Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Νικηφορίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Νικηφορίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

«Έτσι εκτέλεσαν την Ειρήνη» – Η εκτέλεση του Νίκου Νικηφορίδη

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos
 
Ο Νίκος Νικηφορίδης, στέλεχος της ΕΠΟΝ στην Κατοχή και μέλος της «Ενιαίας Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας» αργότερα, κατηγορήθηκε ότι διέπραξε ένα έγκλημα «ιδιαζόντως ειδεχθές» και αφού δικάστηκε καταδικάστηκε σε θάνατο. Το «έγκλημά» του ήταν η συλλογή υπογραφών για την υποστήριξη της Έκκλησης της Στοκχόλμης – αποτέλεσμα της Διάσκεψης της Στοκχόλμης (15 Μαρτίου 1950) – που ζητούσε την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών όπλων και τον αφοπλισμό των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, καλούσε δε τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να βάλουν την υπογραφή τους κάτω από το κείμενο της Έκκλησης, για να διατηρηθεί το αγαθό της ειρήνης. Τον εκτέλεσαν στις 5 Μαρτίου 1951 στον τόπο εκτελέσεων πίσω από το Γεντί – Κουλέ της Θεσσαλονίκης.
Ο Σπύρος Κουζινόπουλος συγκέντρωσε στοιχεία και αποκάλυψε συγκλονιστικές λεπτομέρειες στο βιβλίο του «Η εκτέλεση της Ειρήνης. Υπόθεση Νικηφορίδη». Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από αυτό το βιβλίο.
nik

Έτσι εκτέλεσαν την Ειρήνη

«Η άνοιξις που έφθανε, έκλεισε μια άλλη άνοιξη που μόλις άρχιζε ν’ ανθίζει. Αγαπούσε τη ζωή, για τούτο πάσχισε να τη φτιάξει…»
Ευγενία Νικηφορίδη

