Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή (3/4)


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Η νουβέλα «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στην εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και το 1979 ο συγγραφέας την συμπεριέλαβε στη «Θητεία». Συλλογή με αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940 – 1950.

Η γραφή του Δημήτρη Χατζή  ρεαλιστική  τείνει περισσότερο προς την ιστορική αφήγηση και αναπαράσταση, κατορθώνοντας συγχρόνως να αποδώσει με  τις δυνατές και ζωντανές περιγραφές τις μάχες  αλλά και το ψυχικό μεγαλείο των αγωνιστών της Μουργκάνας.

Δημοσιεύουμε τη νουβέλα σε συνέχειες. Σήμερα το τρίτο μέρος.


Τη νύχτα, ξημερώνοντας η δεύτερη του Μάρτη, μια Μοίρα ΛΟΚ ανέβηκε στο ύψωμα Σκηταριό. Αυτοί οι ΛΟΚ είναι ένα είδος σαν τους κομάντος. Αγγλοπρέπεια. Γεροί στο σώμα και φασίστες  ξεδιαλεγμένοι από την Ορεινή Ταξιαρχία και από τα Τάγματα Ασφαλείας, εκπαιδεύτηκαν για τον βουνίσιο πόλεμο. Γι’ αυτό τους λένε και Λόχους Ορεινών Καταδρομών.
Φοράνε κάτι ωραία ποδήματα στέρεα κι αποκάτω με λάστιχο, για να πατούνε καλύτερα στην πέτρα και να μην ακούονται κιόλας, άσπρες βραχείες από μηλωτή, έχουν πολλά ατομικά αυτόματα κι ο κάθε λόχος ασύρματο. Η δουλειά τους είναι να πιάνουνε κάποια κορφή, να βρίσκουνε ένα δύσκολο πέρασμα, να κρατούνε για λίγο μια θέση κ΄ύστερα να ‘ρχεται πίσω τους το ταχτικό στράτεμα να τη στεργιώνει.
Αυτοί π’ ανεβήκανε στο ύψωμα Σκηταριό θα ‘τανε καμιά τρακοσαριά. Τρύπωσαν από μια λαγκαδιά και περπατώντας όλη νύχτα από το μοναστήρι του Μακραλέξη, ξημερωθήκανε το πρωί πάνω στο ύψωμα. Ρίξανε πράσινες φωτοβολίδες για τα’ αεροπλάνα τους κ’ είδανε κ’ οι δικοί μας και νιώσαν την καταστροφή που τους γίνηκε.
Το ύψωμα αυτό του Σκηταριού είναι πάνω στη Μουργκάνα. Τα στρατέματα που ξεκινήσανε κιόλας από τα χαράματα να ενωθούν με τους ΛΟΚ θα περνούσανε στην πλάτη όλης της δικής μας διάταξης. Το μέτωπο, που δεν έσπασε τρία μερόνυχτα, αναποδογυρίζονταν τώρα.
Είταν τότες ένας αγώνας γρηγοράδας για τους δικούς μας να κόψουνε τους ανεβασμένους στο Σκηταριό και να μην αφήσουν τις δυνάμεις του ταχτικού στρατού να φτάσουν απάνω. Να σταματήσουνε πρώτα τη ζημιά σε κείνο το μέρος όσο να πιάσουνε καινούργιες θέσεις και ν’ ανοίξουνε μάχη.
Απ’ όλες τις μεριές του μετώπου τρέχανε κατά κει. Ακόμα και η «Ομάδα Ασφαλείας» του Αρχηγείου θα πάει στο ύψωμα που πατήθηκε. Είναι μια κρίσιμη ώρα και το νιώθουν όλοι τους.
Ο Λοχαγός Νέστορας ανεβαίνει πρώτος απάνω. Τρεις είναι όλοι κι όλοι μαζί του – οι δυό κοπέλες. Ένας όλμος, δυο οπλοπολυβόλα, κ’ ένα βαρύ πολυβόλο, κουβαλιούνται γρήγορα-γρήγορα κι ανεβάζονται στη Μουργκάνα. Ο ταγματάρχης Αχιλλέας με εφτά μαχητές της ανταρτικής ομάδας του Πιπέρη,  τρέχουνε και πιάνουν ένα ύψωμα δίπλα στο Σκηταριό που το λένε Τσεροβέτσι. Βρίσκουν στο δρόμο τους ένα διμοιρίτη από τα τμήματα που πηγαίνανε πίσω, τον παίρνουν μαζί τους κι αυτόν με τ’ οπλοπολυβόλο του και στήνουνε εκεί μιαν αντίσταση που δείχτηκε κατόπι σημαντική. Μικρές δυνάμεις πιάνουνε και κρατούνε τα μπροστινά υψώματα που λέγονται Στάλος και Καστρί. Άλλες δυνάμεις πολεμούνε χαμηλά στο ποτάμι να κόψουνε το δρόμο στα τάγματα που ανεβαίνουν να ενωθούν με τούς ΛΟΚ. Οι όλμοι αλλάζουνε θέσεις. Όλα τα υψώματα γύρω στο Σκηταριό, όλα τα μονοπάτια που πάνε σ’ αυτό, πιάνονται γρήγορα. Πάνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ο ταγματάρχης Αχιλλέας μπορεί και είναι παντού. Γοργοπόδαρος και ήμερος.
