Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

" Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;" Ρέκβιεμ για τη Βούλα Μάστορη


Λύπη και θλίψη ένιωσα χθες διαβάζοντας την είδηση για το θάνατο της αγαπημένης συγγραφέα παιδικών βιβλίων και όχι μόνο, Βούλας Μάστορη. Φτωχαίνουμε συνεχώς...
 Ήταν κάπου εκεί στα 1988 , όταν νεαρή μαμά, προσπαθούσα να απαντώ στα γιατί της πρώτης μου κόρης, 3 ετών τότε. Υπηρετούσα στο Αγρίνιο και στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου είδα το βιβλίο " Απορίες παιδιών - Θάλασσα". Συγγραφέας η άγνωστη σε μένα τότε Βούλα Μάστορη. Από τότε μια σειρά βιβλίων της πήραν θέση στη βιβλιοθήκη των παιδιών μου .Βιβλία  από  εκείνα που ποτέ δε σκονίστηκαν. Η Βούλα Μάστορη με ρεαλιστική, ζωντανή, τρυφερή και τολμηρή γραφή και με πολλούς αφηγηματικούς τρόπους, βοήθησε  ανάλογα με την ηλικία,  τα παιδιά  και τους εφήβους να μυηθούν στο κόσμο της λογοτεχνίας και συγχρόνως να μάθουν τον κόσμο γύρω τους , να "συνομιλήσουν"  με δύσκολα θέματα σχετικά με την εφηβεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τα οικογενειακά προβλήματα, τον έρωτα και τη πολιτισμική διαφορετικότητα.
Σημαντική η συμβολή της και στη λογοτεχνική απόδοση γεγονότων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας γιατί " η ΖΩΗ είναι αναπόφευκτα ένας ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ"
Από το βιβλίο της " ένα - ένα - τέσσερα", το τρίτο της τετραλογίας με την Άννα, το παρακάτω απόσπασμα:

" - ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
- ΠΡΟΙΚΑ - ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ - ΚΙ ΟΧΙ - ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ!
- Γιατί δεν προχωράμε, Μαίρη;
- Δεν ξέρω. Να, εκεί στη στροφή μπροστά έχουν σταματήσει.
- Λες να πέφτει ξύλο; Αν είναι, να φύγουμε τώρα...
- Επειδή το είπε ο Τάσος ΣΟΥ;
- Κατ' αρχήν, δεν είναι Τάσος ΜΟΥ και, κατά δεύτερον, εμένα δεν μ' αρέσουν οι φασαρίες. Ήρθαμε, κάναμε το καθήκον μας για την παιδεία, τώρα μπορούμε να φύγουμε.
- Αν θες, φύγε. Εγώ δε φοβάμαι.
Η Άννα δεν είπε τίποτε. Κοίταξε ανήσυχη ολόγυρα. Ακόμη μπροστά στη Λυρική βρίσκονταν. Οι μαθητές έσπρωχναν από πίσω να προχωρήσουν. Δίπλα τους η αλυσίδα περιφρούρησης είχε σπάσει κιόλας κι ο κόσμος από τα πεζοδρόμια είχε ενωθεί με τα παιδιά.
- Μαίρη, δεν τα βλέπω καλά τα πράματα...
Ένας νεαρός με πέτσινο μπουφάν κόλλησε από πίσω τους.
- Κουμουνάκια μου! τους σφύριξε γελώντας πρόστυχα.
Η Άννα σφίχτηκε πάνω στη Μαίρη.
- Άι στο διάολο, βρομιάρη ! του πέταξε αγριεμένη η φιλενάδα της.
Την ίδια στιγμή εκείνος  βρέθηκε μπροστά τους.
- Ποιον είπες "βρομιάρη", κλώσα; και της άστραψε ένα χαστούκι.
Το πάνω χείλι της Μαίρης μάτωσε.
