Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Έλληνες ραψωδοί

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πορτραίτο του 1836

Οι Έλληνες έχουν κάτι πλανόδιους μουσικούς, ραψωδούς, που ο καθένας θα' λεγες μοιάζει μ' αληθινό Όμηρο` αλλά και νέα παλικάρια καμιά φορά, από κάποια κλίση και μουσικό ταλέντο, βγάζουν έτσι το ψωμί τους. Είναι απίστευτο πόσα τραγούδια ξέρουν. Τα ίδια αυτά τραγούδια τα ακούς γύρω στις φωτιές πάνω στα βουνά ή κοντά στο τζάκι κάποιου πλούσιου Έλληνα. Ακόμα κι ολόκληρα έργα εκφράζουν με το μαντολίνο τους. Τα τραγούδια αυτά, τις μελωδίες αυτές, τις άκουγα κι όταν εκείνοι χόρευαν τους εθνικούς χορούς τους.
Κατά τα τέλη του Μάρτη αποφάσισα να κάνω μια εκδρομή στους Δελφούς` έτσι θα μπορούσα να γιορτάσω τη μεγάλη επέτειο των γενεθλίων μου στις δύο Απριλίου πάνω στον πραγματικό Παρνασσό` μα δεν το' θελαν, φαίνεται, οι θεοί. Οι κοιλάδες γύρω στους Δελφούς ήταν χιονισμένες, τα ποτάμια πλημμυρισμένα και το κρύο δυνατό και σκληρό. Έτσι έμεινα στην Αθήνα. Εκεί οι Μούσες με αντάμειψαν με τα πιο παράξενα τραγούδια και μουσικά κομμάτια που άκουσα στην Ελλάδα.
Όταν κατέβηκα απ' την Ακρόπολη, όπου πέρασα μόνος το πρωινό μου, βρήκα στο τραπέζι ένα γράμμα από τον Ross. Με προσκαλούσε λέγοντας ότι, αφού δεν πήγα εγώ σήμερα στον Παρνασσό, ο Παρνασσός είχε έρθει σε μένα. Τι άλλο μπορούσα να ζητήσω; Στην Αθήνα έτυχε να βρίσκονται δυο πλανόδιοι ραψωδοί, νεαροί Έλληνες απ' τη Σμύρνη, που θα μου τραγουδούσαν τα καλύτερα δημοτικά τραγούδια` θα τους ακούγαμε όμως μέσα στο σπίτι, γιατί έβρεχε ακόμα αδιάκοπα και φυσούσε ένας δυνατός αέρας. Τα σύννεφα είχαν τεντώσει τις υγρές χορδές τους ως τη γη κι ο αέρας έκρουε τις χορδές αυτές με τέτοια μελωδία, που μήτε οι θεοί θα μπορούσαν να δώσουν τόνο πιο δυνατό απ' αυτόν. Κι εγώ ήμουν τόσο εγωιστής, ώστε ζητούσα όλα αυτά να γίνουν στα γενέθλια μου, απαιτούσα να γιορτάσει μαζί μου κι η Γλαυκομάτα Αθηνά.
Ήρθα στου Ross. Οι ραψωδοί κάθησαν με το' να πόδι πάνω στ' άλλο. Ο ένας απ' αυτούς ακούμπησε το βενετσιάνικο μαντολίνο του στο γόνατο κι ο άλλος έπαιζε βιολί, ένα όργανο που τώρα τελευταία άρχισαν να παίζουν οι πλανόδιοι τραγουδιστές. Κι οι δυο ήταν ντυμένοι με γαλάζια ελληνική φορεσιά κι είχαν στο κεφάλι τους από ένα κόκκινο φέσι. Τα πρόσωπά τους ήταν όμορφα, γεμάτα ζωντάνια, με μαύρα μάτια και καλογραμμένα φρύδια.
Μπορεί να ήταν τυχαίο μα πολύ χαρακτηριστικό, που ολόκληρη αυτή η σειρά των τραγουδιών σχημάτιζε την ιστορία του νεοελληνισμού.
Άρχισαν με ένα ελληνικό μοιρολόγι βγαλμένο απ' τον ίδιο το λαό, όταν ακόμα ήταν κάτω απ' το τούρκικο ζυγό. Έλεγε για τα κοπάδια και τα κορίτσια που τους άρπαξαν. Δεν άκουγες όμως ένα μόνο σκοπό με τις φωνές τους, που σταυρώνονταν με τόσο παράξενο τρόπο. Οι δυο φωνές ιστορούσαν μ' ένα δικό τους τρόπο τον πόνο του χαμού, κι όμως η ιστορία ήταν η ίδια κι ίδιο το πάθος που εκφράζανε. Σιγανά, λίγο παραπονιάρικα, τραγουδούσαν, λες κι ο φόβος κρατούσε ακόμα τη γλώσσα τους δεμένη. Κάθε τόσο το πάθος φούντωνε, γινόταν άγρια κραυγή, θαρρείς κι έκλαιγε ένας ολόκληρος λαός. Ήταν ένα σπαραχτικό, συγκλονιστικό τραγούδι, σαν εκείνο του Ισραήλ στα ποτάμια της Βαβυλωνίας.
Μετά ακολούθησε ένα τραγούδι του Ρήγα. Με πιο πολύ ενθουσιασμό ηχούσε η στροφή:


