Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος

 Μπολιβάρ

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, 
     για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
     τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
     γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
     κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
     γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
     πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
     οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
     νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
     η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
     συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
     Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.


****************************************************

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
     ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
     μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
     και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
     στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
     όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
     ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
     σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
     ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
     και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
     και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.


*****************************************************

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
     ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
     την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
     τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
     μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
     στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
     τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας....(απόσπασμα)


Νίκος Εγγονόπουλος , Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα , Ποιήματα Α -Β , Ίκαρος 1977


Η βυκάνη

ως την Kωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα
ο αφορεσμένος ο Kαράγιαλης
(πούρχεται από τον Bοριά)
και στη Θεσσαλονίκη λυσσομανάει πεισματάρικα
ο τρομερός Bαρδάρης
εκεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τα σπίτια τους
τα χτίζουν ξύλινα
έτσι που να μπορούνε τον χειμώνα κάπως να ζεσταίνωνται
και να μη ξεπαγιάζουν

αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις

λοιπόν οι κάτοικοι ―πληθυσμοί αμιγώς ελληνικοί―
για νάβρουν έτσι μια κάποια λύση
στην λες ουρανόπεμπτη ―συχνά επανερχόμενη― θεϊκιά κατάρα
ξαναθυμούνται τους παληούς μύθους της Φυλής
προ πάντων ―τους συμφέρει― τον μύθο τον παλιό τον Φοίνικα
που από τις στάχτες του ανασταίνεται ―ξαναγεννιέται―
ακέριος σαν και πριν

Συνέπεια: εις την Kωνσταντινούπολη γεννήθηκε
ο πατέρας μου
σε μιαν ωραία πλατεία της Σαλονίκης στήθηκε
του ήρωα Παύλου Mελά εύμορφο άγαλμα
και ξέρω κάποιον ―να τον ξέρω άραγες;―
όπου στης Πόλεως τα μέρη κάποτες γνώρισε
―ανάμεσα σε πολλά πράματα θάματα και περιπέτειες―
μια δάφνη (δέντρο)
ωραία και με τις δόξες της και με τις πίκρες της
στη μνήμη του να ξαναφέρη τη δαφνοπούλα πάλε
πηγαίνει ―σα βραδυάζη― να πιη ένα κατοσταράκι στο μπακάλικο
του Kαχριμάνη στου Ψυρρή
(εκεί που παλαιότερα εσύχναζ’ ο Παπαδιαμάντης)

κάποτε ―μα χαμηλόφωνα― τραγουδάει το μεράκι του
και διακριτικά στο όργανό του
τον συνοδεύει
ο Mικρασιάτης με το μπουζούκι
(πάλι του Παπαδιαμάντη)


(από το Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, Ίκαρος 1992) 
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Ο Ζωγράφος




Οι πίνακες από εδώ


Τεχνίτης του χρωστήρα και του στίχου, ένας από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. 
Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως ακροβολιστής στο 1o Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 κι εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, φοιτούσε σε Νυχτερινό Γυμνάσιο. 
Από το 1930 έως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη. 
Το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση. Με επιρροές από τo μεταφυσικό κόσμο του Ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του ελληνισμού, μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής. 
Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις κι έλαβε τις διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μερίδα των κριτικών τον ειρωνεύτηκε, όπως και τον Εμπειρίκο άλλωστε, θεωρώντας τη γραφή του πνευματικό παιγνίδι χωρίς βαθύτερο αντίκρισμα. 
Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Του έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν». 
Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίσθηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ' όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.  
Το 1944, με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου, παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», την κορυφαία στιγμή της ποίησής του. Μέσα από τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ, του απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, ο Εγγονόπουλος δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής. Σύμφωνα με τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη, το μακροσκελές αυτό ποίημα αποτελεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30. 
Το 1945 ξεκίνησε πανεπιστημιακή καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.  Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του. 
Το 1958 του απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α'. Το 1979 θα του απονεμηθεί εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες». 
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Η καλλιτεχνική δημιουργία τού Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική σουρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση ελληνικότητας. 
Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Επιπλέον, έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αργύρη Κουνάδη και τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Τα βιογραφικά του ποιητή από εδώ


Μελοποιημένα ποιήματα του Εγγονόπουλου











2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Νίκο Εγγονόπουλε,

Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν,
σεις,
ωραίος σαν Έλληνας Μπολιβάρ,
του οποίου
το μέτρον: ο άνθρωπος.
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής σας
ηχούν ακόμα
στην κοιλάδα με τους ροδώνες
περιμένοντας
την επιστροφή των πουλιών.
Πολλοί σας πλήγωσαν πολύ,
εγώ όμως σας αγαπώ.


κ.κ.

sofia είπε...

Ωραία η σύνθεση με τα ποιήματα του Εγγονόπουλου

Καλησπέρα