Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Θα ήθελα να μην ήμουν πρόσφυγας...

   Το απόσπασμα "Ταξίδι χωρίς επιστροφή"  από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου " Οι νεκροί περιμένουν" βρίσκεται στο βιβλίο των Κειμένων της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄Γυμνασίου. Η μικρή μαθήτρια Ι.Α έγραψε το παρακάτω κείμενο συνδυάζοντας  τη φαντασία της και την ιστορία που της αφηγήθηκε η γιαγιά της.

  
   "Δρόμοι πλημμυρισμένοι από αίμα! Φτώχεια, πείνα, φόβος ! Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει! Οι τυχεροί μπορούσαν να φύγουν, έλεγε πάντα η κυρά Μαρία, αλλά εμείς; Εδώ θα αφήσουμε τα κοκκαλάκια μας. Το έλεγε πάντα με το ίδιο φρικτό βλέμμα που σε έκανε να σκέφτεσαι διάφορα!

     Mόνο εγώ σκεφτόμουν το πώς πρέπει να είναι εκεί έξω. Οι μάνες μας δεν μάς άφηναν να κάνουμε ρούπι από κοντά τους. Λέγαν πώς έτσι φυλάγονταν!!!. Τρομάρα που πήρα όμως με τα νέα που είπε ο θείος μου! Είπε πως αν δεν φύγουμε την επομένη, θα πεθάνουμε . 

      Για μια στιγμή είδα τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν και να χτυπούν το μαραμένο χώμα. Σαν τα δάκρυα της μάνας και του πατέρα , σαν το αίμα χιλιάδων παιδιών, που " στόλιζε " τα χαντάκια και τους δρόμους. Ένα χάος γύρω μου! Ήμουν μοναχά δεκαπέντε χρονών.

    Μια μέρα ο μπάρμπας μου κτυπημένος , γεμάτος αίμα, βουτηγμένος στο φόβο, ήρθε και μάς είπε να κλειδαμπαρωθούμε στο σπιτάκι μας. οι μεγάλες δυστυχίες τώρα αρχίζουνε. Εγώ είχα πάει προσεκτικά , κρυφά από τη μάνα στην θεία μου και πήρα τα μωράκια της. Μού είπε να απομακρυνθώ, να πάω κάπου ώστε να είναι τα μωρά ασφαλή. Μπροστά μας ξεπρόβαλαν ξαφνικά δυο "φονιάδες". Έτσι τούς έλεγε η μάνα μου. Φονιάδες. Η θεία μου με έδιωξε αλλά εγώ δεν ήθελα να την αφήσω μόνη της . Με το ζόρι κατάφερε να με πείσει. Πήρα τα μωρά και ανέβηκα στο βουνό. Γοργά - γοργά έφτασαν στο βουνό, απέναντί μου. Κρύφτηκα. Δεν με είδαν . Πίσω από τις ωραίες φυλλωσιές κρυβόταν το αθώο προσωπάκι μου, που φοβόταν να βγει γιατί θα πέθαινε.

     Τα μωρά άρχισαν να κλαίνε. Προσπάθησα να τα καθησυχάσω , αλλά ζήταγαν απεγνωσμένα τη μάνα τους. Ξάφνου , φάνηκε η σκιά της δίπλα μου. Βγήκα από την κρυψώνα  μου και την αγκάλιασα. Φοβόμουνα πολύ. Όταν όμως μού εξήγησε πώς και γιατί βρέθηκε μπροστά μου , έχασα τη μιλιά μου. Ένας παπούς ζήτησε να πάρουν τον ίδιο αντί γι' αυτήν. Έτσι κι έγινε. Και σαν να μην έφτανε το ξύλο που έφαγε ο δόλιος , τού πήραν όλα του τα υπάρχοντα, το ψωμί, τις ελιές  ακόμη και το λάδι! Η θεία μου τούς ακολούθησε . Οι αξιωματικοί - φονιάδες τόν πέταξαν στο ποτάμι.Προλάβαμε και τον βγάλαμε από το ποτάμι. Άρρωστο! 

   Τρόμος πια κυρίευε την ψυχή μου!. Όταν πήγα στο σπίτι η μάνα μου με γύρευε . Φοβόταν για το χειρότερο, αλλά μόλις βρέθηκα μπροστά της με δάκρυα στα μάτια, βλέμμα μίζερο και μια υποψία τρόμου , πριν προλάβει καλά καλά να μου σούρει οτιδήποτε με πήρα αγκαλιά και με ρώτησε τι έχω. Δεν της απάντησα . Της είπα μονάχα μια λέξη: Φόβος! χωρίς να την αντικρίσω.

    Πήγα στο μικρό εικονοστάσι και έκανα την προσευχή μου. Η μάνα με είδε αλλά δεν σταύρωσε λέξη. Προσπάθησε να αδειάσει την αθώα καρδούλα μου από τα συναισθήματα φρίκης. Μα δεν τα κατάφερε! Είχα ήδη πιστέψει στη δικιά μου πραγματικότητα! Με πήρε αγκαλιά και μού είπε πως θα με προστατεύει πάντα. Έγειρα το κεφάλι μου στην ποδιά της και άρχισα να σκέφτομαι πώς είναι από τη μια να αγκομαχάς και να παλεύεις με το Χάρο και από την άλλη να ζεις!

   Νομίζω πως τότε κατάλαβα τα λόγια των μεγάλων .  Δεν αρκεί να έχεις μόνο θάρρος , πρέπει να έχεις και δύναμη. Δύναμη που να μπορεί να νικά τα πάντα. Άραγε την έχω;

    Δεν άντεχα να κάνω πια πως δεν συμβαίνει τίποτα! Πως δεν βλέπω και δεν 
ακούω . Είμαστε ακόμα ζωντανοί. Είμαστε; Αν ναι, τότε γιατί μάς αφήνουν να τους φοβόμαστε; Ίσως φαταίει η όψη τους γι' αυτό. Τα μάτια τους μεγάλα προκαλούν τον φόβο. Χύνουν αίμα αδιάκοπα και δεν σκέφτονται το χαμό γύρω τους. Χαίρονται με τη δυστυχία του άλλου. Το βλέμμα τους φρικιαστικό. Νομίζουν πως μπορούν να τα έχουν όλα δικά τους. Κι αν η αντίσταση των ανθρώπων διαβεί το "μεγαλείο " τους, χύνουν μονομιάς το αίμα. Σκορπούν το φόβο γύρω τους. Νοιάζονται μόνο για το αύριο το δικό τους. Νομίζεις πως ο θάνατος είναι η μοναδική τους ευχαρίστηση . Τα όπλα  τα έχουν σαν δεύτερο βοηθό. 

    Οι δύσμοιροι άνθρωποι τι φταίνε; Τρόμος στις καρδιές των ανθρώπων! Μίσος στις δικές τους !Μονάχα  οι  λέξεις φόβος , δυστυχία εκφράζουν τον πόνο μας και ένα μεγάλο γιατί; Τι θέλουν ; Τι τούς έχουμε κάνει; Το αξίζουμε αυτό; Όταν όμως οι άνθρωποι μένου χωρίς συναισθήματα τι γίνεται;
Αδικία, φόβος, μίσος, δυστυχία, ανθρώπινες ψυχές που δεν ξέρουν  αν θα υπάρχουν αύριο.

   Τα καράβια με τους ανθρώπους εγκαταλείπουν την πατρίδα. Αυτό πρέπει να κάνουμε και εμείς, οι λιγοστές οικογένειες που έχουμε απομείνει. Να φύγουν , να αφήσουν πίσω κάθε περιουσία.
Κάθε πέτρα που αφήνουν πίσω τους , κάθε βλέμμα τους, κάθε δάκρυ που χύνεται , κάθε σταγόνα αίματος είναι ένα κομμάτι τους.

    Ο θείος είπε ότι όλοι θα γίνουν πρόσφυγες. Μόλις άκουσα αυτή τη λέξη δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Ένιωθα μισή! Τα ποδάρια μου , μού κόπηκαν, το βλέμμα μου άλλαξε! Έγινε κάτι μέσα μου . Αυτή η λέξη μού δημιούργησε μερικές απορίες. Άραγε αυτοί οι φονιάδες ξέρουν τι είναι οι πρόσφυγες; Αν ναι, κάνουν κάτι; Μπορεί ο θείος να μην μού απαντούσε στην ερώτηση τι είναι οι πρόσφυγες  αλλά εγώ είχα σκοπό να μάθω! 

    Καθόμουν αμέτρητες ώρες κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέποντας βαρκούλες, καΐκια και κάθε λογής ξύλο πάνω στο οποίο μπορούσε κανείς να επιπλεύσει, γεμάτα ζωές , γεμάτα ανθρώπους.
Παιδιά που ήθελαν να φωνάξουν βοήθεια και δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα τους. 

     Πίστευα πως οι άνθρωποι έφευγαν για να πάνε κάπου κοντά, αλλά λάθος πίστευα. Ο χαμός γύρω τους μεγάλωνε το φόβο τους, σκέφτονταν συνεχώς τις απώλειες. Αναρωτιόμουν γιατί εμείς δεν τους ακολουθούσαμε και μέναμε πίσω. Την επομένη, το βράδυ , κρυφά - κρυφά μπήκαμε σ'ένα καράβι . 

    Δεν ξέρω γιατί μάς έμενε κρυφό ότι θα γίνουμε πρόσφυγες!!! 
Η μάνα δεν με αντίκρισε , μού είπε μόνο να είμαι δυνατή!...

   Με τις πρώτες ηλιαχτίδες να γαργαλούν το μέτωπό μου , με τα πρώτα φτερουγίσματα των γλάρων στο γαλάζιο ουρανό ακούσαμε  φωνές : Φτάσαμε! 
Βρισκόμασταν κάπου μακριά από τον κόσμο μας. Θα ήθελα να μην ήμουν πρόσφυγας.!!!"( Ι.Α , Α΄Γυμνασίου)

Η φωτογραφία είναι από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια :