Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Γυναίκες...( μικρό σχόλιο)

Γιώργος Σικελιώτης, χαρακτικό

Το μήνυμα που ήρθε χθες στο κινητό μου έγραφε: " Αύριο η μέρα είναι αφιερωμένη στις γυναίκες και ο καλύτερος τρόπος να την γιορτάσουμε είναι προσφέροντας σας -20% σε όλα τα καταστήματα..."
Μια βόλτα στην πόλη και περισσεύουν οι αφίσες που προσκαλούν σε έξοδο τις γυναίκες με μειωμένη τιμή στο ποτό ή σε ό,τι προσφέρουν. 
Από την άλλη μεριά κορίτσια και γυναίκες αποτελούν ένα μεγάλο αριθμό εργαζομένων σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις ,που δουλεύουν σε όλες τις θέσεις από πωλήτρια μέχρι καθαρίστρια, από σερβιτόρα μέχρι και αχθοφόρο με ελαστικές σχέσεις εργασίας και εξαντλητικά ωράρια, ανασφάλιστες ή μισοασφαλισμένες. Και μετά τρέχουν και δεν προλαβαίνουν και κοντά σε αυτές πάλι άλλες γυναίκες για βοήθεια, μαμάδες, γιαγιάδες ...
8 του Μάρτη σήμερα. Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Δεν ξέρω πια αν θέλω να την αναφέρω αυτή τη μέρα έτσι που έχουν καταντήσει οι παγκόσμιες ημέρες. Νιώθω λίγο στο περιθώριο μαζί με όλα εκείνα στα οποία έχει αφιερωθεί μία μέρα. Τα τελευταία χρόνια η μέρα θεωρείται αφορμή για ξέσπασμα των γυναικών, για ξεφάντωμα, για ψευτοφεμινιστικές δραστηριότητες(να βγούμε μόνο γυναίκες, να γλεντήσουμε, να πάμε σε κλαμπ, να ξενυχτίσουμε, να αφήσουμε τα παιδιά στους άνδρες...). Κι αν ρωτήσουμε για το ιστορικό της ημέρας οι περισσότερες δεν ξέρουν τι έγινε κάποτε και για ποιο λόγο. Δεν υποτιμώ καμία γυναίκα, αλλά η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάζεται σε ανάμνηση μιας μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.Η γιορτή αυτή καθιερώθηκε το 1910 από τη Διεθνή Γυναικεία Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, ύστερα από πρόταση της μεγάλης φεμινίστριας και σοσιαλίστριας  Κλάρας Τσέτκιν. Σκοπός της ήταν να διατηρηθεί η ανάμνηση της πρώτης διαδήλωσης των Αμερικανίδων, το 1857. Και από τότε σηματοδοτούσε τους αγώνες των γυναικών για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τόσο στο σπίτι , στην εργασία όσο και στην κοινωνία. Και αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι αγώνες γίνονται καθημερινά όλο το χρόνο στους χώρους όπου ζούμε και δουλεύουμε και είναι συνδεμένοι με τους γενικότερους κοινωνικούς  και πολιτικούς αγώνες . Η χειραφέτηση της γυναίκας είναι μια μακρόχρονη και επίπονη διαδικασία . Δεν είναι εύκολο  πάντα να πείθεις για το αυτονόητο, κι ας είμαστε στον 21ο αι. Μάλλον τώρα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα διότι υπάρχει μία γενικότερη σύγχυση γύρω από την έννοια της χειραφέτησης και των δικαιωμάτων της γυναίκας , που ακολουθεί την τάση της εποχής, δηλαδή πίσω ολοταχώς.
Το γυναικείο κίνημα, οι γυναικείοι αγώνες δεν είναι ανεξάρτητοι από τους ευρύτερους αγώνες για την αλλαγή των οικονομικών και των παραγωγικών σχέσεων με μακροπρόθεσμο στόχο την αλλαγή του κοινωνικού συστήματος, που γεννάει διακρίσεις, ανελευθερία και καταπάτηση δικαιωμάτων. Οι γυναίκες αγωνίζονται μαζί με τους άνδρες και οι άνδρες μαζί με τις γυναίκες για την ουσιαστική κατοχύρωση της ισοτιμίας τους στο σπίτι, στη δουλειά, στις σχέσεις, στην καθημερινότητα. Έτσι πρέπει να γίνεται. Η καθημερινή ζωή όμως τις περισσότερες φορές έρχεται να δείξει ότι δεν ισχύει αυτό. Οι γυναίκες μπορεί να κατέκτησαν νομικά την πολιτική ισότητα αλλά ουσιαστικά επιβαρύνθηκαν με πολλές υποχρεώσεις και συχνά είναι θύματα βίαιων συμπεριφορών και κακοποίησης.
 Οι γυναίκες του 21ου αι,στην Ελλάδα και αλλού, εξακολουθούν να θεωρούνται χειραφετημένες με την έννοια ότι έχουν βγει από το σπίτι και εργάζονται , συμμετέχουν στην πολιτική ή σε άλλες δραστηριότητες  αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και κοινωνική απελευθέρωση, καθώς οι περισσότερες και κυρίως αυτές των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων, βρίσκονται εξαρτημένες από την παραδοσιακή οικογενειακή δομή και ταλανίζονται από ανύπαρκτα ή ημιτελή κοινωνικά μέτρα όπως για παράδειγμα λειτουργία παιδικών σταθμών. Ειδικά στη σημερινή εποχή με αφορμή την κρίση η κατάσταση έχει ξεφύγει και έχει φτάσει στα όρια του παραλογισμού.  Επιπλέον ένα πλέγμα προκαταλήψεων, νοοτροπιών και στερεότυπων φυλακίζουν τη γυναικεία παρουσία σε διαφορετικό κοινωνικό ρόλο από εκείνο του άλλου φύλου.
Δεν αρκεί να υποστηρίζουμε την ισοτιμία με λόγια χρειάζονται πράξεις και κυρίως χρειάζεται ένας συνεχής αγώνας για την αλλαγή όχι μόνο των κοινωνικών συνθηκών αλλά και της νοοτροπίας. Αυτό σημαίνει ότι είναι ανάγκη να γίνονται συνειδητές προσπάθειες από τις γυναίκες και τους άνδρες να αλλάξει ο τρόπος ζωής πρώτα και κύρια μέσα στην οικογένεια. Από το πώς μεγαλώνουν τα παιδιά, πώς παίζουν και κυρίως πώς αντιμετωπίζουν οι γονείς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους τόσο τις δικές τους όσο και των παιδιών τους. Τι παραδείγματα δίνουν και τι πρότυπα καλλιεργούν. 
Οι επόμενοι σταθμοί είναι βέβαια το σχολείο και η ευρύτερη κοινωνία με όλο το πλέγμα των λειτουργιών της και των ιδεολογικών μέσων. 
Μα θα πει κάποιος ότι ζούμε σε ένα κοινωνικό σύστημα που προάγει την ανισοτιμία με κάθε τρόπο και καλλιεργεί εμμέσως την ουσιαστική διάκριση των δύο φύλων ( νομικά όλα είναι μια χαρά). Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα περιμένουμε να αλλάξει η κοινωνία πρώτα; Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή  αγωνιζόμαστε παντού και με κάθε τρόπο  να αλλάξουμε τις ιδέες με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές γυναικών και ανδρών, αρνούμαστε να τις μεταφέρουμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας και διαπαιδαγωγούμε τους νέους και τις νέες  με τις αρχές της ισοτιμίας ,του σεβασμού, της διαφορετικότητας . Αλλάζουμε πρώτα και κύρια τους εαυτούς μας ξεριζώνοντας κάθε οπισθοδρομική αντίληψη και ιδέα που συντηρεί τις διακρίσεις και την αδικία, αντιστεκόμαστε στη μιζέρια και τη μοιρολατρία,  συνειδητοποιούμε  τις ευθύνες μας , παλεύουμε να αλλάξουμε την καθημερινότητά μας και συμμετέχουμε στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής κοινωνίας . Αλλάζουμε και παλεύουμε. Παλεύουμε και αλλάζουμε...