Η Μαίρη είχε μεγάλα και πεταχτά χείλια. Παρ' όλα αυτά μπορούσε και μιλούσε χωρίς να τα κουνάει. Αυτό γινόταν στην ώρα του "Γλόμπου", όταν έλεγε το έργο της Κυριακής - η Μαίρη δηλαδή. Διηγιόταν ωραία η Μαίρη. Κι έβαζε μπόλικη σάλτσα. Να καταλάβεις, η Άννα, που το είχε δει το έργο μαζί της, το ξανάκουγε μ' ευχαρίστηση. Ήταν, βέβαια, κι η ατμόσφαιρα αλλιώτικη. Ο " Γλόμπος" να παραδίδει στον πίνακα κι η Μαίρη με φωνή υπόκωφη να του κάνει αντίπραξη. Και γερή μάλιστα. Γιατί, βέβαια, όλες προτιμούσαν το έργο της Κυριακής από τις όποιες χημικές αντιδράσεις. Ναι, ο " Γλόμπος" τούς έκανε και χημεία εφέτος στην ογδόη.
Μόνο όταν πήγαιναν στο χημείο, μονοπωλούσε την παράδοση ο "Γλόμπος". Όλοι χαίρονταν εκεί. Ο " Γλόμπος" γιατί ένιωθε το ακροατήριο δικό του, κι αυτές γιατί απολάμβαναν μοναδική παράσταση. Και μάλιστα με "σασπένς". Ποτέ δεν ήξερες αν θα πετύχαινε το πείραμα. Αν είχε αίσιο τέλος, ήταν χάρμα οφθαλμών να βλέπεις το " Γλόμπο" ν' ακτινοβολεί και να γυροφέρνει το επίτευγμά του καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τις περισσότερες φορές όμως έβλεπαν το Τρίο Στούτζες σε μονή έκδοση. Και μια φορά μάλιστα η παράσταση παρά λίγο από κωμωδία να γίνει τραγωδία. Ήταν τότε μ' εκείνα τα δυο υγρά, που έπρεπε να ρίξεις στο δοκιμαστικό σωλήνα πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Αν έριχνες, λέει, πρώτα άλλο και μετά το άλλο, γινόταν έκρηξη. Καμιά τους, μα καμιά τους όμως, δεν έλεγε να πιστέψει το "Γλόμπο".
- Αδύνατον, κύριε καθηγητά!
- Άντε, καλέ, που γίνεται κάτι τέτοιο!
- Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω.
- Απλές διαδόσεις είναι...
- Φήμες και τίποτε άλλο...
Τον πέισμωσαν τον άνθρωπο. Άσε που δεν ήθελε να χάσει το ακροατήριό του.
- Να, για να δείτε και να πειστείτε. Θα βάλω μια πολύ μικρή ποσότητα και θα τ' ανακατέψω αντίθετα...
Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν λίγο ανήσυχα. Λες;
- Τόση λίγη ποσότητα δεν έχει φόβο...
Καλέ, αυτός δεν αστειευόταν!
- Δε χρειάζεται, κύριε καθηγητά, σας πιστεύουμε, είπε η απουσιολόγος.
Μα εκείνος ήταν γυρισμένος στην έδρα με τα όργανα και δεν κατάλαβε πως του μιλούσε.
- Σας πιστεύουμε! Σας πιστεύουμε! φώναξαν χορωδιακά τα κορίτσια.
Μάταια. Ο "Γλόμπος" είχε ήδη ρίξει το ένα υγρό μέσα στο δοκιμαστικό σωλήνα.
Οι δυο πρώτες σειρές του αμφιθεάτρου άδειασαν διακριτικά. Στριμώχτηκαν πίσω πίσω, ενώ μπροστά στα θρανία ορθώθηκαν προπετάσματα από βιβλία, τετράδια, παλτά, ζακέτες...
Το πείραμα, φυσικά, πέτυχε στην εντέλεια. Ολόκληρο το γυμνάσιο μαζεύτηκε έξω από το χημείο. Όταν σκόρπισε ο καπνός, μάζεψαν τον μπαρουτοκαπνισμένο " Γλόμπο" μέσα από ένα ντουλάπι με πάλαι ποτέ γυαλικά.
***
Η Άννα κοίταξε αλαφιασμένη ολόγυρα. Μα δεν έβλεπαν τι γίνεται εδώ; Δεν έβλεπαν αυτόν τον αλήτη;
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ακουγόταν σαν κραυγή βοήθειας τώρα από παντού.
Μα κανείς δεν έβλεπε επιτέλους; Και γιατί κυνηγούσαν οι αστυνομικοί εκείνους τους μαθητές; Και τους χτυπούσαν με τα ρόπαλα! Έδιναν γροθιές! Χαστούκια! Όπως αυτός εδώ στη Μαίρη.
- Τι με κοιτάζεις εσύ έτσι; Μπας και θες κι εσύ το μερτικό σου; είπε ο νεαρός κοιτάζοντας κατάματα κι εριστικά την Άννα.
Εκείνη όμως δε χαμήλωσε τα μάτια. Κι ας της έλεγε η μάνα της να μην κοιτάζει τους άντρες στα μάτια, γιατί τους προκαλούσε.
Ε, ναι. Τον προκαλούσε. Και λοιπόν;
- Φασίστα! του πέταξε με φωνή που έτρεμε από θυμό.
Εκείνος λύσσαξε. Σήκωσε το χέρι του, μα την ίδια στιγμή η Άννα είχε ορμήσει με το κεφάλια στο στομάχι του. Μωρέ, ας ερχόταν όλη η αστυνομία να την πιάσει. Κι ας την έπιαναν! Και σκασίλα της αν θύμωνε η μάνα της!
Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Μπουνιές, κλοτσιές, χαστούκια, ροπαλιές, τραβήγματα, σπρωξίματα...Ο νεαρός με το μπουφάν, οι μαθητές, οι αστυνομικοί, οι φοιτητές...Κι ανάμεσα η Άννα να δίνει και να παίρνει. Για μια στιγμή το μάτι της άρπαξε τη Μαίρη κι ένα τσούρμο μαθητές να τρέχουν προς τα κάτω την Ακαδημίας. Εκείνη όμως είχε παγιδευτεί εδώ μπροστά στη Λυρική. Έτσι και την έβλεπε από μια μεριά η μάνα της...Θα της ξερίζωνε το μαλλί τρίχα τρίχα. Πάντως, εκείνη η ορμήνια της είχε πιάσει τόπο. " Στ' αχαμνά! Έτσι και σε στριμώξει αρσενικός, δώσ' του μια εκεί και βάλ' το στα πόδια!" Μπορεί η μάνα της να εννοούσε διαφορετικό στρίμωγμα, αλλά και σε τούτο έκανε τη δουλειά μια χαρά.
Ξαφνικά όμως πίσω από την πλάτη της η Άννα ένιωσε ένα τζάμι να υποχωρεί και το επόμενο λεπτό βρέθηκε να πετάει μέσα στη Λυρική μαζί με τα θρυμματισμένα κρύσταλλα. " Πρόσεχε τις καράμπες!" της έλεγε η μάνα της, όταν έσπαγε κάποιο γυαλί. Κι εδώ υπήρχαν χιλιάδες. Και θα' μπαιναν όλες μέσα της, μόλις προσγειωνόταν. Ή είχε κιόλας προσγειωθεί; Δυο σκιές είδε να δρασκελίζουν τα σπασμένα τζάμια και να' ρχονται προς το μέρος της.
Η Άννα ανασηκώθηκε και βροντοφώναξε με φωνή σοπράνο:
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ντεμπούτο και φινάλε μαζί στη Λυρική, όπου ήθελε να την έβλεπε μια μέρα ο πατέρας της.
- Δεν έπαθε τίποτε!
- Το χέρι της είναι κομμένο λίγο. Έχεις μαντίλι; Δώσ' το μου.
Πώς έλεγε εκείνο το τραγουδάκι που έλεγαν όταν ήθελαν να τα "βγάλουν" στο κρυφτό; " Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι...Δώσ' μου το μαντιλάκι σου, το χρυσοκεντημένο, να δέσω το χεράκι μου..."
- Γρήγορα. Να τη βγάλουμε από δω μέσα...Εγώ από τη μια κι εσύ από την άλλη...
- Θα μας την έχουν στημένη απ' έξω οι μπασκίνες.
- Θα προσπαθήσουμε να περάσουμε. Εσύ, μικρή, μπορείς να σταθείς λιγάκι στα πόδια σου; Θα σε κρατάμε...
Η Άννα έκανε "ναι" με το κεφάλι της. Αλλά δε χρειάστηκε να πατήσει τα πόδια της. Τα δυο ντερέκια που ήταν είχαν πιάσει από τις μασχάλες τη σήκωσαν σαν πούπουλο κι οι τρεις μαζί έκαναν " έξοδο". Τα χτυπήματα έπεσαν βροχή πάνω τους. Ο ένας από τους δυο που την κρατούσαν την άφησε κι έπιασε το κεφάλι του. Η Άννα τον είδε να πέφτει κάτω.
- Τρέχα! Τρέχα! της φώναξε ο άλλος από την άλλη μασχάλη και της έδωσε μια σπρωξιά, γιατί είχε μαρμαρώσει.
Κι εκείνη έτρεξε μπροστά σφίγγοντας το μαντίλι στη ματωμένη παλάμη της. Ένιωσε να λιγοψυχάει. Αν είχε τη Μαίρη δίπλα της...Και δεν ήξερε πού πήγαινε. Ένα τσούρμο παιδιά την παράσερνε πότε αριστερά και πότε δεξιά. Και φωνές ολόγυρα λαχανιαστές.
- Διαλυθείτε!
- Πέφτει ξύλο!
- Να μπούμε στη Χαριλάου...στη Μαυρομιχάλη...
Κάνα δυο φορές ένιωσε στα πόδια της κάτι μαλακό και ζεστό κάτω. Σαν άλογο το δρασκέλισε ανατριχιάζοντας. Εκείνη έπρεπε να κρατηθεί όρθια. Να μην πέσει. Κι άρχισε να φωνάζει:
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α! ΚΑΤΩ - ΟΙ ΦΑΣΙ - ΣΤΕΣ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
Και φώναζε δυνατά, λες κι ήταν ξόρκια αυτά, που θα της έδιναν φτερά.
Κι η ανθρωποθάλασσα την παράσερνε. Τώρα είχε γαντζωθεί σπασμωδικά πίσω από μια πλάτη. Ήταν  μια δυνατή πλάτη, ζεστή και γιομάτη παλμό. Σαν εκείνη τότε της αδερφής της.

Δεν ήθελε η Άννα να μείνει έξω στην παραλία, όσο οι μεγάλες της αδερφές θα πήγαιναν στα βαθιά με την παρέα τους. Έτσι, για να μην κλαίει, η μια από τις δυο αδερφάδες τη ζεύτηκε στην πλάτη. Η παρέα, αγόρια και κορίτσια από το γυμνάσιο της επαρχίας, προχωρούσε για τα βαθιά καλαμπουρίζοντας. Για να φτάσεις στα βαθιά αυτής της θάλασσας είχε πολύ δρόμο. Το νερό άργησε πολύ να γαργαλήσει τις πατούσες της Άννας. Έπειτα, με τα πολλά έφτασε στη μέση της γάμπας της. Μετά στην κοιλιά της...Στο στήθος της όμως έφτασε πιο γρήγορα κι ακόμη πιο γρήγορα στο λαιμό της. Το νερό μπήκε στ' αυτιά της κι έσβησε τα γέλια και τις φωνές της παρέας. Η αδερφή της μπροστά ούτε που ένιωθε το φορτίο στην πλάτη της. Η Άννα άνοιξε το στόμα της να της μιλήσει, αλλά η θάλασσα της πήρε τη φωνή. Τότε σφίχτηκε πάνω στην πλάτη που την κουβαλούσε κι έκλεισε τα μάτια.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να τα κλείσει τα μάτια της η Άννα. Δεν ήτανε άλλωστε παιδαρέλι. Κι αν είχε κολλήσει πίσω απ' αυτήν εδώ την πλάτη, ήταν γιατί οι σπάλες της ανέμιζαν σαν φτερά.

