Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλκη Ζέη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλκη Ζέη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Αρβυλάκια και γόβες

Η Άλκη Ζέη έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα που διαβάζονται όχι μόνο από τα παιδιά και τους εφήβους, αλλά και νέους κάθε ηλικίας. 
Από τη συλλογή διηγημάτων "Αρβυλάκια και γόβες" το ομότιτλο διήγημα που ακολουθεί. Η Άλκη Ζέη έγραψε τα διηγήματα της συλλογής ενώ βρισκόταν στη Μόσχα ως πολιτική πρόσφυγας. 
" Τα διηγήματα αυτά τα έστελνα ένα - ένα από τη Μόσχα στην " Επιθεώρηση Τέχνης" και ανυπομονούσα να τα δω δημοσιευμένα. Δεν σκέφτηκα ποτέ να τα μεταφράσω στα Ρωσικά.Δημοσιεύτηκαν στην Ελλάδα κι αυτό μου φτάνει"
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ δεν τον γνώρισε, παρ' όλο που η φωνή του αντηχούσε το ίδιο χαρούμενη και ζεστή.
- Είμαι ο Νίκος.
- Ποιος Νίκος;
- Ο Γρηγόρης!
Τότε κατάλαβε η Λία και ξαφνιάστηκε. Πού τη θυμήθηκε τώρα - δα ο Γρηγόρης!...Της μιλούσε αργά - αργά, τονίζοντας τις λέξεις, όπως έκανε και τότε...
- Η ιδέα ήτανε της Μαρίας, εξηγεί εκείνος, να μαζευτούμε σπίτι της όλη η παλιά συντροφιά...Κλείνουν είκοσι χρόνια.
Ύστερα η φωνή του γίνεται πιο βαθιά:
- Όσοι μείναμε.
- Θα προσπαθήσω, είπε μόνο η Λία.
Από την άλλη μεριά έφτασε σίγουρη η φωνή:
- Σε περιμένουμε, λοιπόν.
Η Λία κατέβασε το ακουστικό κ' ύστερα άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Έσυρε την πολυθρόνα κοντά στο μπαλκόνι και κάθησε με τον ήλιο κατάφατσα. Μία με μιάμιση. Αυτή η ώρα ήταν καταδικιά της. Η υπηρέτρια πάει να φέρει τη μικρή από το σχολείο κι ο Τάκης δε γυρίζει το μεσημέρι. Τότε μπορεί η Λία να κάθεται και να συλλογιέται. Κ' είχε ένα σωρό πράγματα να συλλογιστεί. Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα τριάντα εφτά. Δεν είναι που γέρασε· ούτε μιαν άσπρη τρίχα δεν έχει. Ένιωσε μόνο, ξαφνικά, σα να βαρέθηκε. Παρέες, εκδρομές, η συναυλία της βδομάδας, πού και πού καμιά πρεμιέρα στο θέατρο...Δεκατέσσερα χρόνια τώρα, από τη μέρα που παντρεύτηκε...Το δίπλωμά της βρίσκεται κάπου καταχωνιασμένο, στο πατρικό της σπίτι. Για το νοικοκυριό, για το παιδί φροντίζει η μητέρα του Τάκη. Έτσι είχε ένα σωρό καιρό ελεύθερο. Βαρέθηκε...αυτό είναι. Μόνο ένα ταξίδι στο εξωτερικό θα την έσωζε. Καινούργια μέρη, καινούργιοι άνθρωποι. Κάτι ν' αλλάξει...Συλλογιότανε τη ζωή της με τον Τάκη - αγάπη υπάρχει, δεν μπορείς να πεις. Συλλογιότανε την κόρη της, που μόλις είχε πατήσει τα δεκατρία κ' έκανε σκηνές να την αφήσουν να βάλει ψηλά τακούνια. Μόνο εκείνο το κορίτσι των δεκαεννιά χρονώ, τη Λία του σαρανταδύο, ήταν που δε συλλογιότανε καθόλου. Θαρρείς και διάλεξε την ώρα ο Γρηγόρης - μία με μιάμιση - να τηλεφωνήσει.
Ο ήλιος πέφτει πάνω στις ασημιές αγκράφες των παπουτσιών της  και τις κάνει να λαμποκοπάνε. Η Λία θυμήθηκε το σαρανταδύο, που φορούσε αρβυλάκια με λάστιχο αυτοκινήτου για σόλα και χοντρές καφετιές κάλτσες με ρίγες...Είχε λιακάδα σαν και σήμερα. Καθότανε σ' ένα προαύλιο του Πανεπιστημίου και λιαζότανε μ' απλωμένα τα πόδια. Δίπλα της, δυο άλλα πόδια, με λουστρινένια προπολεμικά γοβάκια και κάτασπρες κάλτσες πλεγμένες με βελόνες. Ήτανε η Ματίλντε. Η Λία δεν μπορεί να θυμηθεί ξεκάθαρα τα πρόσωπα. Η Ματίλντε είχε μαύρα μαλλιά και φιλντισένιο πρόσωπο. Λεπτομέρειες τής ξεφεύγουν. Τα πόδια όμως, παράξενο, σα να τάχει μπροστά της. Θυμάται ακόμα και τη μελανιά, που είχε στάξει από το στυλό του Κρίτωνα στην κάτασπρη κάλτσα της Ματίλντε.
- Να τη βράσεις με τσουένι και θα φύγει το μελάνι, συμβούλεψε η Γιάννα, που καθότανε στη ράχη του πάγκου και τα παπούτσια της άγγιζαν σχεδόν τη φούστα της Λίας. Κάτι παιδικά, αγορίστικα παπούτσια με κορδόνια και χακί κάλτσες γκολφ.
Απλωμένα στον ήλιο και τα πόδια της Μαρίας, με καλοκαιρινά πέδιλα και χοντρές κάλτσες. Ο Κρίτωνας καμάρωνε για τα καινούργια του άρβυλα από την οδό Πανδρόσου.
Ύστερα είχαν έρθει αθόρυβα, να σταθούν πλάι στα δικά της, δυό πόδια με λαστιχένια παπούτσια του μπάσκετ και μάλλινες κάλτσες από αδρύ μαλλί. Οι κοπέλες τσίριξαν χαρούμενα.
- Γεια σου, Γρηγόρη!
Ο Γρηγόρης άπλωσε τα μακριά του χέρια, σα νάθελε να τις αγκαλιάσει όλες μαζί.
- Γεια σας, αγάπες μου, είπε και τράβηξε τη Γιάννα παράμερα.
- Κι όμως η φωνή του είναι ολόιδια σαν και τότε, συλλογίστηκε η Λία το τηλεφώνημα.

Τα θυμάται η Λία τα παπούτσια του μπάσκετ, που στεκόντανε στην άκρη του προαυλίου, κοντά στα κάγκελα και, πλάι τους, τα μικρά αγορίστικα παπούτσια, που τραμπαλιζόντανε, μια στα τακούνια, μια στις μύτες. Η Λία είχε φουντώσει. Εκείνη ποτέ δεν την είχε φωνάξει παράμερα ο Γρηγόρης - δεν την εμπιστευόταν...Το κουδούνι χτύπησε και σηκώθηκαν όλοι βαριεστημένοι να πάνε στο μάθημα. Η Λία είδε, με την κόχη του ματιού, τη Γιάννα, που άφησε το Γρηγόρη. Εκείνος στεκότανε ακόμη κοντά στα κάγκελα, στην ίδια θέση. Έτσι όμως, όπως δεν τον άκουγε ποτέ με τα λαστιχένια του παπούτσια, την ξάφνιασε σαν την έπιασε από το μπράτσο, ενώ εκείνη έκανε να μπει στην αίθουσα. Έσκυψε κάτι να της πει στ' αυτί, μα τόσο κοντά, που ένιωσε τα χείλια του να την αγγίζουν.
- Έλα αύριο στου Κρίτωνα.

- Να δεις που η ιδέα είναι του Γρηγόρη, συλλογιέται πάλι το τηλεφώνημα η Λία. Η Μαρία δεν είχε ποτέ δικιά της πρωτοβουλία." Η ιδέα είναι της Μαρίας" - και το τόνισε ο Γρηγόρης. Μήπως φανταστώ πως με θυμήθηκε ο ίδιος;

- Έλα αύριο στου Κρίτωνα...
Η Λία δεν κράτησε, κείνη τη μέρα, ούτε μια σημείωση για τον "Ιδιωτικό βίο των Βυζαντινών". Η αίθουσα που γινότανε η παράδοση ήτανε σκοτεινή, χωρίς σταλιά ήλιο. Ο καθηγητής Γ. παρέδιδε με χαμηλή φωνή, που μόλις ακουγόταν στα πίσω θρανία. Το κοστούμι του, αφόρετο σχεδόν, προπολεμικό, σκούρο και επίσημο, θαρρείς και είχε ντυθεί για τελετή. Μόνο, καθώς γύριζε τη ράχη, ανεμιζόταν, σα να μην είχε σώμα από μέσα...Το Πανεπιστήμιο θα τόκλειναν από μέρα σε μέρα. Το συσσίτιο γινόταν όλο και πιο νερουλό. Στο σπίτι της Λίας κάθε τόσο και κάτι ξεπουλούσαν. Μα σα να τα ξέχασε όλα αυτά και δεν της έμεινε παρά η έντονη χαρά: " Έλα αύριο... Έ λα αύριο!"...Πού και πού έφτανε στ' αυτιά της καμιά φράση από την παράδοση, για το πώς ντύνονταν οι βυζαντινές γυναίκες. Η Λία είχε ένα καινούργιο πράσινο φόρεμα, φτιαγμένο από τραπεζομάντηλο. Αύριο θα το φορούσε.
Στη δεξιά πλευρά, στο τέταρτο θρανίο, κάθονταν η Γιάννα με τη Μαρία κι όλο κάτι ψιθυρίζανε μεταξύ τους...Πλάι της ήτανε ο Κρίτωνας, που της είχε σχεδόν γυρισμένη την πλάτη. Γύριζε καμιά φορά για να της πει:
- Γράψε καθαρά, να μου δώσεις τις σημειώσεις.
Η Λία όμως είχε κλείσει επιδειχτικά το τετράδιο και περίμενε με σταυρωμένα τα χέρια, να τελειώσει το μάθημα.
- Άραγε να το ξέρει ο Κρίτωνας πως θα πάω; αναρωτιέται. Ποιοι άλλοι θάναι;
Περνάει το βλέμμα της ένα - ένα τα θρανία και της φάνηκε πως κανείς δεν πρόσεχε το μάθημα. Ο καθηγητής Γ. πηγαινοερχόταν καθώς δίδασκε. Φορούσε λουστρινένια παπούτσια και μάλλινες βυσσινιές κάλτσες, πλεγμένες δυό καλή μια ανάποδη.
Αύριο η Λία πήγε στο σπίτι του Κρίτωνα...
Και πάλι της έρχονται στο νου τα παπούτσια τους, έτσι όπως ήταν πεταγμένα σε μια γωνιά κι όλοι είχανε στριμωχτεί πάνω στο ντιβάνι. Τα μόνα όρθια, βαλμένα με τάξη, ήτανε τα γοβάκια της Ματίλντε.

Η Λία νιώθει σα μια γλυκειά ζάλη. Μπορεί να την ναρκώνει ο ήλιος, έτσι που τη χτυπάει κατάφατσα. Μπορεί και να μην είναι νύστα, γιατί ο νους της δουλεύει. Νιώθει σα νάναι βυθισμένη κ' η σκέψη της γυρνάει πίσω με επιμονή, με ηδονή σχεδόν. Της φαίνεται παράξενο κι όμως αφήνεται...

Θυμάται που τ' αγόρια είχανε περασμένα τα μπράτσα τους στους ώμους των κοριτσιών κ' οι κοπέλες έπλεκαν τα δάχτυλά τους η μια με την άλλη. Στην αρχή, η Γιάννα απήγγειλε ένα ποίημα, μιλούσαν για να οργανώσουν κάποιο πάρτυ, ο Κρίτωνας  τους πρόσφερε ρεβυθοκέικ. Ο Γρηγόρης μιλούσε χαμηλόφωνα, με ζέστα. Τότε το ντιβάνι του Κρίτωνα, που λύγιζε ο σομιές του από το βάρος τους, γινότανε ορμητήριο, στρατηγείο, κρυφό σχολειό και σα να πίστευαν όλοι τους, πως ήταν εκείνοι που κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη της Αθήνας, της Ελλάδας, του κόσμου ολόκληρου. Όσο συνέχιζε να μιλάει ο Γρηγόρης, στριμώχνονταν εκείνοι ακόμα περισσότερο κ' ένιωθε ο ένας για τον άλλον κάτι, που δεν μπορείς να το πεις έρωτα, μα ούτε και φιλία. Αγάπη, ίσως, απέραντη. Και γι' αυτόν ακόμα τον Τάση, με τη μακριά μύτη και τα κιτρινισμένα δόντια, με την παράτονη φωνή που σε νευρίαζε και, σαν τον έβλεπε η Λία στο προαύλιο του Πανεπιστημίου προσπαθούσε να τον αποφύγει, - ως και γι' αυτόν ένιωσε ξαφνικά τέτοια τρυφερότητα, που, έτσι όπως καθόταν δίπλα της, άφησε το κεφάλι της ν' ακουμπήσει στον ώμο του.
Μια στιγμή, εκεί που μιλούσαν όλοι τους σιγανά, έβαλαν τα κορίτσια αναπάντεχα τα γέλια - μην παραξενευτούν οι γονείς του Κρίτωνα, ακούγοντας τόση ησυχία...
Είπαν και για το καινούργιο της φόρεμα.
- Μωρέ μπράβο! Από ένα τραπεζομάντηλο.
Κι ο Γρηγόρης ακόμα θαύμασε.
- Αν ήμουνα ποιητής, θα σου έγραφα στίχους, έτσι όπως είσαι ντυμένη στα πράσινα: " Ένα κορίτσι δροσερό σα λαχανίδα...".
Την ώρα που οι άλλοι γελούσαν , εκείνος έσκυψε και της είπε:
- Θα βγούμε απόψε μαζί.
Εκείνο το βράδυ η Λία έγραψε πρώτη φορά στον τοίχο: ΜΠΑΚΑΛΗ ΚΑΙ ΣΥΣΣΙΤΙΟ.

Την είχε ξεχάσει αυτή τη φράση. Μήτε μια φορά δεν της είχε έρθει στο νου, εδώ και τόσα χρόνια. Και τώρα, σα να βλέπει μπροστά της τη μάντρα. Είχε νομίσει πως, από τη λαχτάρα της, είχε γράψει δυό φορές το ΣΙ και πέρασε  το άλλο πρωί να δει. Ήτανε ένα ξυλάδικο στην οδό Τήνου. ΚΑΥΣΟΞΥΛΑ, έγραφε με ξεθωριασμένα μαύρα γράμματα και πλάι τους τα δικά της, τα πράσινα, ζωηρά - ζωηρά, που από τα γιώτα έσταζε, θαρρείς επίτηδες, η μπογιά, για να τα κάνει να φαίνονται πιο μακριά.
Και τώρα, κουρνιασμένη στην πολυθρόνα της, τα θυμάται όλα, ακόμα και το πινέλο , που το ξύλο του ήταν ανώμαλο και της άφησε μια αγκίθα στην παλάμη. Θυμάται την αφή του χεριού του Γρηγόρη, που της κρατούσε σφιχτά - σφιχτά το δικό της. Περπατούσαν γρήγορα κ' η Λία δεν πρόσεχε τους δρόμους. Μόνο σαν πρόβαλε μπροστά της το πάρκο, σκοτεινό και άγριο, είδε πως είχανε φτάσει στην οδό Μαυροματαίων. Ο δρόμος έρημος, τα παράθυρα ολόμαυρα από τη συσκότιση, χωρίς να ξεφεύγει μήτε μια λουρίδα φως. Μόνο σ' ένα σπίτι, αντίκρυ στην οδό Κοδριγκτώνος, στο πρώτο πάτωμα, δεν είχανε κατεβάσει το ρουλό και ξεχώριζαν μέσα στη νύχτα, οι άσπρες λουρίδες, που ήτανε κολλημένες στα τζάμια, σε σχήμα ήλιου. Περπατούσαν ο ένας πολύ κοντά στον άλλον. Τους χώριζε μονάχα το κουτί της μπογιάς, που φούσκωνε στην τσέπη της καπαρντίνας του Γρηγόρη. Από το πάρκο ακούστηκαν βήματα να τρέχουν, ύστερα μια ξερή πιστολιά. Ο Γρηγόρης την αγκάλιασε και την έσφιξε απάνω του. Της Λίας η καρδιά χτυπούσε τόσο δυνατά, που σίγουρα εκείνος την άκουγε.
- Μη φοβάσαι, της είχε πει.
Κ' η Λία δεν ήξερε αν ήτανε από φόβο, ή από το άγγιγμα του Γρηγόρη, ο χτύπος. Φοβόταν το σκοτάδι, την ερημιά του δρόμου, την πιστολιά που ακούστηκε, συλλογιόταν τα κουτιά και τα πινέλα που ήταν φορτωμένοι...Στην αγκαλιά όμως του Γρηγόρη είναι ήρεμα και ζεστά.
-Να παριστάνουμε τα ζευγαράκια, σαν πλησιάζει κανείς, λέγανε στο σπίτι του Κρίτωνα, πριν ξεκινήσουν.
Μα να που έγινε ησυχία, δεν ακούγεται πια τίποτα...Εκείνος όμως δεν την αφήνει...περνάει το χέρι του στο μέτωπό της, στα μάτια της, στα χείλια της, σαν να θέλει να τα διακρίνει , μέσ' στο σκοτάδι, με την αφή. Το πρόσωπο του Γρηγόρη είναι πολύ κοντά στο δικό της. Της φαίνεται, μέσα στη νύχτα, αλλοιώτικο και ξένο. Ύστερα τη φίλησε. Όταν το ξανακοίταξε, της είχε γίνει γνώριμο το μακρύ, λιγνό του πρόσωπο κι όταν της είπε " Πάμε, Λία", εκείνη είχε ξεχάσει πως ήταν κατοχή, πως είχαν βγει για να γράψουν συνθήματα στους τοίχους, πως η κυκλοφορία τέλειωνε σε λίγο.
Άρχισαν να περπατούν γρήγορα, ακούστηκε ένας θόρυβος, γύρισαν κ' οι δυό. Ήταν το ρουλό, που κατέβαζαν στο σπίτι της οδού Κοδριγκτώνος.
- Είδες πώς είχανε κολλήσει τα χαρτιά στα τζάμια; είπε ο Γρηγόρης. Σαν ήλιο.
Κι η Λία χάρηκε που το είχε προσέξει.