Από τις εφτά το πρωί οι δικοί μας αρχίζουνε και χτυπιούνται με τους ΛΟΚ. Τα αεροπλάνα τους βάζουν με τα μυδράλια, οι οβίδες πέφτουνε γύρω τους ασταμάτητα. Ο λοχαγός Νέστορας χτυπιέται στα πενήντα, στα είκοσι μέτρα με το πιστόλι, Νέστορας Θανάσης είναι τ’ όνομά του, από τα Κριθαράκια Γρεβενών, τριάντα τέσσερω χρονών παλικάρι. Ελασίτης, φυλακισμένος στα Γρεβενά, το ‘σκασε το Γενάρη του 1947 κ’ είταν από τότε στο Δημοκρατικό Στρατό. Η μικρή δύναμη που πρωτανέβηκε μαζί του αυξήθηκε σε λίγο και μ’ άλλους μαχητές. Οι ΛΟΚ μαζεύονται παραπίσω, πιάνουν τις πρόχειρες θέσεις που φκιάξανε, η μάχη έχει αρχίσει κι όλο δυναμώνει πάνω στο ολόγυμνο ύψωμα. Ένα ταχυβόλο του Νέστορα παθαίνει εμπλοκή. Ένα οπλοπολυβόλο στήνεται στη στιγμή. Ένας όλμος που κουβαλιέται από την άλλη μεριά στήνεται στα εκατό μέτρα από τον εχθρό. Όλα για όλα.
Οι ΛΟΚ κρατούνε ακόμα γερά και σταματούν τους δικούς μας. Ένα μικρό ύψωμα τους χωρίζει πενήντα, εκατό μέτρα. Η θέση τους είναι δύσκολη γιατί βοήθεια από κάτω δεν έρχεται. Τα οπλοπολυβόλα μας απ’ όλα τα γύρω υψώματα τους χτυπούνε, ο όλμος συνέχεια τους ρίχνει ανά πέντε. Μα και των δικών μας η θέση δεν είναι καλύτερη. Δεν μπορούν να τους βγάλουν από κει και πολεμούν απροφύλαχτοι στο γυμνό βουνό και χτυπιούνται από τα κανόνια και τα αεροπλάνα.
Ο Νέστορας δέχεται μια σφαίρα στο στήθος και πέφτει. Ακόμα ένας νεκρός και τέσσερις λαβωμένοι πέφτουνε γύρω του. Όλο το μικρό του τμήμα κλονίζεται για μια στιγμή με το θάνατο του αρχηγού του. Ο επίτροπος Παπαδόπουλος στέλνει ένα σύνδεσμο να τους πει πως είναι παρών – πενήντα βήματα παραπίσω. Νιώθει τώρα πως έφτασε η κρισιμότερη στιγμή της ζωής του. Τ’ αεροπλάνα δε σταματούνε να ρίχνουν. Σέρνεται ο ίδιος και τραβάει το Νέστορα παρακάτω. Μια βόλτα που κάνουνε τ αεροπλάνα για να ξαναχυμήξουν,  τους δίνει λίγο καιρό να πάρουν τους λαβωμένους. Όλοι τους κουβαλούνε, μέσα σε βροχή απ’ οβίδες, τους πάνε πιο πέρα. Ο Νέστορας είναι νεκρός. Ένα από τα κορίτσια που ‘ταν μαζί του απ’ το πρωί είναι δίχως ποδάρι. Θαρρεί θα πεθάνει και θέλει να την αφήσουν, να παν στη δουλειά τους. Την πήραν οι μεταγωγικοί και την πήγαν στο νοσοκομείο κουβαλώντας την στην πλάτη τους, ώρες μακριά. Και ζωντάνεψε και σ’ όλο το δρόμο τραγούδαγε για να τους αλαφρώνει.
Οι άλλοι ξαναγυρίζουν στη μάχη που αγριεύει και συνεχίζεται όλη τη μέρα. Οι ΛΟΚ κρατούνε τις θέσεις τους. Τ’ αεροπλάνα καρφώνουνε τους δικούς μας. Ως τ’ απόγιομα από τις πιο μακρινές θέσεις φτάνουνε τα τμήματα μας, ζώνουνε γύρω και γύρω το Σκηταριό κ’ η κατάσταση ως το βράδυ δεν αλλάζει σε τίποτα.
Το Αρχηγείο δίνει διαταγή για μια μεγάλη επίθεση τη νύχτα. Ο ταγματάρχης Αχιλλέας θα διευθύνει αυτή την επιχείρηση που αρχίζει στις δέκα το βράδι. Οι όλμοι για μιαν ακόμη φορά θ’ αλλάξουνε θέσεις. Τα βλήματα κουβαλιούνται στην πλάτη πάνω στις απότομες πλαγιές. Μια πρώτη μικρούλα προχώρηση βοηθάει την εξόρμηση. Έρχονται κοντά-κοντά με τους ΛΟΚ. Οι αξιωματικοί μας δε στέκουν μακρύτερα από τα εκατό μέτρα. Ο ομαδάρχης Μπόμπορας έρχεται στα χέρια, πέφτει πάνω σ’ ένα πολυβόλο και τους το παίρνει. Δυο ώρες η μάχη συνεχίζεται ασταμάτητα και με πείσμα μέσα στο σκοτάδι. Τα πυρομαχικά μας, όλα κουβαλημένα με τα χέρια, κατά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα τελειώνουν. Ξαναρχίζουν οι φάλαγγες, οι ηρωικές μας φάλαγγες των φορτωμένων, ν’ ανεβαίνουνε τις απότομες πλαγιές για μιαν καινούργια τελειωτική επίθεση πριν ξημερώσει.