Κι η Άννα είχε φτερά, όταν ήτανε μικρή στην επαρχία. Έτρεχε κι έδινε μεγάλους πήδους κι αργούσε να πατήσει στη γη. Και πηδούσε από ψηλά σκαλοπάτια. Και πάλι αργούσε να προσγειωθεί. Από δέντρα. Από βουναλάκια...Κανείς δεν την πίστευε, όταν έλεγε ότι μπορούσε να πετάει. Στον ύπνο της όμως δεν την έλεγαν "παραμυθού". Γιατί εκεί πετούσε πιο ψηλά. Κανονικά. Να, άπλωνε τα χέρια της, τα κουνούσε αργά κι αμέσως βρισκόταν πάνω από σπίτια και δέντρα. Κι όταν την κυνηγούσαν οι "εχθροί", έδινε ένα τίναγμα και βρισκόταν στον αέρα. Μόνο αυτή μπορούσε να πετάξει, λέει. Αλλά μερικές φορές δεν προλάβαινε. Και τη στρίμωχναν ένα γύρο κι έβγαζαν σπαθιά. Τότε άνοιγε το στόμα της για να φωνάξει τη μαμά της, αλλά τη φωνή την έπνιγε θαλασσινό νερό. Η ανάσα της κοβόταν. Κι έκλεινε τα μάτια της.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να κλείσει τα μάτια της η Άννα. Να, είχαν καταφέρει να περάσουν τον κλοιό των αστυνομικών. Δεν τους έδερνε κανείς. Αυτή η πλάτη μπροστά θα την ξενέριζε σίγουρα. Όπως η αδερφή της τότε.

Μετά οι μαντράχαλοι της παρέας τη ζούληξαν από δω, τη ζούληξαν από κει...Τη γύρισαν ανάποδα...Πάντως, της έβγαλαν το θαλασσινό νερό από μέσα της. Έπειτα ήταν η βασίλισσα της ημέρας. Το τι αχιβάδες και κοχύλια τής έφεραν δε λέγεται. Εκείνη όμως όλο το θυμόταν, λέει, ότι παρά λίγο να την πνίξουν, κι έκλαιγε. Και δώστου να της φέρνουν και πεταλίδες, που της άρεσαν. Και τα καβουράκια που έψησαν μετά, τα πιο πολλά τα έφαγε αυτή. Και δεν είπε τίποτα μετά στο σπίτι. Ούτε τώρα θα έλεγε.

Η Άννα σταμάτησε να ξανασάνει. Το ίδιο κι η πλάτη μπροστά της.
- Πάμε στο Πανεπιστήμιο τώρα, ακούστηκε να της λέει.
Κι εκείνη δεν ξαφνιάστηκε που της μιλούσε.
- Ναι, πάμε, είπε με φυσικότητα.
Ούτε κι όταν την έπιασε από το χέρι ξαφνιάστηκε. Ούτε τραβήχτηκε. ένιωσε τη φούχτα του ζεστή και σταθερή. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Ναι, δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς το πρόσωπο αυτής της φτερωτής πλάτης.
- Πώς σε λένε;
- Άννα. Εσένα;
- Άγγελο.
Γέλασε η Άννα.
- Γιατί γελάς;
- Για μια στιγμή, έτσι που τρέχαμε, μου φάνηκε πως είχες φτερά στην πλάτη...
- Όλοι έχουμε, Άννα.
Και την τράβηξε να τρέξουν πάλι.
Στο Πανεπιστήμιο είχαν καταφέρει να φτάσουν μερικοί ακόμη φοιτητές. Τους άνοιξαν την πόρτα και τους έμπασαν και τους δυο βιαστικά μέσα.
- Γρήγορα, να κλείσουμε την πόρτα. Έρχονται κατά δω οι μπασκίνες.
- Πόσοι είμαστε εδώ μέσα;
- Καμιά διακοσαριά.
Η Άννα είχε σταθεί στην άκρη κι άκουγε τα νεαρά παιδιά που μιλούσαν λαχανιασμένα, ενώ μια φευγαλέα σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. Είχε "μπει" στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα αυτά. Και χωρίς εξετάσεις. Ή μήπως είχε δώσει;
- Μέσα εδώ δεν μπορούν να μας πειράξουν. Δεν μπορούν να παραβιάσουν το πανεπιστημιακό άσυλο, είπε μια φοιτήτρια.
- Χμ, δε θα είναι η πρώτη φορά...Καλύτερα να είμαστε έτοιμοι για όλα.
Ήταν έτοιμη κι η Άννα.
- Πλησιάζουν! φώναξε ένας.