Σπάρτα, Σπάρτα, τι κοιμάσαι υπό λήθαργον βαθύν;

Ακούσαμε ένα ακόμα θούριο, που η μελωδία του είχε μια περίεργη ομοιότητα με την Μασσαλιώτιδα, κι όμως, όπως μου έλεγαν, ήταν γνήσιο ελληνικό θούριο κι ιστορούσε τον αγώνα των Ελλήνων. Κι οι ραψωδοί συνέχισαν με ένα σκοπό, που τραγουδούσε ο λαός κατά τον ερχομό του Όθωνα στο Ναύπλιο. Ένιωθα βαθιά συγκινημένος` η ιστορία ενός λαού γραμμένη με νότες φτάνει πιο βαθιά στην καρδιά από εκείνη που γράφεται με γράμματα.
Ξαφνικά, ο πιο μικρός απ' τους ραψωδούς άρπαξε τις χορδές και στο βιολί αντήχησε μια επιλογή απ' το " Fra Diavolo", το " Robert " και άλλες γαλλικές όπερες. Ήταν απαίσιο! Μου φάνηκε σαν ένα προμήνυμα, πως όλοι αυτοί οι λαϊκοί σκοποί θα σιγάσουν και ξένα τραγούδια θα εισβάλουν στο λαό. Από τώρα κιόλα προτιμούν οι Έλληνες να ακούν αυτές τις μελωδίες του Auber παρά τα δικά τους τραγούδια.
Στο τέλος ακούσαμε ένα τούρκικο τραγούδι. Ποτέ μου δεν άκουσα πιο απαίσιο πράμα. Στην αρχή πίστευα πως πρόκειται για μια παρωδία, μα ο Ross με βεβαίωσε για το αντίθετο` κι αργότερα, στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, πείστηκα πως στ' αλήθεια δεν είναι παρωδία. Μια φωνή άρχισε να τραγουδάει σιγά κι ακατάληπτα, ακόμα και για όσους ξέρουν τούρκικα. Η φωνή ηχούσε σαν ένα ονειρικό μουρμουρητό. Μου φαινόταν σα ν' άκουγα έναν οπιομανή να αναστενάζει βαθιά βλέποντας άσχημο όνειρο. Χτυπώντας μονότονα μια και μόνο χορδή συνόδευε το τραγούδι του. Μέσα του αυτό το τραγούδι είχε κάτι φοβερά θλιβερό κι η επωδός ηχούσε ξαφνικά, σα να ξυπνούσε ο τραγουδιστής κι έβαζε τις φωνές την ώρα που τον σκότωναν.
Όταν θα έφευγαν οι ραψωδοί, πήραν τα χέρια μας, τα φίλησαν κι έπειτα, σύμφωνα με την ελληνική συνήθεια, τα ακούμπησαν στο μέτωπό τους. Ένιωθα τόσο γεμάτος απ' όλα αυτά!
Το πρωί ελληνικά τραγούδια και το βράδυ εθνικοί χοροί. Ήταν ένα αληθινό πανηγύρι. Ο Luth απ' το Holstein, ο αυλικός παπάς της βασίλισσας, οργάνωσε για μένα αυτό το θέαμα. Οι χορευτές ήταν απ' τον ίδιο το λαό. Χόρεψαν δυο Έλληνες υπηρέτες του, ένας γέρος καφετζής κι άλλα δυο νέα παιδιά, τεχνίτες απ' την πόλη. Οι ραψωδοί άφηναν το μαντολίνο και το βιολί να ηχήσουν και κάθε τόσο ο ένας τους έλεγε μια σύντομη στροφή ή προσκαλούσε τους άλλους να χαρού.


Χαρήτε! Η ζωή είναι μικρή! Η αγάπη είναι θλίψη!
Η Αγάπη είναι χαρά! Χορέψτε σεις, οι νέοι!

Ολόκληρος ο κύκλος γύριζε με χάρη στο πάτωμα. Ο κορυφαίος ήταν εκείνος που τους οδηγούσε σαν αρχιχορευτής` οι άλλοι κοίταζαν τη στάση και τα βήματά του και τον μιμούνταν. Η παρμάνα του σπιτιού, μια πεντάμορφη Ελληνίδα απ' τη Τζιά, είχε φορέσει τα καλύτερα κοσμήματά της. Προπάντων το σαρίκι ταίριαζε τόσο με τα μαύρα μαλλιά της και τ' όμορφο πρόσωπό της. Σε λίγο άρχισε μαζί με δυο απ' τους άντρες ένα χορό απ' την πατρίδα της. Δεν μπορούσες να επιθυμήσεις τίποτε πιο χαριτωμένο, κι όμως αυτοί που χόρευαν ήταν απλοί άνθρωποι του λαού. Κρατούσε τους άντρες όχι απ' το χέρι, μα απ' τη ζώνη τους, κι εκείνοι άγγιζαν το μπράτσο της. Έτσι πιασμένοι, πήγαιναν μια μπρος και μια πίσω, κάτι που έμοιαζε με βάδισμα. Όλες της οι κινήσεις έδειχναν ηρεμία, αλλά στους άντρες ενέπνεαν ζωηράδα και πάθος. Έκανε να ξεμακρύνει, μα την κρατούσαν` το βλέμμα κι η όψη της εκφράζαν έντονα συναισθήματα, που ευνοούσαν τον ένα μόνο απ' τους δυο!
Αφού χόρεψαν και τραγούδησαν για μας, δυο απ' την παρέα μας χόρεψαν γι' αυτούς έναν τυρολέζικο χορό, που τους άρεσε φαίνεται, γιατί μετά, χορεύοντας, μινούνταν τις κινήσεις τους. Ο ένας απ' αυτούς τους ραψωδούς που, καθώς έλεγαν, ήταν προικισμένος με λυρικό ταλέντο, με παρακάλεσε να πω ένα τραγούδι απ' το Βορρά, ένα "υπερβόρειο" τραγούδι, καθώς είπε.
Του τραγούδησα το σκοπό για το Δανό που παρακαλούσε να τον αφήσουν να μεταφέρει το πτώμα του βασιλιά Frederik στη στερνή του κατοικία. Κι άκουγε ο ραψωδός το λαό να αποχαιρετά το βασιλιά του στα τείχη της πόλης τραγουδώντας με σπαραγμό` κι η κάσα κάτω απ' το φως των λαμπάδων προχωρούσε στη χιονόσκεπη δημοσιά, ενώ σε κάθε μικρό καλύβι στην άκρη του δρόμου φαινόταν κι ένα φτωχό κερί, ενώ σ' ολόκληρο το δρόμο γέροι με τα εγγόνια τους και τις λαμπάδες που έκαιγαν σταύρωναν τα χέρια τους κι έλεγαν: " Τώρα έρχεται το λείψανο του βασιλιά!"
Τραγουδώντας ακόμα το σκοπό πρόσεξα τα μάτια της νέας κοπέλλας να βουρκώνουν. Ο πιο μικρός απ' τους ραψωδούς με παρακάλεσε να το ξαναπώ. " Θά' ταν σίγουρα ένας καλός βασιλιάς!" είπε και με κοίταξε μ'ένα τόσο παρακλητικό βλέμμα, που το ξανατραγούδησα.
Αργά τη νύχτα, όταν έφυγα, μου κάναν παρέα οι δυο ραψωδοί. Η βροχή είχε σταματήσει και ψηλά στον ουρανό περνούσαν βιαστικά τόσο ελαφρά διάφανα σύννεφα, ώστε ανάμεσά τους έβλεπες το φως των αστεριών. Γύρω μας μεγάλη, σιωπηλή, προς τα ψηλά βουνά απλώνεται η πεδιάδα. Τόση σιγαλιά, σα μια νυχτιά στη μητρόπολη της  Roskilde, εκεί που τώρα ξεκουράζεται ο βασιλιάς Frederik.
Άξαφνα ένας απ' τους ραψωδούς άρπαξε το βιολί του κι έπαιξε λίγες νότες της μελωδίας του " Ο Δανός χωριάτης κι ο βασιλιάς Frederik". Ποιος ξέρει! μπορεί κάποτε να κάνει ένα δικό του ποίημα μ' όσα άκουσε και να το τραγουδά πάνω στα ελληνικά βουνά και κάτω απ' τα σκιερά πλατάνια της Μικρασίας` ένα τραγούδι για το βασιλιά του Βορρά, που τον έφερε στον τάφο του ένας θλιμμένος χωριάτης.


Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της " 'Εστίας"Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε . Μετάφραση από τα Δανέζικα, εισαγωγή και σχόλια: Allan Lund. Συνεργάτης για την απόδοση στα Ελληνικά: Λουκία Θεοδώρου. ( χωρίς χρονολογία)


" Ο Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen είναι σήμερα πιο πολύ γνωστός σαν συγγραφέας παραμυθιών. Τα παραμύθια του είναι μεταφρασμένα σε 65 περίπου γλώσσες. Το έργο του όμως δεν περιορίζεται μόνο στον τομέα αυτόν. Ασχολήθηκε και με άλλα είδη του λόγου. Έγραψε και ποιήματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα κι οδοιπορικά. Το "Παζάρι ενός ποιητή", που ένα μέρος του μεταφράζεται τώρα για πρώτη φορά στα Ελληνικά με τον τίτλο " Οδοιπορικό στην Ελλάδα", δεν ήταν ούτε το πρώτο του έργο, ούτε το πρώτο του ταξιδιωτικό, με το οποίο παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό. Μα το "Παζάρι " είναι σήμερα εκείνο που θεωρείται η πιο σημαντική του προσφορά - εκτός βέβαια απ' τα παραμύθια του.
Του Άντερσεν του άρεσε πάντα το ταξίδι κι είπε κάποτε πως το να ταξιδεύεις σημαίνει να ζης. Κι έτσι φιλαπόδημο που ήταν, γύρισε πολλές στεριές και θάλασσες. Ήταν λοιπόν φυσικό να περάσει κάποτε κι απ' την Ελλάδα, που γι' αυτόν δεν ήταν μόνο ένας τουριστικός τόπος, μα μια κλασική χώρα.
Όταν, στις 31 Οκτωβρίου του 1840, ο Άντερσεν ξεκίνησε για ένα μακρινό ταξίδι , που κράτησε ως τις 31 Ιουλίου του 1841, ήταν 35 χρονών. Στο ταξίδι αυτό είδε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ανατολή ( Τουρκία) και γύρισε στη Δανία απ' το Δούναβη. Μετά την επιστροφή του έγραψε τις εντυπώσεις του με τον τίτλο " Παζάρι ενός ποιητή" που τυπώθηκε στα 1842(...)
Για να αποχτήσει τα χρήματα που θα του χρειαζόταν για το ταξίδι στην Ελλάδα, έστειλε απ' το Μόναχο της Γερμανίας ( στις 22 Νοεμβρίου του 1840) ένα γράμμα στον προστάτη του, τον J.Collin, παρακαλώντας να του ζητήσει μιαν υποτροφία απ' το βασιλιά. " Ώστε στα τέλη Απριλίου, του έγραφε, να μπορέσω να πάω στην Ελλάδα, όπου με προσμένει το μεγαλύτερο κέρδος του ταξιδιού μου".
Ίσως εδώ θα πρέπει να τονιστεί πως ο Άντερσεν χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη δε θα ήταν σε θέση να συνεχίσει, μα θα αναγκαζόταν να επιστρέψει στη Δανία.
Στη Νεάπολη δέχτηκε επιτέλους την απάντηση που τόσο περίμενε ( την πρώτη Μαρτίου). Του είχαν χορηγήσει μιαν υποτροφία αρκετά μεγάλη, ώστε να ξεκινήσει για τον προορισμό του, την Ελλάδα.
Εξ αιτίας των κακών τότε μέσων συγκοινωνίας αναγκάστηκε να διαλέξει ανάμεσα στη Σικελία και την Ελλάδα. Και τους δυο τόπους δε θα μπορούσε να τους επισκεφτεί. Πήρε απόφαση και διάλεξε την Ελλάδα..."(από την Εισαγωγή)

Δεν υπάρχουν σχόλια :