Αυτή η πρώτη μέρα τής έρχεται στο νου, λες και ήταν χτες. Όλα τ' άλλα όμως μπερδεύονται και δεν μπορεί να ξεχωρίσει πότε έγινε το ένα, και πότε έγινε το άλλο. Κ' ίσως έτσι νάναι καλύτερα...Κ' η αγάπη της με το Γρηγόρη μοιάζει τώρα απόμακρη κι ο χαμός της Ματίλντε. Πριν λίγο καιρό είχε δει, σ' ένα ξένο περιοδικό, φωτογραφίες από το στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ. Στη μια ήτανε στίβα γυναικεία μαλλιά, στην άλλη παπούτσια, πεταγμένα σωρό, ανάκατα. Μόνο ένα ζευγάρι γοβάκια της φάνηκε σα να ξεχώριζαν, ταχτικά - ταχτικά σε μιαν άκρη. Τότε η Λία θυμήθηκε τη Ματίλντε, μα για μια στιγμή μόνο. Γιατί, από τότε που χώρισε με το Γρηγόρη, δεν ήθελε πια να θυμάται τίποτα. Χώρισαν το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα. Ίσως φταίει που το σπίτι του Γρηγόρη ήτανε δυό δρόμους πιο κάτω από το δικό της και, τότε, ένας δρόμος, μια πάροδος μπορούσαν να χωρίσουνε για πάντα τους ανθρώπους...Μπορεί ακόμα, γιατί εκείνη είχε πιστέψει, πως, μια κ' έφυγαν οι Γερμανοί, έπρεπε νάχουν περάσει οι δύσκολες μέρες.
Και για τη Λία πέρασαν! Έλεγε πως δε θα τα ξαναθυμηθεί τα παλιά. Με τον άντρα της ποτέ δε μιλούσανε για την κατοχή - δεν είχανε καμιά κοινή ανάμνηση. Εκείνος ήτανε τότε με τους γονείς του στο Λονδίνο.
Και ξαφνικά τώρα, σα νάνιωσε ένα θυμό για τον Τάκη, που δε βρέθηκε ποτέ στο προαύλιο του Πανεπιστημίου κείνα τα χρόνια. Είναι αρχιτέκτονας, μα ποτέ δε γνώρισε τον Κώστα του Πολυτεχνείου, που έπεσε στη διαδήλωση...

Εκεί, λίγο πιο κάτω από του "Στρατηγίου", κάθεται τώρα μια γυναίκα, που πουλάει δαντέλες και πλέκει με το κορσεδάκι. Έξω ακριβώς από κείνη την πόρτα, που σύρανε μέσα, με το Γρηγόρη, τον Κώστα σα χτυπήθηκε. Η Λία την είχε θυμηθεί την πόρτα. Μια μέρα, που περνούσε από μπροστά, τη γνώρισε ξαφνικά. Έκανε να κοντοσταθεί, μα προσπέρασε. Ίσως γιατί δεν ήθελε να θυμηθεί, ίσως γιατί στη διπλανή βιτρίνα είχαν βάλει παπούτσια - καινούργια ιταλικά μοντέλα.

Πώς μπορούσε, τόσον καιρό, να της φαίνεται φυσικό, πως ο άντρας της, που ζούνε δεκατέσσερα χρόνια μαζί!, δεν ξέρει τίποτα για κείνο το κορίτσι με τα αναστατωμένα μαλλιά, που έτρεχε στη διαδήλωση κ' εκεί, πίσω από μια πόρτα, σ' ένα στενό διάδρομο, ένας άντρας πέθαινε στην αγκαλιά της και το αίμα του έβαφε με μουντούς λεκέδες το πράσινο φόρεμα το φτιαγμένο από τραπεζομάντηλο. Ένας άντρας, που θα μπορούσε τώρα να ήτανε αρχιτέκτονας σαν τον Τάκη, να παίρνει τις δουλειές τη μια πάνω στην άλλη, να ταξιδεύει στο εξωτερικό και νάχει μια γυναίκα σαν τη Λία, που να ξέρει να ντύνεται κομψά και να φτιάχνει με γούστο το σπίτι. Θα μπορούσε το βράδι να πέφτει ήσυχος στο κρεβάτι του, με τη γυναίκα του στο πλάι, να λέει: " Σήμερα έκλεισα μια σπουδαία δουλειά". Τόσο σπουδαία, που ν' αξίζει, παρ' όλη την κούραση της μέρας, νάρθει κοντά, πολύ κοντά της.

Δεν είναι μόνον ο Τάκης. Κ' η σημερινή Λία μοιάζει να μην το γνώρισε ποτέ εκείνο το κορίτσι.
- Οι πιότεροι ξεχάσαμε, σκέφτηκε κ' έκανε να βολευτεί στην πολυθρόνα της. Μα δεν πρόλαβε να την καθησυχάσει αυτή η σκέψη...
Ο Κρίτωνας έλειπε χρόνια στο Παρίσι κι ασχολιόταν με τον κινηματογράφο. Τον συνάντησε, πριν λίγες μέρες, σε μια πρεμιέρα. Χαιρετήθηκαν σαν παλιοί φίλοι, χωρίς βέβαια νάχει μείνει τίποτα από τα παλιά. Τίποτα από τότε, που, σαν έλειπε η μητέρα του από το σπίτι, έκλεβε από το ντουλάπι φουντούκια και σταφιδόμελο, για να χορτάσουν.
Στάθηκαν στο διάλειμμα λίγα λεπτά κουβεντιάζοντας.
- Θα δουλέψω τώρα στην Ελλάδα, λέει ο Κρίτωνας. Μια ταινία για την αντίσταση...αν μ' αφήσουν να τη γυρίσω.
Ύστερα έκρυψε ένα μορφασμό κ' έπιασε το πόδι του.
- Σ' ενοχλεί ακόμα; απόρησε η Λία.
Ο Κρίτωνας χαμογέλασε.
- Ευτυχώς! Γιατί με κάνει να θυμάμαι.
Τότε η Λία δεν είχε δώσει σημασία σ' αυτή τη φράση, γιατί, εκείνη τη στιγμή, πέρασε δίπλα της η Καίτη, που φορούσε ένα μοντέλο.
- Να διορθώσω το καφέ μου φουστάνι έτσι, συλλογίστηκε η Λία και βάλθηκε με τρόπο να προσέξει το γιακά, για να τον περιγράψει της μοδίστρας της.

" Γιατί με κάνει και θυμάμαι!" Καμπανιστή της έρχεται τώρα τούτη η φράση...

Στεφάνωναν τα αγάλματα στο πάρκο κι ο Κρίτωνας μόλις είχε περάσει ένα στεφάνι στη Μπουμπουλίνα, όταν άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Πληγώθηκε στο πόδι. Το ένα αρβυλάκι, το ολοκαίνουργιο, από την οδό Πανδρόσου, βουτήχτηκε στο αίμα.

Τώρα ο Κρίτωνας φορούσε παπούτσια με τετράγωνες μύτες.
Είναι κ' η Γιάννα, που αντάμωσε με τη Λία στο δρόμο: " Σε λίγο θα κυκλοφορήσει το βιβλίο μου. Θα σου θυμίσει πολλά από την κατοχή". " Πάντα της ντύνεται χωρίς γούστο", ήταν το μόνο που σκέφτηκε η Λία, μόλις η Γιάννα ξεμάκραινε λίγο.
Όμως τώρα αναρωτιέται: λες όλοι να θυμήθηκαν ξαφνικά! Κ' η ίδια κι ο Κρίτωνας κ' η Γιάννα κι όλοι οι άλλοι, που καλά - καλά δεν τους θυμάται; Μήπως έτσι γίνεται; Έστω κι αν περάσουν πέντε, δέκα, ακόμα και είκοσι χρόνια που ξέχασες, θάρθει κάποια στιγμή να θυμηθείς, αν έχεις βέβαια ακούσει ποτέ στη ζωή σου να σου ψιθυρίζουν στ' αυτί...έλα αύριο!
Αύριο, λοιπόν, συλλογιέται η Λία και νιώθει σα νάναι το κορίτσι εκείνου του καιρού, η Λία του Γρηγόρη όπως την έλεγαν, για να την ξεχωρίζουν από την άλλη Λία, με την κουτάλα, που μοίραζε το συσσίτιο στην πανεπιστημιακή λέσχη.
...Αν είχε παντρευτεί το Γρηγόρη;
" Θα φορούσα ακόμα τα αρβυλάκια μου", ήτανε η πρώτη σκέψη, που της ήρθε στο νου.
Θυμήθηκε μια μέρα, που τον συνάντησε σ' ένα βιβλιοπωλείο, εκείνος φορούσε μπεζ τρυπητά παπούτσια κι ας είχαν αρχίσει τα πρώτα κρύα...
Τα βράδια όμως, σαν θάπεφταν να κοιμηθούν, θάρχιζαν να θυμούνται ένα σωρό, θα κουβέντιαζαν για κείνα τα χρόνια και θάτανε σαν να μη γέρασαν ποτέ. Θυμάσαι τούτο, θυμάσαι κείνο, θάλεγαν...Θυμάσαι τον Γιάννη τον ψηλό, τον Πέτρο; Θυμάσαι που παραλίγο να πέσουμε σε μπλόκο και πηδήξαμε τον τοίχο, λίγο πιο πάνω από το Γαλλικό Ινστιτούτο; Θυμάσαι που έχασα το πέδιλό μου στη διαδήλωση και με πειράζανε τα παιδιά, ότι οι Γερμανοί ζητούν τη σταχτοπούτα; Θυμάσαι την Άρτεμη, που την είχατε ερωτευτεί όλοι με τη σειρά...ναι, ναι κ' εσύ...κ' έγινε μια ολόκληρη συνεδρίαση, για να ξεκαθαρίσει εκείνη με ποιον είναι ερωτευμένη;...

Ο Τάκης πάντα κοιμάται γρήγορα κι αν αρχίσουν καμιά κουβέντα, πριν τους πάρει ο ύπνος, θάναι σχέδια για το μέλλον...για ταξίδια...για καινούργιο σπίτι...αν πάρει εκείνος τη μεγάλη δουλειά που περιμένει.

Κι αν παρακολουθούν το σπίτι της Μαρίας, πού θα μαζευτούν αύριο;
Την πρώτη φορά δεν μπόρεσε να πάει με τον Τάκη στη Νέα Υόρκη.
- Μα, μικρό μου, τι σου ήρθε κι ανακατεύτηκες τότε στην κατοχή; της είχε πει στεναχωρημένα ο Τάκης, σαν αρνήθηκαν να της δώσουν βίζα.
Τώρα όμως υποσχέθηκαν. Στη Νέα Υόρκη. Θέλει τόσο πολύ να ταξιδέψει! Όλοι οι φίλοι άρχισαν κιόλας να ρωτούν! " Πότε για την Αμερική;"

Ο Γρηγόρης μπορεί νάβαλε κιόλα στοίχημα: να δείτε που θάρθει!...Ο Κρίτωνας θα μιλάει για την ταινία που θα γυρίσει, η Γιάννα για το βιβλίο της...Η Λία κάποτε έγραφε στίχους. Αν ξανάπιανε πάλι την πέννα;
- Να γράψεις! θάβαζε τις φωνές ο Γρηγόρης.
- Τρελάθηκες, κοριτσάκι μου; θα γελούσε ο Τάκης.
Θάγραφε να γεμίσουν οι άδειες ώρες...Θα δούμε το Μανχάταν, τον Λόνγκ Άιλαντ. Αυτό θάναι το πρώτο ταξίδι, μπορεί νάρθει κι άλλο, έπειτα κι άλλο. Δε θα υπάρχει πια πλήξη. Κουταμάρες να ξαναγράψει! Δεκαπέντε χρόνια που τάφησε.
- Μπορεί και να μην έρθει, ίσως πει ο Γρηγόρης...Κ' οι άλλοι δε θα την περιμένουν...Ποιοι άλλοι νάναι άραγε; Θα θυμηθούν ένα σωρό πράγματα. Το Πανεπιστήμιο, την υπόγα τους - τη λέσχη..." Γεια σας", θα τους πει η Λία και θάναι σα να χώρισαν χτες. Μπορεί και να καθήσει κοντά στο Γρηγόρη. Θα του θυμίσει άραγε αυτή η κομψοντυμένη κυρία την τοτινή Λία;
Κοιτάζει η Λία τα λεπτά, μακριά της δάχτυλα και τα θυμάται κόκκινα, φουσκωμένα από τις χιονίστρες, τότε που τάπαιρνε ο Γρηγόρης και τάχωνε στο σακκάκι του, κάτω από τις μασχάλες , να τα ζεστάνει...Αλλοιώτικια που ήτανε η αγάπη τότε! " Μυρίζεις κόλλα", έλεγε ο Γρηγόρης κ' έχωνε το πρόσωπό του στις ρίζες των μαλλιών της, πίσω από το λαιμό. Του Τάκη του αρέσει να φορεί η Λία πάντα "αρπέζ"...

Μύριζε κόλλα και μπογιά, ακόμα και μελάνι πολυγράφου πολλές φορές. Στο δωμάτιο του Γρηγόρη έκανε παγωνιά. Η Λία τυλιγόταν με μια παλιά κουβέρτα, που της είχε φύγει ολόκληρο κομμάτι, στο σχήμα του σίδερου. Έπιναν τσάι του βουνού με ζαχαρίνη και περίμεναν το συνθηματικό σφύριγμα από το δρόμο. Της Λίας της άρεσε αυτή η ώρα, που καθόταν κουρνιασμένη στο ντιβάνι. Ο Γρηγόρης ετοίμαζε πινέλα, κόλλες και μπογιές. Ύστερα έπαιρνε τον " Ήλιο τον πρώτο" του Ελύτη. Φρεσκοαγορασμένος, φρεσκοτυπωμένος, με το κίτρινο γυαλιστερό εξώφυλλο και τη γοργόνα, φάνταζε αταίριαχτος ανάμεσα στα τενεκεδάκια και τα πινέλα. Θάθελε να μάκραινε πολύ αυτή η ώρα η Λία. Ο Κρίτωνας όμως δε χάριζε λεπτό. Ακουγόταν το σφύριγμά του και τότε ο Γρηγόρης την κοίταζε σα να τη λυπόταν. Ύστερα άφηνε το βιβλίο, την τραβούσε από τα χέρια και της έλεγε: " Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!".
Η Λία, όσο να προσπαθεί, δεν μπορεί να θυμηθεί κανένα άλλο στίχο της " Πορτοκαλένιας".Ο Γρηγόρης άραγε θα τους θυμάται ακόμα; Αν είχε παντρευτεί το Γρηγόρη, ίσως διάβαζαν μαζί...
Μονομιάς, σβήσανε όλα αυτά από το νου της κι ορθώθηκαν μπροστά της τα έντεκα χρόνια φυλακής του Γρηγόρη. Έντεκα χρόνια! Κ' είχανε περάσει δεκαοχτώ, από τότε που ήρθε, χαράματα, να την πάρει από το σπίτι της, για να χαθούνε, μ' όλη την Αθήνα, στους λεύτερους πια δρόμους της και τα μεσάνυχτα να κάνουν όλοι μαζί γαργάρες, στο σπίτι του Κρίτωνα, με ζουμί βρασμένου σύκου - συνταγή της γιαγιάς του - για ν' ανοίξει ο λαιμός τους, που είχε βραχνιάσει από τους αλαλαγμούς και τα τραγούδια.

Πριν μερικά χρόνια, η Λία συνάντησε τη μητέρα του Γρηγόρη στο δρόμο.
- Βγαίνει σήμερα από τη φυλακή, της είπε εκείνη αλαφιασμένη. Κ' εγώ έχω δώσει το κοστούμι του στο καθαριστήριο.
- Τον έπιασαν χτες, της ξανάπε μιαν άλλη φορά.
Τώρα Γρηγόρης είναι πάλι έξω. Ως πότε;...Αν τον είχε παντρευτεί, θα γυρνούσε κι αυτή, σαν τη γυναίκα του Πέτρου, από σπίτι σε σπίτι, να ζητάει να βγάλει παιδιά περίπατο. Είχε έρθει και σε κείνη, μα η Λία φοβήθηκε.
Η πολυθρόνα που κάθεται είναι ολοκόκκινη και μαλακιά. Του Τάκη του αρέσει, όταν μελετάει κανένα καινούργιο σχέδιο, να τη βλέπει αντίκρυ του, καθισμένη στην πολυθρόνα της. Εκείνη πλέκει, διαβάζει ή δεν κάνει τίποτα. Όταν τελειώσει ο Τάκης, πίνουν ουΐσκι κι ακούνε Βιβάλντι. Άλλη είναι η ζωή της Λίας τώρα. Καλύτερα να μην πάει αύριο. Τώρα πια, τα παλιά πέρασαν...
Ούτε θα προσέξουν πως δεν πήγε...αν μαζευτούν πολλοί...Τότε, άμα δεν ερχόταν κάποιος, αγωνιούσαν. Πιάστηκε; έπεσε σε μπλόκο; Τώρα, αν λείψει κάποιος, θα πούνε απλά: " Κάτι θα τούτυχε" και δε θα ξαναμιλήσουν πια για απουσία.
Κοντεύει μιάμιση. Λίγα λεπτά της μείνανε ακόμα της Λίας για να συλλογιέται. Δε θέλει τίποτα να θυμηθεί. Ίσως ήταν καλά, που τόσο καιρό δε συλλογιόταν...Είπε να σκεφτεί το ταξίδι στη Νέα Υόρκη... Άραγε ο Κρίτωνας τραγουδά ακόμα μουρμουριστά, όλη ώρα, τζαζ;...Η Λία απόμεινε ασάλευτη στην πολυθρόνα της. Θαρρεί πως κι αυτή η ανάσα της σταμάτησε. Τη μούδιασε κάτι σαν πανικός. Δεν πάει αύριο! Όχι! Θα πάει στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στη Ρώμη! Μα όταν γυρίσει;...Θα πρέπει να βγει ξανά στους δρόμους της Αθήνας...Θα περνά έξω από το Πανεπιστήμιο...θα κατεβαίνει στην οδό Ερμού...θα βρεθεί, πόσες φορές!, στην οδό Μαυροματαίων, σε κείνο το πεζοδρόμιο από τη μεριά του πάρκου! Η Αθήνα, όσο και νάλλαξε, έχει γωνιές που έμειναν οι ίδιες, που σε καλούν και σου φωνάζουν: Θυμάσαι! Κι αν ξεγελαστείς και θυμηθείς μια φορά...
Ένα λεπτό απόμεινε για να γίνει μιάμιση. Οι σκέψεις έρχονται τώρα μπερδεμένες στο μυαλό της Λίας, απανωτές...Έβγαλε τα παπούτσια της και προσπάθησε να βολευτεί, με τα πόδια διπλωμένα, πάνω στην πολυθρόνα.
- Έσβησα το κοτόπουλο με κρασί, μισάνοιξε την πόρτα η μητέρα του Τάκη.
- Καλά, λέει μηχανικά η Λία και κοιτάζει τις γόβες της.
Ολοκαίνουργιες, αφόρετες σχεδόν, στέκονται απάνω στο χαλί, έτσι όπως τις πρωτοείχε δει στη βιτρίνα. Τις κοιτάζει και προσπαθεί, με απόγνωση και πείσμα, να διώξει τη σκέψη, πως δε θα μπορεί πια να αγοράζει τέτοιες γόβες, με μαλακό πετσί σα γάντι, χωρίς να της έρχονται στο νου τ' αρβυλάκια της κατοχής, από την οδό Πανδρόσου, που πάλιωνε γρήγορα η βακέττα τους και σχιζόταν κ' ύστερα έκανε πάνω ο τσαγκάρης χοντρά καφετιά γαζιά, που σχημάτιζαν ροδίτσες.

Μόσχα 1963


Άλκη Ζέη, Αρβυλάκια και γόβες. Διηγήματα. Ξυλογραφίες και εξώφυλλο Ζιζής Μακρή, Κέδρος , Αθήνα 1984 5η έκδοση

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Αντίο, αγαπημένη Άλκη Ζέη


- ΠΟΣΟ ΘΑ ΖΗΣΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, ΓΙΑΓΙΑ;
Με παζαρεύουν τα εγγόνια μου για το πόσο θα ζήσω ακόμα.
- Δέκα χρόνια, είστε ευχαριστημένα;
Η εγγονή μου επιμένει στα δεκαπέντε. Τελικά συμβιβαζόμαστε στα δεκατρία. Είναι κρίμα, λέει, αφού θα πατήσω τον εικοστό πρώτο αιώνα, να μην έχω καιρό μπροστά μου να τους δω να μεγαλώνουν. Βέβαια και είναι κρίμα. Μήπως είναι στο χέρι μου;
Η πρώτη φορά που αντίκρισα γραμμένο το 2000 ήτανε τον Δεκέμβρη του 1990. Μόλις είχε φύγει ο Γιώργος για πάντα. Μου είχε αφήσει εντολή μην τύχει και δεν ανανεώσω την κάρτα παραμονής στη Γαλλία, παρόλο που θα μου ήταν άχρηστη αφού εδώ και χρόνια είχαμε γυρίσει οριστικά στην Ελλάδα. Ύστερα από τα τόσα που περάσαμε, αγωνιούσε φαίνεται που θα μ' άφηνε μόνη και σκεφτότανε πως για καλό και για κακό ας είχα μια κάρτα μονίμου κατοίκου της Γαλλίας.
Μόνο και μόνο γιατί του το υποσχέθηκα πήγα στο Παρίσι να τη ζητήσω. Τώρα πια ούτε ουρές ούτε τίποτα. Πας την ορισμένη μέρα και ώρα που σου έχουν πει από το τηλέφωνο και σε λίγα λεπτά σου παραδίνουν μια καινούργια κάρτα που ισχύει για δέκα χρόνια. Ως τις 31 Δεκεμβρίου 2000. Θα έχουν περάσει δέκα χρόνια που θα έχει φύγει ο Γιώργος κι εγώ...

Τώρα τι να το κάνω το ολοκαίνουργιο 2000, καθαρό και καμαρωτό; Τώρα που τα έχω όλα, και υπηκοότητα και διαβατήριο και βίζα για την Αμερική που ισχύει επ' αόριστον και για πολλαπλά ταξίδια; Συλλογιέμαι πως ο Γιώργος δεν πρόλαβε να χαρεί τίποτε απ' όλα αυτά, ούτε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, να δει τα μέρη όπου γεννήθηκε...

Το 2000 λοιπόν το πατάω αύριο μεθαύριο και τα παιδιά επιμένουν για δεκατρία χρόνια ακόμα. Φεύγουν όμως τόσο πολλοί και κοντινοί, και στα καλά καθούμενα...

Τώρα εγώ πρέπει ν' απλώσω τα πόδια  μου και να προσπαθήσω να προχωρήσω ως το 2013, αφού το υποσχέθηκα στα παιδιά. Τρομάζω.
Στο δωμάτιο της κόρης μου τρέχουν νερά από το ταβάνι. Πρέπει ν' ανέβω στον πέμπτο όροφο να μιλήσω μ' αυτούς που μένουν  πάνω από μένα. Πάω από τις σκάλες. Περίεργο! Η μαρμάρινη σκάλα είναι διπλωμένη σαν να' ναι από αλουμίνιο. Παίρνω το ασανσέρ. Μέσα βρίσκεται ένας κύριος που διαβάζει εφημερίδα. Κάνω να πατήσω το κουμπί, στη θέση όμως που είναι συνήθως τα κουμπιά βρίσκεται μια μικρή οθόνη μ' ένα ποντίκι που τρέχει πάνω κάτω όπως στους υπολογιστές.
- Σας παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω για να φτάσω στον πέμπτο όροφο; ρωτάω τον κύριο.
- Πατήστε τον κωδικό σας, μου λέει εκείνος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από την εφημερίδα.
- Ποιον κωδικό; απορώ. Χρειάζεται κωδικός για το ασανσέρ;
- Στον εικοστό πρώτο αιώνα βρισκόμαστε, κυρία μου, παντού χρειάζεται κωδικός.
Ρίχνω μια ματιά στην εφημερίδα του. Αύγουστος 2009. Είμαστε λοιπόν στο 2009; Μου μένουν ακόμα τέσσερα χρόνια. Πώς έφτασα ως εκεί χωρίς να το καταλάβω; Κοιτάζω το μπράτσο μου. Είναι μαυρισμένο από τον ήλιο.
Το ασανσέρ σταματάει, ο κύριος κατεβαίνει, η πόρτα κλείνει και μένω εγώ με το ποντίκι που εξακολουθεί να τρέχει πάνω κάτω. Καλά, εγώ άρχισα να γράφω στον υπολογιστή χωρίς ποντίκι.Έτσι μου έμαθε ο γιος μου. Πότε όμως μου το έμαθε, αφού τα παιδιά μου είναι μικρά;
- Παιδιά, παιδιά, φωνάζω.
Ακούω τη φωνή της κόρης μου, παιδιάστικη και καμπανιστή.
- Μη φοβάσαι, έρχεται ο μπαμπάς.
Στο οβάλ παράθυρο πάνω στην πόρτα του ασανσέρ εμφανίζεται ο δικός μου πατέρας. Με το γκρι κοστούμι και τη ρίγα. Στο κεφάλι τη ρεπούμπλικα.
Τα έχω χάσει. Μήπως στον εικοστό πρώτο αιώνα αντί να μεγαλώνουμε γυρίζουμε προς τα πίσω; Ξανάγινα άραγε παιδί;
Ένα απαλό χεράκι μού χαϊδεύει το μέτωπο.
- Γιαγιά, ξύπνα, βλέπεις εφιάλτη.
Ανοίγω τα μάτια. Από πάνω στέκεται ο εγγονός μου.

- Σου έφερα την εφημερίδα.
Ανοίγω τα μάτια. Με πήρε, φαίνεται, ο ύπνος κάτω από τη γλυσίνα.
Από πάνω μου στέκει ένα ψηλό πανέμορφο παλικάρι. Έχει ένα μικρό μούσι και πράσινα μάτια. Μοιάζει σαν να βγήκε από μυθιστόρημα του Σταντάλ. Είναι ο εγγονός μου ο Αντουάν. Πότε μεγάλωσε τόσο;
- Απόψε έχει πανσέληνο, λέει.
Κοιτάζω την εφημερίδα. Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017. Τρομάζω.
Πώς έφτασα ως εδώ. Είχα υποσχεθεί στα παιδιά δεκατρία χρόνια. Αν και μου φαινότανε πάρα πολλά...τότε. Ποιος μου χάρισε γενναιόδωρα άλλα τέσσερα κι ίσως απομένουν και κάποια ρέστα ακόμα;
Κοιτάζω γύρω. Στην άλλη άκρη, κάτω από τη γλυσίνα που ξαναζωντάνεψε όλα αυτά τα χρόνια, στην αυλή του σπιτιού μας στις Μηλιές στο Πήλιο, ένα όμορφο κορίτσι με ξανθά σγουρά μαλλιά και πράσινα μάτια γράφει στον υπολογιστή. Τα λεπτά δάχτυλά της πετάνε σαν φτερά πεταλούδας. Πού εγώ - χτυπώ αργά αργά κάθε γράμμα και πολλές φορές το διπλανό απ' αυτό που πρέπει. Είναι η εγγονή μου, η Άννα. Μεγάλη κι αυτή σήμερα με τις σπουδές της τελειωμένες. Μας είπε πως θέλει να γράψει. Και γράφει. Δεν είπε, θέλω να γίνω συγγραφέας, όπως έλεγα εγώ στα εννιά μου χρόνια.
Τώρα πια τα εγγόνια μου είναι μεγάλα. Δεν ρωτάνε " πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά;" Μόνο κάνουν σχέδια τι θα κάνουμε του χρόνου στην πανσέληνο.
Αν μου φαινότανε πολλά τα δεκατρία χρόνια, ο ένας χρόνος μοιάζει ακόμα πιο μακρινός.
Δε λέω τίποτα, τους αγκαλιάζω και τους δυο και χαίρομαι τη στιγμή. Αποδώ και μπρος οι στιγμές μετράνε.


Άλκη Ζέη , Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά; Μεταίχμιο, Αθήνα 2017






Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Καλή πατρίδα! ...

[...] Τη γνώρισε στο σανατόριο , στη Γιάλτα, που είχε πάει να περάσει την άδεια του. Τρώγανε στο ίδιο τραπέζι. Λιγομίλητος εκείνος, δεν είχανε αλλάξει παρά τις τυπικές κουβέντες. Μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στην πόλη και πήρανε μαζί τον δρόμο για το σανατόριο. Ξάφνου, ενώ περνούσαν από το λιμάνι, ο Κώστας σταμάτησε. Τα γράμματα ήτανε καθαρά και φρεσκοβαμμένα: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. Το πλοίο, που είχε αυτό το όνομα, είχε σηκώσει κιόλας άγκυρα. Ο Κώστας το κοίταζε, σαν να' τανε το βαπόρι, που θα ταξίδευε ο ίδιος και να το' χασε. Στο κατάστρωμα ήτανε μαζεμένος κόσμος.

- Γεια σας, γεια σας, φωνάζει ο Κώστας, μ' όλη του τη δύναμη. Καλή πατρίδα!.

Ίσως να μην τον άκουσαν , γιατί ο " Αγαμέμνων " είχε ξεμακρύνει αρκετά. Κάποιος μονάχα του κουνάει το χέρι και κάτι φωνάζει. Παράξενη τρεμουλιαστή λέξη έφτασε από τ' ανοιχτά: " Α...ου...ι...εεε!".

Πόσο απόμεινε κει καρφωμένος ο Κώστας, δεν ξέρει` μα, σαν κίνησε να φύγει, είδε πως η Ταμάρα ήταν ακόμη δίπλα του. Την είχε ξεχάσει. Στον δρόμο, δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο που, από κείνη τη μέρα, κάνανε καθημερινή συντροφιά. Η Ταμάρα κόντευε τα σαράντα κι ο Κώστας είχε πατήσει τα σαρανταπέντε. Του μίλησε για τον Μπόρια και κείνος για τη Μαρία και, μόνο σαν κόντευαν οι μέρες που θα' φευγαν, έμαθε ο Κώστας πως ο Μπόρια είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, κι εκείνη πως η Μαρία είχε παντρευτεί το Βατικιώτη τον φαρμακοποιό. Του φαίνεται παράξενο του Κώστα, να κάθεται πλάι σε μια γυναίκα, να της μιλάει για τη Μαρία - που δεν έλεγε να το πάρει απόφαση πως δεν είναι πια δικιά του γυναίκα κι ας πέρασαν δυο ολόκληρα χρόνια. Κι εκείνη, η ξένη, ν' ακούει και να βουρκώνει, για τη Μαρία που τον άφησε, για τα παιδιά του, που δε γνώρισε, για κείνον τον ίδιο, που περνάνε τα καράβια για τον τόπο του, χωρίς να τον παίρνουν. Κι η ίδια, χήρα από είκοσι δύο χρονών.

Όταν έχεις μια γυναίκα πλάι σου, να σου λέει " Θα πάμε αύριο εκεί ", να σε παρασέρνει σε εκδρομές, σε περιπάτους με παρέες ξέγνοιαστες, για να ξεχάσεις τα όσα σε βαραίνουν, τολμάς τότε να συλλογιστείς: μήπως θα μπορούσα να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή; Κι η Ταμάρα πάλι, θαρρείς αυτό αποζητούσε, να μπορεί να νοιάζεται για κάποιον, να του λέει " απόψε θα πάμε εδώ", " αύριο θα κάνουμε εκείνο ", για ν' αποδιώξει από την ψυχή του τη μοναξιά. Ίσως κι από τη δική της. Και " διαλέξτε αυτό το φαγητό, Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, τόσα χρόνια και δε μάθατε ακόμη την κουζίνα μας" ή " σας βρήκα στη βιβλιοθήκη ένα ενδιαφέρον βιβλίο να διαβάσετε. Λογοτεχνικό. Τι πειράζει που είστε μηχανικός;"

Να παντρευτούνε το αποφάσισαν την τελευταία σχεδόν μέρα. Μπορεί, για τη γρήγορη απόφαση να τους επηρέασε και η Κυρία με το σκυλάκι, που είχανε δει την παραμονή στον κινηματογράφο.

- Την έκανες, θα μείνεις και στη Μόσχα - αστειεύτηκαν οι φίλοι του, σα μάθανε πως η Ταμάρα είναι Μοσχοβίτισσα.

Το λέγανε, γιατί δεν ξέρανε πως του Κώστα δεν του αρέσουν οι μεγάλες πολιτείες και πως, αν ήταν στο χέρι του, δε θα κούναγε ποτέ από το Μαρούσι  και θα περνούσε όλη του τη ζωή εκεί, στο σπίτι του, με τα "δειλινά " του, κοντά στον σταθμό, όπου ξαπόσταινε ξεφυσώντας το " θηρίο " , για να τραβήξει μετά στην Κηφισιά. Αυτό ήταν το πιο μακρινό ταξίδι, που είχε κάνει ο Κώστας με σιδηρόδρομο: Μαρούσι - Κηφισιά. Ένιωθε πάντα ένα παράξενο συναίσθημα, σαν έμπαινε στο τρένο, λες κι έφευγε μακρινό ταξίδι και δεν ήταν να ξαναγυρίσει. " Τι ώρα περίπου θα' ρθεις; " τον ρώταγε η μητέρα του και πάντα τον περίμενε στο σταθμό. Όταν γύριζε το τρένο κι έμπαινε σφυρίζοντας στο Μαρούσι  κι έβλεπε ο Κώστας από το παράθυρο τη μάνα του να τον περιμένει, ένιωθε σιγουριά, πως να, έφτασε σπίτι. Τώρα, παρόλο που έχει ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, σαν μπαίνει σε σταθμό του σφίγγεται η καρδιά. Ξέρει πως κανένα τρένο, όσες ώρες, όσες μέρες και να ταξιδέψει, δεν μπορεί να τον φέρει στο Μαρούσι.

Η απέραντη Μόσχα του φάνηκε σαν μια καινούρια ξενιτιά. Δεν είχε πια τους φίλους του, να μαζεύονται τα βραδάκια, να θυμούνται τα όσα πέρασαν μαζί, απ' όταν έφυγαν από τα σπίτια τους, ώσπου να φτάσουν σε τούτη τη μακρινή γωνιά της γης, την Κεντρική Ασία, που σαν τη ζωγράφιζαν στο σχολείο στη χαρτογραφία, ποιος το φανταζόταν πως θα περνούσαν ολόκληρη ζωή εκεί.

Κάθε πρωί, ο Κώστας παίρνει το μετρό, για να πάει στη δουλειά. Τριάντα πέντε λεπτά ταξιδεύει, για να φτάσει. Κοιτάζει τον κόσμο γύρω του, που σχεδόν καθένας και κάτι διαβάζει. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη, σπάνια σου τυχαίνει να συναντήσεις τον ίδιο άνθρωπο κι ας παίρνεις κάθε μέρα, δυο χρόνια τώρα, το μετρό την ίδια ώρα. Στο Μαρούσι, κάθε φορά που κατέβαινε στην Αθήνα, όλο και κάποιον γνωστό θα συναντούσε κι ώσπου να φτάσουν στο τέρμα, θα μιλούσαν για το ένα, για το άλλο, για την " κατάσταση " - πρώτα Κατοχή, κυνηγητό μετά - που όπου να' ναι θα τέλειωνε.

Τριάντα πέντε λεπτά είναι πολύ μακρύ ταξίδι κι άμα δεν έχεις πάρει τη συνήθεια να διαβάζεις στη διαδρομή, τότε είναι που σκέφτεσαι. Έρχεται, στην αρχή ξεκάρφωτη, μια τυχαία φράση στο νου: " Τι άσχημη που είναι μπαμπά η θάλασσα, σαν την πιάνεις στη χούφτα σου! Γίνεται ένα ξασπρουλιάρικο νερό". Το' χε πει η Τασούλα, η κόρη του, σα γύρισε από την πρώτη της εκδρομή στη θάλασσα..." Τι καλά να σε διώξουνε, μπαμπά , από την τράπεζα, να φτωχύνουμε και να μένουμε σ' ένα παλιό λεωφορείο, σαν τους τσιγγάνους"...Η μια φράση φέρνει την άλλη, η μια σκέψη την άλλη κι από ξεκάρφωτες, γίνονται ολόκληρη αλυσίδα. Η Τασούλα τώρα της παντρειάς! Άραγε φωνάζουν τον Βατικιώτη πατέρα; Θα του τα πει όλα ο Μηνάς...Μα γιατί να παντρευτεί η Μαρία τον Βατικιώτη; Τι του βρήκε; Δε βαριέσαι, όποιος και να' τανε, το ίδιο θα' κανε...Πώς μπόρεσε να πλαγιάσει μαζί του;...Τη θυμάται τη Μαρία, την πρώτη νύχτα που πέρασαν μαζί. Δεκαοχτώ χρονών κοπελίτσα, που έβγαζε τα ρούχα της ένα ένα και τα κρεμούσε ταχτικά στην καρέκλα, σαν να' τανε να σηκωθεί την άλλη μέρα να πάει σχολειό...Πώς το φαντάστηκε η Μαρία, πως μπορούσε να γυρίσει; Δεν ήξερε πως ζητούνε " τη μάνατ'ς και τον πατέρατ'ς "; Στα γράμματά της, του μιλούσε γι' αυτούς που βολεύτήκανε. Για τον άντρα της Νίτσας, που ήταν εξορία, γύρισε και τώρα ως και δικό του μαγαζί άνοιξε, στην οδό Ερμού. Κι ο Τάκης που είχε συλληφθεί το '47 και δικάστηκε δις σε θάνατο, τώρα βγήκε, έχει δικιά του κούρσα κι ανεβοκατεβαίνει Αθήνα - Μαρούσι. Πώς όμως βολεύτηκαν η Μαρία δεν το' γραφε. Και γιατί δεν το' γραφε - αυτό ήτανε που τον ανησυχούσε.

" Έπρεπε να περιμένει ", θυμώνει ξαφνικά ο Κώστας.

Του ήρθε στο νου η Κατοχή εκείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό. Η Μαρία ξυπόλυτη, με το κομπινεζόν, έτοιμη να θηλάσει την Τασούλα, να τον απειλεί να πάρει τη μικρή και να φύγει από το σπίτι, αν δεν κατέβαινε ο Κώστας στη διαδήλωση. Ένιωσε ένα κύμα οργής να τον κυριεύει. Μπορούσε η Μαρία να κάνει τα παιδιά να τον αγαπήσουνε και να περιμένει. Να περιμένει και πέντε και δέκα χρόνια κι όλη τη ζωή...

Γύρω του, στο μετρό, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους και να διαβάζουν. Και μόνον εκείνος να μη διαβάζει τίποτα - τριάντα πέντε και τριάντα πέντε λεπτά κάθε μέρα, πάνε κι έλα -, παρά να τα βάζει με τη Μαρία, που πάνω στα έντεκα χρόνια δεν άντεξε. Έραβε, για να ζήσει τα παιδιά. Τις καθημερινές, περνούσε η μέρα. Τις Κυριακές όμως, όλες οι φιλενάδες της θα στολίζονταν και θα τραβούσαν με τους άντρες τους κατά τη Μαγκουφάνα. Η γειτονιά άδεια. Τα μαγαζιά κλειστά. Και αν αποφάσιζε να πάει καμιά βόλτα ως την πλατεία, θα ΄βρισκε μονάχα τον Βατικιώτη, στην πόρτα του φαρμακείου, Κυριακή παρά Κυριακή, όταν ήταν διημερεύων. Μπορεί να της πρότεινε να πάνε καμιά βόλτα, σα θα' κλεινε` κι η Μαρία, την πρώτη φορά, να' πε: " Μωρέ μούτρο, που μου προτείνει και βόλτα!" Ύστερα όμως να δέχτηκε και να' νιωσε πως είναι καλά να περπατάς μ' έναν άντρα στο πλάι, κι ας είναι ξερακιανός κι ας μην έχει δώσει , στην Κατοχή, μήτε μια ασπιρίνη.

Σήμερα, σε λίγες ώρες, θα τα μάθει όλα και δε θα μπορεί πια η φαντασία του, αχαλίνωτη, να πλάθει πώς έγινε τούτο και πώς εκείνο. Θα ησυχάσει κι η Ταμάρα, που τον βλέπει να βυθίζεται κάθε τόσο σε συλλογές. Ανησυχούσε κι αυτή σήμερα και τον ξεπροβόδισε. Τα βάζει με τον εαυτό του ο Κώστας, που τόσο είχε την έννοια της συνάντησης , ώστε δεν της είπε ούτε ένα "Καλό βράδυ". " Θα της τηλεφωνήσω από τη δουλειά", συλλογιέται. Δε θέλει να τη βλέπει στεναχωρημένη. Η Ταμάρα είναι ο καλύτερός του φίλος.

- Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, είπατε πως δε θα' ρχόσασταν σήμερα, απόρησαν, σαν τον είδανε στη δουλειά.

Παράξενο του φάνηκε το Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, ίσως γιατί, από χτες, είχε θυμηθεί το " Κωσταρίκο ".

- Ήθελα να ρίξω μια ματιά σε κάτι σχέδια και θα φύγω δικαιολογιέται.

Ο Κώστας είναι μηχανικός σε εργοστάσιο. Μια ολόκληρη παρέα τ' αποφάσισαν τότε να σπουδάσουνε μηχανικοί. Ακόμα κι ο Νικήτας, που ήτανε δικηγόρος στην Αθήνα, με γραφείο στην οδό Γενναδίου, πήγε από την αρχή πέντε χρόνια στο θρανίο, για μηχανικός κι αυτός.

Παίρνει μπροστά του ένα σχέδιο, μα δεν έχει νου να το μελετήσει. Η ώρα δέκα - τρεις ολάκερες ώρες ακόμα. Είναι μια καινούρια μηχανή. Κοιτάζει αφηρημένα το πολύπλοκο σχέδιο και, κάτω κάτω, καλλιγραφημένη την ημερομηνία: τέσσερις Μαρτίου. Θα τη θυμάται αυτή τη μέρα και ίσως αργότερα, άμα δει τη μηχανή έτοιμη μονταρισμένη, να του έρχεται στο νου η τέσσερις του Μάρτη και να θυμάται τα όσα θα' χε πει με τον Μηνά. ...Γερασίμου οσίου, Ιουλιανής - τέσσερις του Μάρτη. Η γιορτή της μητέρας του. Πού το θυμήθηκε; Ο Μηνάς σίγουρα θα ξέρει να του πει, για τα τελευταία χρόνια της, για τον θάνατό της. Σαν ήταν μικρός, κείνη τη μέρα δεν τον στέλνανε σχολείο, μόνο πηγαινόφερνε στον φούρνο τα ταψιά με τα γλυκά. Η μητέρα φορούσε ένα πράσινο φόρεμα , κεντημένο με χάντρες. άραγε να της έμεινε η πίκρα που, από πολλά χρόνια, δε γιόρταζε τη γιορτή της; Τη θυμάμαι να τους κοιτάζει απορεμένη , αυτόν και τη Μαρία που προσπαθούσαν να την πείσουν τότε, το ' 43, σα φάνηκε λίγο άσπρο αλεύρι κι ήθελε να κάνει λουκουμάδες, να καλέσει τις γειτόνισσες, πως είναι πολύ αστικό να γιορτάζει κανείς ονομαστική εορτή. Η μητέρα πέθανε, χωρίς να τον ξαναδεί και δε θα μάθει ποτέ πόσο στεναχωριέται ο Κώστας , που το θυμάται....


Απόσπασμα από το διήγημα Στο Μαρούσι( Μόσχα 1964). Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων της Άλκης Ζέη, Αρβυλάκια και γόβες, Μεταίχμιο 2011

Η Άλκη Ζέη γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα :

 " Τα διηγήματα αυτά τα έγραψα από το  '61 έως το ' 63 στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχα ζήσει ως πολιτικός πρόσφυγας, μαζί με χιλιάδες άλλλους Έλληνες και Ελληνίδες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Από τότε εγώ ξαναγύρισα στην Ελλάδα, ξανάφυγα στο εξωτερικό, στη Γαλλία, "αυτοεξόριστη" αυτή τη φορά, γύρισα πάλη στην Ελλάδα.
Θυμάμαι, το καλοκαίρι του  '54 , που έφτασα στην Τασκένδη, τις γυναίκες από διάφορα χωριά της Ελλάδας να ξυπνούν από τα χαράματα και να κάθονται με τα μωρά τους στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, κάτω από το παράθυρό μου, και να διηγούνται τα όνειρα της περασμένης νύχτας. Όλα γύρω στο ίδιο θέμα: Ο γυρισμός. " Είδα πως γύριζα στο χωριό μου, μα δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι, γιατί ο σκοτωμένος αδελφός μου κρατούσε ένα ολοζώντανο φίδι κομμένο στα δύο". " Είδα πως γύριζα κρυφά στο χωριό και περνούσα μέσα από μια λαγκαδιά, που σ' όλα τα κλαριά ήτανε μπηγμένα κεφάλια". " Είδα πως είχα γυρίσει στο χωριό μας και μπήκα στην εκκλησία - γινότανε γάμος - παντρευότανε ο άντρας μου, η νύφη δεν ήμουνα εγώ".
Δύο από τα διηγήματα αναφέρονται σ' αυτό το θέμα του γυρισμού. Στα άλλα ίσως έδωσε μορφή η αγωνία κάθε συγγραφέα που ζει μακριά από τον τόπο του να μην ξεκοπεί ολότελα..."

O πίνακας του Avi Belaish από εδώ


Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νίκος Γκάτσος με το μολύβι της Άλκης Ζέη


 Η Άλκη Ζέη γράφει για τη γνωριμία της με το Νίκο Γκάτσο και τη σχέση που δημιουργήθηκε με την αδελφή της Λενούλα:

"Τέλος Οκτωβρίου, αφού είχανε ανοίξει πια τα σχολεία, ετοιμάζαμε την παράσταση*. Η Περράκη μας είπε να βάλουμε τα δυνατά μας γιατί είχε μια μεγάλη έκπληξη. Εγώ δεν είχα άλλα δυνατά να βάλω, ό,τι ήτανε να γράψω, το έγραψα. Και η έκπληξη ήτανε πραγματικά μεγάλη. Είχε καλέσει στην παράσταση: Τον Εμπειρίκο, τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Μάριο Πλωρίτη μαζί μ' έναν φίλο του που ήταν θεατρικός συγγραφέας και τον λέγανε Γιώργο Σεβαστίκογλου.
Τα κορίτσια παίζανε με ενθουσιασμό. Η Λένα ξεσάλωσε κυριολεκτικά κι εγώ καθόμουνα πίσω από το παραβάν και από μια τρύπα που είχαμε κάνει στο πανί έβλεπα το κοινό. Είδα τη Λενούλα που κοίταζε κάπου κι είχε ανοίξει δυο πήχεις το στόμα της. Κατάλαβα, κοίταζε τον Γκάτσο. Ύστερα πρόσεξα πως σ' όλη την παράσταση κι ο Γκάτσος δεν έπαιρνε τα μάτια από πάνω της...

...Ύστερα εκείνοι φύγανε. Η Περράκη ήτανε όλο χαρές και παινέματα για μας...Βοηθούσα να μαζέψουμε τις κούκλες. Η Λενούλα όμως δεν μ' άφηνε σε ησυχία.
- Κάνε γρήγορα, πρέπει να φύγουμε.
Νόμιζα πως της είχε πει ο μπαμπάς να πάμε για κάποιο λόγο γρήγορα σπίτι. Μόλις όμως βγήκαμε στον δρόμο, μου λέει πως ο Μάριος της είπε - η Λενούλα πήγαινε πια στο πανεπιστήμιο, στη φιλολογία, και είχαν γνωριστεί με τον Πλωρίτη και έκαναν παρέα - να πάμε να τους βρούμε στου Λουμίδη να μας κεράσουν καφέ.
- Ποιους να βρούμε; απόρησα
- Όλους αυτούς που ήταν στην παράσταση...
...Ούτε φτερά να είχαμε στα πόδια μας. Από τη Ζαΐμη βρεθήκαμε στου Λουμίδη, στη Σταδίου. Πλάι στην τράπεζα του μπαμπά μας. Καλά που ήτανε Κυριακή.
- Καλώς τες, καλώς τες, είπανε όλοι. Κι ύστερα ο Μάριος φώναξε το γκαρσόνι.
- Τάκη, δύο εσπρέσο.
Να  μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο, κι η Λενούλα να μου μουρμουρίζει: " Πιες το ". Γιατί είδε πως εγώ είχα βάλει κιόλας το φλιτζάνι στο πιατάκι.
Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή. Πώς να μην μείνει με ανοιχτό στόμα η αδελφή μου. Μια στιγμή εκείνος σηκώθηκε κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μας.
- Τι καθίσατε πλάι πλάι , εδώ δεν είναι σχολείο. Δεσποινίς μου, λέει στη Λενούλα και κάνει μια υπόκλιση σαν να ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ελάτε να καθίσετε δίπλα μου, και της προτείνει το χέρι.
Εκείνη χωρίς να  τα χάσει άπλωσε το δικό της κι άφησε να την οδηγήσει σ' ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο. Μπορεί να είχε μεγάλα χέρια αλλά οι κινήσεις του ήτανε αρμονικές σαν κάποια μουσική να το συνόδευε όταν κινιόταν....
....και η ώρα περνούσε και τα μάτια του Γκάτσου δεν ξεκολλούσαν από τη Λενούλα που καθόταν με άνεση και τα πόδια απλωμένα...
....Η Λενούλα εκστασιασμένη δεν έλεγε να κουνήσει. Εγώ κοίταζα απελπισμένη το μεγάλο ρολόι που ήτανε ακριβώς απέναντί μου στο χαμηλό τοιχάκι του παταριού. Πόσο θα λέγαμε στο μπαμπά πως κράτησε αυτή η παράσταση;
- Πρέπει να φύγουμε , μουρμούρισα στον Μάριο κι εκείνος μπήκε αμέσως στο νόημα, γιατί ήξερε από τη Λενούλα όλα για τον μπαμπά μας και γενικά για ό,τι συνέβαινε  σπίτι μας...
- Τα κορίτσια πρέπει να φύγουν, λέει και σηκώνεται μαζί μου κάνοντας νόημα στη Λενούλα να σηκωθεί.
Ο Γκάτσος σηκώνεται κι αυτός.
- Να τις συνοδέψω τουλάχιστον ως την έξοδο.
Κατεβαίνει μαζί μας τις σκάλες και πριν φύγουμε λέει:
- Αύριο θα σας περιμένουμε.
- Εγώ έχω σχολείο, μουρμουρίζω.
- Θα δω...αν μπορέσω, κάνει η Λενούλα.
- Αν όχι αύριο, μεθαύριο, λέει ο Γκάτσος, αφού είχαμε βγει στον δρόμο κι αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν...
....Η Λενούλα πήγαινε καθημερινά στου Λουμίδη, καθότανε δίπλα στον Γκάτσο κι έπινε τον πικρό εσπρέσο , έπιασε και φιλίες με τον Ελύτη, μα δεν αποφάσιζε να βγει μόνη μαζί του...

...Ο Γκάτσος είχε πάρει είδηση πως στην αδελφή μου άρεσαν τα παραμύθια κι έκανε ό,τι μπορούσε για να την κάνει να πιστεύει πως ζούσε ένα
                             Η Λενούλα και ο Γκάτσος στο Φάληρο στο Έντεν , 1943( η φωτογραφία από το βιβλίο)

παραμύθι μαζί του. Παρ' όλη την Κατοχή εκείνος δεν είχε πρόβλημα οικονομικό. Είχε έναν θείο στον Καναδά που είχε βάλει στο όνομά του στην τράπεζα ένα ποσό σε δολάρια. Τότε, αν αποδείκνυες - δεν ξέρω με ποιο τρόπο- πως είχες λογαριασμό σε δολάρια, μπορούσες να δανειστείς  σε δραχμές και να τα ξεπληρώσεις μετά τον πόλεμο. ...Ο Γκάτσος , λοιπόν, είχε να ξοδεύει και όπως ήτανε γαλαντόμος καταξοδευότανε να κερνάει. Για να εντυπωσιάσει λοιπόν τη Λενούλα, νοίκιασε αμαξάκι με άλογο - δυο υπήρχαν σ' όλη την Αθήνα - για να την πάει βόλτα. Και μένα μαζί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και του είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο. Πέρασε και μας πήρε, καμαρωτός καμαρωτός μέσα στο αμάξι, και μας έκανε βόλτα σ' όλη την Αθήνα που μας έμεινε αξέχαστη. Μετά η Λενούλα πήγε μαζί του στου Λουμίδη, κι εγώ στο σπίτι....
....Μα η αδελφούλα μου άλλα ήθελε. Μπορεί να πήγαιναν τα μεσημέρια στου Λουμίδη, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και κάθε Πέμπτη στου Εμπειρίκου όπου μαζευόταν όλη η διανόηση , της έλειπαν όμως τα καθημερινά απλά πράγματα. Ένας περίπατος, μια βόλτα στον βασιλικό κήπο. Να χορέψουν σε πάρτι της Κατοχής ταγκό...Αυτά για τον Νίκο ήτανε μικρά και ασήμαντα. Συζητούσαν για τη ζωή μετά την Απελευθέρωση. Μόνο λογοτεχνία και ποίηση. Η Λενούλα κοίταζε τα προπολεμικά περιοδικά μόδας που είχε φυλαγμένα η μαμά και με ανοιχτές τις σελίδες στα φορέματα με τις νύφες διάλεγε το δικό της νυφικό στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορούσε σμόκιν. Ο καημένος όμως μόνο γαμπρό δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Βέβαια, εκείνη δεν του έλεγε τίποτα απ' αυτά τα όνειρα, την έτρωγε όμως ο καημός. Μπορεί να διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας κι ο κόσμος να καμάρωνε αυτό το ξεχωριστό ζευγάρι, το τόσο ταιριαστό στην ομορφιά, μα στην άποψη για τη ζωή ήτανε μίλια μακριά....
                          Η Λενούλα και ο Γκάτσος σε δρόμο της Αθήνας, 1943 ( η φωτογραφία από το βιβλίο)

...Ο Γκάτσος ετοίμαζε την Αμοργό κι η Λενούλα την παρακολουθούσε λέξη λέξη και τη μάθαινε απέξω, έστω κι αν κάμποσα δεν τα καταλάβαινε. Βγήκε τελικά το  '43 η Αμοργός από τις εκδόσεις Αετός, αφιερωμένη " Σ' ένα πράσινο άστρο " δηλαδή στη Λενούλα με τα πράσινα μάτια. Μα το σπουδαιότερο ήταν ότι της έδωσε το τρίτο αριθμημένο βιβλίο με την ιδιόχειρη αφιέρωση. " Σ' εκείνη που στα χείλη της έγραψε ο κεραυνός το όνομά του ". Πώς να μην καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι η αδελφή μου! Ξέχασε και τα νυφικά και όλα....(αποσπάσματα)




Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Μεταίχμιο 2013

* Πρόκειται για παράσταση κουκλοθέατρου στο σχολείο της Ζέη. Η ίδια είχε γράψει το σενάριο.