Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη μέρα: Παρασκευή, 16 Νοέμβρη 1973


Και νάθελα, δε θα μπορούσα πια ν' αποφύγω την αναμέτρηση. Μ' ό,τι αχαμνό και ρημαγμένο κείτεται μέσα μου, μ' ό,τι ζυμώθηκε σιωπηρά στο χωνευτήρι της υποταγής. Στρώματα αιώνων καταπλακώνουν το κύτταρο της ζωής με την αισχρή προσταγή, " Συμμορφώσου ". Μα σήμερα είν' η γέννηση. Φωνές καθαρές αναπηδούν απ' τα έγκατα, θαρρείς κρυστάλλινοι νεροπίδακες, και μας καλούν, " Ξεσηκωθείτε!". Τι θα πάρω μαζί μου στην εκδρομή; Ένα μεγάλο καλάθι θα πάρω. Με τσιγάρα, λουλούδια, τρόφιμα, και εικονίσματα. Πολλά τσιγάρα, πολλά τρόφιμα. Καρβέλια ψωμί, τυρί, σαλάμι και μαρκαδόρους σ' όλα τα χρώματα. Οδοιπορία στις απότομες πλαγιές κι η δίψα να καιροφυλαχτεί στον καφτό ήλιο. Όμως εγώ, θα βρω τις νεροπηγές. Σε βράχια που ξεγέλασαν το καλοκαίρι με μια σκληρή επιφάνεια.( Πού πας κατάμονος καϊλιασμένε στο πανηγύρι;) Τ' αψηλά αλώνια αντηχούν μακριά φωνές από ξενύχτι και μέθη. Όλα ξαγρυπνούν. Κανένας δεν κοιμάται. Παρέκι, ένας θάμνος τραγουδά με φυσαρμόνικα. Κι είναι νύχτα. Τα δέντρα περιμένουν την ώρα του κάθετου ήλιου για να ριζώσουν βαθύτερα στη γη. Κι είναι πρωί. Τ' αποδημητικά πουλιά έχουν φύγει κιόλας.
Φτάνει η στιγμή της ανυπακοής.
Πρωί. Και μ' άτρεμα γόνατα στήνομαι ορθός. Η νύχτα δε με πείραξε.
Βαδίζω.

Στον κόσμο που κυκλοφορεί, η κίνηση παίρνει την ορμή της ροής. Προς τα κάτω. Ο κόσμος ξύπνησε νωρίς. Κάθε στιγμή, κι η μεταμόρφωση συντελείται ακέρια.
Προχωρώ. Μες από μάτια που τώρα αποζητούνε σταθερά ν' αποτυπώσουν το είδωλο στο κάτοπτρο, προβάλλει ο κόσμος ολόγυμνος κι ολόγιομος, πρωτόπλαστο όραμα από πεντακάθαρη ύλη. Κάτι πλανιέται στην ατμόσφαιρα, σαν γνώριμη πανάρχαιη μνήμη που αραχνιάστηκε στις γωνιές του μυαλού και τώρα αρχίζει ν' αργοσαλεύει. Τίποτα δε χάνεται. Η χειμέρια νάρκη αναστέλλεται. Δεν ξεχνά. Τα παιδιά το νιώθουν. Και προχωρούν με τις σάκες στα χέρια. Σήμερα θα σιγήσει το κουδούνι του σχολείου. Οι αυλές θα ορφανέψουν. Οι φωνές θα ηχήσουν αλλού. Σ' ένα διάλειμμα χαρούμενο, το πιο χαρούμενο απ' όλα όσα έζησαν ως τώρα, γιατ' είναι ένα διάλειμμα που δε λέει να τελειώσει. Ωραίο το διάλειμμα για τα παιδιά όταν αργεί να σημάνει το κουδούνι.
Αλλά δεν είναι μόνο τα παιδιά. Κοντοστέκομαι και κοιτάζω. Μα ναι! Οι έφηβοι βιάζονται να μεγαλώσουν. Να γίνουν άντρες τ' αγόρια, γυναίκες οι κοπελιές, σ' ένα πυρακτωμένο ωρίμασμα που θα δώσει την ποθητή νέα ζωή στη θέση των οργανισμών που βρυκολάκιασαν. Τα γένια των αγοριών ανθίζουνε σκληράδα. Ο κόρφος των κοριτσιών ευαγγελίζεται τη στοργή. Είναι η ώρα του έσχατου ρίγους.