Χαράματα της Δευτέρας 5 Μάρτη 1951. Σύμφωνα με το ημερολόγιο, ο ήλιος ετοιμαζόταν να ανατείλει στις 6.55 το πρωί και οι εφημερίδες της ημέρας εκείνης, ολοκλήρωναν την εκτύπωση τους στα κυλινδρικά πιεστήρια, για να κυκλοφορήσουν έχοντας σαν πρώτο θέμα την επίσκεψη στην Ελλάδα της γόησας Ρίτας Χαίηγουρθ και τις τολμηρές της πόζες στην Ακρόπολη. Ενώ παράλληλα στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης τοποθετούνταν οι επιγραφές με τα καινούργια έργα της εβδομάδας: τα Ελληνικά «Κατέστρεψα μια νύχτα τη ζωή μου» στα ΗΛΥΣΙΑ και «Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν» στο ΠΑΝΘΕΟΝ. Και τις ξένες ταινίες «Σάρκες χωρίς ψυχή» στο ΤΙΤΑΝΙΑ, «Δεν είμαστε κορόιδα» με τους Άμποτ και Κοστέλο στο ΠΑΛΛΑΣ , «Τζουλιάνο ο αρχιληστής» στο ΑΛΚΑΖΑΡ με τον Βιτόριο Γκάσμαν και «Λουκρητία Βοργία» με την Πωλέτ Γκντάρ στα ΔΙΟΝΥΣΙΑ.
Κι εκεί πάνω στις φυλακές του Γεντί Κουλέ, την ώρα που τα πρώτα κοκόρια της πάνω πόλης πάσχιζαν να ξυπνήσουν την κοιμισμένη πολιτεία, οι άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος όπλιζαν τα τουφέκια τους για να σημαδέψουν κατάστηθα τον μάρτυρα της ειρήνης, την ίδια την υπόθεση της ειρήνης.
Τι τραγική ειρωνία. Να είσαι 23 χρόνων, να διψάς για ζωή, για δημιουργία, για έρωτα, για ειρήνη και να σε στήνουν στο εκτελεστικό απόσπασμα Μάρτη μήνα, στο έμπα δηλαδή της άνοιξης, στο έμπα μιας εποχής που μηνάει τη ζωή, που πανηγυρίζει για τη δημιουργία του πλανήτη μας, που στήνει τρελλό χορό για τον έρωτα και αναγγέλει την ειρήνη.
«Λάβατε θέσεις, οπλίσατε, σκοπεύσατε, επί σκοπόν», δίνει τα παραγγέλματα ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος αξιωματικός. Κι ύστερα από λίγο, όταν θα ακουστεί το μακρόσυρτο πυρρρρρ, θα σωριαστούν στο έδαφος θανάσιμα λαβωμένα τα 7 παλληκάρια. Μια και μαζί με το Νικηφορίδη εκτελούνται και έξι ανταρτόπουλα, που είχαν πιαστεί λαβωμένα τα περισσότερα με τη λήξη του εμφύλιου κι εκτελούνταν τώρα, ενάμιση χρόνο μετά τη σύλληψή τους. Τώρα που το παλάτι και οι ξένοι «προστάτες» της χώρας επέβαλαν πιο σκληρή αντιμετώπιση του ανερχόμενου δημοκρατικού και φιλειρηνικού κινήματος.
Οι έξι άλλοι νέοι, που εκτελέστηκαν μαζί με το Νίκο εκείνο το μουντό πρωινό της Δευτέρας 5 Μάρτη 1951, ήταν οι Θόδωρος Θ. Ορφανίδης, Μόσχος Χ. Στογιάννης, Κώστας Χ. Σπρίντζος, Κώστας Δ. Μήτσου, Χαράλαμπος Ε. Παπαδόπουλος και Ρήγας Α. Παραθυράς.
Μια πολύ σημαντική μαρτυρία για τις τελευταίες στιγμές του Νίκου Νικηφορίδη και των άλλων εκτελεσμένων, καταθέτει ο συναγωνιστής του Λεωνίδας Δούκας:
«Μετά την καταδίκη μου σε ισόβια, στη δίκη της ειρήνης, κι επειδή δεν είχα συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας, που θεωρούνταν τότε έτος ενηλικίωσης, κάθησα ένα χρόνο στο τμήμα ανηλίκων των «Νέων Φυλακών «Θεσσαλονίκης και μετά, μόλις έγινα 21 χρόνων, με μετέφεραν στο Γεντί Κουλέ. Εκεί τις πρώτες κιόλας μέρες, μ’ έπιασε μια πολύ δυνατή κρίση εξ αιτίας των όσων είχα περάσει στην ασφάλεια και χρειάστηκε να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Και κάθε βδομάδα, κατέβαινα – με τη συνοδεία σχεδόν πάντα του ίδιου χωροφύλακα της φρουράς – στο Δημοτικό Νοσοκομείο, που ακόμη και σήμερα διαθέτει ξεχωριστό τμήμα κρατουμένων.
Μετά από αρκετές τέτοιες «βόλτες», στη διάρκεια των οποίων του διηγήθηκα για τη δίκη μας κι αφού στο μεταξύ απέκτησε και ο χωροφύλακας αυτός την εμπιστοσύνη ότι δεν θα τον κάρφωνα γιαυτά που θα μου έλεγε, μου αποκάλυψε ένα πρωί, ότι ήταν ένας από τους τελευταίους που είχαν δει ζωντανό τον πρωτομάρτυρα της ειρήνης. Και μου μίλησε με θαυμασμό για τη στάση που κράτησε ο Νίκος πριν την εκτέλεση, καθώς αυτός ήταν στη φρουρά που τον συνόδεψε μέχρι το σημείο της εκτέλεσης, για να τον παραδόσει μαζί με τους υπόλοιπους 6 νέους στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Καθώς υπήρχαν κοντά στον τόπο των εκτελέσεων, στις παρυφές του δάσους του Σέιχ – Σου αρκετά σπίτια, οι ένοικοι των οποίων είχαν αρχίσει να ανοίγουν προσεκτικά τις γρίλλιες των παραθύρων, ακούγοντας φωνές και μηχανές αυτοκινήτων, που μετέφεραν τους κρατούμενους, τη φρουρά και το απόσπασμα, ο Νικηφορίδης μαζί με το Ρήγα Παραθυρά ζήτησαν να πουν σαν τελευταία τους επιθυμία δυο λόγια. Και πρώτος μίλησε ο Νίκος, λέγοντας ότι η εκτέλεσή του γίνεται για λόγους σκοπιμότητας. Κι ότι αντικειμενικός στόχος ήταν το κίνημα της ειρήνης, που αυτό έπρεπε να κτυπηθεί. Τελειώνοντας δε, ζητωκραύγασε υπέρ της ειρήνης και των άλλων ιδανικών του, ενώ το ίδιο έκαναν ο Παραθυράς και οι άλλοι συγκρατούμενοί τους.
Και στη συνέχεια, σαν ένα άλλο χορό του Ζαλόγγου, πιάστηκαν από τα χέρια και οι 7 μελλοθάνατοι, τραγούδησαν και χόρεψαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ανδρών του στρατιωτικού αποσπάσματος και στη συνέχεια, μόνοι τους πήγαν και στάθηκαν στο σημείο της εκτέλεσης.
Μου διηγούνταν το περιστατικό με τέτοιο θαυμασμό ο χωροφύλακας ώστε στο τέλος μού δήλωσε εντυπωσιασμένος: «Συνόδεψα μέχρι τώρα πολλούς σε εκτέλεση. Αλλά τέτοια παλληκαριά και τόσο μεγάλο σθένος απέναντι στο θάνατο, δε ξανασυνάντησα», κατέληξε ο Δούκας.

« Κι όταν εστάθηκες ορθός, στης γης τη μέση
εσύ και τ’ άγρια στόματα των ντουφεκιών,
εσύ και η σκυλίσια ψυχή των δημίων,
εσύ και η Ελλάδα που σε καμάρωνε
εσύ και ο λαός σου που άπλωνε τα χέρια του
και τ’ ακουμπούσε απάνω σου να σε στεριώσει,
εσύ κι ο θάνατος που ντροπιασμένος έσκυψε τα μάτια,
κοίταξες τότε για στερνή φορά
τα χρυσά μάτια της μεγάλης σου αγάπης
ένα στερνό φιλί της έστειλε με τα δαχτύλια σου
και για στερνή την ονόμασες φορά:
ε ι ρ ή ν η»,


γράφει στο συγκλονιστικό του ποίημα «Νίκος Νικηφορίδης» ο μεγάλος Κύπριος ποιητής Θεοδόσης Πιερίδης.
Από τους ελάχιστους που παρακολούθησαν την εκτέλεση, ήταν και ο παπα – Βασίλης Καϊμάκης, εφημέριος του ναού της Αγίας Σοφίας, που είχε κληθεί στο Γεντί – Κουλέ να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους μελλοθάνατους. «Μετά την εκτέλεση, λέει η αδελφή του Όλγα Νικηφορίδη, επικοινώνησε μαζί μας, και μας μετέφερε μαζί τα λιγοστά προσωπικά αντικείμενα του Νίκου και τα τελευταία του λόγια:
«Αγαπημένοι μου, μην κλάψετε για μένα, πεθαίνω για τα ιδανικά της πατρίδας και του σοσιαλισμού και για την ειρήνη». Και οι τελευταίες του λέξεις στο απόσπασμα, μας είπε ο ιερέας, ήταν να ζητωκραυγάσει υπέρ της ειρήνης…
Στις 6 Μάρτη, οι τοπικές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, δημοσίευαν – σε αντίθεση με τις Αθηναϊκές που δεν έγραψαν ούτε λέξη – την παρακάτω ανακοίνωση:
«Την πρωΐαν χθες, εξετελέσθησαν εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων οι Θ. Ορφανίδης, Μόσχος Στογιάννης, Κων. Σπρίντζος, Κων. Μήτσας, Χαρ. Παπαδόπουλος και Ρήγας Παραθυράς, συμμορίται εκ Χαλκιδικής. Μετ’ αυτών εξετελέσθη επίσης και ο Νικ. Νικηφορίδης, κάτοικος Παγκρατίου Αθηνών, αρχηγός της παρανόμου κομμουνιστικής τρομοκρατικής οργανώσεως «Δημοκρατικόν Φιλειρηνικόν Μέτωπον Νέων», καταδικασθείς τελευταίως υπό του ενταύθα εκτάκτου στρατοδικείου».
Να λοιπόν που για να δικαιολογηθεί το έγκλημα , το Δ.Φ.Μ.Ν. βαφτιζόταν εκτός από παράνομη και κομμουνιστική και… «τρομοκρατική οργάνωση». Τρομοκρατική και η υπόθεση της Ειρήνης. Κι όλα αυτά, ενώ το χυμένο αίμα του Νικηφορίδη ήταν ζεστό ακόμη και άχνιζε…

nik1 
Σπύρος Κουζινόπουλος, Η εκτέλεση της Ειρήνης. Υπόθεση Νικηφορίδη, Καστανιώτης, Αθήνα 1998.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

" Πεθαίνω για την ειρήνη "

Ο τυφεκισμός στις 5 Μαρτίου 1951, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, του 23χρονου Νίκου Νικηφορίδη είχε συνταράξει την παγκόσμιο κοινή γνώμη. Η κατηγορία; Οτι είχε διαπράξει ένα... ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημα, «την συλλογήν υπογραφών διά την ειρήνην», όπως έλεγε η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία στήθηκε στον τοίχο ο νεαρός αγωνιστής της Ειρήνης και της Δημοκρατίας.
Στην περίεργη όσο και πρωτοφανή στα χρονικά υπόθεση είχε ανακατευτεί και η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία, ενώ έδινε υποσχέσεις στη μάνα του παλικαριού ότι δε θα εκτελεστεί ο γιος της, σε ένα ρεσιτάλ κυνισμού, περίμενε να γίνει η εκτέλεση του Νικηφορίδη και δύο μήνες μετά υπέγραφε την απονομή χάριτος!

Η ιστορία

Στις 15 Μαρτίου 1950, κι ενώ ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στην πιο επικίνδυνη για την ανθρωπότητα κορύφωσή του, πραγματοποιήθηκε στη σουηδική πρωτεύουσα μία διεθνής συνδιάσκεψη για την ειρήνη, με τη συμμετοχή 700 συνέδρων από 30 χώρες, που έμεινε στην ιστορία ως η Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης. Η συνδιάσκεψη εκείνη έγινε σε υλοποίηση των αποφάσεων που είχε λάβει, ένα χρόνο πριν, το παγκόσμιο συνέδριο για την ειρήνη, το οποίο είχε διεξαχθεί στο Παρίσι, με πρόεδρο το φημισμένο νομπελίστα πυρηνικό φυσικό Φρειδερίκο Ζολιό-Κιουρί, ενώ μεταξύ των συνέδρων διακρίνονταν σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Πάμπλο Νερούντα, ο Πολ Ελιάρ, ο Χόρχε Αμάντο, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Λανζεβέν, ο Μομπλάν, ο ζωγράφος και συγγραφέας Ρόκγουελ Κιντ, ο πρώην γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ Τζον Ροτζ κ.ά. Στην ελληνική αντιπροσωπεία μετείχαν, εκτός των άλλων, η συγγραφέας Ελλη Αλεξίου, ο γιατρός Πέτρος Κόκκαλης κ.ά.
Στο τέλος της συνδιάσκεψης εκδόθηκε η «Εκκληση της Στοκχόλμης», που ζητούσε την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών όπλων και τον αφοπλισμό των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, καλούσε δε τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να βάλουν την υπογραφή τους κάτω από το κείμενο της Εκκλησης, για να διατηρηθεί το αγαθό της ειρήνης.
Στον περίπου ένα χρόνο που διήρκεσε η συγκέντρωση των υπογραφών, υπέγραψαν την έκκληση πάνω από 200 εκατομμύρια άνθρωποι σε Ανατολή και Δύση.
Στην Ελλάδα, όπου ήταν ακόμη ανοιχτές οι πληγές του εμφυλίου πολέμου, δημιουργήθηκε μετά τη συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης μία προσωρινή επιτροπή πρωτοβουλίας για την ειρήνη, στην οποία μετείχαν ο μεγάλος ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο φωτισμένος μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ και μερικοί διανοούμενοι για να αρχίσει κι εδώ η συγκέντρωση των υπογραφών για την παγκόσμια ειρήνη. Ομως η επιτροπή αυτή, λόγω των δυσκολιών της εποχής, δε θα περπατήσει κι έτσι τη σκυτάλη του αγώνα για την ειρήνη θα την παραλάβει η «Ενιαία Δημοκρατική Νεολαία Ελλάδας» (ΕΔΝΕ), στο συμβούλιο της οποίας μετείχαν μερικοί νέοι αριστεροί που έγιναν γνωστοί αργότερα, όπως ο Βασίλης Εφραιμίδης, ο Παναγιώτης Κατερίνης, ο Αντώνης Μπριλάκης, ο Πότης Παρασκευόπουλος, ο Χρήστος Τεγόπουλος, ο Γιάννης Φιλίνης, ο Γιάννης Χαρατσίδης κ.ά. Οι δύο τελευταίοι ήταν ταυτόχρονα διευθυντής και αρχισυντάκτης του εβδομαδιαίου περιοδικού «Φρουροί της Ειρήνης», του πρώτου ειρηνιστικού περιοδικού στη χώρα μας.
