Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Καλή πατρίδα! ...

[...] Τη γνώρισε στο σανατόριο , στη Γιάλτα, που είχε πάει να περάσει την άδεια του. Τρώγανε στο ίδιο τραπέζι. Λιγομίλητος εκείνος, δεν είχανε αλλάξει παρά τις τυπικές κουβέντες. Μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στην πόλη και πήρανε μαζί τον δρόμο για το σανατόριο. Ξάφνου, ενώ περνούσαν από το λιμάνι, ο Κώστας σταμάτησε. Τα γράμματα ήτανε καθαρά και φρεσκοβαμμένα: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. Το πλοίο, που είχε αυτό το όνομα, είχε σηκώσει κιόλας άγκυρα. Ο Κώστας το κοίταζε, σαν να' τανε το βαπόρι, που θα ταξίδευε ο ίδιος και να το' χασε. Στο κατάστρωμα ήτανε μαζεμένος κόσμος.

- Γεια σας, γεια σας, φωνάζει ο Κώστας, μ' όλη του τη δύναμη. Καλή πατρίδα!.

Ίσως να μην τον άκουσαν , γιατί ο " Αγαμέμνων " είχε ξεμακρύνει αρκετά. Κάποιος μονάχα του κουνάει το χέρι και κάτι φωνάζει. Παράξενη τρεμουλιαστή λέξη έφτασε από τ' ανοιχτά: " Α...ου...ι...εεε!".

Πόσο απόμεινε κει καρφωμένος ο Κώστας, δεν ξέρει` μα, σαν κίνησε να φύγει, είδε πως η Ταμάρα ήταν ακόμη δίπλα του. Την είχε ξεχάσει. Στον δρόμο, δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο που, από κείνη τη μέρα, κάνανε καθημερινή συντροφιά. Η Ταμάρα κόντευε τα σαράντα κι ο Κώστας είχε πατήσει τα σαρανταπέντε. Του μίλησε για τον Μπόρια και κείνος για τη Μαρία και, μόνο σαν κόντευαν οι μέρες που θα' φευγαν, έμαθε ο Κώστας πως ο Μπόρια είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, κι εκείνη πως η Μαρία είχε παντρευτεί το Βατικιώτη τον φαρμακοποιό. Του φαίνεται παράξενο του Κώστα, να κάθεται πλάι σε μια γυναίκα, να της μιλάει για τη Μαρία - που δεν έλεγε να το πάρει απόφαση πως δεν είναι πια δικιά του γυναίκα κι ας πέρασαν δυο ολόκληρα χρόνια. Κι εκείνη, η ξένη, ν' ακούει και να βουρκώνει, για τη Μαρία που τον άφησε, για τα παιδιά του, που δε γνώρισε, για κείνον τον ίδιο, που περνάνε τα καράβια για τον τόπο του, χωρίς να τον παίρνουν. Κι η ίδια, χήρα από είκοσι δύο χρονών.

Όταν έχεις μια γυναίκα πλάι σου, να σου λέει " Θα πάμε αύριο εκεί ", να σε παρασέρνει σε εκδρομές, σε περιπάτους με παρέες ξέγνοιαστες, για να ξεχάσεις τα όσα σε βαραίνουν, τολμάς τότε να συλλογιστείς: μήπως θα μπορούσα να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή; Κι η Ταμάρα πάλι, θαρρείς αυτό αποζητούσε, να μπορεί να νοιάζεται για κάποιον, να του λέει " απόψε θα πάμε εδώ", " αύριο θα κάνουμε εκείνο ", για ν' αποδιώξει από την ψυχή του τη μοναξιά. Ίσως κι από τη δική της. Και " διαλέξτε αυτό το φαγητό, Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, τόσα χρόνια και δε μάθατε ακόμη την κουζίνα μας" ή " σας βρήκα στη βιβλιοθήκη ένα ενδιαφέρον βιβλίο να διαβάσετε. Λογοτεχνικό. Τι πειράζει που είστε μηχανικός;"

Να παντρευτούνε το αποφάσισαν την τελευταία σχεδόν μέρα. Μπορεί, για τη γρήγορη απόφαση να τους επηρέασε και η Κυρία με το σκυλάκι, που είχανε δει την παραμονή στον κινηματογράφο.

- Την έκανες, θα μείνεις και στη Μόσχα - αστειεύτηκαν οι φίλοι του, σα μάθανε πως η Ταμάρα είναι Μοσχοβίτισσα.

