Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Ρεμβασμοί στο σκοτάδι


Κώστας Τσόκλης

Ο παλιός σκοπός άναψε το τσιγάρο του, σφίχτηκε μες στη χλαίνη κι αποχαιρέτησε τον άλλο φαντάρο που ήρθε και τον άλλαξε:
- Μωρέ θα ξεπαγιάσεις, φιλόσοφε, του είπε. Θα κόψεις καρφιά με την ψυχή σου, αλλά τι να σου κάμω κι εγώ ο έρμος...Ένα σου λέω μόνο - προσαρμόσου! Γίνε κι εσύ άγριος, βλαστήμα, μούτζωνε και με τα πόδια, βρίζε τα πάντα - και θα ζεσταθείς λιγουλάκι...Λοιπόν, σε καληνύχτισα!

Κι αμολύθηκε κατά το θάλαμο σκυφτός και γρήγορος σα μίκυ - μάους.

Το κουβούκλιο της σκοπιάς είναι σανιδένιο, με τρύπια λαμαρίνα από πάνω. Ο αέρας το πιάνει από παντού. Το μέρος γουλί μπροστά, ούτε δέντρα ούτε σπίτια, ο αέρας άλλοτε φέρνει βροχή κι άλλοτε ψιλό χιόνι - και πάει όπου θέλει. Καβαλάει τις σκεπές των στρατώνων, βροντάει τα καζάνια στα μαγειρεία, τις λαμαρίνες, τα ξεκάρφωτα σανίδια στ' αποχωρητήρια. Αφήνει πίσω τις βρύσες να σφυράν κι έρχεται πετροβολώντας τη σκοπιά. Εκεί ακονίζει την κόψη του στις χαραματιές και πέφτει μέσα σαν τούρκος με γιαταγάνι από ψηλό τειχί. Οι φαντάροι τον αντιμετωπίζουν όρθιοι μες στην παλιοχλαίνη, αγουροξυπνημένοι, τρελοί για ζέστα και για ύπνο. Δίχως κι ένα τσιγάρο και δίχως και κουβέντα. Έτσι αμίλητοι κι ακούνητοι, παλικάρια είκοσι χρονών, όρθια κόκαλα μ' εφ' όπλου λόγχη.

Αυτός δε βλαστημούσε. Δεν είχε τίποτε με τους αγίους, κι αγνοούσε τους διαόλους και το ορδί τους. Κρύωνε, τον τάραζε το κρύο. Στις πατούσες έβγαλε χιονίστρες όπως κι άλλοι γιάννηδες, η επιδερμίδα του προσώπου και των χεριών ξερόσκαγε και με το κρύο έτσουζε. Κάτω από τα μαλλιαρά κοκαλιασμένα ρούχα, το σώμα ήταν μαλακό ακόμη, άψητο.

Αδιαφορούσε όμως και γι' αυτό. Του έφτανε ότι κάτω από το παγωμένο περίβλημα η ψυχή κρατιόταν ζεστή σα σπόρος στο χώμα. Ότι αυτός και μέσα σε τούτη δω την Αλάσκα διατηρούσε ήμερες και γελαστές σκέψεις. Τις άπλωνε κάθε νύχτα μεσ' από την κατεψυγμένη σκοπιά σα ν' άπλωνε γιοφύρια. Και περνούσε πέρα αλαφρύς σαν πουλί κι αθόρυβος σα ρεμβασμός.

Κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι έκανε τέτοια πράγματα.

Γύρω ήταν νέκρα, δε βλογούσε ψυχή, ούτε κανένα μάτι έβλεπε. Μόνο ο αέρας. Αλλά ο αέρας δεν είχε κίνδυνο. Επικίνδυνοι ήταν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας ή ο αξιωματικός της Εφόδου, αν θα πλάκωνε κι αυτός σε μια στιγμή αθόρυβος κι απαρατήρητος.

