Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ο παραμυθάς

Το πιο φημισμένο μνημείο της Κοπεγχάγης είναι το μπρούτζινο άγαλμα μιας
γοργόνας, φόρος τιμής στο πασίγνωστο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ( 1805 - 1875), που μας μιλάει για ένα παράξενο θαλάσσιο πλάσμα, το οποίο υπερβαίνει τα όριά του και τους περιορισμούς που του επιβάλλει η φύση του, μέσα από τη σιωπή, τον πόνο και την αυταπάρνηση. Παρ' όλο που γνώρισε τη δόξα και τη διεθνή αναγνώριση, ο Άντερσεν ταυτιζόταν πάντοτε, μέχρι το τέλος της ζωής του, με τους χαρακτήρες των παραμυθιών του, που βίωναν την οδύνη, την απογοήτευση και την ταπείνωση. " Υποφέρω μαζί με τους χαρακτήρες μου", έγραψε κάποτε σε ένα φίλο του. " Μοιράζομαι την ψυχική τους διάθεση, καλή ή κακή". Αν και κάποιοι έχουν κατηγορήσει τον Άντερσεν ότι ικανοποιούνταν με το να προκαλέι οίκτο, γράφοντας ιστορίες όπου συμβαίνουν οδυνηρά πράγματα σε καλούς ανθρώπους, ( όπως για παράδειγμα στο Κοριτσάκι με τα σπίρτα) οι περισσότεροι διέκριναν μια λυτρωτική δύναμη στον τρόπο που απεικονίζει τις τραγικές καταστάσεις της μοίρας. Έχοντας γράψει πάνω από εκατόν πενήντα ιστορίες, ο Άντερσεν ήταν εκείνος που έδωσε νέα πνοή και καινούργια διάσταση στο παραμύθι, επεκτείνοντας τα όριά του και τους προβληματισμούς του πέρα από τα συμβατικά πλαίσια που ίσχυαν μέχρι τότε.
Ο ίδιος ο Άντερσεν μας έχει αφήσει την αυτοβιογραφία του, με όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του. Γεννημένος στη Δανία, γιος ενός υποδηματοποιού και μιας πλύστρας, ο Άντερσεν αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια με διάθεση σχεδόν ρομαντική, όσο και αν προβάλλει έντονα τις ταπεινώσεις που πέρασε. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών άφησε την Όντενσε, την πόλη που γεννήθηκε και πήγε στην Κοπεγχάγη, αποφασισμένος να πετύχει στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Χωρίς μόρφωση και με μια φωνή που άλλαζε στην εφηβεία του, ήταν ασφαλώς μεγάλο ρίσκο για τον Άντερσεν η απόφασή του να μετακομίσει στην πρωτεύουσα. Για καλή του τύχη, ο Γιόνας Κόλιν, ένας από τους διευθυντές του Βασιλικού Θεάτρου, του εξασφάλισε την οικονομική υποστήριξη για να μπορέσει να σπουδάσει. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, έγινε δεκτός σε σχολείο. Η εμπειρία του ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη, καθώς ο δάσκαλός του τον πρόσβαλλε και τον υποτιμούσε διαρκώς, ενώ οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για την άχαρη περπατησιά του και την εξεζητημένη συμπεριφορά του. Όταν αργότερα ο Γιόνας Κόλιν τον έστειλε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, η ποιότητα της ζωής του βελτιώθηκε σημαντικά, αν και ο Άντερσεν ποτέ δεν έπαψε να παραπονιέται για τις στεναχώριες της προσωπικής του ζωής.
Η πρώτη επαφή του Άντερσεν με τα λαϊκά παραμύθια της πατρίδας του ήταν στο άσυλο στο οποίο εργαζόταν η γιαγιά του. Εκεί, το μικρό αγόρι διασκέδαζε τις γυναίκες, ζωγραφίζοντάς τους σχέδια με κιμωλία και εκείνες τον αντάμειβαν με το να διηγούνται παραμύθια. Όπως είπε κάποτε ο Άντερσεν, στα παραμύθια της χώρας του ανακάλυψε έναν κόσμο " πλούσιο σαν τις Χίλιες και Μία Νύχτες", αλλά επίσης έναν κόσμο που προκαλούσε τρόμο στην παιδική του ψυχή: " Όταν έπεφτε το σκοτάδι, δεν τολμούσα να ξεμυτίσω από το σπίτι".