Μα δε θα χρειαστεί να γίνει. Οι ΛΟΚ έχουνε τσακιστεί. Τριάντα δύο κουφάρια τους κείτονται πάνω στις πέτρες. Πενήντα λαβωμένοι τους τραβηχτήκανε πίσω. Αποκομμένοι από κάτω, δεκατισμένοι από την αντεπίθεση, πεθαμένοι από τη διήμερη πορεία και τη μάχη αφήνουν το ύψωμα πριν απ’ το χάραμα. Η μεγάλη κρίση πέρασε. Το Σκηταριό πατήθηκε, μα δεν έπεσε. Όλο το μέτωπο ανασαίνει τη χαρά της πρώτης νίκης.

Μα οι δυνάμεις του εχθρού είναι μεγάλες, πολλές. Τη νύχτα της ίδιας μέρας, στις τρεις του μήνα, μια καινούργια επίθεσή του γίνεται λίγο αριστερότερα από το Σκηταριό. Από το πρωί τα κανόνια γυρίσανε και χτυπούν κατά το χωριό που λέγεται Λειά, τ’ αεροπλάνα γυρίζουν από πάνω, δυο τάγματα, το 581 και το 625 ξεκινούνε. Το 625 κρατήθηκε. Μα το 581 καταφέρνει να μπει στο μισό χωριό.
Μια μικρή ρεματιά χωρίζει τούς δυο μαχαλάδες του χωρίου. Στον ένα βρίσκεται το 581, τον άλλον τον κρατούν οι δικοί μας. Από κει θα περάσουν τη νύχτα και θα χτυπηθούν από σπίτι σε σπίτι. Είναι ένας πόλεμος άγριος, ύπουλος, άνισος για κείνον που κάνει την επίθεση.
Η χειροβομβίδα, το πιστόλι, η αντιαρματική γροθιά θα είναι τα όπλα, κάποτε το μαχαίρι, κάποτε τα χέρια.
Δυο ώρες μέσα στη νύχτα από σπίτι σε σπίτι, από το καμένο σκολειό του χωριού ως την εκκλησιά και τ’ άλλα χτίρια που οχύρωσαν οι τρεις και τέσσερις φορές ξεδιαλεγμένοι φασίστες του 581 οι δικοί μας προχωρούνε βήμα με βήμα και καθαρίζουν τον τόπο. Πριν φέξει τους σκόρπισαν, τους αναποδογύρισαν, τους έβγαλαν από το χωριό και τους διώξανε πίσω.
Τότες ο Βασιλάρας πήρε το τηλέφωνο κ’ είπε πως και κείνο το μέτωπο λευτερώθηκε κι ο Φωκάς θα ματσούλησε πάλι τα χείλια του.

Ωστόσο, στο Αρχηγείο δεν ησυχάζουν. Ο Καλιανέσης ξέρει καλά πως ο κίνδυνος μένει. Κάτι άλλο χρειάζεται. Κάτι σπουδαίο. Πολύ σημαντικό. Που θα αναποδογυρίσει όχι πια τμήματα και τάγματα του εχθρού που κάνουν επίθεση, μα τη βασική του διάταξη, θα διώξει μακριά τον κίνδυνο.
– Κάτι, που αν δεν αποδώσει όλα όσα το Κόμμα περιμένει από μας, θα δώσει το πιο πολύ που μπορούμε. Έτσι είπε ο Παύλος, ο Επίτροπος του Αρχηγείου στον Πετρίτη που διοικεί το κλιμάκιο, στο δεξιό της δικής μας διάταξης. Οι δυό τους γνωρίζονται πολύ καλά. Κι από τον ΕΛΑΣ και κατόπι μαζί, δεν έχουν ανάγκη από λόγια πολλά.
Ο Παύλος είτανε μαζί τους από τότες που πρωτογίνηκε το Αρχηγείο της Ηπείρου, το Φλεβάρη του 1947, αρχηγός τους στρατιωτικός και μαζί και πολιτικός τον πρώτο καιρό. Πέρασε κοντά τους από το καμίνι των μεγάλων δοκιμασιών στις άνισες μάχες, στις μεγάλες στερήσεις, στις απανωτές λιποταξίες και προδοσίες. Και μέσα απ’ αυτές τις δοκιμασίες, αλύγιστος, τους έβγαλε πέρα κ’ έριξε μέσα σε λίγους μήνες βαρύν τον ίσκιο του αντάρτικου της Ηπείρου απάνω στα σκέδια της εαρινής εκστρατείας του 1947.
Τον καιρό εκείνο ο Παύλος έδωσε κάποτες στον Πετρίτη τα μισά ντουφέκια του Αρχηγείου κι απόμεινε αυτός με εξήντα μαχητές, τούς μισούς δίχως όπλα. Κι ο Πετρίτης δεν τα ντρόπιασε τότε τα ντουφέκια που πήρε, γυρνώντας από το Γράμμο στο Πωγώνι κι ως τους Φιλιάτες και την Πρέβεζα κι ανοίγοντας το δρόμο του Δημοκρατικού Στρατού στην Ήπειρο. Τώρα του ζητούσε να κρατήσουνε τη Μουργκάνα που είταν το κέρδος και το έπαθλο όλων εκείνων των δοκιμασιών, των προσπαθειών και των θυσιών τους. Κι όπως τότες ο Πετρίτης, έτσι και τώρα, δε θα το ‘θελε ποτές του να δει τον Παύλο να σκύβει το κεφάλι του και να τον ακούσει να λέει, σα να μίλαγε μοναχός του.

– Αχ, μωρέ παιδί μου, γιατί. . .

Ο Καλιανέσης έχει σχεδιάσει το «κάτι». Ήμερα και προσεχτικά, με σιγουριά. Και με γνώση. Και πρώτ’ απ’ όλα μ’ εμπιστοσύνη στους μαχητές του. Σκυμμένοι πάνω στο χάρτη εξηγούνε κ’ οι δυό τους στον Πετρίτη πώς και πούθε θα γίνει η ενέργεια. Κι αυτός, κατεβαίνοντας την ίδια νύχτα στο κλιμάκιο φωνάζει τον ταγματάρχη Σκεύη και τους τέσσερις λοχαγούς που θα πάρουνε μέρος σ’ αυτή. Τους εξηγεί. Θα είναι ένας επιθετικός ελιγμός στ’ αριστερό του εχθρού. Την ίδια νύχτα τα τμήματα πρέπει να κινηθούνε και με αρχηγό το Σκεύη να δώσουν κ’ οι τέσσερις το αποφασιστικό χτύπημα. Ξαφνικά, γρήγορα, δυνατά. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού και του Δημοκρατικού Στρατού πρέπει να πετύχετε – είναι τα τελευταία λόγια που έχει να τους πει ο Πετρίτης.
Και οι τέσσερις καλούνε τους λόχους σε γενικές συνελεύσεις. Τους εξηγούνε με λίγα λόγια τι θα πρέπει να κάνουνε εκείνη τη νύχτα κι όλοι τους, πριν ξεκινήσουν, μεταλαβαίνουν εκεί τ’ άχραντα μυστήρια του χρέους. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού, στ’ όνομα του Κόμματος, θα πολεμήσουμε πρώτοι – δίνουν το λόγο τους οι κομουνιστές. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού, τ’ όνομα του Δημοκρατικού Στρατού και του αρχηγού μας, στ’ όνομα των νεκρών μας θα συντρίψουμε απόψε τον εχθρό – ορκίζονται όλοι.

Λίγην ώρα πριν ξεκινήσουν ένας σύνδεσμος φέρνει ένα γράμμα στο Σκεύη. Είναι από τον Πετρίτη. Δεν του γράφει πια για το σκέδιο. Είναι κ’ οι δυό τους δάσκαλοι που γίνανε πολεμιστές κ’ είναι καιρός που πολεμούν μαζί κ’ είταν μαζί και στις δύσκολες ώρες. Του γράφει για το χρέος και για τον αγώνα, για το Κόμμα και για τα παιδιά που χαθήκανε – κ’ είναι κρίμα που δεν κράτησαν μήτε ο ένας μήτε ο άλλος αυτό το γράμμα.