Το κρύο κι ο αέρας ας κάναν λοιπόν τη δουλειά τους, αυτόν δεν τον εμπόδιζαν.

...Ο παλιός σκοπός είχε χωθεί πια στο θάλαμο, ίσως και στο σκέπασμά του. Στο προαύλιο δεν ήταν κανείς, αριστερά κανείς, δεξιά επίσης. Ενώ μπροστά απλωνόταν αυτή η κρύα και σκοτεινή ερημιά, κι ο στρατιώτης δίνοντας μια με το μαγικό ραβδί τη μεταμόρφωσε αμέσως σε πλήθη ακροατές έτοιμους να τον ακούσουν.

Χτύπησε  κάτω μαλακά τον υποκόπανο και προειδοποίησε να γίνει ησυχία.

Αυτοί που ήταν εμπρός έπαψαν και του αφοσιώθηκαν. " Σςςς! Σιωπή!" είπαν και στους άλλους.

Βγήκε λιγάκι , έτσι συμβολικά, μια πιθαμή μόλις πιο εμπρός κι ανάγγειλε:
- Η Σατραπεία!
Περίμενε να καταλαγιάσουν οι φωνές και να υψωθεί το ενδιαφέρον. Και στάθμισε καλά τη φωνή του κι άρχισε:

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Παύση - αναπνοή. Προσπάθησε και να βολιδοσκοπήσει την εντύπωση από την έκφραση των ακροατών.

Ε, διάφοροι άνθρωποι τον άκουαν!

Ήταν πολλοί που δεν είχαν αντιληφθεί την ουσία, τα παίρνουν όλα τοις μετρητοίς. Τον παρακολουθούσαν μ' ένα ύφος που έδειχνε ότι τον συμπαθούν, αφού έχει ατυχίες στη ζωή, αλλά μια φορά η υπόθεση αυτή τους ίδιους δεν τους αφορά. Άλλοι, αντίθετα, τον ατένιζαν μυημένα - τα βλέματά τους δέθηκαν μάνι μάνι με το δικό του βλέμμα και συγκοινωνούσαν σα φλέβες όπου μέσα τους ρέει το ίδιο αίμα. Αυτά τα βλέμματα τον ηλέκτριζαν, του έδιναν έμπνευση. Και παρ' όλο που δεν είχε χαρακτήρα ηρωικό, ένιωσε ξαφνικά μια περηφάνεια κάνοντας τη σκέψη ότι αυτή τη στιγμή φτιάχνει κάτι για λογαριασμό άλλων .

Ανάσανε καλά κι είπε να συνεχίσει.

Τότε μες στο πλήθος πήρε είδηση και τους άλλους . Αυτοί τον κοιτούσαν αλλιώς - κάτι παράξενα βλέμματα, πολύ περίεργες φάτσες...

Ήταν οι άνθρωποι των στρατώνων! Έστεκαν σχετικά σιμά, λιγάκι στην άκρη. Μόλο που η απόσταση ήταν λιγοστή, δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα στα πρόσωπά τους . Καμία έκφραση, καμία απήχηση! Ακούνητοι όλοι σα μάσκες της μεταθανάτιας ζωής, σιωπηλοί, ψυχρότατοι. Μα βέβαια, τώρα έκανε την ανακάλυψη - αποκεί ερχόταν το κρύο! Από αυτά τα χιονισμένα μάτια, από αυτά τα επιτύμβια γλυπτά που παριστάνουν πρόσωπα...

Τα κεφάλια των στρατιωτικών ήταν σε τάξη πυραμίδας , με στρωμένη ιεραρχία όπως παντού στις σατραπείες. Απάνου ένα και μοναδικό ξέπεχε το κεφάλι του αρχισατράπη - κι αποκεί φυσούσε τον περίδρομο! Εκεί ήταν ο κρατήρας, αποκεί ροβολούσε κάτω όλη αυτή η λάβα του ψύχους και της σιωπής. Ε, αλίμονο, φίλοι - τι ωφελούν τα λόγια, τι να σου κάνουν τα ποιήματα!