Τότε, λες κι ήταν όλοι τους συμφωνημένοι, άρχισαν μεμιάς να ψάλλουν τον εθνικό ύμνο. Μαζί τους κι η Άννα, ενώ η τρίχα της ορθωνόταν σ' όλ της το πετσί. Έτσι γινόταν πάντα. Με το " Σε γνωρίζω από την κόψη..." το κορμί της ηλεκτριζόταν. Στο σχολείο ντρεπόταν γι' αυτή της τη συγκίνηση. Μάλιστα αυτοσαρκαζόταν, για να προλάβει τις συμμαθήτριές της. " Εμένα στέκεται κλαρίνο η τρίχα μου. Έτσι χαιρετάω εγώ" έλεγε γελώντας βραχνά. Μα τώρα εδώ δεν είχαν σχολική γιορτή. Ούτε γιόρταζαν καμιά εθνική επέτειο. Η Άννα αναρίγησε ξαφνικά. Αυτά τα παιδιά εδώ ίσως να γεννούσαν αυτή τη στιγμή καμιά εθνική επέτειο...
- ...Χαίρε, ω Χαίρε, Ελευθεριά! η φωνή της ενωμένη με τις άλλες αντιλάλησε στους τοίχους του Πανεπιστημίου.
- Κάτω οι φασίστες!
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α!
- ΣΥΜΠΑ - ΡΑΣΤΑ - ΣΗ ΛΑΕ!
Το Πανεπιστήμιο δονούνταν συθέμελα από τα συνθήματα που είχαν γίνει σφαίρες, λες, στα στόματα των παιδιών. Τα τζάμια έτριζαν. Οι καρδιές φούσκωναν. Το αίμα κόχλαζε.
Μια ομάδα αστυνομικών κινήθηκε προς την κεντρική είσοδο του Πανεπιστημίου.
- Απάνω τους ! φώναξε ο Άγγελος κι αρπάζοντας ό,τι βρήκε μπροστά του μισάνοιξε την πόρτα και το εκσφενδόνισε στους αστυνομικούς.
Η Άννα κοίταξε ολόγυρά της σπασμωδικά. Στην επαρχία, όταν έπαιζαν πόλεμο, τα πυρομαχικά ήταν σπαρμένα στα πόδια τους. Λιθάρια και ματσούκια όσα ήθελαν. Εδώ τι να πετάξει; Κι όμως, οι άλλοι έβρισκαν και πετούσαν στους αστυνομικούς απ' εξω. Ξύλα, τζάμια, σοβάδες...Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε διάπλατη. Τα ρόπαλα όρμησαν μέσα. Για μια στιγμή η Άννα ένιωσε σαν ένα από κείνα τα εφτά  κατσικάκια του παραμυθιού. Ασυναίσθητα, τα μάτια της έψαξαν για το ρολόι όπου δε θα κοίταζε ποτέ ο κακός ο λύκος.
Μα να, κάποιος μεγάλος μάλωνε τους αστυνομικούς.
- Κύριοι! Περάστε έξω, κύριοι! Γρήγορα έξω! φώναζε μ' έντονο ύφος. Στα πέντε μέτρα μακριά από το Πανεπιστήμιο!
" Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!" Έτσι δε θα έλεγε τώρα κι η μάνα της; Μα η Άννα είχε καλύτερο τρόπο. Έβγαλε το παπούτσι της και κραδαίνοντας το έκανε επίθεση. Να, εδώ, στη Χαριλάου πιο κάτω τα είχε αγοράσει τα παπούτσια της. Πριν λίγες μέρες. Είχε πάει με τον μπαμπά της. Και τα είχε διαλέξει μόνη της. Μαύρα με στρογγυλωπή μύτη, λουρί πλατύ απάνω με αγκράφα και λίγο τακουνάκι. Λίγο, αλλά έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Ορίστε, ο αστυνομικός παράτησε τον Άγγελο. Η Άννα στράφηκε ευχαριστημένη για άλλο στόχο, μα την ίδια στιγμή ένα χτύπημα από πίσω της έκοψε την ανάσα. Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;"
( Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από την πανσπουδαστική συγκέντρωση που έγινε στις 15 Φεβρουαρίου 1963)
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ...


Βούλα Μάστορη, ένα - ένα - τέσσερα, Πατάκης , Αθήνα 1995, 4η έκδοση





Δεν υπάρχουν σχόλια :