Το λέγανε, γιατί δεν ξέρανε πως του Κώστα δεν του αρέσουν οι μεγάλες πολιτείες και πως, αν ήταν στο χέρι του, δε θα κούναγε ποτέ από το Μαρούσι  και θα περνούσε όλη του τη ζωή εκεί, στο σπίτι του, με τα "δειλινά " του, κοντά στον σταθμό, όπου ξαπόσταινε ξεφυσώντας το " θηρίο " , για να τραβήξει μετά στην Κηφισιά. Αυτό ήταν το πιο μακρινό ταξίδι, που είχε κάνει ο Κώστας με σιδηρόδρομο: Μαρούσι - Κηφισιά. Ένιωθε πάντα ένα παράξενο συναίσθημα, σαν έμπαινε στο τρένο, λες κι έφευγε μακρινό ταξίδι και δεν ήταν να ξαναγυρίσει. " Τι ώρα περίπου θα' ρθεις; " τον ρώταγε η μητέρα του και πάντα τον περίμενε στο σταθμό. Όταν γύριζε το τρένο κι έμπαινε σφυρίζοντας στο Μαρούσι  κι έβλεπε ο Κώστας από το παράθυρο τη μάνα του να τον περιμένει, ένιωθε σιγουριά, πως να, έφτασε σπίτι. Τώρα, παρόλο που έχει ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, σαν μπαίνει σε σταθμό του σφίγγεται η καρδιά. Ξέρει πως κανένα τρένο, όσες ώρες, όσες μέρες και να ταξιδέψει, δεν μπορεί να τον φέρει στο Μαρούσι.

Η απέραντη Μόσχα του φάνηκε σαν μια καινούρια ξενιτιά. Δεν είχε πια τους φίλους του, να μαζεύονται τα βραδάκια, να θυμούνται τα όσα πέρασαν μαζί, απ' όταν έφυγαν από τα σπίτια τους, ώσπου να φτάσουν σε τούτη τη μακρινή γωνιά της γης, την Κεντρική Ασία, που σαν τη ζωγράφιζαν στο σχολείο στη χαρτογραφία, ποιος το φανταζόταν πως θα περνούσαν ολόκληρη ζωή εκεί.

Κάθε πρωί, ο Κώστας παίρνει το μετρό, για να πάει στη δουλειά. Τριάντα πέντε λεπτά ταξιδεύει, για να φτάσει. Κοιτάζει τον κόσμο γύρω του, που σχεδόν καθένας και κάτι διαβάζει. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη, σπάνια σου τυχαίνει να συναντήσεις τον ίδιο άνθρωπο κι ας παίρνεις κάθε μέρα, δυο χρόνια τώρα, το μετρό την ίδια ώρα. Στο Μαρούσι, κάθε φορά που κατέβαινε στην Αθήνα, όλο και κάποιον γνωστό θα συναντούσε κι ώσπου να φτάσουν στο τέρμα, θα μιλούσαν για το ένα, για το άλλο, για την " κατάσταση " - πρώτα Κατοχή, κυνηγητό μετά - που όπου να' ναι θα τέλειωνε.

Τριάντα πέντε λεπτά είναι πολύ μακρύ ταξίδι κι άμα δεν έχεις πάρει τη συνήθεια να διαβάζεις στη διαδρομή, τότε είναι που σκέφτεσαι. Έρχεται, στην αρχή ξεκάρφωτη, μια τυχαία φράση στο νου: " Τι άσχημη που είναι μπαμπά η θάλασσα, σαν την πιάνεις στη χούφτα σου! Γίνεται ένα ξασπρουλιάρικο νερό". Το' χε πει η Τασούλα, η κόρη του, σα γύρισε από την πρώτη της εκδρομή στη θάλασσα..." Τι καλά να σε διώξουνε, μπαμπά , από την τράπεζα, να φτωχύνουμε και να μένουμε σ' ένα παλιό λεωφορείο, σαν τους τσιγγάνους"...Η μια φράση φέρνει την άλλη, η μια σκέψη την άλλη κι από ξεκάρφωτες, γίνονται ολόκληρη αλυσίδα. Η Τασούλα τώρα της παντρειάς! Άραγε φωνάζουν τον Βατικιώτη πατέρα; Θα του τα πει όλα ο Μηνάς...Μα γιατί να παντρευτεί η Μαρία τον Βατικιώτη; Τι του βρήκε; Δε βαριέσαι, όποιος και να' τανε, το ίδιο θα' κανε...Πώς μπόρεσε να πλαγιάσει μαζί του;...Τη θυμάται τη Μαρία, την πρώτη νύχτα που πέρασαν μαζί. Δεκαοχτώ χρονών κοπελίτσα, που έβγαζε τα ρούχα της ένα ένα και τα κρεμούσε ταχτικά στην καρέκλα, σαν να' τανε να σηκωθεί την άλλη μέρα να πάει σχολειό...Πώς το φαντάστηκε η Μαρία, πως μπορούσε να γυρίσει; Δεν ήξερε πως ζητούνε " τη μάνατ'ς και τον πατέρατ'ς "; Στα γράμματά της, του μιλούσε γι' αυτούς που βολεύτήκανε. Για τον άντρα της Νίτσας, που ήταν εξορία, γύρισε και τώρα ως και δικό του μαγαζί άνοιξε, στην οδό Ερμού. Κι ο Τάκης που είχε συλληφθεί το '47 και δικάστηκε δις σε θάνατο, τώρα βγήκε, έχει δικιά του κούρσα κι ανεβοκατεβαίνει Αθήνα - Μαρούσι. Πώς όμως βολεύτηκαν η Μαρία δεν το' γραφε. Και γιατί δεν το' γραφε - αυτό ήτανε που τον ανησυχούσε.