Τον πήρε η απελπισία κι είπε να να κάνει κράτει στην ποίηση. Αλλά στράφηκε και είδε ότι οι άλλοι ακροατές , εκείνοι οι καημένοι οι ομόκαπνοι προπαντός , περίμεναν κι αδημονούσαν: " Μα τι κάνεις; έλεγαν με τα βλέμματά τους. Γιατί σώπασες;" - " Κοίταξε πόσοι είμαστε εδώ και σ' ακούμε, εμπρός!"

Ο στρατιώτης έγινε κομμάτι ζεστότερος. Κι αποφάσισε να υψώσει τόνο και να τα πει τολμηρότερα:
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Είδε με την άκρη του ματιού ότι ταράχτηκε η πυραμίδα κεφαλών! Το ένα κεφάλι γύρισε στ' άλλο, σάλεψαν νευρικά τα μουστάκια, κροτάλισαν ένα βουνό σαγόνια, ο κρατήρας έπαθε μικρό τικ. " Τι λέει, ρε, αυτός; Κάτι μουρμούρισε περί σατραπείας και τέτοια, σαν τ΄ήθελε δηλαδή να μας πει; " Τα όρθια αυτιά με το δασύ τρίχωμα εμπήκαν σε γοργή κίνηση, ίδρωναν να ταξινομούν τους ήχους κατά συλλαβές, τις συλλαβές κατά ήχους . Όλες οι παρακατιανές κεφαλές γύρισαν ψηλά στον κρατήρα.
 " Μωρέ, τι τα ψιλολογάμε. Ναν του κόψουμε τη λαλιά με το σπαθί μας, τι το' χουμε και κρέμεται; Μας προστάζεις ναν του πάρουμε το λειρί, ναν του αφαιρέσουμε αναίμακτα τη σκέψη; "

Ο στρατιώτης τους άφησε να λένε κι άλλα τέτοια. Τους προσπέρασε μ' ένα χαμόγελο. Δίχως κακία, με την ανωτερότητα που χαρίζει η πεποίθηση και το ηθικό ύψος.

Βάθυνε κι άλλο τη φωνή του κι είπε σα να' λεγε με δυο λόγια το παράπονο όλης της ζωής κι όλη τη μοίρα του:
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και...

" ...τους Στεφάνους" δεν πρόλαβε να τους πει. Ένας ίσκιος έπεσε κολλητά πάνω του κι έφραξε το άνοιγμα της σκοπιάς. Πάνω στο χέρι του έπεσε το άλλο χέρι - και τ' όπλο του έκανε φτερά. Άφησε τους στεφάνους, τινάχτηκε.
-Κοιμάσαι, βρε, κοιμάσαι;
- Όχι, πήγε να πει...
- Ε , μήπως πάγωσες;
Τέντωσε κάτω τα χέρια, στάθηκε προσοχή.
- Όχι , κύριε υπολοχαγέ...
- Μα τότε πώς διάολο , μωρέ παιδί μου! Εγώ σου πήρα το όπλο, δε βλέπεις; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δε με κατάλαβες λοιπόν διόλου που ερχόμουν; Τι έκανες ; Σκεφτόσουν;
- Μάλιστα...
Ο αξιωματικός Εφόδου στάθηκε λίγο αμίλητος κι αναποφάσιτος. Άφησε ύστερα το όπλο στα χέρια του στρατιώτη κι αναστέναξε:
- Διανοούμενος είσαι;
- Διανοούμενος...
- Διανοούμενος, αναστέναξε πάλι ο αξιωματικός.
Κατόπιν χτύπησε το στρατιώτη δυο τρεις μαλακά στον ώμο:
- Έλα, δώσ' μου το βιβλίο Εφόδου. Τυχερός είσαι, πολύ τυχερός μάλιστα που βρέθηκα εγώ, συνάδελφος σου εν όπλοις και εν πάθεσι κατά κάποιο τρόπο, γιατί αν ήταν κανένας άλλος...Από πού είσαι;
- Από τον Καρδαμά
- Τι εστί Καρδαμάς;
- Ένα χωριό κοντά στην Αμαλιάδα.
- Α, πάμε στην Αμαλιάδα- να φαμ' αλιάδα! Ο αξιωματικός γέλασε και καμπούριασε μες στη χλαίνη του χουχουλίζοντας τα χέρια. Α-μα-λιά- δα...Γεια σου - με τα ηλεκτρικά σου! ξανάπε και ξαναγέλασε...Ναι, ναι είχα ένα φίλο αποκεί, συμφοιτητή, καλό παιδί ήταν. Σπουδάζαμε μαζί στην Αθήνα φιλόλογοι, μαζί τρώγαμε στραγάλια στον κήπο...

Ο στρατιώτης ρώτησε χαρούμενα.
- Είστε φιλόλογος κι εσείς κύριε υπολοχαγέ;
Διάκρινε καλύτερα τώρα το πρόσωπο του αξιωματικού - είδε γκρίζους κροτάφους, πολλά αυλάκια στα μάγουλα, μια ειρηνική κι ευγενική μορφή που δεν μπορούσε να΄χει  στενή σχέση με το στρατώνα, μάλλον ηθοποιός ήταν και φόρεσε τη στολή να παίξει απόψε αυτό το ρόλο που δεν του πήγαινε.
- Ήμουν, μην τα ρωτάς. Μη μου θυμίζεις τους χρόνους εκείνους...- κοίταξε με προσοχή γύρω του κι έβγαλε το πακέτο του. Καπνίζεις, μωρέ;
- Όχι.
- Καλύτερα, γιατί δυο φορές απόψε θα παραβίαζα τον κανονισμό- Γύρισε μέτωπο στον αέρα και τράβηξε επιδέξια το σπίρτο. Η φλόγα έσβησε αμέσως, μα το τσιγάρο πήρε φωτιά- Για πες μου αλήθεια. Τι σκεφτόσουν τώρα εδώ στη σκοπιά, γιατί ήσουν τόσο απορροφημένος;
Ο στρατιώτης απάντησε με ειλικρίνεια.
- Δε σκεφτόμουν, απάγγελνα στίχους.
- Δικούς σου μωρέ παιδί;
- Του Καβάφη.
- Α... έκαμε γελαστά. Μα σ' έχει περιλάβει και σένα αυτός ο ψυχοφθορεύς; Τόσον νέον; Καλά τέλος πάντων εγώ που δεν μετριούνται πια τα σβησμένα μου κεριά, αλλά εσύ; Με τι σε μαύλισε εσένα; Μήπως η ανδρεία της ηδονής τίποτα, μωρέ παιδί μου;
Με τον πιο ρητό τρόπο ο στρατιώτης το απόκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
- Θυμήθηκα τη Σατραπεία του, είπε
Κίνηση της κεφαλής - θλιμμένο χαμόγελο:
- Μμμμ...Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω...Άλλα ζητά η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...