Το 1830, στον πρόλογο μιας ιστορίας με  τον τίτλο Το Φάντασμα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να εκδώσει μια συλλογή δανέζικων παραμυθιών. Το 1835 εξέδωσε ένα φυλλάδιο με τίτλο Ιστορίες Ειπωμένες για Παιδιά, όπου περιλαμβάνονταν κάποια γνωστά παραμύθια του , όπως Τα Λουλούδια της Μικρής  Ίντας και η Η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι. Οι ιστορίες του απέσπασαν αρχικά κάποιες άδικες κριτικές, αλλά τα παιδιά είχαν διαφορετική γνώμη και σύντομα τα παραμύθια του διαβάζονταν και ακούγονταν παντού.
Το 1837, ο Άντερσεν είχε ήδη εκδώσει τρία διαφορετικά τεύχη με παραμύθια και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι ιστορίες που έγραψε θα μπορούσαν να του ανοίξουν το δρόμο προς τη δόξα. Μέσα στα επόμενα χρόνια έγραψε συνολικά τριάντα πέντε βιβλία με παραμύθια, που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Στη Βαϊμάρη της Γερμανίας και στο Λονδίνο εισέπραξε την αναγνώριση, που ποτέ δεν απόλαυσε στην πατρίδα του. Έγραψε από το Λονδίνο: " Δε θα μπορούσα να καταφέρω περισσότερα σε αυτή τη μητρόπολη απ' όσα έχω ήδη πετύχει...Είναι γεγονός: Είμαι διάσημος! Η εδώ αριστοκρατία με δέχτηκε σαν να ήμουν ένας από αυτούς". Ο Ντίκενς του χάρισε τα Άπαντα των έργων του, σε δώδεκα τόμους, με την αφιέρωση " Στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, από το φίλο και θαυμαστή του, Τσαρλς Ντίκενς".
Σε αντίθεση με τους Αδελφούς Γκριμ και τον Περό, που απλά συγκέντρωσαν ιστορίες από τη λαϊκή παράδοση των χωρών τους, ο Άντερσεν έγραψε τα δικά του παραμύθια. Αν και κάποιες από τις ιστορίες του τις εμπνεύστηκε από διηγήσεις της παιδικής του ηλικίας, δε χωράει αμφιβολία ότι η δύναμη της ιδιοφυούς φαντασίας του και η εξαιρετική ευαισθησία του έδωσαν μια εντελώς πρωτότυπη και καθαρά λογοτεχνική μορφή στα παραμύθια του. Οι ιστορίες του Άντερσεν ξεφεύγουν από τα στερεότυπα των παραδοσιακών παραμυθιών, καθώς επικεντρώνονται στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στις αρετές, στα ελαττώματα, στην αδικία, στην ευσπλαχνία, στη μετάνοια των ανθρώπων. Οι κακοί δεν απαραίτητα οι δράκοι, οι μάγισσες ή κάποια άλλα υπερφυσικά όντα, αλλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας που διακατέχονται από εγωισμό, απληστία, ματαιοδοξία, σκληρότητα, προκατάληψη και κοντόφθαλμη ανοησία. Τα παραδοσιακά παραμύθια μάς παρουσιάζουν αρχέτυπους ρόλους και τυποποιημένα πρότυπα για τους ανθρώπους. Αντίθετα, στα παραμύθια του Άντερσεν βρίσκουμε συχνά χαρακτήρες, που ενσαρκώνουν τον ίδιο τον συγγραφέα, εκπροσωπώντας τις καθαρά προσωπικές του φαντασιώσεις, ευαισθησίες και αγωνίες.
Οι ιστορίες του Άντερσεν δεν έχουν πάντα ευτυχές τέλος, υπενθυμίζοντας μας ότι η ζωή δεν ευνοεί πάντα τους καλούς και τους αθώους. Η κοινωνία και η μοίρα είναι πολύ συχνά άδικη με τους αδύναμους. Όσο κι αν αυτή η διαπίστωση μάς θλίβει, πρόκειται ασφαλώς για μια πολύ πιο ρεαλιστική προσέγγιση σε σχέση με αυτή που προβάλλεται στα πιο συμβατικά παραμύθια. Δεν παύει όμως να είναι ένας ρεαλισμός που συνδυάζεται με μια σπάνια ευαισθησία και μια βαθύτατα ανθρωπιστική διάσταση, που καταγγέλλει, μέσα από έξοχους συμβολισμούς και θαυμάσιες λυρικές αλληγορίες, τα δεινά ενός σκληρού κόσμου. Ακόμα και στα πιο σκοτεινά και μελαγχολικά του παραμύθια, εκείνο που κυριαρχεί στο τέλος, είναι η υπόσχεση της λύτρωσης και της κάθαρσης, που έρχεται μέσα από την αγάπη, την ευσπαλχνία και την ειλικρινή μετάνοια.

Τα παραμύθια της ζωής μας,επιμέλεια - εισαγωγή Maria Tatar, μετάφρ. Κωνσταντίνος Σταματέλος, Νάρκισσος 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια :