Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

...Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες.

Η μεγάλη Έξοδος
Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.
Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες. Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.
Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.
Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα.



Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 9΄έκδοση













Θέμα του τρίτου αναγνώσματος είναι ένα συγκεκριμένο, ιστορικό πια γεγονός` η μεγάλη πανεθνική εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα με την ευκαιρία του απαγορευμένου εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1942, κατά την οποία εθρηνήσαμε πολλά θύματα. Πρωτοπορεία ήσαν οι νέοι, μαθητές και φοιτητές. Από το πρωί εγέμισε εορταστικά η Αθήνα με πλήθος κόσμου. Σκοπός, το στεφάνωμα των προτομών των ηρώων της Επανάστασης και του Αγνώστου Στρατιώτου. Οι αρχές της Κατοχής έστειλαν ιππικό και μηχανοκίνητα και εκτύπησαν "στο ψαχνό". Η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια από τις σημαντικότερες ομαδικές εκδηλώσεις σ' ολόκληρη τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη και υπήρξε δίδαγμα για όλο τον κόσμο της καθολικής αντιστάσεως του Ελληνικού λαού. Από κείνη την ημέρα άρχισαν συστηματικά οι ομηρίες και οι ομαδικές εκτελέσεις. Την εικόνα της "ημέρας εκείνης" θέλει να δώση ο ποιητής.
Η ανάλυση του Τάσου Λιγνάδη στο βιβλίο Το Άξιον Εστί του Ελύτη ( Εισαγωγή, Σχολιασμός , Ανάλυση).Αθήνα 1977, 3η έκδοση (με προσθήκη)

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Σοφία καλησπέρα και χρόνια πολλά για τη σημερινή ημέρα. Θυμήθηκα την παρουσίαση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο σχολείο μας, την προσπάθεια, τη συνεργασία, τη συμμετοχή όλων μας.
Υπέροχα χρόνια, με τις δυσκολίες τους, είχαμε όμως όνειρα.Σε ευχαριστώ, καλό σου βράδυ. Αθηνά.

sofia είπε...

Καλησπέρα Αθηνά
κοίτα να δεις που χθες συζητούσα ακριβώς γι' αυτή την εκδήλωση. Τότε είχα αγοράσει αυτά τα δυο βιβλία και θυμήθηκα το τρέξιμο, την προσπάθεια, την αγωνία της παρουσίασης, αλλά και την αντίδραση της Διευθύντριας μόλις ακούστηκε ο Θεοδωράκης. Θυμάσαι; Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Ωρυόταν.
Γελάω τώρα που τα θυμάμαι.

Να' σαι καλά.