Ενα από τα πρώτα μέλη της ΕΔΝΕ ήταν ο Νίκος Νικηφορίδης, που μόλις είχε αφεθεί ελεύθερος από το κολαστήριο της Μακρονήσου, όπου ήταν εξόριστος. Ο Νικηφορίδης, σε ηλικία 15 χρόνων, μαθητής ακόμη στο 7ο Γυμνάσιο του Παγκρατίου, είχε οργανωθεί στην ΕΠΟΝ και για την αντιστασιακή του δράση στην περίοδο της Κατοχής το μεταπελευθερωτικό καθεστώς ως «ανταμοιβή» τον εξόρισε αρχικά στην Ικαρία και τον Απρίλιο του 1948 στην «κολυμβήθρα» της Μακρονήσου. Στη χαράδρα της Μακρονήσου, τη «χαράδρα των τρελών», όπως είχε ονομαστεί, βασανίζεται άγρια επί ημέρες και σε άθλια κατάσταση από τα φοβερά χτυπήματα μεταφέρεται στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, καθώς οι βασανιστές του φοβούνται ότι θα τους μείνει στα χέρια.
Από τα χτυπήματα στο κεφάλι χάνει προσωρινά, για αρκετό διάστημα, το φως του, αλλά είναι ταυτόχρονα και κουτσός, καθώς οι ροπαλιές που δέχεται παραλύουν το ένα του πόδι, ενώ παράλληλα τον πιάνουν και επιληπτικές κρίσεις. Για να επουλωθούν τα τραύματα στο κεφάλι και να σταματήσουν οι επιληπτικές κρίσεις, θα χρειαστεί να νοσηλευτεί για λίγο διάστημα στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο του Δαφνιού.
Ο Νικηφορίδης, μόλις συνέρχεται για λίγο, οργανώνεται στην ΕΔΝΕ και παίρνοντας παραμάσχαλα τη Διακήρυξη της Στοκχόλμης ανεβαίνει στις 5 Νοεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, για να συνεχιστεί κι εδώ η συγκέντρωση των υπογραφών για την ειρήνη. Στη Θεσσαλονίκη, έρχεται σε επαφή με μία ομάδα αριστερών μαθητών, που εξέδιδαν την μαθητική εφημερίδα «Φοίβος». Μεταξύ αυτών, ήταν οι: Λεωνίδας Δούκας, Γιάννης Δαμιανίδης, Θανάσης Κάκκαρης, Νίκος Μαραγκός και Κώστας Δαμασκηνίδης.
Οι ένθερμοι φίλοι της ειρήνης, με πρώτους τον Νικηφορίδη και τους μαθητές, αρχίζουν να συγκεντρώνουν υπογραφές κάτω από τη διακήρυξη. Γρήγορα όμως η Εθνική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης μαθαίνει από τους πληροφοριοδότες της για τη συγκέντρωση των υπογραφών και θεωρούν την ενέργεια ως… «δάκτυλο της Μόσχας»! Ενημερώνεται αμέσως ο αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης Βαρδουλάκης (ο γνωστός αργότερα από την υπόθεση Λαμπράκη), αυτός με τη σειρά του κατατοπίζει τον υπουργό Δημόσιας Τάξης Αύγουστο Θεολογίτη, που ενημερώνει για την υπόθεση τον τότε πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο. Από όλη την κλίμακα της ιεραρχίας δίνεται τότε ξερά η εντολή «συλλάβετε». Ετσι αρχίζει ο γολγοθάς των νεαρών αγωνιστών της ειρήνης.