" Έπρεπε να περιμένει ", θυμώνει ξαφνικά ο Κώστας.

Του ήρθε στο νου η Κατοχή εκείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό. Η Μαρία ξυπόλυτη, με το κομπινεζόν, έτοιμη να θηλάσει την Τασούλα, να τον απειλεί να πάρει τη μικρή και να φύγει από το σπίτι, αν δεν κατέβαινε ο Κώστας στη διαδήλωση. Ένιωσε ένα κύμα οργής να τον κυριεύει. Μπορούσε η Μαρία να κάνει τα παιδιά να τον αγαπήσουνε και να περιμένει. Να περιμένει και πέντε και δέκα χρόνια κι όλη τη ζωή...

Γύρω του, στο μετρό, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους και να διαβάζουν. Και μόνον εκείνος να μη διαβάζει τίποτα - τριάντα πέντε και τριάντα πέντε λεπτά κάθε μέρα, πάνε κι έλα -, παρά να τα βάζει με τη Μαρία, που πάνω στα έντεκα χρόνια δεν άντεξε. Έραβε, για να ζήσει τα παιδιά. Τις καθημερινές, περνούσε η μέρα. Τις Κυριακές όμως, όλες οι φιλενάδες της θα στολίζονταν και θα τραβούσαν με τους άντρες τους κατά τη Μαγκουφάνα. Η γειτονιά άδεια. Τα μαγαζιά κλειστά. Και αν αποφάσιζε να πάει καμιά βόλτα ως την πλατεία, θα ΄βρισκε μονάχα τον Βατικιώτη, στην πόρτα του φαρμακείου, Κυριακή παρά Κυριακή, όταν ήταν διημερεύων. Μπορεί να της πρότεινε να πάνε καμιά βόλτα, σα θα' κλεινε` κι η Μαρία, την πρώτη φορά, να' πε: " Μωρέ μούτρο, που μου προτείνει και βόλτα!" Ύστερα όμως να δέχτηκε και να' νιωσε πως είναι καλά να περπατάς μ' έναν άντρα στο πλάι, κι ας είναι ξερακιανός κι ας μην έχει δώσει , στην Κατοχή, μήτε μια ασπιρίνη.

Σήμερα, σε λίγες ώρες, θα τα μάθει όλα και δε θα μπορεί πια η φαντασία του, αχαλίνωτη, να πλάθει πώς έγινε τούτο και πώς εκείνο. Θα ησυχάσει κι η Ταμάρα, που τον βλέπει να βυθίζεται κάθε τόσο σε συλλογές. Ανησυχούσε κι αυτή σήμερα και τον ξεπροβόδισε. Τα βάζει με τον εαυτό του ο Κώστας, που τόσο είχε την έννοια της συνάντησης , ώστε δεν της είπε ούτε ένα "Καλό βράδυ". " Θα της τηλεφωνήσω από τη δουλειά", συλλογιέται. Δε θέλει να τη βλέπει στεναχωρημένη. Η Ταμάρα είναι ο καλύτερός του φίλος.

- Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, είπατε πως δε θα' ρχόσασταν σήμερα, απόρησαν, σαν τον είδανε στη δουλειά.

Παράξενο του φάνηκε το Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, ίσως γιατί, από χτες, είχε θυμηθεί το " Κωσταρίκο ".

- Ήθελα να ρίξω μια ματιά σε κάτι σχέδια και θα φύγω δικαιολογιέται.