Στις εννιά η ώρα ο μικρός στρατός, τέσσερις λόχοι, ξεκινάει. Ο ουρανός είναι πάντα ολοκάθαρος και το κρύο δυνατό. Σύμφωνα με το σκέδιο πρέπει να τσακίσουνε δυό τάγματα πάνω στο δρόμο τους, του Γαλάνη και το 611 πριν από το πρωί. Ένα τρίτο τάγμα, το 581, θα ‘ναι παραπέρα. Ακόμα παραπέρα, το 625.
Στις δέκα τη νύχτα τα πρώτα τμήματα βρίσκονται κιόλας κοντά στον εχθρό. Στο κέντρο είναι ο λόχος του Σδράβου. Καθώς περνούν ένα μικρό ποταμάκι, σ’ ένα φυλάκιο τους παίρνουν χαμπάρι και τούς χτυπούν. Κρύβονται και δε ρίχνουν. Το σκέδιο είναι να περάσουν τα πρώτα φυλάκια δίχως να χτυπηθούν. Προχωρούν ακόμα, μέσα στη νύχτα, φτάνουν έξω από το χωριό Πόβλα, τότε βρίσκονται πια κοντά στον εχθρό. Σέρνονται στη γης και φτάνουν στα τριάντα μέτρα.
– Απάνω τους, είναι η κραυγή του λοχαγού τους.
Πηδούν απάνω στα πολυβολεία, χτυπιούνται με τα πιστόλια, με τους υποκόπανους των όπλων, αρπάζονται στα χέρια. Γύρω και μέσα στο χωριό είναι ο Γαλάνης με το τάγμα του, μια διλοχία και ο λόχος διοίκησης του 611. Τα χάνουν, δεν ξέρουν τι να πιστέψουν, δεν μπορούν να καταλάβουν ακόμα τι γίνεται. Ο μάγειρας ενός λόχου θαρρεί πως γίνηκε επανάσταση. Καθώς πέφτουν οι δικοί μας απάνω του σηκώνει τα χέρια κι ορκίζεται πως είναι στρατιώτης και δεν το κούνησε καθόλου από τη θέση του…
Οι δικοί μας προχωρούνε, μπαίνουνε μέσα στο χωριό, ξεκαθαρίζουν τις αντιστάσεις, τινάζουν τα οχυρωμένα σπίτια. Ο ομαδάρχης Σωκράτης Γκίζας από το Παλιοχώρι βρίσκεται στη μέση του δρόμου αγκαλιασμένος μ’ έναν του Γαλάνη. Είναι κ οι δυό τους πεσμένοι κάτω.
– Βοήθεια συναγωνιστές, φωνάζει ο Γκίζας.
– Βοήθεια συναγωνιστές, φωνάζει κι ο Γαλάνης κ’ οι δικοί μας τρέχουνε και δεν μπορούν μέσα στο σκοτάδι να ξεχωρίσουν ποιος είναι ο αληθινός.
Ένας αξιωματικός του 611 μόλις τώρα ξύπνησε. Τρέχει, κατεβαίνει στο δρόμο να μάθει τι γίνεται.
– Αλτ, του φωνάζει ο Χρήστος Τσοπάνος από τ’ Άρματα της Κόνιτσας.
– Είμαι ο δόκιμος.
– Έλα κοντά.
Κάνει να του ρίξει, το ντουφέκι δεν πιάνει. Αρπάζονται στα χέρια κι αυτοί. Ο δόκιμος είναι γερός. Κι ο δικός μας το ίδιο, θηρίο. Σηκώνει το ντουφέκι σα ρόπαλο και τον χτυπάει στο κεφάλι. Κι άλλος Γαλάνης ή στρατιώτης έρχεται από πίσω. Ο Χρήστος κάνει να φύγει. Το λουρί του ντουφεκιού του πιάνεται στο λαιμό του δόκιμου που ‘ναι πεσμένος κάτω. Αφήνει τ’ όπλο του στο λαιμό του αλλουνού κι αρπάζει ενός σκοτωμένου που βρίσκεται δίπλα του. Κάνει να ρίξει στον άλλο Γαλάνη, δεν τον προφταίνει, αρπάζονται και μ’ αυτόν στα χέρια, παλεύουν, ώσπου φτάνουν οι δικοί μας και τον ελευθερώνουν τραυματισμένον.
Οι Γαλάνηδες ξέρουνε πια τι γίνηκε. Όσοι προφταίνουν βγαίνουν από το χωριό και φεύγουν. Καμπόσοι τρέχουν και κρύβονται μέσα στα σπίτια, βγάζουνε γρήγορα τα ρούχα τους τα στρατιωτικά, κάθονται στη φωτιά και παρασταίνουνε τους αθώους χωριάτες. Ένας μικρός μαχητής, Απόστολος Γελαδάρης από το Κεράσοβο της Κόνιτσας, μπαίνει σ΄ένα σπίτι. Τρεις κάθονται στη φωτιά.
– Τι είσαστε σεις;
– Χωριάτες από δω.
– Βγείτε έξω, να δούμε.
Κάνουν ν’ αρπάξουν τα όπλα τους, τ’ αυτόματο του Αποστόλη είναι κάτω απ’ τη μύτη τους και τρέμουν και οι τρεις τους.
Στρατιώτες από το 611 τρέχουνε και παραδίνονται. Καμπόσοι κρύβονται μέσα σε σπίτια και σε χαλάσματα κι όταν ακούν τούς δικούς μας και φτάνουν κοντά φωνάζουνε μέσα στο σκοτάδι:
– Εδώ Γκρέκο παρτιζάνο.
Τους ξετρυπώνουν και κανένας εκεί δεν μπορεί να κρατήσει τη γροθιά που πέφτει στα μούτρα.
– Τί είπες, ρε κερατά;
– Μη, συναγωνιστή, είμαι δημοκράτης.

