Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η ομορφιά και ο έρωτας αντιμάχονται την ίδια την αδικία, τον ίδιο τον πόνο, την ίδια την εχθρότητα...



Πέτρες, πέτρες εκατοντάδες, χιλιάδες πέτρες. Πότε άρχισα να ζωγραφίζω πέτρες; Βέβαια, άρχισα να ζωγραφίζω από παιδί 6-7 χρονών στα μαθητικά μου τετράδια, στους τοίχους του σπιτιού, όπου έβλεπα μια κάποια επιφάνεια που με βόλευε. Αργότερα μού πήραν και λαδομπογιές, αλλά στην αρχή ζωγράφιαζα μόνο με κραγιόνια ή και με ακουαρέλες. Όταν μού πήραν τις λαδομπογιές ζωγράφιζα απάνω σε ατλάζι, κάτι εσταυρωμένους, κάτι σταυρούς, κάτι στεφάνια, κάτι χρυσάνθεμα πολύ ωραία κάποτε. 


Αλλά στις πέτρες πώς κατέληξα;
Ίσως επειδή αγαπούσα από τα παιδικά μου χρόνια τις πέτρες. Μου μιλούσανε οι πέτρες της Μονεμβασιάς. Ο ίδιος ο βράχος της Μονοβάσιας. Ίσως επειδή αγαπούσα πάρα πολύ την αρχαία ελληνική γλυπτική. Καθόμουνα ώρες μπροστά στα αγάλματα. Η πέτρα μου' δινε αυτή πια την αίσθηση της αφής και παράλληλα την αίσθηση μιας στερεότητας και τα πρώτα μου αφηρημένα ζωγραφικά έργα, ακουαρέλες, λάδι ή μονοτυπίες, ξεκίνησαν αντιγράφοντας κάποιες αποχρώσεις και κάποια σχήματα απολύτως αόριστα που ήταν διαγεγραμμένα πάνω στις πέτρες. Κι απο κει κατά κάποιο τρόπο έκανα μια αντιγραφική 
 δουλειά.

Αργότερα, στη δεύτερη εξορία μου, στη Γυάρο, που δεν είχαμε καθόλου ζωγραφικό υλικό, τίποτα, η Βάσω η Κατράκη διάλεγε κάτι ωραία λεία χαλίκια, τα' παιρνε όμως σαν ζωγραφικές επιφάνειες και ζωγράφιζε κοριτσόπουλα, ζωγράφιζε ήλιους. Κι απο κει λέω, να καλή ιδέα. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την πέτρα, όχι ατόφια όπως είναι, αλλά ακούγοντάς την τι υπαγορεύει. Όχι μόνο σαν γενικό σχήμα, αλλά και σαν ιδιαίτερα σχήματα πάνω στην πέτρα. Δηλαδή, παίρνοντας τις γλυπτικές ιδιότητες της πέτρας, υπογραμμίζοντας τις εσοχές για να προεξέχουν, να αναδεικνύονται σαν ανάγλυφα οι εξοχές. Έτσι άρχισα από τη μια μεριά στη Γυάρο κι ύστερα, όταν μεταφέρθηκα στο Παρθένι της Λέρου έβρισκα διάφορες πέτρες από την ακρογιαλιά - κάθε φορά που μάς επέτρεπαν να βγούμε για λίγο - υπό φρούρηση βέβαια έξω από τον περίβολο του στρατοπέδου και διάλεγα πέτρες.


Ήταν και πολλοί άλλοι συνεξόριστοι που διάλεγαν πέτρες, που ' ξεραν πως τις αγαπούσα κι άρχιζα να ζωγραφίζω. Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Επειδή όμως η πέτρα δε δέχεται - συνηθισμένοι όπως είμαστε από τα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής της αρχαίας Ελλάδας, όπως και από τα περίφημα γλυπτά της και της προκλασικής και της κλασικής - ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραμμή της Κνωσού, κάποτε την κλασική. Κάποτε έπαιρνα, χωρίς να τα ' χω μπροστά στα μάτια μου αλλά τα διατηρούσα στη μνήμη μου, τους Κούρους. Κι άρχισα να ζωγραφίζω συνέχεια. Μόνον ανθρώπινες μορφές και ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Η πέτρα δεν είναι να κάνεις ζωγραφική απάνω της κι ολόκληρη η γλυπτική είναι βέβαιο - όπως ξέρουμε - δεν είχε ποτέ κανένα τοπίο, ούτε δένδρα, ούτε τίποτα. Μόνο ανθρώπους, ανθρώπινα σώματα, ως επί το πλείστον γυμνά. Ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα τα οποία είναι από τα ωραιότερα, τα κομψότερα ζώα που έχουμε, βέβαια και τα λιοντάρια συμβολικά. Έτσι έφτιαξα ένα Πάνθεον ωραίων κοριτσιών και ωραίων αγοριών, όπου ανάδιδαν μια δύναμη μέσα απ' την ομορφιά τους και μιαν αίσθηση ερωτική.

Πολλές φορές συνεξόριστοι με ρωτούσανε:
- Τέλος πάντων Ρίτσο, πώς φτιάχνεις αποκλειστικά μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα γυμνά, δείχνεις τίποτα απ' τα βάσανά μας, απ' τα μαρτύρια μας, απ' τη μοναξιά μας, απ' τις στερήσεις μας; Και έλεγα, σκεφτόμουνα και έλεγα: γιατί γινότανε αυτό το πράγμα; Πρώτα από όλα γιατί δε μ' αρέσουνε αυτά τα πολύ νατουραλιστικά, τα οποία υποδηλούν ακριβώς ορισμένα αισθήματα, ενώ θα μπορούσα να αντιπαραθέσω σε όλη αυτή τη σκοτεινή ζωή, σε όλο αυτό το μαρτύριο, σε όλη αυτή τη στέρηση, την ερημιά και τη σκλαβιά.
Ένιωθα την ανάγκη να αντιπαραθέσω κάτι που είναι ωραίο, κάτι που είναι ζωντανό, κάτι που είναι δυναμικό. Την ομορφιά και τον έρωτα που είναι οι μεγάλες και αιώνιες αξίες της ζωής. Κι έτσι δεν επέτρεπα ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους που έβλεπαν αυτά μου τα πονήματα να νιώσουν ότι έχουν αποστερηθεί της ζωής. Ότι έχει χαθεί η ομορφιά, ότι έχουν χαθεί οι αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Και πραγματικά, έβλεπα ότι είχε μιαν επίδραση αυτό το πράγμα. Όσο δε για μένα, σαν να ήμουν ερωτευμένος με τις πέτρες και αυτή ακριβώς η αντιπαράθεση των γυμνών σωμάτων, γιατί όπως ξέρουμε το σώμα είναι η έδρα και της ψυχής και του πνεύματος και η πρωταρχική σημασία είναι ακριβώς το ανθρώπινο σώμα. Αυτό το αντιπαρέθεσα σε όλες τις στερήσεις, σ' όλη τη βία, σ' όλα τα μαρτύρια. Και νομίζω πως ήταν η πιο απλή και η πιο σωστή νίκη.

Η ομορφιά και ο έρωτας αντιμάχονται την ίδια την αδικία, τον ίδιο τον πόνο, την ίδια την εχθρότητα. Κι έτσι είχα πραγματικά αυτή την αίσθηση μιας νίκης, όχι προσωπικής, μιας νίκης όλων μας. Ναι, είναι αυτή που λέμε αιώνια πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Το φως είναι η ομορφιά και ο έρωτας...

Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, Γιάννης Ρίτσος - Αυτοβιογραφία . Κινηματογραφική αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του, Αρχείο Κρήτης, Αθήνα 2008





Δεν υπάρχουν σχόλια :