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Τι' ναι, μάνα;

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας
Είχε παιδάκια - και χρόνια να φανεί ο άντρας της απ' το ταξίδι. Μόνο με τις δουλειές και τους γονιούς του αντρός της, ώσπου πέρασε απ' το χωριό ένας λαδέμπορας - ένας πλάνος.
Όταν ήρθε ο καιρός της, πάει στην ερημιά, ξέλυσε την κοιλιά και γέννησε, μοναχή της, εκεί.
Χωρίς να του δέσει αφαλό, το πήρε στην αγκαλιά μαζί με το λούρο, και το' σφιξε, το' σφιξε...
Παραμέρισε πλόκαρα και φύλλα κι είχε αποκάτω τη γούρα έτοιμη, σκαμμένη.
Έζωσε πάλι την κοιλιά και πάει σπίτι της, στα παιδιά και στα γεροκόμια.
Ναι, αλλά γεννημένη ήτανε, λεχώνα, πού θα πήγαινε το γάλα; Την πρόδωσε.
Είδε η πεθερά της τα ρούχα, μουσκίδι μπροστά...Πάει κοντά και τη σκούντηξε. Πετάχτηκε κι αυτή μέσ' απ' τον ύπνο.
"Τι' ναι, μάνα;"
"Τι έκαμες, μωρ' σκύλα, τι έκαμες..."



Η ιστορία αυτή είναι μια από τις 28 που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη " Του χιονιού" που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2013 από τις εκδόσεις Ροδακιό.
Αφηγημένες σαν παραμύθια αλλά στηριγμένες σε καθημερινές ιστορίες από τη δύσκολη ζωή γυναικών διαφορετικών ηλικιών σε χρόνια όχι και πολύ μακρινά.Οι φωνές αυτών των γυναικών μπλέκονται με τη φωνή της αφηγήτριας μέσα από ένα εξαιρετικό συνδυασμό ευθέος και πλαγίου λόγου. Διαβάζοντας τα διηγήματα είχα την αίσθηση ότι η συγγραφέας - αφηγήτρια κάθεται κάπου αθέατη, έχει απέναντι της μια γυναίκα και ακούει την ιστορία της ,την οποία και μας μεταφέρει με ένα λογοτεχνικό τρόπο που δεν αλλοιώνει όμως την αυθεντικότητα του προφορικού λόγου.  Ακούγονται οι φωνές των γυναικών να διηγούνται στιγμές - σκηνές της καθημερινότητάς τους που ταυτίστηκε με τη φτώχεια, της ξενιτιά, τον πόλεμο, τον εμφύλιο, τον πόνο. Ο πόνος  είναι διάχυτος σε όλα τα διηγήματα. Τις διαμορφώνει. Άλλες τον έκαναν αγάπη , άλλες καρτερικότητα, και άλλες σκληράδα και βαναυσότητα.
Οι κλειστές κοινωνίες, τα αυστηρά ήθη, οι προκαταλήψεις, οι στερήσεις βάρυναν περισσότερο τις ζωές των γυναικών και αυτές, θύματα και ίδιες, έβλεπαν απέναντί τους τις άλλες γυναίκες του χωριού, της οικογένειας. Τραγικές φιγούρες , τις οποίες η συγγραφέας παρουσιάζει σαν μικρές προσωπογραφίες σ' ένα πίνακα που δεν ξεχωρίζει το φόντο, κυριαρχεί όμως το μαύρο και το γκρι. Ο χρόνος και ο χώρος δεν αναφέρονται συγκεκριμένα. Καταλαβαίνουμε όμως ότι τα περιστατικά διαδραματίζονται σε μια περίοδο από τον πόλεμο του 1940, την Αντίσταση ,τον Εμφύλιο και τα μετέπειτα χρόνια .Οι ασχολίες των γυναικών, οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, η ντοπιολαλιά που χρησιμοποείται στους διαλόγους, οι γλωσσικοί ιδιωματισμοί στην αφήγηση και η καταγωγή της συγγραφέως οδηγεί τη φαντασία στα χωριά της Ηπείρου και κυρίως της Μουργκάνας.
 Μια συλλογή διηγημάτων, μικρών σε έκταση(ορισμένα δεν είναι ούτε μια σελίδα) γραμμένα σε γλώσσα ζωντανή , ορισμένες φορές και ποιητική που κατορθώνουν να μεταδώσουν την οδύνη, το σπαραγμό και το λυγμό αυτών των γυναικών. 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Τα μεγάλα συλλαλητήρια και η αιματηρή εξέγερση του Κιλελέρ

Α.Τάσσος, Κιλελέρ ( χαρακτικό)

Τα γεγονότα που ξετυλίχτηκαν από τις 27 Φεβρουαρίου ως τις 6 Μαρτίου 1910 είναι γνωστά και έχουν περιγραφεί κατά καιρούς από διάφορους ιστορικούς ή από αυτόπτες μάρτυρες. Μ' όλα αυτά μια σύντομη αναφορά σ' αυτά τη θεωρούμε απαραίτητη.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1910 αποφασίστηκε να οργανωθούν παναγροτικά συλλαλητήρια σε τρεις μεγάλες θεσσαλικές πόλεις. Το μεγαλύτερο και μαχητικότερο συλλαλητήριο έγινε στην Καρδίτσα. Ήταν μέρα Σάββατο και οι δρόμοι που οδηγούσαν από τα χωριά στην πόλη γέμισαν από κολλήγους, που κρατούσαν κόκκινες και μαύρες σημαίες. Πολλοί έρχονταν καβάλα στ' άλογα με γκράδες κρεμασμένους στους ώμους. Ως το μεσημέρι η κεντρική πλατεία γέμισε από κόσμο. Πάνω από 10 χιλιάδες αγρότες με μαχητικότητα διαδήλωναν τη θέλησή τους να απελευθερωθούν από το ζυγό των τσιφλικάδων. Μαζί με τα συνθήματα ακούγονται και αραιοί πυροβολισμοί, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπάνε πένθιμα. Με τα μέτρα της εποχής εκείνης η εκδήλωση είναι πρωτοφανέρωτη. Οι τοπικές αρχές έχουν τρομοκρατηθεί από τον όγκο και τη μαχητικότητα της συγκέντρωσης, γι' αυτό και δεν τολμούν να πάρουν μέτρα.
Κάποιος αυτή τη στιγμή ρίχνει το σύνθημα να πάνε στο σταθμό και να σταματήσουν το τρένο που έρχονταν απ' το Βόλο και έφερνε τους κολλήγους από τους Σοφάδες. Οι αρχές είχαν δώσει διαταγή να μη σταματήσει η αμαξοστοιχία για να εμποδίσουν την κάθοδο των κολλήγων. Ο Δ. Μπούσδρας αναφέρει ότι αυτός που έριξε το σύνθημα ήταν ο πρώην Δήμαρχος Καρδίτσας Στέργιος Λάππας και απέβλεπε να δημιουργήσει επεισόδια για να προκαλέσει την επέμβαση των αρχών.
Όπως και αν έχουν τα πράγματα, το πλήθος αποδέχεται την ιδέα και από το δρόμο των στρατώνων ως το σταθμό πραγματοποιείται μια μαχητικότατη  πορεία· επικεφαλής της πορείας ήταν έφιπποι αγρότες. Στη διάρκεια αυτής της πορείας ένας χωροφύλακας καλπάζοντας με το άλογό του σκότωσε τον αγρότη Χρήστο Σάλτα.
Όταν έφτασαν στο σταθμό, οι διαδηλωτές τοποθέτησαν πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή τραβέρσες και σιδηροτροχιές για να υποχρεώσουν την αμαξοστοιχία να σταματήσει. Ο οδηγός όμως της αμαξοστοιχίας, εκτελώντας διαταγές της εταιρίας δε θέλει να σταματήσει και το τραίνο προχωρεί. Τότε οι διαδηλωτές άρχισαν τον πετροπόλεμο και μερικοί χεροδύναμοι ανέβηκαν στη μηχανή και κατέβασαν τον οδηγό με τη βία.
Το πλήθος ξαναγύρισε στην πλατεία και το απομεσήμερο η πλατεία, οι γύρω δρόμοι, ως το εξοχικό κέντρο " Παυσίλυπο", ξεχείλισαν από κόσμο. Στους συγκεντρωμένους μίλησαν ο αγρότης Αθ. Καραμήτρος, ο δικηγόρος Κ. Σταμούλης, και ο γιατρός Β. Γρίβας, ο οποίος, όπως γράφει ο Κορδάτος, ήταν ο μεστότερος ομιλητής. Το ψήφισμα που εγκρίθηκε ζητούσε από την Κυβέρνηση να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για την απαλλοτρίωση.
Την ίδια μέρα έγινε μεγάλη συγκέντρωση και στα Τρίκαλα, αλλά της έλειπε η μαχητικότητα και ο αυθορμητισμός της Καρδίτσας. Στους Σοφάδες αντίθετα η ατμόσφαιρα ήταν επαναστατική. Οι αγρότες τράβηξαν προς το σταθμό και όταν πέρασε το τραίνο το σταμάτησαν και ανέβηκαν πάνω. Κανείς δεν τόλμησε να τους αντισταθεί.
Μαχητική ήταν και η συγκέντρωση στα Φάρσαλα. μετά από μερικές μέρες - 1η Μαρτίου 1910 - 400 αγρότες από τα Ορφανά, οπλισμένοι με γκράδες, σταμάτησαν το τραίνο που πήγαινε στη Λάρισα και απείλησαν ότι αν δε γίνει απαλλοτρίωση θα χαλάσουν τη γραμμή, ενώ στα χωριά των Φαρσάλων - Κρύα Βρύση, Τσαχμάτ και Κόντου - οι κολλήγοι έβαλαν φωτιά στις αχυραποθήκες των τσιφλικάδων.
Η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο εκρηκτική. Ο θεσσαλικός κάμπος άρχισε να παίρνει φωτιά. Ο απόηχος των γεγονότων έφτασε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, όπου μιλούσαν για θεσσαλική εξέγερση. Η Κυβέρνηση τρομοκρατήθηκε. Άρχισαν τα συμβούλια και τα διαβούλια, διατάχθηκαν μέτρα, έγιναν συλλήψεις, στάλθηκαν τρεις μεραρχίες στρατού στη Θεσσαλία και δόθηκαν διαταγές να τηρηθεί η "τάξη "  "πάση θυσία". Έτσι φτάνουμε στα γεγονότα του Κιλελέρ.
Στις 6 του Μάρτη 1910 αποφασίστηκε να γίνει παναγροτική συγκέντρωση στη Λάρισα. Από πολύ νωρίς το πρωί εκείνης της μέρας οι αγρότες άρχισαν να μαζεύονται στα σημεία προσυγκέντρωσης και κατόπιν κατευθύνονται προς την πόλη. Πρώτοι μπήκαν στη Λάρισα οι κολλήγοι από το Δήμο Κρανώνος, ακολούθησαν οι κολλήγοι από τους Δήμους Συκουρίου και Ογχήστου και κατόπιν από άλλα χωριά.
Είναι όλοι τους άοπλοι, ανεμίζουν κόκκινες και μαύρες σημαίες, ζητωκραυγάζουν, ρίχνουν διάφορα συνθήματα και προχωρούν προς την κεντρική πλατεία, όπου σχηματίζεται μια πραγματική λαοθάλασσα. Η πόλη στρατοκρατείται. Έχει συγκεντρωθεί πολύς στρατός από διάφορα όπλα: ιππικό, μηχανικό, πεζικό. Έφιπποι στρατιώτες και πεζοί χωροφύλακες μετακινούνται συνεχώς στους δρόμους.
Στο Κιλελέρ, σημερινή Κυψέλη, που ήταν ένα σημείο συγκέντρωσης των αγροτών, έγινε η πρώτη επίθεση εναντίον των κολλήγων. Είναι άοπλοι, τραγουδούν και ζητωκραυγάζουν. Όταν έφτασε το τραίνο από το Βόλο επιχειρούν να ανεβούν για να πάνε στη Λάρισα, χωρίς να πληρώσουν εισιτήρια. Ο Διευθυντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, που ταξιδεύει συμπτωματικά για τη Λάρισα, διατάσσει τους υπαλλήλους να τους κατεβάσουν. Οι κολλήγοι χωρίς να φέρουν αντίσταση, επειδή βλέπουν ότι είναι στρατός μέσα, κατεβαίνουν. Αλλά μόλις ξεκίνησε η αμαξοστοιχία, πετροβολούν το τραίνο και γιουχαΐζουν το Διευθυντή.
Ένα χιλιόμετρο παρακάτω, άλλη μια ομάδα αγροτών, περίπου καμιά οχτακοσαριά, επιχειρεί να ανέβει στο τραίνο. Τους εμποδίζουν. Γίνεται μια μικρή αψιμαχία. Φωνές, βρισιές κ.λ.π. Ο Πολίτης καλεί το στρατό να επέμβει. Ο επικεφαλής έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να πυροβολήσουν. Οι αγρότες δεν τρομοκρατούνται. Παίρνουν πέτρες και τις ρίχνουν στο τραίνο. Οι στρατιώτες ρίχνουν στο κρέας και δυο αγρότες ο Αθ. Νταφούλης και ο Αθ. Μπόκας πέφτουν νεκροί. Ένας άλλος πληγώνεται βαριά. Το τραίνο φεύγει και το πρώτο αγροτικό αίμα έχει βάψει τον κάμπο της Λάρισας.
Στον άλλο σταθμό, το Τσουλάρ, σημερινή Μελία, επαναλαμβάνονται τα ίδια. Οι συγκεντρωμένοι αγρότες είναι πολλοί και μαχητικοί. Ο κάμπος αντιλαλεί από τα συνθήματα: " Ζήτω η λευτεριά", " κάτω οι τσιφλικάδες" κ.λ.π. Επιχειρούν να σταματήσουν το τραίνο, αλλά αυτό προχωρεί. Αρχίζει ο πετροπόλεμος. Οι στρατιώτες ρίχνουν από μέσα. Καινούργιο αίμα χύνεται. Σκοτώνεται ο Στεφ. Ακριβούσης και τραυματίζονται 15 άλλοι αγρότες.
Η είδηση για τη δολοφονική επίθεση στο Κιλελέρ και το Τσουλάρ προκάλεσε αναβρασμό στους αγρότες που ήταν συγκεντρωμένοι στη Λάρισα. Η πόλη εξακολουθεί να στρατοκρατείται. Τα μαγαζιά είναι από το πρωί κλεισμένα. Μεγάλες μάζες αγροτών κατεβαίνουν από το Φρούριο προς τα κάτω. Επιχειρούν να τους εμποδίσουν, αλλά οι αγρότες αντιστέκονται. Ο υπίλαρχος Χρύσης διατάσσει τους έφιππους στρατιώτες να πυροβολήσουν. Οι αγρότες όμως δεν υποχωρούν και η συμπλοκή εξελίσσεται σε αληθινή μάχη που βαστάει είκοσι περίπου λεπτά. Τραυματίζονται οι αγρότες Απ. Μπάνταρης, Καράμπερης και Γκουλέμας. Αλλά τελικά η γραμμή σπάει και οι αγρότες κατεβαίνουν προς την κεντρική πλατεία.
Μεγάλη συμπλοκή έγινε και στην πόλη των Φαρσάλων, όπου ο Πηχεών, επικεφαλής μιας ίλης ιππικού, εμπόδιζε τους αγρότες που έρχονταν από το Νεμπεγκλέρ ( Νίκαια) να μπουν στην πόλη. Η είδηση έγινε γνωστή και οι συγκεντρωμένοι στο κέντρο της πόλης τρέχουν προς την πύλη και επιχειρούν από μέσα να διασπάσουν τη γραμμή. Οι έφιπποι στρατιώτες χρησιμοποιούν στην αρχή τα ξίφη τους για να σκορπίσουν το πλήθος. Οι αγρότες υποχωρούν αρχικά, αλλά κατόπιν ξανασυγκεντρώνονται και ανταπαντούν με πετροβόλημα. Οι στρατιώτες πυροβολούν και ο αγρότης Α. Μπατάλας πέφτει θανάσιμα τραυματισμένος. Μετά από άγρια πάλη οι αγρότες σπάζουν τον κλοιό, αγκαλιάζονται, φιλιώνται και κατευθύνονται προς την πλατεία.
Άλλη μια άγρια μάχη έγινε κοντά στην πλατεία της πόλης, όπου οι αγρότες που κατευθύνονται προς αυτή δέχονται μια καινούργια επίθεση από το ιππικό. Επικεφαλής είναι ο ανθυπίλαρχος Σκανδάλης. Επιχειρούν να τους εμποδίσουν να προχωρήσουν προς την πλατεία, αλλά οι αγρότες δεν υποχωρούν, η συμπλοκή γενικεύεται και τραυματίζονται πολλοί κολλήγοι.
Όταν τελικά φτάνουν στην κεντρική πλατεία και ενώνονται με τους άλλους αγρότες δέχονται και την τελική επίθεση. Πρώτα επιχειρεί με επέλαση να τους διαλύσει το ιππικό, αλλά οι αγρότες αντιστέκονται και η έφοδος του ιππικού δεν φέρνει αποτελέσματα. Κατόπιν, μπροστά στο ξενοδοχείο " Πανελλήνιο", όπου βρίσκεται η συμπαγής μάζα των κολλήγων, δέχονται ομαδικά πυρά από ένα λόχο μηχανικού, ενώ οι έφιπποι στρατιώτες ρίχνουν κι αυτοί με τα πιστόλια τους. Ευτυχώς οι φαντάροι ρίχνουν στον αέρα, αλλιώς θα είχαμε πολλά θύματα. Ένας γενικός αναβρασμός επικρατεί. Οι αγρότες αντιστέκονται και στους πυροβολισμούς του στρατού απαντούν με πέτρες. Η ώρα είναι τρεις το απόγευμα. Μπροστά στην αντίσταση αυτή των αγροτών, οι αρχές κάμπτονται και αναγκάζονται να επιτρέψουν το συλλαλητήριο.
Στους συγκεντρωμένους μίλησε ο Νικούλης και το ψήφισμα το διάβασε ο Γ. Σχοινάς. Οι αγρότες του κάμπου της Λάρισας ζητούν να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για την απαλλοτρίωση, τη διανομή των Ζαππείων κτημάτων , την προικοδότηση του Γεωργικού Ταμείου και εκφράζουν τη βαθιά τους οδύνη για την άδικη επίθεση και τα θύματα που σημειώθηκαν.
Η θυσία του Κιλελέρ δεν πήγε χαμένη, έστω και αργοπορημένα έφερε τα αποτελέσματά της. Όπως είναι γνωστό, η λύση του αγροτικού ζητήματος ακολούθησε ένα βασανιστικό δρόμο και η προώθησή του κάθε φορά γινόταν κάτω από την πίεση των ίδιων αγροτικών μαζών. Ακόμα και ο Βενιζέλος, που μετά το κίνημα του 1909 έγινε ο αναγνωρισμένος ηγέτης της ανερχόμενης αστικής τάξης, στην αρχή ήταν πολύ διστακτικός. Όταν στις εκλογές για την Β' Αναθεωρητική Βουλή ανέβηκε στη Θεσσαλία για να μιλήσει, χαρακτήρισε ως δημοκόπους όλους εκείνους που υπόσχονταν τη γρήγορη λύση του αγροτικού ζητήματος με αναγκαστική απαλλοτρίωση. Ωστόσο, όμως, γενικά και αόριστα έδωσε υποσχέσεις και εμφανίστηκε σαν προστάτης των κολλήγων.
Μετά τα αιματηρά γεγονότα του Κιλελέρ, το αγροτικό ζήτημα συζητιέται πλατιά στην Αναθεωρητική Βουλή του 1911. Κύριο πρόβλημα είναι η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και η αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών...Ο Βενιζέλος ταλαντεύτηκε αρκετά. Απ' τη μια μεριά υποστήριζε το "ιερό δικαίωμα" της ιδιοκτησίας κι απ' την άλλη αναγνώριζε ότι οι κολλήγοι έπρεπε να αποκτήσουν ένα κομμάτι γης. Η στάση αυτή του Βενιζέλου εξηγείται από την πίεση που ασκούσε πάνω του η αστικοτσιφλικάδικη ομάδα ( Μπενάκης, Ζερβουδάκης, Κύρου, κ.λ.π.) η οποία και τον ενίσχυε οικονομικά. Τελικά όμως υποχρεώθηκε να δεχθεί την απαλλοτρίωση από το φόβο μήπως ξεσπάσουν στη Θεσσαλία καινούργια επεισόδια...



