Διαφωνεί ριζικά με το σχέδιο ως προς τη σημασία που δίνει στο ζήτημα της ελληνικής «λαότητας»  στο Βυζάντιο, με τη λαογραφική σύνδεση ανάμεσα στην αρχαιότητα και στο βυζάντιο και με τον καθορισμό της παράδοσης που κληρονομούν οι Έλληνες. Ο ίδιος προσπαθεί να ερευνήσει το θέμα της συνέχειας στο επίπεδο της λογοτεχνίας.

Υποστηρίζει ότι  η νεοελληνική λογοτεχνία δεν αποτελεί  συνέχεια ούτε της αρχαίας ελληνικής ούτε της βυζαντινής αλλά ότι είναι η λογοτεχνία ενός κόσμου νέου. Πιστεύει πως η νεοελληνική λογοτεχνία συμβαδίζει με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία όπως αυτή σχηματίστηκε από το τέλος του μεσαίωνα και μετά

Αυτές οι αντιλήψεις πηγάζουν από τις απόψεις που έχει για το σχηματισμό του νέου ελληνικού έθνους. Σύμφωνα με αυτές το έθνος είναι μια νέα έννοια που εμφανίζεται στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση και αναπτύσσεται  μετά το 18ο αιώνα συγχρόνως με το σχηματισμό των εθνικών κρατών στην Ευρώπη, τα οποία συμβαδίζουν με την αστικοποίηση και τον καπιταλισμό. Κατά συνέπεια δε θεωρεί έθνος ούτε τους αρχαίους έλληνες ούτε τους ρωμαίους της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η έννοια του έθνους έχει ιστορικό περιεχόμενο, δηλαδή δημιουργήθηκε σε συγκεκριμένη εποχή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.

Ορίζει λοιπόν την εθνική παράδοση σε σχέση με το νεοελληνικό έθνος και τη συγκρότησή του.

Η εθνική παράδοση επίσης δεν έχει σχέση με την αρχαιότητα και το βυζάντιο. Ξεκινά από την αρχή με τη δημιουργία  ενός  νέου έθνους, του νεοελληνικού. Αφετηρία της είναι η συνείδηση του δικαιώματος της ελευθερίας .Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην εθνική αυτοσυνειδησία με εκφραστικό όργανο τη δημοτική γλώσσα.

Ως εκ τούτου θεωρεί ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της νεοελληνικής εθνικής ιστορίας είναι η ασυνέχεια.

 Η Αποστολίδου υποστηρίζει ότι η ασυνέχεια δίνει έναν ηρωικό και τραγικό τόνο στην ιστορική αφήγηση του Χατζή. Αυτό συμβαίνει γιατί η νεοελληνική εθνική κουλτούρα  είναι η κουλτούρα ενός νέου έθνους που προσπαθεί να ξεπεράσει τις παραδόσεις του Μεσαίωνα και να προχωρήσει σε μια νεοτερική σύνθεση . Η σύνθεση αυτή όμως  συνεχώς ματαιώνεται γιατί συγκρούεται με αντίξοοες καταστάσεις και υπέρτερες δυνάμεις και γι’ αυτό η ασυνέχεια είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης. Μάλιστα  υποστηρίζει ότι έχει διαμορφωθεί ένα σχήμα χαμένων γενιών όπως:

1.      η μεταρρυθμιστική προσπάθεια στη Βενετία του 16ου αι. που κατέληξε στη δολοφονία του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη

2.      η κρητική λογοτεχνία έμεινε χωρίς συνέχεια

3.      ο νεοελληνικός διαφωτισμός του 18ου αι. περιθωριοποιήθηκε μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους

4.      ο δημοτικισμός που δεν ολοκλήρωσε το έργο του

5.      η γενιά της Αντίστασης , η δικιά του

Η εθνική λογοτεχνία επομένως είναι η λογοτεχνία ενός νέου έθνους , γεννιέται μαζί με αυτό και του δείχνει το δρόμο για την εθνική συγκρότηση. Η ιστορία αυτής της λογοτεχνίας είναι το άπαν της εθνικής παιδείας και το σπουδαιότερο μέσο για τη δημιουργία της εθνικής, κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης. Και εδώ έρχεται να διαφωνήσει με τον Παλαμά που θεωρεί ότι η εθνική λογοτεχνία έχει δημιουργηθεί πάνω σε ένα αναλλοίωτο υπόστρωμα, της εθνικής ψυχής. Εθνική ψυχή για τον Χατζή δεν υπάρχει, υπάρχει διαδικασία για τη συγκρότηση του έθνους και έχει συγκεκριμένο σκοπό , τη διαμόρφωση συνείδησης.

Διαφοροποιήθηκε εντελώς από τη στάση της Αριστεράς σχετικά την αστική παράδοση στην ιστορία και στη λογοτεχνία. Η Αριστερά από τη δεκαετία του’ 30 διεκδικούσε  τη συνέχεια του δημοτικισμού και προσπαθούσε να δώσει αριστερό περιεχόμενο σε συγγραφείς και έργα π.χ Παλαμάς. Ο Χατζής αναγνωρίζει τα θετικά στοιχεία του δημοτικισμού αλλά υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα έρχονται ετεροχρονισμένα , ότι το κίνημα το ίδιο έχει αντιφάσεις και ότι μέχρι το τέλος του Α’ Π.Π είχε εκπληρώσει το ρόλο του, χωρίς να έχει φέρει μια ποιοτική αλλαγή στην εθνική ιδεολογία αλλά μόνο την ανανέωσε ενσωματώνοντας τα σύμβολα του λαϊκού πολιτισμού. Διαφωνεί όμως και με την ταύτιση του λαϊκού με το εθνικό και γι’αυτό αποστασιοποιήθηκε και από το σύνθημα του αντι – ιμπεριαλιστικού αγώνα γιατί πίστευε ότι μέσα από αυτό αριστεροί και νεο-ορθόδοξοι διανοούμενοι ανακαλύπτουν την αυθεντικότητα της λαϊκής – εθνικής παράδοσης .

Ο Χατζής δεν αρνείται τη σημασία της αστικής παράδοσης αλλά αρνείται να επενδύσει ορισμένα τμήματά της με αριστερό περιεχόμενο. Και το γεγονός ότι τη δέχεται δε σημαίνει ότι δεν την κρίνει.

Έτσι διαφωνεί με την άποψη του Ζαχαριάδη για τον Παλαμά και υποστηρίζει ότι ένα μέρος του έργου του Παλαμά έχει παλιώσει και δεν μπορεί να εκφράσει το νέο.

Εκφράζει επίσης διαφορετική άποψη για τον Βάρναλη που επιχειρεί να τον δει ιστορικά μέσα στην εξέλιξη της νεοελληνικής ποίησης. Ο Καρυωτάκης μάλλον τον απώθησε με τη δηλωμένη παραίτησή του και τον ιδιότυπο συναισθηματισμό του. Ο Καβάφης τον προσέλκυσε με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποίησης του.

Πολύ θετικά , χωρίς ταλαντεύσεις,υποδέχτηκε τη Νέα Ποίηση και την αντιπροσωπευτική τετράδα, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Βρεττάκος, σε αντίθεση με ένα μεγάλο τμήμα της αριστερής κριτικής.

Ένα μεγάλο μέρος της μελέτης του αφορά στην πεζογραφία, την οποία ταυτίζει με το ρεαλισμό. Και εδώ υποστηρίζει την ασυνέχεια. Χρησιμοποιεί επίσης τον όρο κριτικός ρεαλισμός για να δηλώσει ότι η πεζογραφία δεν πρέπει να αρκείται μόνο στην απεικόνιση της πραγματικότητας αλλά να εμβαθύνει στις κοινωνικές σχέσεις και συγκρούσεις προβάλλοντας το όραμα για καλύτερη κοινωνία. Κατά συνέπεια είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος του πεζογράφου που πρέπει να πρωτοπορεί   αναζητώντας και υποδεικνύοντας μια καταφατική  αντίληψη για τη ζωή μέσα σε μια νέα κοινωνία. Η Αποστολίδου θεωρεί ότι είναι πρωτοφανής η ταύτιση της πεζογραφίας με την πολιτική χρησιμοποιώντας ως συνδετικό κρίκο τον ανθρωπισμό. Αυτό δικαιολογεί και τις υπερβολικές απαιτήσεις που έχει ο Χατζής από την πεζογραφία και τον πολύ αυστηρό τρόπο που την κρίνει.

Αυτές οι αντιλήψεις του επίσης τον διαφοροποίησαν από τους άλλους αριστερούς. Για παράδειγμα έρχεται σε διάσταση με το Κόμμα για τον Ξενόπουλο και τον Καζαντζάκη. Διαφωνεί ότι ο Ξενόπουλος  είναι σοσιαλιστής συγγραφέας και τονίζει ότι απλά καλλιεργεί το κοινωνικό μυθιστόρημα. Τον Καζαντζάκη δεν τον θεωρεί πελώριο και σημαντικό αλλά αντιδραστικό, αντικοινωνικό, ιδεαλιστή, νιτσεϊστή, κακής ποιότητας και φτηνό. Διαφωνεί επίσης ότι ο Καπετάν Μιχάλης είναι γεμάτος γνήσιο πατριωτισμό .

Ενώ τοποθετείται πολύ θετικά για τη Νέα Ποίηση , θεωρεί ότι η πεζογραφία έχει επιμέρους επιτεύγματα.

Η σκέψη του θεμελιώνεται σε δυο βασικές έννοιες, τον ανθρωπισμό και το διαφωτισμό. Ανθρωπισμός σημαίνει ο άνθρωπος να γίνει άνθρωπος . Ο διαφωτισμός αφορά στη διαφώτιση της συνείδησης , της παιδείας, της εξόδου από τα σκοτάδια της μετεμφυλιακής κοινωνίας. Για να φωτιστούν τα σκοτάδια χρειάζονται πρακτικά μέσα: εκλαϊκευτικές επιστημονικές εκδόσεις, ομιλίες σε Ανοικτά Πανεπιστήμια, το περιοδικό Αντί, γνωριμία με την παγκόσμια λογοτεχνία ( αυτό το έκανε με το περιοδικό Πρίσμα, που θεωρήθηκε μοναδικό καθώς δεν είχε καθόλου ελληνική λογοτεχνία)

Ο συνδυασμός του ανθρωπισμού και του διαφωτισμού  οδηγεί στη δημοκρατία. Μια δημοκρατία που θα δίνει προτεραιότητα στις ανθρώπινες ανάγκες και όχι στις απρόσωπες υλικές δυνάμεις. Γι’ αυτό η επιδιωκόμενη αλλαγή εξαρτάται κυρίως από την ανθρώπινη συνείδηση. Υποστηρίζει επίσης ότι καμιά αλλαγή , καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει με τα υπάρχοντα σχήματα της Αριστεράς(ΚΚΕ, ΚΚΕ εσωτ.) διότι η δράση τους δεν ήταν σωστή και δεν καθοδηγήθηκαν από μια σαφή ιδεολογία σχετικά με τα προβλήματα του νέου ελληνισμού. Γι’ αυτό θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση τη δημιουργία μιας νέας Αριστεράς , ενός νέου αριστερού κόμματος.

Επίσης προωθεί την ιδέα του ευρωπαϊσμού αλλά όχι όπως τον εννόησε η γενιά του ΄30 ούτε όπως εννοείται σήμερα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τονίζει συνεχώς το όφελος της συνεχούς πολιτιστικής ανταλλαγής ανάμεσα σε όλα τα ευρωπαϊκά έθνη γιατί δεν υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στο ελληνικό και το ξένο και υποστηρίζει την αφοσίωση σε μια ουμανιστική αντίληψη της λογοτεχνίας χωρίς διακρίσεις και στείρες θεωρίες.

Η Αποστολίδου  γράφει ότι ο Χατζής σφραγίστηκε από την εαμική πολιτική κουλτούρα , που ήταν μια εμπειρία μοναδική ως προς τη συλλογικότητα της , τις δημοκρατικές διαδικασίες, τη λαϊκή απήχηση. Ό,τι ακολούθησε δεν τον απογοήτευσε αλλά τον οδήγησε σε εμβάθυνση της προπολεμικής αριστερής κριτικής σε σχέση με την εθνική ιδεολογία και προσπάθησε να συνδέσει τα ιστορικά προβλήματα με τα λογοτεχνικά φαινόμενα.

Τον θεωρεί μοναδική περίπτωση  αριστερού διανοούμενου που έθεσε πολύ σοβαρά ζητήματα και αν και απόλυτος και γενικόλογος πολλές φορές  τα υπερασπίστηκε με πολύ μόχθο και μεγάλη εντιμότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :