Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι μας, καμιά φορά, θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο...


Από μια παλιά φυλή που χάθηκε είμαστε, βάρβαρες εισβολές μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς, καθισμένους πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες, ένα φλάουτο ακουγόταν στη στοά
που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι, ενώ οι τυφλοί πήγαιναν τώρα βιαστικοί
ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το πέρασμά μας.

Τι είναι, λοιπόν, τα παιδικά χρόνια μπροστά σ' αυτό το μέγα χρέος
να υπάρχεις, και να μας τώρα πάλι στον ανοιχτό αέρα
με μόνο το άλιωτο χέρι της προμάμης μες στο σάκο, και στο χώμα  
πλαγιασμένος ο ίσκιος του βραδιού
μαζί με τους άλλους φτωχούς, ενώ ο τροχός του αγγειοπλάστη
 φιλονικούσε χαμηλόφωνα
με κάποιον που δεν τον βλέπαμε, και το λυχνάρι που βάλαμε πάνω 
στη στέγη, έφεγγε τώρα στη λεχώνα να ξαναβρεί το σπίτι.

Κ' ήταν μέρες που λιποψυχούσαμε, καθώς πέρα στο μεγάλο δρόμο
φαίνονταν κάποιοι να' ρχονται, τι καινούργια πράγματα μας φέρνουν,λέγαμε,
αφήστε μας στην τύχη μας, τι τους θέλουμε τους άθλους, πανάρχαια νικημένοι,
από τότε που βασίλεψε ο ήλιος
χωρίς να μας ρωτήσουν. Έτσι για να τραφούμε μας φτάνει ένα καθάριο μέτωπο,
κ' είμαστε λιγομίλητοι ως το βράδυ.

Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι μας,
καμιά φορά, θλιμμένο
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως
σε σιωπηλή γυναίκα,
γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,
αργά, τη νύχτα.

Ωστόσο, η είδηση που περιμέναμε έφτασε, και θα μπορούσε, ίσως, ν' αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη, που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι, όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν μια πατρότητα κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο άνθρωπος που έψαχνε ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα, έξω απ' την πόλη, γύρισε και με κοίταξε, κι όσο κι αν ήμουν δύσπιστος, δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό, γιατί το μήνα Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει, κι οι καυτές πατάτες που συναλλάζαμε από χέρι σε χέρι άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως αυτός που προσεύχεται.

Κάποτε το σπίτι ξεχειλίζει απ' την απαντοχή, και δεν έχουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο, όπως την πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδυ μια άρπα ακούγεται σ΄ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

Τι άλλο είναι, λοιπόν, το μέλλον απ' την αληθινή πατρίδα μας, αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν πεθάνουμε, είμαστε πιο μπροστά από χτες, νεκροί στο μέγα αύριο, έτσι κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα, κοίταζαν έκθαβες στο δάχτυλο των αρραβώνα, εμείς ερχόμαστε κιόλας δακρυσμένοι προς το χρόνο...

Από το έργο του Τάσου Λειβαδίτη Σκοτεινή Πράξη ( χορικό ) 1974. Ποιήματα , τομ.2, Κέδρος 2003, 8η έκδοση

Ο ποιητής άφησε τη ζωή  μια μέρα του φθινοπώρου (30 Οκτωβρίου 1988 )

Δεν υπάρχουν σχόλια :