Τα δέντρα στο πάρκο στραφταλίζουν πολύφυλλα στον πρωινό ήλιο. Δρομάκια, αλλέες, παγκάκια, γωνιές πήζουν από κόσμο που δε λέει να κάνει βήμα παραπέρα. Όσοι δε χώρεσαν στο κάστρο, όσοι δεν πρόφτασαν να μπουν πριν κλείσει η πύλη ( ηλιοβασίλεμα, και σφαλίζονται οι αμπάρες), ξενύχτησαν στις υπώρειες, τυλιγμένοι σ' ένα σακάκι, καπνίζοντας και τραγουδώντας. Η πολιτεία απόψε δεν κοιμήθηκε. Το κακό όνειρο κι ο εφιάλτης δεν βρήκαν κερκόπορτες ανοιχτές για να τρυπώσουν. Αντιστάθηκε ο νους. Αναθάρρησ' η πολιτεία. Και τώρα ολόκληρη, σαν πολυκύτταρος οργανισμός, ανασαλεύει τα μουδιασμένα μέλη της σα να θέλει να πιστέψει ότι μπορεί και πάλι να περπατά έπειτ' από τόσων αιώνων ακινησία.
Τ' αυτοκίνητα τρελλάθηκαν. Θορυβούν ξεφρενιασμένα. Κανείς δε φρόντισε να σβύσει απ' τα παρ - μπριζ, απ' τις πόρτες κι από τους ουρανούς τα κόκκινα στίγματα. Τα τρόλλεϋ κιτρινίζουν από μοχθηρία, μα οι κόκκινες πιτσιλιές αποτυπώθηκαν για πάντα πάνω τους. Σημαίες ξεδιπλώνονται και ανεμίζουν. Κάπως έτσι θάναι, λέω, κάπως έτσι όταν έρθει η στιγμή κι αφαιρεθεί η ταφόπλακα, θάναι όπως τώρα, κι ο κόσμος πιο πολύς, γιατί ο χρόνος φεύγει γρήγορα, κι ο κόσμος θα λαχταρά να ριχτεί αμέσως στο τραγούδι, στο χορό μες στους δρόμους, καρναβάλι απέραντο για το βραχνά που θάχει τελειώσει[...]

Πώς γρήγορα περνάει η ώρα! Στους τοίχους μεσημεριάζει κιόλας.
Στα κάγκελα, μέσα κι έξω, μελισσολόι η ζωή διαστέλλεται διαρκώς , να εκραγεί. Μια πρωτόφαντη άνοιξη μπουμπουκιάζει στη χλιαρή ονειροφαντασιά του Νοέμβρη. Μα ονειρεύομαι λοιπόν; Πότε πρόφτασα ν' αρχίζω να ελπίζω;[...]
Από το πεζοδρόμιο στο προαύλιο, κι η είσοδος κατόπι που σε προσκαλεί. Η σκάλα με τη μπανανιά...Βουίζουν οι αίθουσες του κάστρου αντιγυρίζοντας την κοσμοκραυγή που κάνει να τρίζουν τ' αντικρυνά παράθυρα του Ακροπόλ Παλάς. Σωροί τα τρόφιμα θεριεύουν πάνω σε πάγκους και τραπέζια. Μα τι χρειάζονται τα φάρμακα; Κι αυτό το πρόχειρο χειρουργείο; ( " Είναι για να δεθούν τα τραύματα. Αν χρειαστεί..."[...]

Χάθηκα μέσα στο πλήθος των παιδιών. Τα μεγάφωνα τραγουδούσαν. Ο πομπός εξέπεμπε συνέχεια στους 1050 χιλιοκύκλους. Ο κόσμος βίαζε το χρόνο.[...]

Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Το πρώτο δακρυγόνο ήρθε κι έσκασε πλάι μου μες από' να ασθενοφόρο. Την ίδια στιγμή άρχισαν να πέφτουν κι οι πρώτες σφαίρες. Τόμαθα πως είναι σφαίρες, τόμαθα, γιατί σαν έστριψα δεξιά κι έπεσε πάνω μου εκείνο το κορμί,
" Φονιάδες!" η πρώτη κραυγή
κι άπλωσα τα χέρια να το
" Φονιάδες!"




Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης, Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Η τελευταία φωτογραφία από το βιβλίο στο τέλος του κεφαλαίου

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Δεύτερη μέρα:Πέμπτη, 15 Νοέμβρη 1973

.
..Μεσημέρι

Δεν έχω μυαλό για μετάφραση. Το γατί θα νιαουρίζει στο υπόγειο της Κυψέλης. Κατεβαίνω στον ΟΤΕ. Από δω θα τραβήξω για τα Εξάρχεια. Για τα Εξάρχεια...Από Πατησίων και Στουρνάρα.
Κόσμος πολύς κατεβαίνει προς τα κει. Οι περισσότεροι νέοι. Με μακριά μαλλιά και χνουδωτά πρόσωπα. Κοπέλες που αστράφτουν σαν ανοιξιάτικη βροχή σε ντεκόρ φθινοπωρινό. Νοέμβρης. Θαρρείς κι ετοιμάζεται η υποδοχή του καλοκαιριού. Κάτι σαν μέθη στην ατμόσφαιρα, σαν αυτή που σε τυλίγει πριν εισβάλλει το καλοκαίρι. Το πάρκο χαίρεται την παρατεταμένη του εφηβεία.
Στην άσφαλτο τ' αυτοκίνητα καθυστερούν. Με κόπο ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από χέρια που υψώνονται και τα σταματούν. Χέρια λιγνά, όλο νεύρο, χέρια νεανικά, κοριτσίστικα, που ρυθμίζουν τη δική τους κυκλοφορία. Η κυκλοφορία...Σα θρόμβος σε μια σάπια καρδιά φαντάζουν από μακριά τα χιλιάδες παιδιά που τραγουδούν και ζουν στο ρυθμό των συνθημάτων.
Πολυτεχνείο...Απ' την απέναντι μεριά, βλέπω κιόλας τα πρώτα λεωφορεία φορτωμένα συνθήματα, γραμμένα με κόκκινη κιμωλία.
Η ατμόσφαιρα πήζει. Αποχτάει νόημα. Τα λεωφορεία και τα τρόλλεϋ σταματούν μπρος στο κάστρο κι αδειάζουν. Όλο σχεδόν τον κόσμο. Καθυστερούν. Και συνεχίζουν έπειτα, προς την Ομόνοια, άδεια σχεδόν από κόσμο, γεμάτα όμως συνθήματα που θα τα μεταδώσουν στα πέρατα της πολιορκημένης πολιτείας.
- Τι γράφουνε παιδάκι μου;  ρωτάει κάποιο παιδί μια γριούλα
- Αυτά που ακούς γιαγιά...της φωνάζει εκείνο όσο δυνατότερα μπορεί.

Χυμάω κατά κει που έρχονται οι φωνές.
Νιώθω σα να βουτάω σε μια κρύα λίμνη την άνοιξη. Τρέμω στην αρχή. Τουρτουρίζω. Είναι κρύος ακόμα ο καιρός, το νερό κρύσταλλο για μια ολόγυμνη συνομιλία με το φως. Αλλά σιγά - σιγά, το κορμί συνηθίζει, ρυθμίζει τη θερμοκρασία στους βαθμούς της διαφάνειας. Θερμαίνεται απ' την ίδια τη λαγαρότητά του. Κι η λίμνη άξαφνα, από παγερή τόλμη, γίνεται κατόρθωμα νου, ελπίδα εξωφρενική του κορμιού που γυμνώθηκε για νάμπει να καθαγιαστεί στο μαρτύριο της τέλειας λευτεριάς του.
" Εσά, Ες - Ες, βασανιστές" αχολογάει τριγύρω μου το κύμα.
Πατώνω ακόμα. Προχωρώ πιο βαθιά.
" Λαέ, Πεινάς, Γιατί δεν πολεμάς;"
Τώρα φτάνει ως το στήθος μου το νερό. Με δυο απλωτές απογειώνομαι απ' το βυθό...Κολυμπάω τώρα προς τη μικρή ξέρα, προς το νησί στη μέση της λίμνης. Πετάω...Κι αφήνομαι να μ' αρπάξουν οι άνεμοι που το κάνουν ολόκληρο να τρίζει.
" Λαέ! Πεινάς! Γιατί δεν τους κρεμάς"
" Απόψε !Πεθαίνει! Ο φα - σι - σμός "
" Ελλάς! Ελλήνων! Φυλακισμένων".
Και μια βοή ολόγυρα σα να φουσκώνει η θάλασσα και να θέλει να σκεπάσει το νησί. Και το νησί, καταμεσίς στη λίμνη, μόνους του φύλακες έχει τα παιδιά. Τα ψηλά κάγκελα του το προστατεύουν ολόγυρα απ' την παλίρροια που υψώνεται διαρκώς και φουσκώνει. Αγάπης παλίρροια, χιλιάδων χεριών χωρίς δακτυλίδια στα δάχτυλα...



Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης , Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Πρώτη μέρα: Τετάρτη, 14 Νοέμβρη 1973


...Το πρώτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά το νιώθω όταν ακούω τις φωνές. Έρχονται από μπροστά οι φωνές, αξεδιάλυτες στην αρχή, οπωσδήποτε ρυθμικές, σα συνθήματα. " Πολυτεχνείο", φωνάζει ο εισπράχτορας, κι ανοίγει τις πόρτες.
Ο κόσμος ξεμπουκάρει, και μέσα στο τρόλλεϋ μπουκάρουν οι φωνές, ρυθμικές, αναρίθμητες φωνές παιδιών που φωνάζουνε σα να τραγουδάνε. Αριστερά μου έρχονται οι φωνές. Σκύβω να δω. Και τότε δέχομαι ζεματιστό κατάστηθα το μήνυμα. Με εικόνες τούτη τη φορά. Τεράστια πανώ στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κι από μέσα, παιδιά σκαρφαλωμένα, κι ως έξω απ' την είσοδο παιδιά, νέα παιδιά, εκεί, γύρω στα είκοσι, κορίτσια, αγόρια, να φωνάζουνε ρυθμικά. Μα τι φωνάζουνε; ακούω πλάι μου μια φωνή. Σε λίγο μ' άφησε το σύγκρυο. Το τρόλλεϋ έχει ξεκινήσει. Η νέκρα με ξανακυριεύει. Τίποτε δε γίνεται, λέω. Ο δικτάτορας δε θα τους πειράξει. Θα τους αφήσει να φωνάξουνε, να ξελαρυγγιαστούνε, να εκτονωθούνε, κι ύστερα μόνα τους θα φύγουνε. Τα παιδιά. Των 18 και 20 χρόνων. Έτσι γίνεται πάντα, λέω μέσα μου. Έτσι έγινε και πέρυσι στη Νομική. Ακριβώς τέτοιο καιρό. Κλειστήκαν τα παιδιά στη Νομική δυο μέρες. Τη δεύτερη πείνασαν, κουράστηκαν, γύρισαν στα σπίτια τους. Προηγουμένως, βέβαια, πράκτορες μυστικοί είχαν ανοίξει από μέσα τις πόρτες και χύμηξαν οι αστυνομικοί με τα γκλομπς στο χέρι. Δείρανε με την ψυχή τους. Χόρτασαν. Τραυμάτισαν κιόλας. Τα παιδιά ξαναγύρισαν στα θρανία. Πέρυσι, τέτοιο καιρό, τα πράγματα στο Πολυτεχνείο πήραν άλλη τροπή. Κλειστήκαν κι εκεί τα παιδιά, κάποιος από μέσα άνοιξε τις πόρτες, χυμήξαν οι αστυνομικοί, τραυμάτισαν πολλά. Ταυτόχρονα, ο δικτάτορας ψήφιζε αναγκαστικό νόμο: αίρεται η αναβολή κατατάξεως στο στρατό. Τότε, πολλά παιδιά πήραν το δρόμο του στρατιωτικού, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα έντασης και τρομοκρατίας. Σείστηκε το πανελλήνιο. Αλλά σε λίγο τα πνεύματα καταλάγιασαν. Νέα συγκλονιστικά γεγονότα μας έκαναν να ξεχάσουμε όλα τ' άλλα συγκλονιστικά που είχαν προηγηθεί: παραίτηση των στρατιωτικών της κυβέρνησης, συγκέντρωσης όλων σχεδόν των εξουσιών στα χέρια του αυτοανακήρυχτου Προέδρου της Δημοοκρατίας, ορκομωσία Μαρκεζίνη και λοιπά. Είναι τρομαχτικό αυτό που συμβαίνει εδώ κι έξι χρόνια. Το κάθε τι που συμβαίνει είν' από μόνο του συγκλονιστικό. Φτάσαμε στο σημείο, οτιδήποτε καινούργιο να είναι συγκλονιστικότερο απ' όλα τα προηγούμενα, και αυτομάτως να σε κάνει να τα ξεχνάς. Κι ο χρόνος για την αφομοίωση του κάθε τι να είναι απελπιστικά λίγος. Πώς να τ' αφομοιώσεις όλα, να τ' αξιολογήσεις και να τα ταξινομήσεις; Ούτε καν να τα πληροφορηθείς δεν προφταίνεις. Έτσι ήταν που ξεχάστηκαν γρήγορα τα γεγονότα της Νομικής μπροστά στο σκάνδαλο Γουώτεργκεητ, που ανακήρυξε το Νίξον ως το μεγαλύτερο παλιάτσο όλων των εποχών, έτσι ξεχάστηκε η στράτευση των φοιτητών μπροστά στη σφαγή της Χιλής, για να ξεχαστούν σιγά - σιγά κι οι σφαγές της Χιλής μπροστά στην ανακήρυξη του γελωτοποιού  Μαρκεζίνη σε πρωθυπουργό της χώρας μας, μιας χώρας που άρχισε κιόλας να πεινάει, να κρυώνει και να διαστέλει τα μάτια πιο πολύ. Έτσι είπα μέσα μου, έπειτα απ' τον πρώτο συγκλονισμό - " Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" - είπα μέσα μου ότι κι αυτό το συγκλονιστικό από μόνο του γεγονός να κλειστούνε και πάλι τα παιδιά μες στο Πολυτεχνείο, θα οδηγηθεί στο ίδιο φινάλε, για ν' αρχίσει αμέσως κάτι άλλο, μέσα στα πλαίσια πάντα της αμφίβολης ανοχής των αρχών , και της ανοργανωσιάς που δέρνει την αγανάκτηση του λαού. " Θα εκφυλιστεί" λέω μέσα μου, και μπαίνω στο θέατρο ...

Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης , Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Το όνειρο του ραγιά

Η σκηνή «Το όνειρο του ραγιά» προέρχεται από την ταινία - ντοκιμαντέρ "Παράσταση για ένα ρόλο" του Διονύση Γρηγοράτου για το λαϊκό κίνημα και φαίνεται πως έχει την καταγωγή της στο θέατρο του βουνού, τις θεατρικές παραστάσεις δηλαδή που οργάνωνε το ΕΑΜ στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας !

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

«Περί πείνας»

Luke Fildes, Applicants for Admission to a Casual Ward (1874), Tate Gallery of London

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας  Λέων Τολστόι, όταν ο ρωσικός λαός μαστιζόταν από την πείνα – φαινόμενο όχι σπάνιο – στα 1891 -1893, έγραψε το άρθρο «Περί πείνας», το οποίο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και απαγορεύτηκε η δημοσίευσή του στις ρωσικές εφημερίδες μετά από ειδική εντολή της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1891 έχει γράψει στο Ημερολόγιο: “ Άραγε αυτοί που ζούνε εις βάρος των άλλων ποτέ τους δε θα καταλάβουν πως αυτό δεν πρέπει να γίνεται, να το καταλάβουν μόνοι τους και να κατεβούνε από κει που κάθονται προτού οι άλλοι σηκωθούν και τους πνίξουν;”
«Ο λαός πεινάει κι εμείς, οι ανώτερες τάξεις, έχουμε πολύ συγκινηθεί και θέλουμε να τείνουμε χείρα βοηθείας. Συνεδριάζουμε, σχηματίζουμε επιτροπές, συγκεντρώνουμε χρήματα, αγοράζουμε ψωμί, το μοιράζουμε στο λαό.

Γιατί όμως πεινάει; Είναι άραγε τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε; Είναι απαραίτητο ν’ αρχίσουμε να τον συκοφαντούμε, όπως το κάνουν μερικοί ασυνείδητοι λέγοντας πως ο λαός πεινάει επειδή οι άνθρωποι του λαού είναι τεμπέληδες και μεθύστακες ή, όπως κάνουν άλλοι, να ξεγελάμε τον εαυτό μας ισχυριζόμενοι πως ο λαός πεινάει επειδή εμείς δεν μπορέσαμε ακόμα να του μεταδώσουμε όλη τη σοφία του πολιτισμού μας, μα να τώρα αρχίζουμε, αύριο κιόλας, και χωρίς τίποτα να του κρύψουμε, να τον κάνουμε κοινωνό όλης μας της σοφίας κι έτσι να πάψει να είναι φτωχός` κι ας μην ντρεπόμαστε που ζούμε εις βάρος του, όλα θα γίνουν όσα πρέπει για το καλό του.

Εμείς ιδιαίτερα, οι ρώσοι, οφείλουμε να αντιληφθούμε κάποια πράγματα που οι βιομηχανικοί και εμπορικοί λαοί μπορούν να μην τα βλέπουν γιατί εκείνοι τρέφονται από τις αποικίες, όπως οι άγγλοι. Η ευημερία των πλούσιων τάξεων στις χώρες αυτές δεν είναι σε άμεση εξάρτηση από την κατάσταση των εργατών. Η δική μας απευθείας επαφή με το λαό είναι τόσο εξόφθαλμη που ο καθένας καταλαβαίνει ότι τα πλούτη τα δικά μας οφείλονται στη φτώχεια τη δική του, η φτώχεια του είναι τα πλούτη μας, επομένως δεν μπορούμε να μη βλέπουμε ποια η αιτία της φτώχειας και της πείνας του. Γνωρίζοντας λοιπόν για ποιο λόγο πεινάει , μας είναι πάρα πολύ εύκολο να βρούμε και τον τρόπο ώστε να μην πεινάει.

Ένας τρόπος: να μην του τρώμε το ψωμί.

Μπορεί να μην πεινάει ένας λαός, όταν οι όροι υπό τους οποίους ζει με τέτοια δοσίματα, με αυτόν τον ελάχιστο κλήρο, αυτή την εγκατάλειψη και την αγριότητα όπου φροντίζουν να τον κρατούν, υποχρεώνεται να κάνει όλη εκείνη τη φοβερή δουλειά που τους καρπούς της καταβροχθίζουν οι πρωτεύουσες μας, οι πόλεις μας και τα περιφερειακά κέντρα όπου κυλάει η ζωή των πλούσιων ανθρώπων;

Όλα αυτά τα μέγαρα, τα θέατρα, τα μουσεία, τα αγαθά αυτά και τα πλούτη, όλα έχουν βγει μέσα από τον ίδιο τον πεινασμένο λαό που υποχρεώνεται να κάνει κι αυτές τις αχρείαστες γι’ αυτόν δουλειές για να συντηρεί τη ζωή του πάντα αναγκασμένος να σώζει τον εαυτό του από τον κίνδυνο της πείνας που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Παντοτινή του μοίρα.

Η φετινή χρονιά μάς έδειξε με τη σιτοδεία πως η χορδή έχει τεντωθεί όσο δεν παίρνει άλλο. Πάντα το λαό φροντίζουμε να τον κρατάμε μισοπεινασμένο. Είναι ο τρόπος μας να τον αναγκάζουμε να μας δουλεύει. Αυτή τη χρονιά το κακό παράγινε. Τίποτα καινούργιο, τίποτα το απροσδόκητο δε συνέβη. Φαίνεται όμως ότι τώρα πια μπορούμε να το ξέρουμε γιατί ο λαός πεινάει.

Οι φροντίδες τώρα της κοινωνίας να βοηθήσει τον πεινασμένο λαό θυμίζουν εκείνους που ίδρυσαν τον Ερυθρό Σταυρό για τις ανάγκες του πολέμου. Στον πόλεμο άλλοι φροντίζουν να σακατεύουν και να σκοτώνουν ανθρώπους κι άλλοι να βοηθούν τους σακάτηδες και αυτούς τους νεκρούς. Και καλά είναι αυτά όσο ο πόλεμος, όπως και η πείνα, θεωρούνται καταστάσεις ομαλές. Αλλά από τη στιγμή που αρχίζουμε να λέμε πως λυπόμαστε όσους σκοτώνονται στους πολέμους και τους άλλους που μαστίζονται από την πείνα, δεν είναι καλύτερο να μη σκοτώνουμε τους ανθρώπους και να μη χρειάζεται καν να φτιάχνουμε ιδρύματα για να θεραπεύουν τα θύματα; Δεν είναι καλύτερο να πάψουμε να κακοποιούμε τη ζωή των ανθρώπων, παρά, αφού κάνουμε το κακό, να προφασιζόμαστε ότι φροντίζουμε για το καλό του;

…Μεταξύ της κοινωνίας μας και του λαού καμία αγάπη δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει. Μεταξύ των ανθρώπων της κοινωνίας μας, τους καλοντυμένους κυρίους με τα κολλαριστά πουκάμισα, τους γραφειοκράτες, εμπόρους, αξιωματικούς , επιστήμονες, καλλιτέχνες, μεταξύ όλων αυτών και των χωρικών σχέση άλλη δεν υπάρχει από εκείνη που λέει πως οι μουζίκοι, οι εργάτες, hands, όπως εκφράζονται οι άγγλοι, μας χρειάζονται , τους θέλουμε να δουλεύουν για μας.

Για ποιο λόγο να κρατάμε κρυφό ό,τι τόσο καλά το ξέρουμε όλοι: μεταξύ αφεντικών και μουζίκων είναι ολόκληρη άβυσσος…γιατί κοροϊδεύουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας; Το λαό τον έχουμε μόνο για εργαλείο. Τα συμφέροντά μας( όσο και να ισχυριζόμαστε το αντίθετο) είναι πάντα διαμετρικά αντίθετα με το συμφέρον του λαού. Όσο περισσότερο μισθό και σύνταξη μου δώσουν, σκέφτεται ο δημόσιος υπάλληλος, δηλαδή όσα περισσότερα πάρουν από το λαό, τόσο καλύτερα για μένα. Όσο ακριβότερο πουλήσω το ψωμί κι ό,τι άλλο έχει ανάγκη ο λαός κι όσο δυσκολότερη γίνει απ’ αυτό η θέση του , τόσο το καλύτερο για μένα – αυτά ο έμπορος και ο γαιοκτήμονας. Όσο λιγότερη δουλειά δώσω του εργάτη, βάζοντας στη θέση του τη μηχανή κι όσο ακριβότερα πουλήσω το προϊόν, τόσο το καλύτερο για τη ζωή τη δική μου – ο εργοστασιάρχης. Όσο φτηνότερη η δουλειά του κι όσο φτωχότερος ο λαός, τόσο το καλύτερο για μας – όλοι μαζί οι άνθρωποι των πλούσιων τάξεων. Για ποια συμπάθεια στο λαό μάς μιλάς; Εμάς με το λαό δε μας συνδέει παρά η βέργα που τραβάμε ο καθένας προς το μέρος του. Το καλύτερο για μένα, χειρότερο για κείνον, χειρότερα για κείνον καλύτερα για μένα. Για ποια λοιπόν βοήθεια του λαού μάς μιλάς!


Για όλους αυτούς τους λόγους, αν ο άνθρωπος της κοινωνίας μας πράγματι θέλει να προσφέρει στο λαό, το πρώτο που έχει να κάνει είναι να καταλάβει καλά τη σχέση μαζί του…Αν πράγματι λυπόμαστε το άλογο που καβαλάμε, πριν απ’ όλα πρέπει να κατεβούμε κάτω και να πάμε με τα ποδαράκια μας. Αν έτσι καταλάβουμε τη σχέση μας με το λαό και θέλουμε να τον βοηθήσουμε, ας προσπαθήσουμε, πρώτο, rendre gorge, πίσω τα κλεμμένα, δεύτερο, να πάψουμε να του παίρνουμε ό,τι του παίρνουμε και, τρίτο, ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας γκρεμίζοντας το τείχος της κάστας που μας χωρίζει από το λαό…»



Σε ένα άλλο άρθρο του με τίτλο « Έχουμε ή δεν έχουμε πείνα»(1898) ο Τολστόι υποστηρίζει  τα εξής:

«Αν μου λέγανε: θέλεις το καλό του λαού, ορίστε, διάλεξε ένα από τα δύο: να δώσουμε σε όσους έπληξε το κακό από 3 άλογα στο σπίτι, 2 αγελάδες και τρία εκτάρια καλής γης ή ελευθερία πίστης, μόρφωσης, μετακίνησης και κατάργηση όλων των περιοριστικών νόμων για τους αγρότες, θα διάλεγα, δίχως τον παραμικρό δισταγμό, το δεύτερο, και τούτο γιατί πιστεύω πως ό,τι υλικά αγαθά να προσφέρουμε στους αγρότες, αν θα μείνουν με τους ίδιους παπάδες και δεσποτάδες, τα ίδια ενοριακά σχολεία, τα ίδια δημόσια καπηλειά, την ίδια στρατιά υπαλλήλων που δήθεν νοιάζονται για την ευημερία τους, σε είκοσι χρόνια θα τα έχουν φάει όλα και θα μείνουν φτωχοί, όπως ήταν και πριν. Αν όμως τους ελευθερώσουμε απ’ όλους τους περιορισμούς και τις ταπεινώσεις που τους δένουν τα χέρια σε είκοσι χρόνια θα έχουν όλα τα αγαθά, που θα τους χαρίζαμε εμείς κι ακόμα περισσότερα.»


Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007

Μην τους φοβάσαι...


Μην τους φοβάσαι
στο φόβο σου ποντάρουν
το κόκκαλο είναι άσπρο
η πόρτα μαύρη
μαζί με τη γροθιά σου
σφίγγεται ο ήλιος.
                  Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ( Τα ρυάκια, η αγάπη, το ποτάμι)

Πάνε δύο χρόνια( σημ. ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 1992) από τον Νοέμβριο που μας άφησε ο Γιάννης Ρίτσος. Θυμάμαι την πλατεία, μπροστά από τη Μητρόπολη Αθηνών, γεμάτη κόσμο. Πλάι μου ήτανε η Λούλα Αναγνωστάκη, και μόλις βγάλανε το μαύρο φέρετρο κι ο κόσμος χειροκροτούσε και τραγουδούσε, εμείς οι δύο κλαίγαμε πικρά για το ξόδι του ποιητή, του τρυφερότερου Έλληνα. Εκείνη τη στιγμή νιώθω ένα αγκάλιασμα και ένα δυνατό φιλί στο πρόσωπό μου. Ήτανε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, που μας παρατηρούσε από μακριά και ήρθε να μας αγκαλιάσει. Τον Γιάννη Ρίτσο τον ήξερα πάντα. Δηλαδή όταν άρχισα να βλέπω και να αγγίζω τα σχήματα του κόσμου - τα ποιήματα, τις μυρωδιές, τη μουσική, τα δέντρα, τον αέρα, το φως, τους ανθρώπους. Άκουσα το όνομά του - πολύ μικρός - σαν κάτι το απαγορευμένο. Όμως εγώ ήθελα να μάθω, και μετά από λίγα χρόνια, κρυφά, ένας συμμαθητής μου μού διάβασε ένα ποίημα ( από αυτά που λένε στρατευμένα). Θέλω εδώ να πω ότι στο ποίημα ο ποιητής βάζει τις λέξεις με έναν τρόπο μοναδικό και τις περισσότερες φορές ανεπανάληπτο - και ας είναι οι πιο κοινές, που λέμε καθημερινά όλοι -, γιατί η πρακτική και η μεταφυσική πάνε μαζί, γιατί όλα τα παρασύρει το αίμα του ποιητή. Μετά, όλο τον φανταζόμουνα. Την εικόνα που δημιούργησα - ύψος, χαμόγελο, ζεστά μάτια, ωραία μύτη, μακριά δάχτυλα, στην άκρη τους πάντα ένα τσιγάρο, προσεχτικά ντυμένος, αγαπησιάρης, και εκείνη η φωνή η βυζαντινή. Πολλές φορές, αργότερα, μου ταίριαζε η φωνή του με του Βασίλη Τσιτσάνη. Μου τον περιέγραφε ( όλο γι' αυτόν μιλούσαμε) και ο συμμαθητής μου, ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος, που ήτανε ανεψιός του. Τον πρωτοείδα, πού αλλού, στον Κέδρο, Πανεπιστημίου 44, μαζί με τη Νανά, να μιλάνε γελώντας, όλο χαρά και ζωντάνια.
Τον κοίταζα τόσο επίμονα, που έστριψε το κεφάλι και με χαιρέτησε. Εγώ είχα τέτοιο τρακ, που δεν μπορούσα να πω τη λέξη "χαίρεται". Το κατάλαβε και μου χαμογέλασε για να πάρω θάρρος. Πρέπει να ήτανε το 1964. Μετά, διάβασμα ποιημάτων του Ρίτσου. Ποιήματα που κομμάτια τους μάθαινα απέξω. Βάδιζα, σπούδαζα οικονομικά, φλέρταρα, αλλά το μυαλό μου εκεί, στα ποιήματα. Είναι άδικο να ξεχωρίσω τίτλους, κομμάτια και ενότητες. Όμως τώρα, μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι ότι ανέπνεα ελεύθερα, έτρεχα σε έναν ορίζοντα πολύχρωμο, και στα καθημερινά συμβάντα έδινα άλλα ονόματα. Ήταν ένα παιχνίδι που πολύ με βοήθησε στο γράψιμό μου. Εξάλλου η βοήθεια των παλαιότερων είναι: στην εκκίνηση, στην ατμόσφαιρα, στο μυστικό άγγιγμα, στις απότομες βροχές μέσα στο δωμάτιό σου, στο μέγιστο μάθημα της γλώσσας, και στις εικόνες που αναδύονται ολόσωμες μπροστά σου. Μετά έρχονται οι τεχνικές, οι ρυθμοί, η ποίηση της ποίησης, τα ανοίγματα των στίχων , το μήκος των ποιημάτων, οι συνθέσεις, το βαρύ κεφάλι, και η ξαγρύπνια πλάι σ' ένα μισοτελειωμένο ποίημα. Αυτά όλα και άλλα μου τα έδωσε απλόχερα ο Γιάννης Ρίτσος μόνο με δύο καλημέρες που ανταλλάξαμε. Μερικά χρόνια αργότερα (1968), στη Λαμία, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, στη γραμμή λοιπόν, με τα όπλα στους ώμους, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και εγώ. Εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα, στις φωνές, στη βία και στην κόπωση, ο Χριστόφορος ψιθύριζε ποιήματα του Καρυωτάκη και εγώ του Ρίτσου. Άλλη παλαιότερη εικόνα, σ' ένα πάρτυ. Ήμουνα με μία παρέα φοιτητών, έφηβος ο γράφων, γύρω στα δεκαεπτά, και άρχισαν οι μεγάλοι να τραγουδούν τον μελοποιημένο Επιτάφιο. Τέτοια ένταση κι επικοινωνία έχω να νιώσω πολλά χρόνια. Άρχισαν οι περιπέτειες της δικτατορίας. Αυτός ο άνθρωπος είχε περάσει τα πάνδεινα από τα νιάτα του. Να μνημονεύσω εδώ το ποίημα που του χάρισε η Μαρία Πολυδούρη, όταν γνωρίστηκαν στη Σωτηρία, άρρωστοι και οι δύο. Όμως ήτανε ο πιο δουλευταράς ποιητής. Ζωγράφιζε σε κουτιά τσιγάρων, σε πέτρες, σε ρίζες, παντού. Και πάντα έγραφε, έγραφε. Όταν γνωριστήκαμε καλά, πήγαινα σπίτι του. Τι σπίτι. Γεμάτο έργα, αντικείμενα, ποιήματα, ενθύμια, χειρονομίες, αγάπες, αυτό που λέμε μεγαλείο της καθημερινότητας. Και αυτός προσηνής, χαμογελαστός, έτοιμος να ακούσει, να βοηθήσει, να ακουμπήσει . Ο πεζογράφος Ανδρέας Φραγκιάς ( η πιο ευγενική μορφή στα Γράμματά μας), μου έλεγε για τη δύναμη του ανθρώπου και του καλλιτέχνη: στην Κατοχή ο ποιητής, άρρωστος με αιμοπτύσεις στο κρεβάτι, του διάβαζε συνέχεια ποιήματα και αποσπάσματα από ένα εκτενές μυθιστόρημα που χάθηκε στο στρόβιλο της καταστροφής. Επίσης, ο Ρίτσος είχε την " τύχη " να του κάψει βιβλία το καθεστώς Μεταξά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την εποχή λοιπόν της δικτατορίας, μου έφερνε δίσκους Ρίτσου - Θεοδωράκη ο Δημήτρης Δανίκας, μέσα σε θήκες των Pink Floyd, από το Λονδίνο που σπούδαζε. Τότε ρωτούσαμε καθημερινά τη Νανά του Κέδρου για τον Ρίτσο, ήτανε ο άνθρωπός του. Όταν τον είδα μετά τις περιπέτειές του, ήταν πάντα ωραίος και νεανικός. Τίμιος με την ιδεολογία του, και καλλιτέχνης τίμιος. Όταν πέθανε ο Στρατής Τσίρκας, άρχισαν οι σκληροί κονδυλοφόροι του ΚΚΕ να γράφουνε άσχημα για τον συγγραφέα. Την ίδια εποχή, ο Κώστας Παπαγεωργίου κι εγώ κάναμε ένα αφιέρωμα στον Τσίρκα, στο περιοδικό Αντί. Ζήτησα ένα κείμενο από τον Ρίτσο και μου έδωσε ένα πολύ υπέρ του Τσίρκα, και αμέσως σταμάτησαν οι επιθέσεις των άλλων. Μέχρι το τέλος του διάβαζε, ενημερωνόταν. Ήξερε τους νέους, τους νεότερους , και ό,τι σκιρτούσε στην ποίηση, στην πεζογραφία, στη ζωγραφική, σε όλες τις τέχνες. Ο ίδιος είχε  μέσα του - όπως όλοι οι μεγάλοι - το παραδοσιακό, το μοντέρνο, το δημοτικό μέλος, ακολουθούσε την εποχή του, μεταμορφωνόταν, είχε χιλιάδες πρόσωπα: Ορέστης, Ελένη, Φιλοκτήτης, Χρυσόθεμις, Ισμήνη, Αριόστος, και στα ποιήματα μέσα το ίδιο: Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, Τα Επικαιρικά, Το μακρινό, Γραφή τυφλού, κ.α.
Εκείνη η βυζαντινή του γραφή παντού, σε κάθε χαρτί. Θα αναφέρω ένα βιβλίο του που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και με επηρέασε: Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα. Μετά το 1974, τον έβλεπα συχνότερα στον Κέδρο και σπίτι του. Τα λέγαμε, με ρωτούσε για τα πάντα, και για τη ζωή μου, έτοιμος πάντα να βοηθήσει. Και όταν σου μιλούσε είχε πειθώ και επιδρούσε καταλυτικά στην ψυχολογία σου. Το τσιγάρο πάντα στα δάχτυλα, ποτέ τα δάχτυλά του δεν έμεναν χωρίς τσιγάρο. Έζησε, είδε τιμές και τιμές, και μεγάλες αγάπες. Γραφτήκανε πολλά βιβλία για τη δουλειά του. Θα αναφέρω ένα, που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, τη Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924 - 1989, της Νινέττας Μακρυνικόλα, που, ενώ είναι μια τέλεια βιβλιογραφία, στο βάθος είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία. Θυμάμαι όταν είχε βγάλει Το ρόπτρο, και τι χαρές έκανε όταν του χάρισα ένα ρόπτρο. Συνέχιζα να τον βλέπω και να τον ακούω στο τηλέφωνο. Πάντα με ρωτούσε για βιβλία νέων που είχε διαβάσει. Τον ενδιέφερε η ζωή, η καθημερινότητα, σε ίσα μερίδια με την ποίηση. Και εκείνη η υπέροχη γυναίκα του, η Φαλίτσα, που ήξερε τι πρόσωπο είχε πλάι της και τον πρόσεχε. Γιατρός η ίδια στη Σάμο, έδινε μαθήματα ανθρωπιάς και αυταπαρνήσεως. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, κι ο ποιητής αρρώστησε, απομονώθηκε, και σε μια εσωτερική ησυχία και με μία διακριτικότητα έφυγε από τη ζωή. Δεν τον είδα στη διάρκεια αυτής της στενωπού του τέλους, ούτε τον πήρα τηλέφωνο. Νέα μάθαινα από τη Μάρω, τη Νινέττα και την κόρη του Έρη. Μανιώδης καπνιστής, το πήγε το τσιγάρο μέχρι το τέλος της ζωής του. Όπως και τις πεποιθήσεις του και την ποίηση. Πιστός, ήρεμος, ονειροπαρμένος, ωραίος, και πάντα νέος. 
Μετά την κηδεία, γύρισα σπίτι και διάβασα την Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής, όπως έκανα έφηβος. Ο ποιητής ήδη είχε ταφεί στη Μονεμβασιά, εκείνη τη βυζαντινή γωνιά, και έγινε μύθος.

                   Αθήνα, Νοέμβριος 1992 - Μεταξοχώρι Αγιάς, Αύγουστος 1993



Γιάννης Κοντός, Τα ευγενή μέταλλα, Κέδρος, Αθήνα 1994