Από το βιβλίο του Χρήστου Βραχνιάρη, Ανάμεσα σε δυό εξεγέρσεις. Κιλελέρ 1910 - Τρίκαλα 1925, εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 1985

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Η εκδρομή του Δημητρού

                                 
                                           Η φωτογραφία από το διαδίκτυο

                                                                                      (Στη Λιλή Πριονιστή)

Σήμερα τα πράμματα ήτανε δύσκολα για το Δημητρό. Η μητέρα του ερχότανε αργά, η γειτόνισσα έλειπε, σαπούνι δεν είχε, η ώρα έφευγε, κι ως τόσο αυτός, αύριο το πρωί στις εφτά έπρεπε να 'ναι έτοιμος, με ποδιά καθαρή και το δεματάκι με το φαΐ του στο χέρι.

Για το φαΐ δεν τον έμελλε και τόσο· «πού σε ξέρει ο άλλος τί τρως και τί δεν τρως»! εκείνο που τον επείραζε ήτανε η ποδιά.

— «Η συγκέντρωσις θα γίνει εις την αυλήν του σχολείου. Θα έλθετε όλοι καθαροί και τακτικοί και με το καλαθάκι σας ο καθείς με το φαγητόν του».

Και τα μάτια του δασκάλου, όταν έλεγε «θα έλθετε καθαροί» έπεσαν ακριβώς στην ποδιά του Δημητρού.

Αν η μητέρα του σχόλαινε ενωρίτερα, τί ανάγκη θα είχε; Θα του καθάριζε ωραία την ποδιά του, κι αυτός πρώτος και καλύτερος θα 'φτανε αύριο στο σχολειό.

Αλλά έλα που σχολούσε αργά απ' το εργοστάσιο, κι όσο να 'ρθει τόσο δρόμο στο σπίτι ενύχτωνε. Πότε θα πρόφτανε να την πλύνει; Κι αν δεν εστέγνωνε; Ο Δημητρός άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από αγωνία. Ήτανε ένας μήνας, που την περίμενε αυτή την εκδρομή, κι αν δεν επήγαινε θα 'σκαζε.

Δεν επήγε ποτέ του εκδρομή, και του φαινόταν πολύ μεγάλο πράμα. Και μη δεν ήτανε κι' όλας;

Δέντρα, πράσινη γης, νερά τρεχούμενα, αγέρας, βουνό, ελευθερία. Τούμπες και πηδήματα και φωνές, κι ο δάσκαλος εκεί μπροστά, να σε βλέπει και να μη λέει τίποτες· να μη σου τραβάει τ' αυτί και να μη σου μετράει δεκαοχτώ τσουχτερές χαρακιές στη σειρά απάνω στην παλάμη σου.

Και το πιο παράξενο, να χαμογελάει!

Μα αυτό ίσα-ίσα ήτανε, που δεν το χωρούσε το κεφάλι του Δημητρού, κι ας το λέγανε όλα τα παιδιά, που πήγανε και πέρσυ εκδρομή με το δάσκαλο. Ο Πανούτσος μάλιστα πήρε και όρκο. «Ο δάσκαλος χαμογελάει! αλήθεια σου λέω, μα το σταυρό!» κι ο Πανούτσος φίλησε το σταυρό, που έκανε με τα δάκτυλά του· «0 δάσκαλος χαμογελάει! τον είδαμε με τα μάτια μας».

Και ο Δημητρός συλλογίστηκε το δάσκαλό του, που έμπαινε κάθε μέρα στην τάξη κατσουφιασμένος κι άγριος, σα να τον έδερνε κάθε πρωί ο πατέρας του.

Δε θυμάται να γέλασε ποτέ.

— «Διατί εφόνευσεν ο Ηρακλής τας Στυμφαλίδας όρνιθας;»

— «Για να γεμίσει προσκέφαλα με τα πούπουλα», φώναξε ο Πανούτσος.

Τα παιδιά γελάσανε, μα ο δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια του. Κατέβηκε άγριος από την έδρα κι έδωκε τέτοιο ξύλο στον Πανούτσο, που όλοι βουβάθηκαν.

Μόνο με το Ζακυθινό δε θυμώνει· θα πεις, αυτός είναι καλός μαθητής και τα λέει όλα με τη σειρά:

— «Και ο Θεός καταράστηκε τους πρωτοπλάστους και είπε στον Αδάμ να κερδίζει τον άρτον του με τον ιδρώτα του προσώπου του».

Τα φρύδια του δασκάλου ξεσούφρωσαν και το πρόσωπό του έγινε μαλακώτερο.

...«κι εσύ φείδι, να είσαι καταραμένο και να σέρνεσαι εις τους αιώνες με την κοιλίαν σου».

«Και πώς περπατούσε πρωτήτερα;» ρώτησε ο καημένος ο Δημητρός, μα έφαγε κι αυτός της χρονιάς του.

Και νά σου ορκίζεται ο Πανούτσος, πως αυτός ο δάσκαλος αύριο θα χαμογελάει! Να το βλέπεις και να μη το πιστεύεις!

Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο Δημητρός δενεύρισκε ησυχία, βγήκε στην αυλή και τράβηξε ίσια κατά τη γειτόνισσα.

Μια μικρή κάθονταν στο κατώφλι, και έτρωγε με όρεξη το ψωμί της.

— Φιλίτσα! αι, Φιλίτσα, φώναξε από μακρυά· «ήρθε η μητέρα σου;»

Η μητέρα της Φιλίτσας ήτανε φίλη με τη μητέρα του Δημητρού και πολλές φορές τον φρόντιζε, όταν έλειπε η δική του. Μα για κακή του τύχη έλειπε σήμερα κι αυτή.

— Τί τη θέλεις; ρώτησε η μικρή.

— Το και το, διηγήθηκε ο Δημητρός.

— Μπα! και δε σου την πλένω εγώ την ποδιά σου!

— Ξέρεις εσύ να πλύνεις ποδιά;

Αυτό δα έλειπε τώρα να 'ξερε κι η Φιλίτσα να πλένει! Μα πάλε, πού ξέρεις! Αυτές οι κοπέλες είναι επιδέξιες· ξέρουνε τόσα πράμματα, που δεν τα ξέρουμε μεις τα παιδιά!

— Φέρ' την ποδιά σου και θα δεις!

Ο Δημητρός τ' αποφάσισε· μια και δυο έβγαλε την ποδιά του και την παράδωκε στη Φιλίτσα.

Εκείνη την πήρε σοβαρή και τράβηξε ίσια κατά τη βρύση. Αλλά η βρύση ήτανε κλειστή και δεν άνοιγε εύκολα. Μα κι ο Δημητρός ήτανε άντρας· έδωσε, πήρε, την άνοιξε.

— Εσύ να κρατάς την ποδιά κάτω από τη βρύση κι εγώ να την πλένω.

Το νερό έτρεχε με ορμή και τους πιτσίλιζε πατόκορφα, μα ποιος πρόσεχε σε τέτοια· κι οι δυο ήτανε βυθισμένοι στη δουλειά τους.

Ύστερα τη στίψανε μέσα στις χούφτες τους και την κρεμάσανε σουφρωμένη στο σκοινί.

Η Φιλίτσα από τον ενθουσιασμό της μοίρασε το ψωμί της με το Δημητρό και κάθισαν κι οι δυο στο κατώφλι.

Η Φιλίτσα δεν πήγαινε ακόμα στο σχολείο κι ο Δημητρός της έκανε το σοφό. Για να τη διασκεδάσει της έκαμε απόψε και το δάσκαλο. Σηκώθηκε ορθός, κορδώθηκε φουσκωτός, όσο μπορούσε, κι αφού έσφιξε τη μύτη του δυνατά με τα δυο του δάχτυλα για να πετύχει καλύτερα τη φωνή του δασκάλου, άρχισε να ξεφωνίζει:

— Σιωπή, παρακαλώ! Σήμερον θα σας είπω διά τον τρίτον άθλον του Ηρακλέους, διά τον Ερυμάνθιον κάπρον.

Η Φιλίτσα το 'βρε πολύ διασκεδαστικό, όπως το 'λεγε με τη μύτη ο Δημητρός εκείνο το «ερυμάνθιον»· έσφιξε κι αυτή τη μυτίτσα της και ξεφώνιζε: «ερυμάνθιον» ! «ερυμάνθιον» !

Μα σε λίγο κουράστηκε, άναψαν τα μαγουλάκια της της πόνεσε κι η μύτη της και ξανακάθησε στο κατώφλι.

Η μέρα έφευγε και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα ένα άρχισαν να φαίνoνται  τ' άστρια.

— Και τί χρειάζονται, Δημητρό, τ' άστρια; Σου το 'πε ο δάσκαλος;

— Ο δάσκαλος; και τί ξέρει ο δάσκαλος απ' αυτά;

Ο Δημητρός άρπαξε πάλι τη μύτη του:

«Οι αστέρες ανατέλλουσιν εξ ανατολών και δύουσιν εξ δυσμών», όχι, «και δύουσιν από δυσμών». Όχι, όχι, ούτε έτσι, στάσου να δεις, πώς το λέει: «οι αστέρες ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς», μάλιστα, έτσι το λέει.

— Και τί πα να πει «ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς;» Εσύ το καταλαβαίνεις;

— Εγώ λέω, που το σωστό είναι, πως μόλις νυχτώνει, ο Θεός ανάβει στον ουρανό ένα-ένα τα λυχναράκια του, για να βλέπουν τα πουλάκια όλου του κόσμου να γυρίζουν στις φωλίτσες τους. Αυτά τα λυχναράκια του Θεού είναι τα άστρια.

Και τα παιδιά, με τα μάτια καρφωμένα στο βαθύ ουρανό, μετρούσαν τα «λυχναράκια» ώσπου απoκoιμήθηκαν.


Την άλλη μέρα το πρωί βούιζε η γειτονιά από τα τσιρίσματα, τις φωνές και τα γέλοια των παιδιών, που ανυπόμονα περίμεναν στην αυλή, πολύ πριν της ώρας.

«Και πού τα βάζουν κάθε μέρα τα χέρια τους και τα πόδια τους αυτά τα παιδιά, που σήμερα δεν ξέρουν, πού να τα οικονομήσουν;» Συλλογίζονταν μια νέα γυναίκα, που παρακολουθούσε από το παράθυρό της την ανησυχία των μικρών.

Καθένας που έμπαινε δέχονταν τις φωνές και τα πειράγματα των αλλονών.

— Ω! καλώς το Γιωργάκη! Τη νυχτικιά της νόνας σου σού ντύσανε σήμερα;

Ο Γιωργάκης, που φορούσε μια πλατειά και μακριά άσπρη μπλούζα μ’ ένα λουρί στη μέση, κοκκίνισε όλος και σήκωσε τη μπλούζα του, για να τους δείξει, πως φορούσε και πανταλόνι.

Τα περσότερα παιδιά ήτανε με τις ποδιές τους φρεσκοπλυμένες και φρεσκοσιδερωμένες, μα μερικά είχαν έρθει με τις φορεσιές τους, κι αυτά τραβούσανε όλα τα πειράγματα.

— Δε σου πάει και άσκημα το βρακί του πατέρα σου! Έλεγε ένα στεγνό ψηλό παιδί σ' ένα στρουμπουλό παιδάκι, που φορούσε ένα μακρύ και πλατύ πανταλόνι, που το έπνιγε. Εκείνο δεν εκατάλαβε και τον κύτταξε μ' απορία. Γιατί του έλεγε, πως ήτανε του πατέρα του, αφού ήτανε του αδερφού του του μεγαλύτερου;

Σε λίγο παρουσιάστηκε κι ο Πανούτσος, μα δεν ήτανε σαν πάντα γελαστός κι άταχτος.

Μπήκε σοβαρός κι αμίλητος μ' ένα βαρύ καλαθάκι στο χέρι κι έδειχνε πως δεν έπαιρνε σήμερα από αστεία. Τράβηξε ίσια σε μια απόμερη γωνιά της αυλής και δε λάβαινε μέρος στις  φωνές και στα πειράγματα των παιδιών.

Σήκωνε με τρόπο το καπάκι του καλαθιού του, βουτούσε το χέρι του μέσα και ύστερα έγλειφε ένα ένα τα δάχτυλά του με τη σειρά. Η μητέρα του του είχε βάλει στο καλαθάκι κι ένα καλό κομμάτι μπακλαβά κι ο νους του Πανούτσου ήτανε κολλημένος εκεί.

Σε λίγο άνοιξε διάπλατη η βαρειά ξύλινη πόρτα και φάνηκε το μεγάλο αυτοκίνητο, που θα τους έπαιρνε.

Την ίδια ώρα παρουσιάστηκε κι ο δάσκαλος και παράγγειλε ν' ανεβούν.

Τα παιδιά ξεχύθηκαν όλα μαζί και με φωνές και γέλια πνιχτά στριμώχτηκαν, όπως μπορούσαν μέσα στ’ αυτοκίνητο· ο δάσκαλος πήδησε τελευταίος κοντά στον οδηγό και τ' αυτοκίνητο ξεκίνησε. Στην αρχή σιγά, κι ύστερα με ταχύτητα·  ένα πυκνό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το δρόμο και σκέπασε τ' αυτοκίνητο που έφευγε ολοταχώς απάνω στο μακρύ ίσιο δρόμο όσο που χάθηκε. Την ίδια ώρα έφτανε λαχανιασμένος κι ο Δημητρός, από την άλλη μεριά του δρόμου. Φορούσε την ποδιά του καθαρή, μα στριφτή και καταζαρωμένη, όπως την είχε απλώσει αποβραδίς η Φιλίτσα. Είχε πάρει και το ψωμί του στην τσέπη του· μα στο δρόμο συλλογίστηκε, που ο δάσκαλος τους είχε πει: «και ο καθένας με το καλαθάκι του με το φαγητόν του».

Μη τον έβλεπε τώρα δίχως καλαθάκι και τον έστελνε πάλι στο σπίτι του;

Ο Δημητρός δεν έχασε καιρό· έβγαλε το μαντήλι του, τ' άπλωσε απάνω στο δρόμο, έβαλε μέσα το ψωμί του, το 'δεσε στις τέσσερεις άκρες και κρατώντας από τους κόμπους το δέμα του —τί δέμα, τί καλαθάκι το ίδιο έκανε— έτρεχε χαρούμενος κατά το σχολειό.

Τώρα δεν του 'λειπε τίποτα.

Τί ωραία, που θα περνούσε! Κανένας δε θα 'βλεπε το δέμα του. Έτσι που τα είχε καταφέρει στο δέσιμο, φαίνoνταν φουσκωτό σα να είχε του κόσμου τα πράματα, ώς και γλυκό μπορούσε να 'χε μέσα και φρούτα και τυρί.

Έφτασε μπροστά στο σχολειό.

Παναγία μου! η πόρτα ήτανε κλειστή από πάνω ώς κάτω! και μια τέτοια ησυχία, που όμοιά της δεν είχε καταλάβει ποτέ ο Δημητρός. Σαν να πέθανε μονομιάς όλος ο κόσμος και ν' απόμεινε αυτός μοναχός του.

Επάγωσε κι η πνοή του επιάστηκε.

Κοίταξε γύρω του· κανείς!

Μόνο η γειτόνισσα στέκονταν ακόμα στο παράθυρο και τον είδε.

— Άργησες! του φώναξε από το παράθυρο.

— Άργησα... είπε κι ο Δημητρός.



Κατίνα Γ. Παπά, Στη συκαμιά από κάτω. Διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2000 ,4η έκδ

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕΣ...

Δύο μικρά λογοτεχνικά αποσπάσματα αφιερωμένα στις γυναίκες εκπαιδευτικούς, τις ΔΑΣΚΑΛΕΣ, οι οποίες  σε δύσκολες εποχές έδωσαν αγώνες στα σχολεία που δούλεψαν, πολλές φορές κάτω από αντίξοοες συνθήκες, μακριά από τα σπίτια τους και τις οικογένειες τους, αντιμέτωπες με προκαταλήψεις κοινωνικές και αναχρονιστικές ιδέες όχι μόνο μέσα στο σχολικό περιβάλλον αλλά και στο κοινωνικό και κατάφεραν να εμπνεύσουν και να ανάψουν φωτιές που όχι απλώς ζέσταιναν τις παιδικές ψυχές αλλά τις απελευθέρωναν και τις οδηγούσαν σε άλλους δρόμους πιο ελεύθερους.
Σε όλες τις σύγχρονες  εκπαιδευτικούς που εξακολουθούν να μάχονται στις τάξεις προσπαθώντας να εμπνεύσουν και να διαμορφώσουν όμορφους ανθρώπους με δυνατές ψυχές σε συνθήκες που γίνονται ακόμη πιο δύσκολες από εκείνες του παρελθόντος.

Έλλη Αλεξίου - Κατίνα Παπά

Το πρώτο απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Έλλης Αλεξίου , Γον Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον και το δεύτερο της Κατίνας Παπά, Σ' ένα Γυμνάσιο Θηλέων. Δύο εμβληματικά μυθιστορήματα για την Παιδεία, την Εκπαίδευση, τους Δάσκαλους με την ευρύτερη έννοια, γραμμένα από δύο σπουδαίες Δασκάλες  και συγγραφείς με αυτοβιογραφικές αναφορές.

"Μέρα με τη μέρα άνοιγαν τα μάτια μου. Έμπαινα στο νόημα της δουλειάς . Καταλάβαινα σε τι παγίδα με είχε ρίξει η κ. Καλλιόπη. Τι μεγάλη, τι τεράστια σημασία είχε εκείνο το ξεδιάλεμα που' χε κάμει των παιδιών, την πρώτη μέρα που πρωτοπάτησα τα πόδια μου στο σκολειό. Κ' είχα πει τότες "ευχαρίστως". Μα τώρα πια ήτανε πολύ αργά, για να πάρω το λόγο μου πίσω. Να μάθαινα άλλη φορά να μην πετώ έτσι τα λόγια μου στον άνεμο....κείνο το "ευχαρίστως" ήτανε αφορμή, κι αγωνιζόμουν σήμερο με όλα μου τα δυνατά .Μέρα και νύχτα. Τη νύχτα σαν τύχαινε να μεταπνήσω, έβαζε αρχή το μυαλό μου να δουλεύει: τη Φανή και τη Δέσποινα έλεγα, χωρίς άλλο πρέπει να τις πάρω χώρια, να τους μάθω τους αριθμούς, γιατί δε θα μπορέσουν ποτέ να"συμβαδίσουν" αφού είναι τόσο πίσω. Το ίδιο πρέπει να κάμω και με τις πεντέξη, που δεν μπόρεσα ακόμη να χωνέψουν τις διφθόγγους. Έτσι θα γίνει·θα τις κρατώ στο σκολειό έντεκα με δώδεκα την Πέμπτη που σκολνούν οι άλλες...Συλλογιζόμουν ακόμη, πώς να βρω να δείξω στα παιδιά τα όσα αναφέρει το αλφαβητάριο, ευζώνους δεν είχαμε στον τόπο μας, μα θα τους πήγαινα κάτι παιγνιδάκια που είχα δει να κρέμονται σ'ένα μαγαζί απ'έξω, και τους παρίσταιναν ολοζώντανους με τα γυριστά τσαρούχια και τις φουστανέλλες τους. Με το κόκκινο φέσι και το κρόσσι πίσω στο σβέρκο. Για να δούν πάλι χήνες, θα τις πήγαινα σε μια μικρή εκδρομούλα ως το χάνι του Ασάν αγά, όξω από την πόλη ήτανε, ως ένα τέταρτο· και μάλιστα μαζί με τις χήνες θα τους έδειχνα και τη "λεύκη", γιατί ό Ασάν αγάς που είχε τις χήνες , είχε το χάνι του δίπλα στο ρυακάκι, κι όλο το τρίγυρο ήταν κατάφυτο από θεόρατες λεύκες....Όταν τα βόλευα έτσι όλα με το μυαλό μου, γύριζα από το άλλο πλευρό κι αποκοιμόμουν ξεκουρασμένη, σαν να είχα εκτελέσει ένα καθήκον..."(Έλλη Αλεξίου, Γον Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον, Καστανιώτης, Αθήνα 1978, 4η έκδοση)

"..Και η καθηγήτρια συλλογίστηκε πως δεν είδε ποτέ της, ούτε και άκουσε, να υπάρχει
βασιλόπουλο ή αρχοντόπουλο άσχημο ή κουτό, ούτε βασιλοπούλα που να μην είναι πεντάμορφη και γεμάτη χαρίσματα, ακόμα και στα παραμύθια όπου συμβαίνουν τόσα και τόσα απίστευτα πράματα. Ακόμα και οι παραμυθάδες όλες τις κακίες τις ρίχνουν στις φτωχές γυναίκες που ζούνε νηστικές μέσα σε σπηλιές ή σε φτωχές καλύβες μες τα δάση....και δεν έχουνε κανένα να τις αγαπάει, και που γίνονται μάγισσες και στρίγγλες γιατί η φτώχεια και η δυστυχία, άμα βαστάνε πολύ, στριγγλιάζουνε τον άνθρωπο και τον ασκημίζουν. Μα, αν ένας παραμυθάς αποφάσιζε άξαφνα να πάρει όλες αυτές τις δυστυχισμένες γυναίκες με τις σουβλερές μύτες και την άγρια όψη και τις θρόνιαζε στο ολόχρυσο παλάτι της Πεντάμορφης, και τις έβαζε να κοιμούνται στο παχύ στρώμα, τις χόρταινε με τα πλούσια φαγιά της, τις έλουζε με ανθόνερο και τις τριγύριζε με καλοσύνη, με αγάπη και με ξεγνοιασιά, θα βλέπαμε τότε πώς θα κόνταινε η μύτη τους και θα γλύκαινε η φωνή τους...Αλλά τότε ο παραμυθάς θα' πρεπε να βρει έναν άλλο τρόπο για να διακρίνονται οι βασιλιάδες και οι μεγάλοι άρχοντες, και αυτό φαίνεται πως δεν είναι και τόσο εύκολο.
Λοιπόν ούτε στα παραμύθια δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράματα. Και θ' άλλαζαν στη ζωή;...
Όμως τα εικοσιδύο χρόνια της καθηγήτριας γέμιζαν τις φλέβες της μ'ένα γερό και πλούσιο αίμα που κυκλοφορούσε ορμητικό και ακάθεκτο στο σώμα της, παρασέρνοντας όλα τα δηλητήρια και ποτίζοντας το ίσαμε το βάθος του με υγεία, αισιοδοξία και καλοσύνη. "Στα παραμύθια μπορεί να μην αλλάζουνε τα πράγματα, στη ζωή όμως πρέπει να αλλάξουν!".
....Μεμιάς ένιωσε τέτοια δύναμη μέσα της που θα μπορούσε να τα βάλει με ολάκερη την ατελείωτη σειρά των καπέλων της κρεμάστρας αν στα κεφάλια που θα' μπεναν σε λίγο μέσα σ' αυτά τα καπέλα ερχόταν η ιδέα να την εμποδίσουν!....Έτσι αποφασισμένη μπήκε στην τάξη της. Μόλις κάθισε η Μαρίνα στην ψηλή καρέκλα της έδρας συλλογίστηκε πόσο δύσκολο ήτανε να ' ναι κανείς εκπαιδευτικός. Αλήθεια , πώς θα'πρεπε να είναι ένας καλός εκπαιδευτικός;....Έπρεπε να είναι ένας φυσικός και ανυπόκριτος άνθρωπος, δίχως καμία απολύτως πόζα, δίχως υποκριτικές γλύκες και δίχως επίδειξη εμβρίθειας, και να φέρνεται στα παιδιά όπως θα φερνόταν και στα δικά του παιδιά, αν είχε, ή στους καλύτερους φίλους του: με στοργή, με καλοσύνη και με ευγένεια. Τότε γίνονται αμέσως και τα παιδιά καλά και ευγενικά, και αφήνονται στα χέρια του έτσι όπως αφήνονται και στα χέρια της μητέρας τους ή της μεγαλύτερης αδερφής τους...
Για να μιλήσουν στις ανοιχτές ψυχές των παιδιών τις πολύτιμες τούτες ώρες πρέπει, εκτός από τις βαθιές γνώσεις, να' χουνε και μερικά άλλα προσόντα που δεν αποχτιούνται μέσα σε τέσσερα χρόνια, ούτε και σε οχτώ. Πρέπει να είναι «ά ν θ ρ ω π ο ι», και για την απλή αυτή ιδιότητα χρειάζονται πολυσύνθετα πράματα, χρειάζεται π ο λ ι τ ι σ μ ό ς: κράμα από φυσικές ιδιότητες, από πολλές επίκτητες, από βαθιά μακρόχρονη καλλιέργεια και από οικογενειακή και κοινωνική αγωγή. Δύσκολα πράματα, γι' αυτό και σπάνια. Σπάνια σε όλα τα πεδία ·λοιπόν και στην Εκπαίδευση. Μόνο που στην Εκπαίδευση η έλλειψη φαίνεται. Στα άλλα επαγγέλματα κρύβεται...Ο δάσκαλος φαίνεται· αυτή είναι η διαφορά. Διδάσκω θα πει ανοίγω την ψυχή μου και, άμα ανοίξω την ψυχή μου, επιτρέπω στο κάθε μάτι να μπει και να τη δει. Εκπαιδεύω θα πει δίνω ένα κομμάτι απ' την ψυχή μου· μα, όταν η ψυχή μου είναι φτωχή και γυμνή, τι να δώσω; Δε δίνω τίποτα! Λοιπόν δεν εκπαιδεύω.."
(Κατίνα Παπά, Σ'ένα Γυμνάσιο Θηλέων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1980, 4η έκδοση)

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Η Λιλίκα Νάκου για τις γυναίκες

Σε προηγούμενη ανάρτηση αναφέρθηκα σε ορισμένα έργα της Λιλίκας Νάκου. Καθώς έψαχνα πληροφορίες για τη ζωή και το έργο της εντόπισα μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή της στο αρχείο της  εφημερίδας" Ριζοσπάστης" . Η συνέντευξη δόθηκε με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας και δημοσιεύτηκε στις 8 Μαρτίου 1936.


Για τη διεθνή μέρα της γυναίκας
     Μια συνέντευξη με την Λιλίκα Νάκου

Στη Σοβιετική και σ’ όλο τον κόσμο, γιορτάζεται η εβδομάδα της γυναίκας. Από αυτή την αφορμή ξεκινήσαμε να βρούμε μερικές γυναίκες που εργάζονται και αυτές να μας πούνε πώς βλέπουν την γυναίκα που εργάζεται στην Ελλάδα.

- Θα σας παρακαλούσαμε, λοιπόν, να μας απαντήσετε σε μερικά τέτοια ζητήματα. Έχετε πρώτον ασχοληθεί με τα ζητήματα που απασχολούν τις εργαζόμενες γυναίκες;

- Θα σας πω ό,τι ξέρω με μεγάλη ευχαρίστηση.
Δεν ξέρω τι εννοείτε, με τα αν ασχολήθηκα εγώ η ίδια με τα ζητήματα που αφορούν τη γυναίκα. Εγώ η ίδια εργάζομαι, παλεύω και ξέρω από πείρα, με τι κόπο η γυναίκα βγάζει το ψωμί της!
Η γυναίκα στην Ελλάδα είτε υπάλληλος είνε, είτε εργάτισσα του εργοστασίου ή της πέννας, παντού και πάντα μάχεται.
Δεν πρόκειται μόνο αν πληρώνεται λιγώτερο από τον άνδρα. Αυτό είνε γεγονός που όλοι το ξέρουμε.
Αλλά το ζήτημα είνε, που ο άνδρας αντί να την βοηθεί, την μάχεται. Και δεν είνε από επαγγελματική ζήλεια. Όχι.
Την γυναίκα ο αστός την μάχεται έτσι από πρόληψη. Η γυναίκα για την κουζίνα, έτσι έλεγε η γιαγιά του, έτσι λέει κι’ αυτός.
Και δυστυχώς άκουσα και καθηγητάς ακόμη, και δασκάλους και ανθρώπους μορφωμένους να το λένε.
Δεν καταλαβαίνουν πως οι όροι της ζωής άλλαξαν. Πως η γυναίκα για να παραμείνει στην κουζίνα, πρέπει να έχει να μαγειρέψει. Και πως αν δεν έχει λεφτά, η κουζίνα είνε ‘ένα σωστό δράμα.
Η γυναίκα στην Ελλάδα βγήκε στη δουλειά από ανάγκη. Οι όροι της ζωής της είνε σκληρότατοι.
Η εργάτισσα ξέρουμε με τι όρους φριχτούς και τι μεροκάματα δουλεύει.
Δουλεύει για χίλιες δραχμές, ή 1.500 τον μήνα σε γραφεία. Τα δίνει ως επί το πλείστον όλα στο σπίτι. Δουλεύει, και δεν απολαμβάνει καμμιά ελευθερία.
Ο πατέρας, ο αδερφός, δεν της επιτρέπουν ούτε μιαν εκδρομή να πάει μονάχη. Η οικογένεια τής βάζει στο κεφάλι πως πρέπει να παντρευτεί. Αλλά πώς να παντρευτεί; χρήματα δεν έχει.
Και ο μικροαστός δίχως παρά την γυναίκα δεν τη θέλει.
Πρώτα το «μετρητό». Πρώτα η προίκα, αυτό το «αίσχος» του αστικού πολιτισμού, που ύστερα από λίγα χρόνια θα ντρέπονται οι ίδιοι οι άντρες γι’ αυτόν τους τον εξευτελισμό.
Μια γυναίκα που η φυσιογνωμία της είνε άπειρως συμπαθητικιά , είνε η δασκάλισσα του δημοτικού σχολείου.
Η ζωή της έχει ένα κρυφό μεγαλείο. Και γνώρισα γυναίκες, δασκάλες, πραγματικά περίφημες, που είχαν καταλάβει τον σπουδαίο ρόλο που παίζουν στην κοινωνία.

- Τώρα πέστε μας, τελευταία στην εφημερίδα «Ακρόπολι» είδαμε πως ασχοληθήκατε με το ζήτημα της γυναίκας της κουτής και που έχει επάγγελμα να πουλά την σάρκα της.
Τι εντύπωση κρατάτε από αυτές τις γυναίκες;

- Ναι, τελευταία έκανα ένα ρεπορτάζ για την εφημερίδα όπου εργάζομαι.
Πήγα στα Βούρλα, και σε πολλούς οίκους ανοχής.
Γνώρισα γυναίκες που η ψυχή τους δεν έχει καθόλου χαλάσει, και όπου πιστεύουν και ελπίζουν για μια καλλίτερη ζωή.
Δεν θα ξεχάσω μια κοπέλλα, Θεανώ, στα Βούρλα, που φαινόταν έξυπνη, τι μου είπε:
« Αν ήταν κυρά μου, ο κόσμος φτιαγμένος αλλοιώς, ίσως δεν θα ήμουν εγώ εδώ μέσα!...Σάματι είμαι τόσο κουτή για να μην το καταλαβαίνω;»
Να, τι μου είπε το κορίτσι, που διάβαζε, της άρεσε να γράφει, και που μου εμπιστεύθηκε μια ωραιότατη σελίδα πάνω στην παιδική της ηλικία. Την δημοσίευσα άλλως τε, όπως ήταν. Η Θεανώ έγραφε τη «ζωή» της τα βράδυα που κλείναν τις πόρτες των Βούρλων, όταν βρισκόταν μονάχη με τον εαυτόν της»

Ύστερα ρωτήσαμε τη Λιλίκα Νάκου, να μας πει πού αποδίδει τον εκφυλισμό που παρασύρει μερικές γυναίκες στο επάγγελμα αυτό και τον ρόλο του Κράτους ως «εργοδότου» σ’ αυτό.

- Σας είπα. Οι γυναίκες αυτές δεν είνε τόσο «εκφυλισμένες»
Είνε προ παντός δυστυχισμένες. Εργάζονται από ανάγκη.
Λόγου χάρι, τα κορίτσια που είδα στα Βούρλα, ήσαν τα περισσότερα κορίτσια από χωριά, που «κάποιος» τις παρέσυρε. Να, τι μου έλεγε, ένα κορίτσι ως 17 χρονώ, η Ανθούλα.
« Είμαι από ένα χωριό της Μυτιλήνης. Στα χωράφια κυλίσθηκα με ένα αγόρι. Δεν καλοκατάλαβα στην αρχή τι μου συνέβηκε. Ήμουν τότε δεκατεσσάρω χρονώ. Μόλις «κατάλαβα» φοβήθηκα να γυρίσω σπίτι. Θα με σκότωνε ο πατέρας. Τότε κατέβηκα στη χώρα και ζητιάνευα. Μα πεινούσα. Τότε έμαθα πως υπάρχουν «σπίτια». Πήγα και ζήτησα δουλειά. Ήμουν δεκαπέντε χρονώ σαν μπήκα στο «σπίτι». Από κει γνώρισα έναν σωματέμπορο. Αυτός μούκανε τον καλό, πως τάχα με λυπόταν. Με τράβηξε από κει, και με έφερε στον Πειραιά. Δούλευα ως αδήλωτη.
Τέλος με έπιασε η αστυνομία, και μ’ έφερε στα Βούρλα».
Να, πάνω κάτω η ιστορία των κοριτσιών που «παρασύρονται».
Είνε από άγνοια. Είνε γιατί δεν υπάρχει τίποτα για να τα σώσει. Ζούνε ολομόναχα αφισμένα στην τύχη τους. Άτομα μονάχα, μέσα σε μιαν κοινωνία εγωιστική και γιομάτη προλήψεις.
Τι φταίνε τώρα τα κορίτσια αυτά; Είνε θύματα και τίποτα άλλο. Γι’ αυτό από όλες τις γυναίκες που πρέπει να νοιώθει κανείς συμπόνοια, είνε «αυτές».
Αλλά η συμπόνοια μονάχη δεν ωφελεί βέβαια, το ξέρουμε. Αλλά αυτό είνε άλλο ζήτημα…

- Δεν έχετε τίποτα άλλο ακόμα να πήτε για τις γυναίκες και τα ζητήματα που τις απασχολούν;»

- Είνε τόσο πολλά , που έχει κανείς να πει και να γράψει!
Η ιστορία της σκλαβιάς της γυναίκας στην αστική οικογένεια και στη δουλειά, είνε μια ιστορία ατέλειωτη.
Το μόνο που μας μένει, είνε ενωμένες να παλαίψουμε όσο μπορούμε για να μορφώσουμε τις άλλες γυναίκες.
Μόνο με τη δουλειά και τη μόρφωση, θα μπορέσουν να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε και τι ακόμα πρέπει να κάνουμε.

Ριζοσπάστης, Κυριακή 8 Μαρτίου 1936
( έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του πρωτότυπου)

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

" Μια αχτίνα κρούει με το μικρό της δάχτυλο το κλειστό τζάμι..."


...Ένας γόος ευτυχίας
ανεβαίνει απ' τα σπλάχνα της γης
απ' τα σπήλαια του δάσους
μες στην έκθαμβη νύχτα
διαπερνάει το χρόνο
και το διάστημα.
Μέσα του σφαδάζει 
όλη η ζωή κι όλος ο θάνατος

Χαράζει.
Ησυχία.
Κούραση των θεών.
Ποιος είναι;
Μια αχτίνα κρούει
με το μικρό της δάχτυλο
το κλειστό τζάμι.
Μη μιλήσεις.
Δυό γυμνά κορμιά
στίλβουν στην πάχνη, -
δυό πελαργοί
ασάλευτοι
στη στέγη του κόσμου
πάνω απ' την κατανυκτικότητα
των πρωινών ανθισμένων πεδιάδων.

Γιάννης Ρίτσος ( από την Εαρινή συμφωνία )

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!