Ο Κώστας είναι μηχανικός σε εργοστάσιο. Μια ολόκληρη παρέα τ' αποφάσισαν τότε να σπουδάσουνε μηχανικοί. Ακόμα κι ο Νικήτας, που ήτανε δικηγόρος στην Αθήνα, με γραφείο στην οδό Γενναδίου, πήγε από την αρχή πέντε χρόνια στο θρανίο, για μηχανικός κι αυτός.

Παίρνει μπροστά του ένα σχέδιο, μα δεν έχει νου να το μελετήσει. Η ώρα δέκα - τρεις ολάκερες ώρες ακόμα. Είναι μια καινούρια μηχανή. Κοιτάζει αφηρημένα το πολύπλοκο σχέδιο και, κάτω κάτω, καλλιγραφημένη την ημερομηνία: τέσσερις Μαρτίου. Θα τη θυμάται αυτή τη μέρα και ίσως αργότερα, άμα δει τη μηχανή έτοιμη μονταρισμένη, να του έρχεται στο νου η τέσσερις του Μάρτη και να θυμάται τα όσα θα' χε πει με τον Μηνά. ...Γερασίμου οσίου, Ιουλιανής - τέσσερις του Μάρτη. Η γιορτή της μητέρας του. Πού το θυμήθηκε; Ο Μηνάς σίγουρα θα ξέρει να του πει, για τα τελευταία χρόνια της, για τον θάνατό της. Σαν ήταν μικρός, κείνη τη μέρα δεν τον στέλνανε σχολείο, μόνο πηγαινόφερνε στον φούρνο τα ταψιά με τα γλυκά. Η μητέρα φορούσε ένα πράσινο φόρεμα , κεντημένο με χάντρες. άραγε να της έμεινε η πίκρα που, από πολλά χρόνια, δε γιόρταζε τη γιορτή της; Τη θυμάμαι να τους κοιτάζει απορεμένη , αυτόν και τη Μαρία που προσπαθούσαν να την πείσουν τότε, το ' 43, σα φάνηκε λίγο άσπρο αλεύρι κι ήθελε να κάνει λουκουμάδες, να καλέσει τις γειτόνισσες, πως είναι πολύ αστικό να γιορτάζει κανείς ονομαστική εορτή. Η μητέρα πέθανε, χωρίς να τον ξαναδεί και δε θα μάθει ποτέ πόσο στεναχωριέται ο Κώστας , που το θυμάται....


Απόσπασμα από το διήγημα Στο Μαρούσι( Μόσχα 1964). Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων της Άλκης Ζέη, Αρβυλάκια και γόβες, Μεταίχμιο 2011

Η Άλκη Ζέη γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα :

 " Τα διηγήματα αυτά τα έγραψα από το  '61 έως το ' 63 στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχα ζήσει ως πολιτικός πρόσφυγας, μαζί με χιλιάδες άλλλους Έλληνες και Ελληνίδες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Από τότε εγώ ξαναγύρισα στην Ελλάδα, ξανάφυγα στο εξωτερικό, στη Γαλλία, "αυτοεξόριστη" αυτή τη φορά, γύρισα πάλη στην Ελλάδα.
Θυμάμαι, το καλοκαίρι του  '54 , που έφτασα στην Τασκένδη, τις γυναίκες από διάφορα χωριά της Ελλάδας να ξυπνούν από τα χαράματα και να κάθονται με τα μωρά τους στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, κάτω από το παράθυρό μου, και να διηγούνται τα όνειρα της περασμένης νύχτας. Όλα γύρω στο ίδιο θέμα: Ο γυρισμός. " Είδα πως γύριζα στο χωριό μου, μα δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι, γιατί ο σκοτωμένος αδελφός μου κρατούσε ένα ολοζώντανο φίδι κομμένο στα δύο". " Είδα πως γύριζα κρυφά στο χωριό και περνούσα μέσα από μια λαγκαδιά, που σ' όλα τα κλαριά ήτανε μπηγμένα κεφάλια". " Είδα πως είχα γυρίσει στο χωριό μας και μπήκα στην εκκλησία - γινότανε γάμος - παντρευότανε ο άντρας μου, η νύφη δεν ήμουνα εγώ".
Δύο από τα διηγήματα αναφέρονται σ' αυτό το θέμα του γυρισμού. Στα άλλα ίσως έδωσε μορφή η αγωνία κάθε συγγραφέα που ζει μακριά από τον τόπο του να μην ξεκοπεί ολότελα..."

O πίνακας του Avi Belaish από εδώ


Δεν υπάρχουν σχόλια :