Για την υπόθεση των νεαρών μαθητών και τους κινδύνους που διέτρεχε το κράτος από την «ανατρεπτική» συλλογή των υπογραφών για την ειρήνη, πέντε ημέρες μετά τη σύλληψή τους, ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος, που πραγματοποιεί μεγάλη σύσκεψη στο ξενοδοχείο «Ριτς» με θέμα «Ζητήματα ασφαλείας της Βορείου Ελλάδος», όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής. Και ένα 24ωρο αργότερα, μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη το βασιλικό ζεύγος, με τον βασιλιά Παύλο να ζητά κι αυτός ενημέρωση «διά την επικρατούσαν από απόψεως δημοσίας τάξεως και ασφαλείας κατάστασιν εις την Βόρειον Ελλάδα».
Οι συλλήψεις θα ανακοινωθούν 18 ολόκληρες ημέρες μετά την πραγματοποίησή τους, στις 17 Ιανουαρίου 1951. Και εκτός του Νικηφορίδη και των πέντε μαθητών, συλλαμβάνονται άλλα εννέα άτομα με την κατηγορία ότι απλώς υπέγραψαν την Εκκληση της Στοκχόλμης. Ολοι βασανίζονται απάνθρωπα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, για να ομολογήσουν ότι ενεργούσαν βάσει ενός διεθνούς κομμουνιστικού σχεδίου που τάχα «προέβλεπε με το πρόσχημα της φιλειρηνικής δραστηριότητος την ανασύστασιν των ομάδων της ΟΠΛΑ διά σαμποτάζ και πολιτικάς δολοφονίας». Εξαιτίας των βασανιστηρίων στην Ασφάλεια, θα υποκύψει στα τραύματά του ο νέος Μιχάλης Βουτυράς, που τον χτυπούσαν, αν και γνώριζαν ότι ήταν παράλυτος από πολιομυελίτιδα.
Το κατηγορητήριο καταρρέει πλήρως στη δίκη που θα γίνει στο έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, το Φεβρουάριο του 1951, μετά την αποτυχία των κατηγόρων να εμφανίσουν ως… «ασύρματο» ένα κοινό ραδιόφωνο αμερικανικής κατασκευής που κατείχαν οι ειρηνιστές νέοι. Με συνέπεια ο ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης, ο μετέπειτα υπουργός της ΕΡΕ Τάκος Μακρής, να διαμαρτύρεται διαρκώς στους στρατοδίκες ότι «δίχως στοιχεία θέλετε να τους πάτε στο εκτελεστικό απόσπασμα», ενώ ένας άλλος συνήγορος των δικαζομένων, ο μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ Γιώργος Πανάγος, χαρακτηρίζει αστεία την κατηγορία ότι με τη συγκέντρωση των υπογραφών για την ειρήνη επιδιωκόταν «η απόσπασις μέρους εκ του όλου της επικρατείας»!
Τελικά, εκείνο το δικαστήριο σκοπιμότητας εκδίδει στις 24 Φεβρουαρίου 1951 την απόφασή του, επιβάλλοντας την ποινή του θανάτου στον Νίκο Νικηφορίδη, ισόβια δεσμά στους συγκατηγορουμένους του Δούκα και Δαμιανίδη, και ποινές κάθειρξης από 16 έως 4 χρόνια σε άλλους 10 νεαρούς φίλους της ειρήνης.
Ξεσηκώνεται αμέσως ένα διεθνές κύμα κατακραυγής, ενώ ανάμεσα στα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας που στέλνονται στην τότε ελληνική κυβέρνηση, ξεχωρίζουν αυτά του Αλμπερτ Αϊνστάϊν, του λόρδου Μπέρτραντ Ράσελ, των τιμημένων με Νομπέλ Φυσικής Ζολιό-Κιουρί και Μαρί Κιουρί, της ιδιαιτέρας της βασίλισσας της Αγγλίας κ.α.
Παρά την υπόσχεση της Φρειδερίκης στη μητέρα του Νικηφορίδη ότι θα φροντίσει για την απονομή χάριτος στο γιο της, ο νεολαίος αγωνιστής της ειρήνης θα εκτελεστεί στις 5.30 το πρωί της 5ης Μαρτίου 1951 στο συνήθη τόπο εκτελέσεων, πίσω από το Γεντί Κουλέ. Τα τελευταία του λόγια, σύμφωνα με τον εφημέριο παπα-Βασίλη Καϊμάκη που κοινώνησε τον μελλοθάνατο, ήταν «Πεθαίνω για την ειρήνη».