Κι άλλη γροθιά.
– Όχι, όχι… Πρώτα τί είπες…
– Έτσι μας είπαν… Νομίζαμε Σλάβοι. ..
Ο Γαλάνης κατάφερε και το ‘σκασε από τους πρώτους. Από τότες κοπροσκυλιάζει στα Γιάννινα. Δεν του δίνουν παράδες να ξαναφκιάξει τό τάγμα του. Ο διοικητής του 611 Μανάρας είναι λαβωμένος. Όχι και πολύ βαριά κι ούτε για τη μάχη τον μέλλει ούτε για τους στρατιώτες του που σκορπίσαν ούτε για τα προαιώνια ιδανικά της φυλής. Φώναζε κ’ έβριζε και βλαστήμαγε να τα παρατήσουν όλα και να τον πάρουν. Ο γενναίος Κουλούρης, ο σοσιαλιστής, το σκάσε κι αυτός γρήγορα-γρήγορα. Ο γέρος αξιωματικός, ο Κωνσταντόπουλος, που είπαμε παραπάνω, τον είδαν οι στρατιώτες, άφησε σ’ ένα τραπέζι το πιστόλι του, πήρε ένα μπαστούνι και τράβηξε μοναχός του μέσα στη νύχτα.
Πριν φέξει, το τάγμα του Γαλάνη δεν υπάρχει πια. Κουφάρια βρίσκοντ’ ολούθε στους μικρούς δρόμους του χωριού. Ο ελιγμός πέτυχε, ο αιφνιδιασμός είταν αληθινά κεραυνός. Οι αιχμάλωτοι του 611 τραβιούνται παραπίσω. Ο λόχος του Σδράβου τέλειωσε την αποστολή του και βγαίνει από το χωριό να ανταμώσει τούς άλλους λόχους στο μέρος τ’ ορισμένο από το Σκεύη.

Και οι άλλοι έχουν το ίδιο πετύχει, με την ίδια γληγοράδα το σκοπό τους. Ο λόχος του Καμίτση, πεζοπορώντας μέσα σε λάκκους και νερά, πιάνει το ύψωμα του Τζελίλι, τσακίζοντας κ’ εκεί την αντίσταση του 611. Ο λόχος του Τζαβέλλα βρίσκει έναν έτοιμο όλμο στημένο με τα βλήματα δίπλα του. Ολμιστής ο ίδιος ο λοχαγός, αρχίζει μοναχός του και ρίχνει πάνω στα τμήματα που φεύγουν. Ο τέταρτος λόχος, του Νάστου, τραβάει μπροστά και πέρα.
Τα απομεινάρια του 611, που δεν πρόφτασαν να φύγουνε, βρίσκονται περικυκλωμένα. Όχι «κλοιός» των Αθηναίων στρατηγών. Περικυκλωμένα. Αφήνουν τις θέσεις τους και φεύγουνε δίχως να ξέρουν πού θα πάνε και τι θα βρούνε μπροστά τους. Οι στρατιώτες φωνάζανε μέσα στη νύχτα:
– Αδέρφια, μη μας χτυπάτε, είμαστε δημοκράτες.
Οι αξιωματικοί τους στεκόντανε πίσω με το πιστόλι, τους φωνάζανε να καλυφθούν, να κρυφτούν. Αυτοί περπατούσαν όρθιοι, βαριεστημένοι μέσα στο σκοτάδι, ταλαιπωρημένοι, δεν ξέρανε πού πήγαιναν, τραβούσαν σαν πρόβατα. Όσοι βρεθήκανε σκοτωμένοι ήταν όλοι χτυπημένοι με σφαίρα στο κεφάλι.
Καθώς ξημερώνει πια για καλά, λευκά μαντίλια ανεμίζουνε και στο μικρό ύψωμα της Ταβέρας. Είναι πάνω ο 4ος λόχος του 611, η τελευταία αντίσταση που απόμεινε. Ο διμοιρίτης του λόχου Καμίτση Γιάννης Καράμπελας,η Κατερίνα Δένη από τον Τσαμαντά και η Περσεφόνη Βαλαή από τον Κακόλακκο Πωγωνιού, ανεβαίνουν τρεχάλα στο ύψωμα να τους πιάσουν στα χέρια. Ο Καράμπελας, κατατσακισμένος από την πορεία και τη μάχη της νύχτας, λαχανιάζει και μένει παραπίσω. Τα δυό κορίτσια τρέχουνε, θέλουν να φτάσουνε πρώτα. Η Περσεφόνη είναι δεν είναι δεκαεννιά χρονών. Για μια στιγμή βλέποντας τους, ένα λόχο στρατιώτες, με τα όπλα τους όλους, δειλιάζει. Στυλώνει το αυτόματό της.
– Ψηλά τα χέρια.
Και τους βάζουνε στη γραμμή. Έρχεται σε λίγο κι ο Καράμπελας, ανεβαίνουνε κι άλλοι μαχητές, η συνοδεία τραβάει για κάτω. Καθώς κοντεύουνε πια να κατεβούνε το ύψωμα μια ιδέα γυρίζει στο νου της Περσεφόνης.
– Εσύ, σταμάτα. Έβγα από τη γραμμή.
Σταματάει και την κοιτάζει τρομαγμένος.
– Βγάλε το παντελόνι σου.
Ο στρατιώτης ανοίγει τα μάτια του διάπλατα. Κάτι θα ‘χε φτάσει στ’ αυτιά του απ’ αυτά που γράφουν οι εφημερίδες τους, για τις μαινάδες που έχουν μαζί τους οι αντάρτες.
– Στα γρήγορα, βγάλτο.
Το βγάζει ο φουκαράς κι ακόμα δεν ξέρει τι γίνεται. Η Περσεφόνη χάνεται για λίγο πίσω από ένα πουρνάρι. Ξαναγυρίζει κρατώντας στα χέρια της το σκισμένο παντελόνι της και φορώντας το καινούργιο του στρατιώτη. Του δίνει το δικό της και τον ξαναβάζει στη γραμμή. Ο άλλος που ερχότανε παραπίσω δεν είχε ανάγκη να τον φωνάξει η Περσεφόνη για να της δώσει το χιτώνιο του. Τ’ αλλουνού του πήρε τις αρβύλες και λαμποκοπάει μέσα στην καινούργια φορεσιά της.
Κρίμα πού δεν είχε έναν καθρέφτη η Περσεφόνη Βαλαή. Θα βλέπε και η πόρνη του Γαλάνη τα μούτρα της μέσα σ’ αυτόν. Στο δρόμο που κατεβαίνουν τα δυό κορίτσια ανταμώνουν την άλλη συνοδεία με τούς αιχμάλωτους άπω την Πόβλα. Ανάμεσα τους είναι και κείνη. Έχει μόνο μια κάλτσα στα πόδια, το στόμα της είναι στραβωμένο από την τρομάρα και το χασίς. Να μας συγχωρεί ο «Σύνδεσμος των Αιγυπτίων Κυριών» που διαμαρτυρήθηκε για το παιδομάζωμα, μα εμείς αυτή τη γυναίκα τη σκοτώσαμε. Της Περσεφόνης της δώσαμε αυτόματο και η Κατερίνα Δένη πήγε στη Σχολή Ομαδαρχών.