Και συνέχισε και τελείωσε το ποίημα. Ειπωμένοι από αυτόν, κυλούσαν οι στίχοι πιο πιστευτοί. Ο αξιωματικός  ήταν ηλικιωμένος, με πολλές φαίνεται εμπειρίες και είχε μια πικρία η φωνή του γνήσια, επικυρωμένη από τη ζωή. Ο στρατιώτης τον άκουε και γρήγορα λησμόνησε κι αυτή την καταραμένη σκοπιά, και το κρύο, κι όλο το στρατώνα με την πυραμίδα της σατραπείας. Είχε πάλι εμπρός του το αφοσιωμένο ακροατήριο. Κι αποδείχτηκε ότι ο αξιωματικός ήταν άριστος γνώστης του Κωνσταντίνου Καβάφη και είπε κι άλλους πολλούς στίχους του: " Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών, στα 610",  " Λάνη τάφος", " Από υαλί χρωματιστό", " Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών"...Τους έλεγε όλους με γνώση, καλαίσθητα και λεία, έχυνε αιγυπτιακό αίσθημα στη γλώσσα του και φαινόταν που γι' Αλεξανδρινό μιλούσε Αλεξανδρινός...Ζεστάθηκε η νύχτα για καλά, το σκοτάδι αραίωνε κι έπαιρνε ανοιχτό χρώμα, κι ο ουρανός πέταξε κόκκινα, πράσινα, γαλάζια αστέρια κι όλα τους τρεμούλιαζαν μ' ένα ιδιόρρυθμο ταμπεραμέντο, σύμφωνα και με την ψυχή των στίχων.
- Η σειρά σου, είπε γελαστά ο αξιωματικός, άντε να πάρω μια ανάσα - κι άναψε τσιγάρο.

Ο στρατιώτης σάλταρε στο προσκήνιο. Κι άρχισε αμέσως:

 Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα εσκότωσεν ο Πάτροκλος·

Άφησε ο αξιωματικός το τσιγάρο να καίγεται στα δάχτυλά του - και πήρε τη συνέχεια:

 και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ' οι Aχαιοί το σώμα
ν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Το τελείωσαν μοιράζοντάς το αλυσιδωτά, μια περίοδο ο ένας, άλλη ο άλλος. Και πήραν μετά άλλα:
 " Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον",  το πήραν και το κατέβασαν ως κάτω, με βαθιά αίσθηση και οι δυο τους του νοήματος και των ήχων, προσπαθώντας πώς να παραβγάλει ο ένας τον άλλον στην κατάνυξη και στη θεογνωσία, σα να' ψελνε σε εσπερινό το δίχορο κοντάκιο της Υπερμάχου.
- Έλα κι εν' από κείνα τα διαχυτικά τώρα, είπε με πονηριά ο αξιωματικός. Αφού του κάναμε το μνημόσυνο απόψε οφείλουμε να τονίσουμε και την πλευρά αυτή...Κι άρχισε ο ίδιος:


Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το σκοτάδι πήγαινε πια να εξανεμιστεί, ένα γλυκό χάραμα ανασήκωνε γύρω γύρω το βλέφαρό του, μεγαλουργούσε η ποίηση.

Εκεί απάνω, ενώ έκανε έτσι τη μεγαλουργία της η ποίηση, όλες οι χορδές ξαφνικά κόπηκαν - ο αξιωματικός τινάχτηκε.

Φύσηξε δυνατός αέρας.

Αντήχησαν βήματα: " Κραπ -Κραπ" ! Κρύα σίδερα βρόνταγαν πάνω σ' άλλα.

Με μια ασύλληπτη κίνηση ο αξιωματικός έπνιξε πρώτα το τσιγάρο του, το' πνιξε αστραπιαία, μαέστρος σ΄αυτά. Δε φάνηκε ούτε σπίθα. Ύστερα -
 τρία
                 βήματα
                                          όπισθεν
κι αποκεί πέρα η φωνή του έσκισε σπαθί το σκοτάδι:

- Σκοποοός! Κοιμάσαι, πούστη! Στρατοδικείο θα σε περάσω την Παναγία σου! Γρήγορα το βιβλίο Εφόδου!

Ο στρατιώτης τέντα το χέρι. Έδωσε και ξαναπήρε το βιβλίο και βρόντηξε στο σανίδι το άρβυλο του, και το σώμα του έμεινε ακούνητο κι ολόισιο- προς όλες τις κατευθύνσεις ορθές γωνίες.

Απότομη μεταβολή, σταθερός βηματισμός- ο αξιωματικός απομακρύνθηκε. Κι ο τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς ανάμεσα σ' αυτόν και στο στρατιώτη υψώθηκε , χόντρυνε αδιαπέραστα.

Ο αέρας βάραγε τώρα απ' όλε ςτις πάντες. Βροντούσε τα καζάνια των μαγειρίων, τα ξεκάρφωτα σανίδια και τις λαμαρίνες, πλάκωνε  κύμα μεγάλο κατά τη σκοπιά. Από πίσω του ακουγόταν και το ομαδικό συντονισμένο βήμα της περιπολίας - ακαθόριστοι σαν το σκοτάδι κατέβαιναν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας.

Περνούσαν σε κοντινή απόσταση, διακρίνονταν οι σκιές τους που κινιόνταν αργά και βαριά σε τάξη πυραμίδας.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος ( Από τη συλλογή διηγημάτων , Φύλλα - φτερά). Βρίσκεται στο : Μεταπολεμική Πεζογραφία, Από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τ. Β΄, Εκδόσεις Σοκόλη , Αθήνα 1988


Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Ο Στρατής Τσίρκας για την γνωριμία του με τον Κ.Π. Καβάφη


Πώς τον γνώρισα

Τρία χρόνια πριν πεθάνει, ευτύχησα να γνωρίσω τον Καβάφη. Λέγω "ευτύχησα", τώρα, καθώς δοκιμάζω να εξηγήσω πώς έτυχε ν΄ασχοληθώ κι εγώ με τη ζωή και το έργο του και, με το υλικό που μάζεψα σωρευμένο μπροστά μου, αναλογίζουμαι πόσο μισερός θα αισθανόμουν αν δεν είχε πάρει ο ίδιος την πρωτοβουλία της γνωριμίας αυτής.

Η συνάντηση κανονίστηκε από τον κ. Γιάγκο Πιερίδη. Τ΄απόγευμα της 10 Ιουλίου 1930 πήγα στα γραφεία της "Αλεξαντρινής Τέχνης", στον πρώτο όροφο του σπιτιού της οδού Λέψιους. Ο Καβάφης κατέβηκε, με πήρε κι ανεβήκαμε στο δικό του διαμέρισμα. Όταν νύχτωσε, ο ποιητής σηκώθηκε κι άναψε ένα κερί. Αργότερα έφερε διπλό σαμντάνι, άναψε το ένα του , έσβησε το άλλο, το μονό κερί, και κατόπι άναψε το δεύτερο. " Λένε πως είναι γρουσουζιά τα τρία μαζύ", μου εξήγησε. Αργά - είχε αρχίσει πια η βραδινή παράσταση των θεάτρων και των κινηματογράφων - κατεβήκαμε. Στην οδό Ελληνικού Νοσοκομείου, χωρίσαμε` για να ξαναβρεθούμε ύστερα από λίγο, πρόσωπο με πρόσωπο, στον εξώστη του " Μπελβεντέρε", όπου έπαιζε ένας ελληνικός θίασος με την Κυβέλη.


Τη δεύτερη φορά πήγα πάλι νωρίς το απόγεμα. Στις δέκα ήρθε ο κ. Αλέκος Σεγκόπουλος, ανήσυχος κάπως για το προχωρημένο της ώρας , και διακόψαμε τη συνομιλία.

Εδώ, νομίζω, στην αρχή, έχει τη θέση του κάτι που θέλω να πω για τον κληρονόμο του. Ανιχνεύοντας πηγές και κυνηγώντας στοιχεία, μου έτυχε να γελαστώ και να τρέχω  μήνες πίσω από χίμαιρες. Έτσι κάποτε πίστεψα πως ο Καβάφης , μετά το θάνατο της μητέρας του, αποπειράθηκε ν΄αυτοκτονήσει. Αλλά τελικά βρήκα το όνομα του αποτυχημένου αυτόχειρα - ήταν ένας άλλος , ασήμαντος ποιητής - στο μοναδικό τόμο του " Τηλέγραφου" του 1899 που υπάρχει στην Αλεξάντρεια. Το λέγω αυτό για να κάνω προσεχτικό τον αναγνώστη. Δεν έχω την απαίτηση να δεχτεί ανεξέλεγκτα όσα του προσφέρω. Βέβαια, οι πιθανότητες να πλανηθώ θα περιορίζονταν πολύ αν είχα τον τρόπο να συμβουλευτώ τα χαρτιά του  ποιητή που βρίσκονται στα χέρια του κληρονόμου του. Αυτό όμως στάθηκε αδύνατο. Έτσι αναγκάστηκα, παρ΄όλες τις επιφυλάξεις μου για τη μέθοδο και τις δυνατότητές του ν΄αξιοποιήσει ένα τόσο πολύτιμο υλικό, να δεχτώ σαν εξακριβωμένες αρκετές από τις πληροφορίες που δίνει στο βιβλίο του ο κ. Μιχάλης Περίδης, που είχε την τύχη να μεταχειριστεί με άνεση το Αρχείο.

Στην τρίτη ή τέταρτη επίσκεψη μου , ο Καβάφης είχε προσκαλέσει κι άλλους νέους του κύκλου του για να γνωριστούμε. Φυσικά, εκείνο το βράδυ ήτανε λιγότερο ομιλητικός, αν κι εξακολουθούσε να έχει τον πρώτο λόγο. Τελευταία φορά τον είδα το ίδιο καλοκαίρι στο καφενείο του " Μπίλλιαρντ Πάλας" Είμασταν μερικοί από τους νέους που είπα και συζητούσαμε πώς θα λειτουργούσε ένας φιλολογικός σύλλογος. Ο Καβάφης, που ήξερε πως θα βρισκόμασταν εκεί, πέρασε, κάθησε μαζύ μας καμιά ωρίτσα κι έφυγε πρώτος - " για να τα πούμε μόνοι μας"

Από τότε δεν τον ξαναείδα. Γρήγορα με τράβηξαν άλλοι ορίζοντες. Ένας ανόητος φανατισμός δε μ΄άφηνε να επιζητήσω νέα συνάντηση όσες φορές ξαναπήγα στην Αλεξάντρεια. Ένα απόγεμα, στο Κάιρο , μέσα στο δρόμο, έμαθα πως πέθανε. Εκείνες τις μέρες ο Χίτλερ , καγκελάριος πια, ξαπολούσε το μεγάλο κύμα της τρομοκρατίας στη Γερμανία. Αν κανένας μού έλεγε πως κάποτε θ΄αφιέρωνα τρία χρόνια σε μελέτες και σ' αναζητήσεις των πηγών και των περιστάσεων της ποίησης του Καβάφη, θα τον έπαιρνα για τρελλό.

Όταν μετρώ τις ώρες που πέρασα πλάι του, δεν τις βρίσκω περισσότερες από δώδεκα, το πολύ δεκατρείς. Στις εννιά ή δέκα είμασταν μόνοι. Ήταν οι καλύτερες.Όπως ο κ. Ι.Α. Σαρεγιάννης έχω την εντύπωση πως κι εγώ γνώρισα πολύ τον Καβάφη, κι ας τον έζησα τόσο λίγο.. Ίσως γιατί ήταν πυκνή σε ποιητικά θέματα και μνήμες η ομιλία του, όταν ήθελε.

Αυτά που άκουσα από το στόμα του έπρεπε να τα είχα γράψει. Τώρα πια είναι αργά. Όχι πως δεν τα θυμάμαι με τις λεπτομέρειές του. Αλλά δεν είναι σωστό, αφού ζητώ να προβάλω έναν "άλλο Καβάφη", να εμφανιστώ με τις προσωπικές μου μαρτυρίες " εκ των υστέρων" . Άλλα ντοκουμέντα, πιο αντικειμενικά , ελπίζω πως θα στηρίξουν τις απόψεις μου[...] Βίος και έργο του έπρεπε να φωτιστούν και με τις περιστάσεις τους, από το τελευταίο τέταρτο  του 19ου αι. ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτές οι περιστάσεις, μαζύ με τις άλλες, εκείνες που γνωρίσαμε κι εμείς οι μεταγενέστεροι, συγκροτήσανε τον Καβάφη. Αλλά ποιος από κείνους που τον πλησιάζανε και γράψανε γι΄αυτόν, μπορεί να βεβαιώσει πως τον γνώρισε προτού φορέσει την " εξαίρετη πανοπλία";

Ποιες ήταν οι "πληγές", τα "τρωτά" του "μέρη"; Ο κ. Μαλάνος από νωρίς αντιλήφθηκε τη μεταμφίεση. Σήκωσε το προσωπείο, παραμέρισε τα "ψεύδη" . Και βρήκε, κυρίως, ερωτικά πλέγματα. Αλλά ο ίδιος ο ποιητής από το 1911 κι ύστερα, με γλώσσα ολοένα και πιο άμεση, μας ενθαρρύνει να πάρουμε το δρόμο αυτής της ανακάλυψης. Χρειαζόταν βέβαια η αδυσώπητη οξυδέρκεια της ανατομικής του κ. Μαλάνου, η πλαστική του δύναμη κι η αισθητική του καλλιέργεια για να συναρμολογηθεί αυτό το τέλειο σύστημα της ψυχαναλυτικής ερμηνείας. Κι ο κ. Μαλάνος έχει το δικαίωμα να περηφανεύεται , γιατί από τον προσανατολισμό που έδωσε, κανένας μεταγενέστερος του καβαφολόγος, έλληνας ή ξένος, δεν μπόρεσε να ξεφύγει, ακόμη κι όταν ορισμένοι πιστεύανε, ή προσποιόντουσαν , το αντίθετο.

Όμως εγώ τολμώ να κάνω μιαν υπόθεση: Μήπως η γενετήσια ανορθοδοξία του Καβάφη ήταν κι αυτή μια άλλη, επίσης " εξαίρετη πανοπλία"; Που τον προστάτευε όχι από κάποιους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά από κείνους που βρίσκονταν μέσα του; Μιαν εποχή τη φόρεσε κατάσαρκα για ατομική του χρήση και παρηγοριά` σαν αντίδοτο στην πίκρα της μόνωσης και της απελπισίας για τις προδομένες φιλοδοξίες του.  Κι από τα 1911 τη φανερώνει, βαθμιαία, τόσο όσο κάθε μέρα και πιο πολύ αφήνεται κι ενδίδει στο νέο πνεύμα, το πνεύμα της παρακμής. Ωστόσο, τις αφορμές του σπαραγμού, μ ΄εκείνες   τις άφωνες οιμωγές για κάποια συμφορά μεγάλη κι αναπότρεπτη, που  διακρίνονται αμέσως από τα πρώτα, τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματά του, ο Καβάφης θα τις αφήσεις σκεπασμένες με σύμβολα κι αλληγορίες ως το τέλος. Γιατί; Τόσο πολύ φοβόταν τους  κακούς ανθρώπους";


Απόσπασμα από τη εισαγωγή του Στρατή Τσίρκα στο βιβλίο του Ο Καβάφης και η Εποχή του , Κέδρος, Αθήνα 1978 , δ΄έκδοση

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Καλός και κακός καιρός


Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

        Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι. 


Κ.Π.Καβάφης (από τα αποκηρυγμένα)

Πηγή: Επίσημος Δικτυακός Τόπος Αρχείου Καβάφη

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη



Μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ που αφηγείται τη φανταστική συνάντηση των δυο μεγάλων ποιητών, του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα και του Κωνσταντίνου Καβάφη. Τη νύχτα της 21ης Οκτωβρίου του 1929 επιβιβάζεται στο υπερωκέανιο Saturnia, που ταξιδεύει από την Τεργέστη στην Αμερική μεταφέροντας μετανάστες, ένας νεαρός Έλληνας που γίνεται μάρτυρας αυτής της συνάντησης.