Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Αγαπητέ Θεέ...

Ένα βιβλιαράκι μού ήρθε δώρο με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο χθες. "Αγαπητέ Θεέ" του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ ( Éric-Emmanuel Schmitt ). Ο τίτλος του παραπέμπει σε γράμμα προς το Θεό και πριν το διαβάσω νόμιζα ότι έχει σχέση με χριστουγεννιάτικες επιθυμίες μικρών παιδιών. 
Πράγματι ένα μικρό παιδί γράφει στο Θεό.

" Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.

Σού το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω• γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους.

Θες να σ’ το αποδείξω; Ξανακοίτα  λίγο πιο πάνω και δες πώς αρχίζω το γράμμα μου! «Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο». Ε, δε θα μπορούσα να γράψω: «Με φωνάζουν Γλόμπο, δε δείχνω παραπάνω από επτά, μένω στο νοσοκομείο λόγω του καρκίνου μου, και δεν σού ’χω απευθύνει ποτέ το λόγο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχεις»;

Βέβαια, αν το γράψω αυτό, την πάτησα, γιατί θα δείξεις λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Κι εγώ το ’χω ανάγκη το ενδιαφέρον σου.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ’θελα να βρεις χρόνο να μου κάνεις και δυο-τρεις χάρες..."

Ένα παιδί , δέκα χρονών, με καρκίνο , που έχει συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του τελειώνει πείθεται από το μοναδικό άνθρωπο που εμπιστεύεται , τη θεία Ροζ, να γράψει τις σκέψεις του στο Θεό.

«Τι μπορώ να του γράψω;»

«Πες του τι σκέφτεσαι. Οι σκέψεις που δεν τις λες, είναι σκέψεις που βαραίνουν, σε στοιχειώνουν, σού φορτώνονται, που μουχλιάζουν και δεν κάνουν χώρο να ’ρθουν οι καινούργιες σκέψεις. Άμα δεν μιλάς, γίνεσαι ένας σκουπιδοτενεκές, γεμάτος παλιές σκέψεις που σαπίζουν.»

Αφού πρώτα του εκθέτει τη  ζωή του στο νοσοκομείο.

"Εξηγούμαι:
Το νοσοκομείο, δε λέω, είναι ένα μέρος παρά πολύ συμπαθητικό, γεμάτο ευχάριστους μεγάλους που μιλάνε δυνατά, γεμάτο παιχνίδια και ροζ κυρίες που τους αρέσει να διασκεδάζουν με τα παιδιά, γεμάτο φίλους που είναι πάντα εκεί όταν τους θέλεις, όπως ο Μπέικον, ο Αϊνστάιν ή ο Ποπ Κορν. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, το νοσοκομείο είναι μια χαρά για έναν άρρωστο που το διασκεδάζει.
Εγώ, όμως, δεν το διασκεδάζω πια. Από τότε που μου έκαναν τη μεταμόσχευση, το καταλαβαίνω: δεν το διασκεδάζω πια. Κάθε πρωί που μ’ εξετάζει ο γιατρός Ντίσελντορφ, δεν το αντέχω πια, τον απογοητεύω. Με κοιτάζει αμίλητος, σαν να ’χα κάνει καμιά αταξία. Κι όμως, ήμουν τόσο συνεργάσιμος στην εγχείρηση! Καθόμουν φρόνιμος, τους άφησα να με κοιμίσουν, πόνεσα και δε φώναξα, πήρα όλα μου τα φάρμακα. Είναι κάτι μέρες, όμως, που έτσι μου έρχεται να του φωνάξω κατάμουτρα, να του πω ότι μπορεί να φταίει κι αυτός ο ίδιος, ο γιατρός Ντίσελντορφ με τα μαύρα φρύδια, να φταίει αυτός που απέτυχε η εγχείρηση. Μα παίρνει εκείνο το δυστυχισμένο ύφος του, και δε μου πάει να τον βρίσω. Όσο πιο πολύ σωπαίνει ο γιατρός Ντίσελντορφ μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα, τόσο πιο ένοχος αισθάνομαι. Έχω καταλάβει ότι έγινα ένας κακός άρρωστος, ένας άρρωστος που δε θέλει να πιστέψει ότι η ιατρική κάνει θαύματα.
Η σκέψη ενός γιατρού είναι μεταδοτική. Τώρα, όλοι στον όροφο —νοσοκόμες, βοηθοί, καθαρίστριες— με κοιτάζουν με το ίδιο βλέμμα. Έχουν θλιμμένο ύφος όταν είμαι σε καλή διάθεση• γελάνε με το ζόρι όταν λέω κάποιο αστείο. Είν’ αλήθεια: δε διασκεδάζουμε πια όπως πριν.
Μόνο η θεία Ροζ δεν έχει αλλάξει. Κι ούτε νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει πια: είναι πολύ γριά. Τη θεία Ροζ, Θεέ, δεν έχω ανάγκη να σού τη συστήσω• πρέπει να ’ναι καλή σου φίλη, μια που η ίδια μου είπε να σού γράψω. Το πρόβλημα είναι ότι μόνο εγώ τη φωνάζω θεία Ροζ. Γι’ αυτό, πρέπει να κάνεις έναν κόπο για να καταλάβεις για ποιαν σού μιλάω: είναι η πιο ηλικιωμένη απ’ όλες τις κυρίες με τις ροζ μπλούζες που έρχονται απ’ έξω για να περάσουν λίγο χρόνο με τα άρρωστα παιδιά."

του ζητάει μιαν απάντηση.

"Αυτά που λες, Θεέ. Ήθελα, με το πρώτο μου γράμμα, να σού δείξω λίγο πώς ζω εδώ, στο νοσοκομείο, όπου τώρα με κοιτάζουν σαν να ’μουν ένα εμπόδιο στην ιατρική, και θα ’θελα να μου δώσεις μιαν απάντηση! Θα γίνω καλά; Απάντησε μου μ’ ένα «ναι» ή ένα «όχι». Δεν είναι δύσκολο. Ναι ή όχι. Διαγράφεις το ένα από τα δύο."

Η θεία Ροζ με την καταλυτική της παρουσία βοηθάει το παιδί να διαχειριστεί την αρρώστια του , να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου και να κατανοήσει τη συμπεριφορά των γονιών του που δυσκολεύονται να συζητήσουν μαζί του για το τέλος που έρχεται. Γι' αυτό το λόγο επινοεί ένα παιχνίδι .

«Όσκαρ, τι μέρα έχουμε;»

«Πού σάς ήρθε τώρα; Κοιτάξτε το ημερολόγιο μου: 19 Δεκεμβρίου.»

«Στην πατρίδα μου, Όσκαρ, έχουμε ένα θρύλο που λέει ότι οι τελευταίες δώδεκα μέρες του χρόνου δείχνουν τον καιρό που θα κάνει τους δώδεκα μήνες της επόμενης χρονιάς. Έτσι, η 19η Δεκεμβρίου αντιστοιχεί στον Ιανουάριο• η 20ή Δεκεμβρίου, στο Φεβρουάριο και ούτω καθεξής, ώς την 31η Δεκεμβρίου που προμηνύει τον επόμενο Δεκέμβριο.»

«Αλήθεια;»

«Είναι ένας θρύλος! ο θρύλος του δωδεκαήμερου. Λέω, λοιπόν, να τον παίξουμε μαζί. Από σήμερα κιόλας, κάθε μέρα που περνάει, θα την υπολογίζεις ότι μετράει για δέκα χρόνια.»

«Δέκα χρόνια;»

«Ναι. Μια μέρα ίσον δέκα χρόνια.»

«Άμα είναι έτσι, σε δώδεκα μέρες θα ’μαι εκατόν τριάντα χρονών!»

«Ναι! Το φαντάζεσαι;»

Έτσι κατορθώνει να τον κάνει μέσα σε δώδεκα μέρες να ζήσει φανταστικά μια ολόκληρη ζωή με τις χαρές και τις λύπες, να ζήσει τον έρωτα, να παντρευτεί, να νιώσει ευτυχισμένος, να καταλάβει την αγάπη και την τρυφερότητα, να μεγαλώσει, να γεράσει και να πεθάνει .
Κατορθώνει να του εμφυσήσει ψυχική δύναμη, να του διώξει το φόβο, να του δείξει τη δύναμη της πίστης.

«Οι άνθρωποι φοβούνται να πεθάνουν, γιατί τρέμουν το άγνωστο. Όμως τι είναι το άγνωστο; Εγώ, Όσκαρ, σού προτείνω να μη φοβάσαι και να έχεις εμπιστοσύνη. Κοίτα το πρόσωπο του Θεού πάνω στο σταυρό: υπομένει τον σωματικό πόνο, αλλά, επειδή έχει εμπιστοσύνη, δε νιώθει τον ψυχικό. Τα καρφιά δεν τον πονάνε τόσο πολύ. Αυτά είχα να σού πω. Αυτό κερδίζεις με την πίστη. Κι ήθελα να σ’ το δείξω.»

«Ο.Κ., θεία Ροζ, όταν θα τα χρειαστώ απ’ το φόβο μου, θα βάλω τα δυνατά μου για να έχω εμπιστοσύνη.»

 Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»

«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»

«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»

«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ...»

Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα"

Η ανάγνωση του βιβλίου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Πικρή γιατί ένα παιδί πεθαίνει από καρκίνο μέσα σ' ένα νοσοκομείο. Γλυκιά όμως και αισιόδοξη καθώς αυτό το παιδί αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια την αρρώστια του και το θάνατο και με τη στάση του ανυψώνει την ίδια την αξία της ζωής.

"Αυτά, Θεέ. Εσένα, όμως, ακόμα σε περιμένω. Έλα. Μη διστάζεις. Έλα, ακόμα κι αν έχω πολύ κόσμο αυτόν τον καιρό. Θα χαρώ πραγματικά πολύ.
Όταν ξύπνησα, αναλογίστηκα ότι ήμουν ενενήντα χρονών, κι έστρεψα το κεφάλι προς το παράθυρο για να δω το χιόνι.

Και τότε κατάλαβα ότι ερχόσουν. Ήταν πρωί. Ήμουν μόνος πάνω στη Γη. Ήταν τόσο νωρίς, που τα πουλάκια ακόμα κοιμόνταν, που η νυχτερινή νοσοκόμα, η κυρία Ντικρί, έπαιρνε ακόμα τον υπνάκο της, που εσύ προσπαθούσες να φτιάξεις το ξημέρωμα. Ζοριζόσουν, αλλά επέμενες. Ο ουρανός ξεθώριαζε. Γέμιζες την ατμόσφαιρα με άσπρο, με γκρίζο, με γαλάζιο, έδιωχνες τη νύχτα, ξυπνούσες τον κόσμο. Χωρίς σταματημό. Και τότε κατάλαβα σε τι διαφέρεις απ’ όλους εμάς! είσαι ακατάβλητος! Είσαι αυτός που δεν κουράζεται ποτέ. Πάντα στη δουλειά. Και να η μέρα! Και να η νύχτα! Και να η άνοιξη! Και να ο χειμώνας! Και να η Πέγκι Μπλου! Και να ο Όσκαρ! Και να η θεία Ροζ! Τι υγεία!

Κατάλαβα ότι ήσουν εδώ• ότι μού ’λεγες το μυστικό σου! Κοίτα κάθε μέρα τον κόσμο σαν να ’ταν η πρώτη φορά.

Ε λοιπόν, την ακολούθησα τη συμβουλή σου: Σαν να ’ταν η πρώτη φορά. Κοίταζα το φως, τα χρώματα, τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα. Ένιωθα τον αέρα να περνάει μέσα απ’ τα ρουθούνια μου, να εισπνέω. Άκουγα τις φωνές που έρχονταν απ’ το διάδρομο σαν απ’ το θόλο μιας εκκλησίας. Ζούσα. Ριγούσα από χαρά. Η ευτυχία της ύπαρξης. Ήμουν μαγεμένος.

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που το ’κανες αυτό για χάρη μου. Αισθανόμουν ότι με είχες πάρει από το χέρι και με οδηγούσες στην καρδιά του μυστηρίου για ν’ αντικρίσω το μυστήριο. Ευχαριστώ."

Ένα παιδί ετοιμοθάνατο εξηγεί στους γονείς του το δώρο της ζωής 


"Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις. Κάθε κρετίνος μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή στα δέκα ή στα είκοσι, αλλά στα εκατό, όταν δεν μπορεί πια να κουνηθεί, πρέπει να χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του.

Δεν ξέρω αν τους έπεισα.

Κάν’ τους μια επίσκεψη. Άρχισες μια δουλειά;

Τέλειωσε την. Εγώ είμαι λίγο κουρασμένος."

Ένα παιδί που μεταδίδει αγάπη και μετά το θάνατο του όπως φαίνεται στο τελευταίο γράμμα που γράφει πλέον η θεία Ροζ.

«Σ’ ευχαριστώ που μου γνώρισες τον Όσκαρ. Χάρη στον Όσκαρ έλεγα αστεία, έφτιαχνα ιστορίες, γινόμουν ακόμη και παλαίστρια. Χάρη στον Όσκαρ γέλασα και γνώρισα τη χαρά. Με βοήθησε να πιστέψω σε σένα. Είμαι γεμάτη αγάπη, φλέγομαι από αγάπη, μου ̉δωσε τόσο πολλή, που θα έχω για όλη μου τη ζωή»

Οι επιστολές είναι γραμμένες με την απλότητα και την αθωότητα που χαρακτηρίζουν το γράψιμο ενός δεκάχρονου . Το λεπτό χιούμορ και ο  αυτοσαρκασμός προκαλούν γέλιο και κλάμα συγχρόνως. Η οικειότητα και  η αμεσότητα στην επικοινωνία με το Θεό δημιουργούν  την εντύπωση ότι το παιδί  γράφει σε έναν φίλο του.

"Τα λέμε. Φιλάκια,

Όσκαρ.

Υ.Γ. Δεν έχω τη διεύθυνση σου. Τι κάνω;"


"Αύριο, Θεέ, είναι Χριστούγεννα. Δε μου ’χε περάσει απ’ το μυαλό ότι είναι τα γενέθλια σου. Φρόντισε να τα ξαναφτιάξω με την Πέγκι, γιατί, δεν ξέρω αν φταίει αυτό, απόψε είμαι πολύ λυπημένος και δεν έχω δύναμη για τίποτα.

Τα λέμε. Φιλάκια, 
Όσκαρ.

Υ.Γ. Τώρα που είμαστε φιλαράκια, τι δώρο θέλεις για τα γενέθλια σου;"


"Χρόνια πολλά, Θεέ. Η θεία Ροζ, που μ’ έβαλε να κοιμηθώ στο κρεβάτι του μεγάλου της γιου (ο μεγάλος της γιος είναι κτηνίατρος στο Κονγκό με τους ελέφαντες), έκρινε ότι το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά σου ήταν η συμφιλίωση μου με τους γονείς μου. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, το βρίσκω μικρό για δώρο. Αλλά αφού το λέει η θεία Ροζ που είναι και παλιά σου φίλη...

Τα λέμε. Φιλάκια, 
Όσκαρ."

"Αγαπητέ Θεέ,

Η Πέγκι Μπλου έφυγε. Γύρισε σπίτι της. Δεν είμαι χαζός... ξέρω πολύ καλά πως δε θα την ξαναδώ.

Δε θα σού γράψω, γιατί είμαι πολύ στενοχωρημένος. Η Πέγκι κι εγώ περάσαμε μαζί μια ολόκληρη ζωή, και τώρα να ’μαι πάλι μόνος, φαλακρός, ξεκούτης, κουρασμένος στο κρεβάτι μου. Είναι άσχημα τα γηρατειά.

Σήμερα δεν σ’ αγαπώ πια. 
Όσκαρ."

"Αγαπητέ Θεέ,

Εκατόν δέκα. Πολύ δεν είναι; Νομίζω πως αρχίζω να πεθαίνω.

Όσκαρ."

Ολόκληρη φιλοσοφία με ανατρεπτική αντίληψη για την Αρρώστια, τον Πόνο, την Απώλεια, το Θάνατο, τη Ζωή, διατυπωμένη αριστοτεχνικά μέσα από τις επιστολές ενός παιδιού στο Θεό χωρίς θρησκοληψία, μοιρολατρία και μελοδραματισμό.



Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ ( Éric-Emmanuel Schmitt ), Αγαπητέ Θεέ, Μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις Opera, Αθήνα 2007, 4η έκδοση
Το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή εδώ











6 σχόλια :

Rosa Mund είπε...

Εννοείται ότι διάβασα ολόκληρη την ανάρτησή σου.
Εννοείται ότι μου άρεσε πολύ.
Το ότι συγκινήθηκα πάλι δεν ξέρω αν εννοείται.

To love life for what it is είπε...

Όταν καταλαβαίνεις πως θα πεθάνεις, έχεις δύο επιλογές: ή να ζήσεις μέχρι να πεθάνεις, ή να πεθάνεις εκείνη τη στιγμή. Κι ένα παιδί, που εκ των πραγμάτων τη ζωή δεν την έχει χορτάσει, να βαδίζει προς το τέλος του έχοντας κάνει τη γενναία επιλογή - με την καθοδήγηση ενός τόσο γενναίου ανθρώπου - μας θυμίζει αυτό το τόσο ουσιαστικό, πως δεν έχει σημασία πόσο ζεις, σημασία έχει να ζεις. Μαζί, λοιπόν, με τη θλίψη για την "αδικία" και τη ματαιότητα του πράγματος, όταν ένα παιδί πεθαίνει, νιώθουμε κι ευγνωμοσύνη για το δώρο που κάνει, για το μάθημα που παραδίδει έτσι, σε ανθρώπους πιο λιπόψυχους. Κι αυτός ο συνδυασμός συναισθημάτων έχει τέτοια μεγαλοσύνη, που τη λες και ομορφιά.

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Πάντα ξεχωριστές οι επιλογές σου Σοφάκι...

sofia είπε...

Ευχαριστώ για τα σχόλια σας.
Να'στε καλά.

οι μαθητές του Γ3 και Γ4 είπε...

Εξαιρετικό βιβλίο!Το έχουμε διαβάσει πολλές φορές με τη Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου και μας συγκινεί κάθε φορά!

dimosf είπε...

Καταπληκτικό!
Πάνε κάτι χρόνια που είχαμε δει στο θέατρο ένα έργο που μάλλον ήταν μια διασκευή αυτού. Έπαιζαν ο Λιγνάδης και η Λιβυκού (νομίζω). Αν δεν με απατά η μνήμη μου και σε εκείνο το έργο ο μικρός ασθενής λεγόταν Όσκαρ. Με είχε συγκλονίσει και να που το πράγμα επαναλαμβάνεται!
Ευχαριστώ Σοφία για το όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο!
Πολλά φιλιά σε όλους!
Δήμος-Σοφία