Στις εννιά το πρωί το τάγμα του Γαλάνη και το 611 δεν υπάρχουνε πια. Η εχθρική διάταξη δεν αναποδογυρίστηκε μονάχα στο αριστερό. Ξεθεμελιώθηκε ολόκληρη. Ο τόπος στην περιοχή που γίνηκε ο ελιγμός είναι γιομάτος λάφυρα και νεκρούς. Στρατιώτες σκορπισμένοι βαδίζουν βαριεστεμένοι, απροφύλαχτοι,, άλλοι κρύβονται μέσα στα πουρνάρια και τις ρεματιές για να παραδοθούν.
Δεν έχουμε σάλπιγγες για να χτυπούν – Προχωρείτε. Είναι ένας τρομερός αλαλαγμός από τη μια ως την άλλη άκρη στο μέτωπο, μια φωνή που βγαίνει απ’ όλα τα στήθια των μαχητών μας:
– Προχώρα.
Όλα τα τμήματα προχωρούνε για το 581 και το 625 που βρίσκονται στο κέντρο και παραδέρνουν. Ομάδες και διμοιρίες μας ξεκόβονται, χάνουν τη σύνδεση τους, πέφτουνε μέσα στα εχθρικά τμήματα, μια φορά χτυπήθηκαν και μεταξύ τους μέσα στην ορμή της επίθεσης:
– Προχώρα!…
Οι κάννες των οπλοπολυβόλων ανάβουν και κοκκινίζουν. T’ αεροπλάνα από πάνω γυρίζουνε και δεν ξέρουνε πια που να ρίξουν. Τα κανόνια σ’ όλο το μέτωπο σταματούν:
– Προχώρα!…
Είναι ένα Έθνος ολόκληρο, γενιές απανωτές, με την οργή και την πίκρα τους θεριεμένη μέσα στη στέρηση και την αδικία και πάντα καταπνιγμένη με τα ξένα όπλα, που ξεσπάει σ’ αυτή την τρομερή, την αδυσώπητη κραυγή:
– Προχώρα!…
Φάλαγγες σκορπίζουν εδώ, διμοιρίες παραδίνονται παρακάτω, αξιωματικοί μας κ’ επίτροποι βρίσκονται μπροστά από τα τμήματα τους, όλη την ημέρα κανένας δε μπορεί να σταματήσει κανέναν. Τα τμήματα φύγανε από τις βάσεις τους και πολεμούν μοναχά τους, όπου βρουν τον εχθρό, που μαζεύεται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε.
Ως τη νύχτα κατόπι και την άλλη μέρα, οι νοσοκόμοι που γυρνούν με τους λαβωμένους μαζώνουν τους στρατιώτες που παραδίνονται. Ακόμα κ’ οι γυναίκες από τα χωριά Μπαμπούρι και Τσαμαντά, που βγήκανε και μαζώνουν τα λάφυρα, γυρίζουνε πίσω φέρνοντας αιχμαλώτους.

Έτσι τέλειωσε αυτή ή πρώτη επίθεση. Ένας απολογισμός χρειάζεται για να κλείσει η εικόνα: νεκροί 267, τραυματίες 250, αιχμάλωτοι 180, αυτόμολοι 5. Το σύνολο των απωλειών του εχθρού 702.
Από τούς αιχμαλώτους 81 στρατιώτες προσχώρησαν στο Δημοκρατικό Στρατό με τη θέληση τους και πολεμούνε και τώρα μαζί του. Οι άλλοι σταλθήκανε πίσω ελεύθεροι. Τρεις αξιωματικοί, Θ. Ευσταθίου, Κ. Αργυρόπουλος, Π. Βλαβιανός και ο ανθυπίατρος Στ. Σταυρόπουλος, δικάστηκαν από το στρατοδικείο του Αρχηγείου Ηπείρου. Και οι τέσσερις παραδέχτηκαν την κατηγορία. Ξεχωριστά ο Ευσταθίου και ο Αργυρόπουλος – παλιοί ελασίτες και κατόπι στην υπηρεσία του II Γραφείου και της Ασφάλειας – ομολόγησαν την προδοσία τους. Καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο. Το Γενικό Αρχηγείο πρότεινε τότε στην κυβέρνηση της Αθήνας να τους αλλάξουν με τρεις αιχμάλωτους αντάρτες της Θεσσαλονίκης. Η κυβέρνηση της Αθήνας δε δέχτηκε και η απόφαση εκτελέστηκε με ντουφεκισμό.
Τα λάφυρα που πήραμε χρησιμοποιήθηκαν όλα στη δεύτερη επιχείρηση. Αυτά που πήραμε από τη δεύτερη επιχείρηση χρησιμοποιούνται τώρα πολύ μακριά από τη Μουργκάνα, στους δημόσιους δρόμους, ενάντια τους, στην Παραμυθιά – κοντά στα Γιάννινα.


“Θητεία”. Η έκδοση
 του 2009 από το Ροδακιό
Καθώς τώρα θα πρέπει να περάσω στη δεύτερη επίθεση τους και σε λίγο ν’ αρχίσω να ιστορίζω για το Τσεροβέτσι, θα ‘θελα καλύτερα να ‘σπαζα τα κοντύλια και να ‘σκιζα τα χαρτιά. Να σταθώ στην κορφή του και να στυλώσω το κορμί μου.
Οι πέτρες είναι γύρω καμένες, αλεσμένες από το σίδερο, τις χιλιάδες οβίδες. Δίπλα στα φτενά, μόνο πέτρινα και με ξύλα πολυβολεία, είναι οι τάφοι των δικών μας. Παρακάτω, μέσα στη ρεματιά, μαυρίζουν άθαφτα ακόμα κουφάρια των στρατιωτών που φτάσαν ως τα πολυβολεία μας κ’ ύστερα κατρακύλησαν απ’ τούς βράχους. Πέρα και γύρω ανοίγονται οι κοιλάδες του Καλαμά, ειρηνικές, καταπράσινες.
Τι μπορείς να πεις για τον άνθρωπο που νικάει το καμένο σίδερο; Νιώθω μέσα μου βάσανα κι αγωνίες, αίματα και χαμοί και φοβέρες σ΄ αυτά τα χρόνια, να παίρνουνε τώρα δω πάνω όλο το νόημα και την αξία  που θα θέλαμε να΄χουν. Ό,τι σώσαμε κι ό, τι χάσαμε νιώθω να γίνονται ανεχτίμητο κέρδος. Νιώθω περηφάνια που γεννήθηκα Έλληνας. Είδα, χάρηκα, δυνάμωσα, χόρτασα. Τίποτα δεν απομένει για τη δουλειά του γραμματικού.
Κι ωστόσο πρέπει να πω.

(συνεχίζεται)
Δημήτρη Χατζή Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 -1950), Κείμενα, Αθήνα 1979

Την Κυριακή 26 Ιουνίου ανηφορίζουμε στα δύσβατα μονοπάτια της Μουργκάνας στη Θεσπρωτία ακολουθώντας  τα βήματα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που διοργανώνει το ΚΚΕ.

Το πρώτο μέρος εδώ.
Το δεύτερο μέρος εδώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια :