Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

" Σ' εκείνους που πέσανε..."


ΟΡΟΣΗΜΑ

" Σ' εκείνους που πέσανε..."

Σταματήσαμε την πορεία
να θάψουμε ένα νεκρό.

Βάλαμε κι ένα σταυρό.

Ύστερα κι άλλον.
Και πιο πέρα.
Και παρακάτω.
Κι άλλο σταυρό.

Έτσι, μας είπαν,
θα βρούνε το δρόμο
εκείνοι που έρχονται.

Δημήτρη Ραβάνη - Ρεντή, Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995, γ΄έκδοση, σχέδια Γιώργη Βαρλάμου

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ… (στα χρόνια της Κατοχής 1941-1944)


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Δίπλα στο Μνημείο των νεκρών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 ορθώνεται μια μαρμάρινη στήλη με τα ονόματα των νεκρών φοιτητών του Ε.Μ.Π που αγωνίστηκαν εναντίον των κατακτητών στο διάστημα 1941 – 1944 μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ Νέων της Σπουδάζουσας και του Λόχου Σπουδαστών του ΕΛΑΣ (Λόχος λόρδος Μπάυρον μετονομάστηκε στα Δεκεμβριανά).
Το Πολυτεχνείο, χώρος ιερός  και αιματοβαμμένος, υπήρξε «Κάστρο της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα» και  η πόρτα του παραβιάστηκε τρεις φορές: 6 Μάρτη 1942, 5 Δεκέμβρη 1944, 17 Νοέμβρη 1973.
«Ήταν 6 Μαρτίου 1942. Το Πολυτεχνείο απεργούσε. Ένας σπουδαστής μπήκε λαχανιασμένος στη Λέσχη μας και μας είπε ότι από την είσοδο της οδού Πατησίων, μια ομάδα χαφιέδων μπήκε στην αυλή του Πολυτεχνείου. Αρπάξαμε ο καθένας ό,τι βρήκε μπροστά του, ένα ξύλο ή σιδεροδοκό και κατεβήκαμε τρέχοντας, οπότε βρεθήκαμε μπροστά σε ένα θέαμα που μας άφησε άναυδους. Είδαμε τον Ν.Κιτσίκη ( σημ: ο αγωνιστής Πρύτανης του Πολυτεχνείου) ανασκουμπωμένο να παλεύει με τους χαφιέδες και να τους σπρώχνει προς την έξοδο.
Σε λίγο πετάχτηκαν όλοι οι χαφιέδες έξω.
Από τότε και μέχρι την Απελευθέρωση δεν παραβιάστηκε άλλη φορά το Πολυτεχνειακό άσυλο.
Η δεύτερη παραβίαση έγινε στις 5 Δεκέμβρη του 1944, στη μάχη του ΕΛΑΣ ΣΠΟΥΔΑΣΤΩΝ με τους Άγγλους επεμβασίες, στο Πολυτεχνείο, όταν ένα από τα εγγλέζικα τανκς έσπασε την κλειδαριά και άνοιξε διάπλατα τη σιδερένια πόρτα της οδού Πατησίων για να εισβάλουν στην αυλή του Πολυτεχνείου οι πάνοπλοι Βρετανοί στρατιώτες.
Η τρίτη παραβίαση ήταν στις 17 Νοέμβρη 1973 όταν το τανκς της Χούντας των Συνταγματαρχών γκρέμισε την πόρτα αυτή για να εισβάλουν οι πάνοπλοι στρατιώτες και να διαλύσουν τους εξεγερμένους φοιτητές. Από τότε αυτή η πόρτα μένει κλειδωμένη και ανοίγει κάθε χρόνο, στην επέτειο της 17 Νοέμβρη.»
Ο Φοίβος Τσέκερης, αρχιτέκτονας και συγγραφέας, στο βιβλίο του «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ. Από τους αγώνες με τη Σπουδάζουσα», μας παραδίνει μια πολύτιμη μαρτυρία και ένα ανεκτίμητο ντοκουμέντο από τους αγώνες των νέων της εποχής του για την Εθνική Ανεξαρτησία.
Ο ίδιος ήταν φοιτητής της Αρχιτεκτονικής στο Ε.Μ.Π κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της Ο.Κ.Ν.Ε και του ΕΑΜ Νέων της Σπουδάζουσας. Το 1943 έγινε μέλος της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ. Το 1944 ήταν διμοιρίτης της Διμοιρίας του Ε.Μ.Π και του Λόχου Σπουδαστών του ΕΛΑΣ, που στα Δεκεμβριανά έγινε Λόχος λόρδος Μπάυρον. Συνελήφθη κατά τη διάρκεια της Κατοχής από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, βασανίστηκε και φυλακίστηκε. Τραυματίστηκε βαριά στη μάχη που έγινε μέσα στο Πολυτεχνείο στις 5 Δεκεμβρίου 1944.
politehnio-nekroi-katohi
Σπουδαστές του Ε.Μ.Π. που σκοτώθηκαν στην Κατοχή
«….Το απόγευμα της ίδιας μέρας, 5 του Δεκέμβρη, είχανε ανάψει για καλά οι μάχες  στο κέντρο της Αθήνας.
Ακροβολισμένοι και τοίχο – τοίχο, ο ένας πίσω από τον άλλο κατεβήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων κι από κει κατηφορίσαμε τη Στουρνάρα προς το Πολυτεχνείο. Ολόκληρος ο δρόμος βαλλότανε από τη Γενική Ασφάλεια που βρισκόταν στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρα[…]
Μπήκαμε στο Πολυτεχνείο από τα παράθυρα της λέσχης  και σκορπίσαμε ώστε να καταλάβουμε όλα τα κτίρια  του[…]
Δεν πέρασε λίγη ώρα και έγινε το μεγάλο κακό. Θάμαστε καμιά δεκαριά που είχαμε βγει στον απυρόβλητο διάδρομο για να ξεκουραστούμε. Μερικοί για να καπνίσουνε ένα τσιγάρο ώσπου να κρυώσουνε οι αραβίδες τους. Οι υπόλοιποι απ’ τα παράθυρα συνεχίζανε τη μάχη. Ξαφνικά είδαμε στην άκρη του διαδρόμου, αυτόματα να ξερνάνε φωτιά κατά πάνω μας. Σε λίγα δευτερόλεπτα βρεθήκαμε όλοι τρυπημένοι από τις σφαίρες των Εγγλέζων να σφαδάζουμε πάνω στο τσιμεντένιο δάπεδο, να βογκάμε και να ζητάμε βοήθεια, ενώ οι σφαίρες εξακολουθούσανε να ρίχνονται κατά πάνω μας. Όπως στεκόμαστε εκεί ανύποπτοι και απροστάτευτοι, τους δώσαμε εύκολο στόχο και κανείς δε γλίτωσε απ’ αυτή την απαίσια σφαγή. Μια σφαγή άνανδρη και εγκληματική, γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε εχθροπραξίες με τους Εγγλέζους. Δεν είχαμε ανταλλάξει πυρά και προσπαθούσαμε να τους πείσουμε ότι δεν πρέπει να αναμιχθούν στη διένεξη που είχαμε εμείς με την κυβέρνησή μας.
Δεν έχει ξεκαθαριστεί πως οι Εγγλέζοι φτάσανε μέχρι εκεί, χωρίς να τους ενοχλήσει κανένας, ώστε να μας βρούνε ακάλυπτους και να μας θερίσουν.
Απ’ ότι μάθαμε αργότερα, κάποιος κλητήρας του Πολυτεχνείου που ήξερε καλά τα κατατόπια, τους έμπασε κρυφά από το υπόγειο και από σκάλα, της οποίας αγνοούσαμε την ύπαρξη ώστε να τη φυλάμε.
Μετά απ’ αυτόν τον ξαφνικό αιφνιδιασμό, όσοι πολεμούσανε απ’ τα παράθυρα, όπως ήτανε φυσικό, εγκαταλείψανε τις θέσεις τους και ενωθήκανε με την ομάδα που βρισκόταν στο κτίριο της Αρχιτεκτονικής. Κι εμείς μείναμε στο έλεος των Εγγλέζων, πεσμένοι πάνω στο δάπεδο του διαδρόμου, πνιγμένοι στα αίματά μας, να βογκάμε και μερικοί να ξεψυχάνε.
politehnio-tasos
Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Να καταλάβω πόσες σφαίρες με είχανε χτυπήσει. Τα πόδια μου και τα δυο τα αισθανόμουνα σα λιωμένα. Η πρώτη μου σκέψη ήτανε, να απομακρυνθώ από το μέρος που βρίσκονταν αυτοί που μας χτυπήσανε, και να πλησιάσω προς τους δικούς μας για να με περιθάλψουνε. Άρχισα να σέρνομαι στο διάδρομο. Σύρθηκα περίπου 30 μέτρα. Βγήκα από την πόρτα στο πλατύσκαλο και γαντζώνοντας τα χέρια μου στα σκαλιά, κατάφερα να κατέβω τη μικρή μαρμάρινη σκάλα, που έβγαζε στην αυλή του Πολυτεχνείου.
Βρέθηκα στην αυλή και σύρθηκα καμιά δεκαριά μέτρα προς τα εκεί που ήτανε οι δικοί μας, με την ελπίδα ότι κάποιοι θα έρθουνε να με πάρουνε. Εκεί οι δυνάμεις μου με εγκαταλείψανε και σταμάτησα την προσπάθεια να προχωρήσω άλλο.
Το μυαλό μου όμως δούλευε καλά και όλες μου οι αισθήσεις λειτουργούσανε επίσης καλά.
Όπως ήμουνα ξαπλωμένος ανάσκελα και ανίκανος πια να κάνω οτιδήποτε , παρακολούθησα λεπτό με λεπτό τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου.
Ένα εγγλέζικο τανκς έπεσε πάνω στη σιδερένια πόρτα της οδού Πατησίων, την άνοιξε διάπλατα και στάθηκε εκεί με την κάνη του να κοιτάει προς το χτίριο της Αρχιτεκτονικής. Εγγλέζοι στρατιώτες μπαίνανε πάνοπλοι, με προφυλάξεις και ακροβολίζονταν δεξιά κι αριστερά με πρόθεση να κυκλώσουνε το χτίριο. Ξαφνικά είδα έναν Εγγλέζο στρατιώτη να σκύβει και να με κοιτάει με περιέργεια. Ύστερα άρχισε να μου μιλάει στη γλώσσα του χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Ο τόνος της φωνής του έδειχνε συμπάθεια. Αυτό το επιβεβαίωσα σε λίγο, όταν άπλωσε το χέρι του και μου χάιδεψε το κεφάλι. Του ζήτησα νερό. Του έδειξα πλάι μια βρύση που ασταμάτητα έτρεχε νερό, γιατί όπως φαίνεται είχε σπάσει από κάποια σφαίρα.
Έτρεξε πρόθυμα προς τη βρύση, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε δυνατή η φωνή ενός άλλου, μάλλον αξιωματικού, που τον διάταξε να μην ασχοληθεί άλλο μαζί μου αλλά να κοιτάξει τη δουλειά του. Μου έδωσε να καταλάβω ότι θα ξανάρθει αργότερα και έφυγε χωρίς να ξαναγυρίσει.
politehnio66
Τάσσος, Αφίσα της ΕΠΟΝ σπουδαστών
Είχε πια αρχίσει να νυχτώνει. Από μέσα από το διάδρομο ακουγόταν τα βογκητά και οι παρακλήσεις για βοήθεια των τραυματισμένων συναγωνιστών μου. Όσων ακόμα ζούσανε. Από μακριά ακουγόντουσαν πυροβολισμοί και εκρήξεις χειροβομβίδων, ενώ το χώρο του Πολυτεχνείου τον σκέπαζε μια σιγή που δε σήμαινε, παρά την προετοιμασία για τη μεγάλη σύγκρουση που θα ξεσπούσε σε λίγα λεπτά.
Είδα κάποιον ελασίτη να βγαίνει από το κτίριο της Αρχιτεκτονικής και να προχωράει προς το εγγλέζικο τανκς. Τον γνώρισα από το ντύσιμο και το περπάτημα  του. Ήταν ο συνάδελφος μου στο Πολυτεχνείο Νίνος Χρυσόπουλος. Επειδή ήξερα καλά εγγλέζικα, κατάλαβα ότι τον είχε στείλει ο Γρηγόρης Φαράκος, ο καπετάνιος του λόχου, να μιλήσει με τους Εγγλέζους.
Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του να απευθύνεται προς αυτούς που ήτανε κλεισμένοι στην Αρχιτεκτονική.
«Συναγωνιστές. Όπως είχαμε συνεννοηθεί, τους είπα ότι εμείς δεν έχουμε σκοπό να πολεμήσουμε εναντίον τους, αν αυτοί δεν μας χτυπήσουν. Η διένεξη μας με την κυβέρνηση Παπανδρέου είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τον Ελληνικό λαό. Η επέμβασή τους θα αποτελούσε παραβίαση της συμφωνίας των τριών μεγάλων δυνάμεων. Έστω και τώρα τους παρακαλούμε να φύγουνε και να μας αφήσουνε ήσυχους , να περιμαζέψουμε τους τραυματίες και τους νεκρούς μας. Η απάντησή του ήτανε ότι μας θεωρούνε επαναστάτες και αναρχικά στοιχεία και ότι αν σε δέκα λεπτά δεν παραδοθούμε , θα επιτεθούνε με όλες τους τις δυνάμεις και θα μας εξοντώσουνε όλους».
Για λίγα λεπτά ακολούθησε μια νεκρική σιγή.
Μετά ξεχώρισα τη φωνή του Φαράκου από την Αρχιτεκτονική:
« Να τους πεις ότι δεν είμαστε αναρχικά στοιχεία, αλλά φοιτητές που υπερασπιζόμαστε την Εθνική μας Ανεξαρτησία και αυτή τη στιγμή, το ίδιο το σχολείο μας. Δε θέλουμε πόλεμο μαζί τους, αλλά αν μας επιτεθούνε θα πολεμήσουμε. Δεν πρόκειται να παραδοθούμε».
Σε λίγο η φωνή του Χρυσόπουλου:
« Συναγωνιστές, η απάντησή τους είναι ότι σε τρία λεπτά επιτίθενται».
Πράγματι, πριν περάσουνε τρία λεπτά, οι Εγγλέζοι αρχίσανε να τρέχουνε πέρα δώθε, να παίρνουνε θέσεις μάχης και να ακούγονται διαταγές αξιωματικών προς τους στρατιώτες.
 Νοέμβρης 1973. Ο αγώνας συνεχίζεται...
Νοέμβρης 1973. Ο αγώνας συνεχίζεται…
Και να μια κόλαση φωτιάς απ’ όλες τις μεριές εναντίον των κλεισμένων στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Τα τανκς που είχανε περικυκλώσει το Πολυτεχνείο ρίχνανε απ’ όλες τις μεριές, από τους γύρω δρόμους. Κάθε λεπτό, χιλιάδες σφαίρες πέφτανε πάνω στους « Ελεύθερους Πολιορκημένους». Οι εγγλέζικες σφαίρες που προοριζόταν για τους Γερμανούς, μαζί με τις γερμανικές από την Ασφάλεια, πέφτανε πάνω σε Έλληνες αγωνιστές, στους εφεδροελασίτες φοιτητές.
Η υπεροχή των Εγγλέζων σε οπλισμό ήτανε συντριπτική , όμως ηρωικά οι σύντροφοι κρατούσανε τις θέσεις τους και δεν τους αφήνανε να πλησιάσουνε, ούτε στην Αρχιτεκτονική , ούτε στο κτίριο Γκίνη.
Γρήγορα οι Εγγλέζοι καταλάβανε ότι τα πράγματα δεν ήτανε τόσο εύκολα, όσο νομίζανε.
Κι εγώ να είμαι πεσμένος ανάμεσα στους αντιμαχόμενους , χωρίς να μπορώ να κουνηθώ.
Πόσο μετάνιωσα που βγήκα στην αυλή και πόσο μακάριζα τους άλλους τραυματίες συντρόφους μου που είχανε παραμείνει μέσα στο διάδρομο, προφυλαγμένοι κάπως από τους καινούργιους καταιγισμούς.
Είχε νυχτώσει για καλά όταν σταμάτησε η μάχη. Οι δικοί μας σταματήσανε να αντιστέκονται. Όσοι δεν είχανε τραυματιστεί  ή σκοτωθεί και όσοι δεν είχανε πιαστεί αιχμάλωτοι, υποχωρήσανε προς τα Εξάρχεια  που ήταν το αρχηγείο του λόχου. Όλα τα κτίρια του Πολυτεχνείου, όλες οι αυλές του είχαν περιέλθει στα χέρια  των Εγγλέζων.
Όλοι εμείς οι τραυματισμένοι, που ώρες ατέλειωτες αισθανόμαστε το αίμα μας να φεύγει μαζί με τη ζωή μας, βρισκόμαστε στο έλεος των καινούργιων κατακτητών, που όπως φαίνεται είχανε σκοπό να μας αφήσουνε εκεί σα χτυπημένους σκύλους, ώσπου να μη μείνει σταγόνα από αίμα μέσα μας. Ώσπου να πεθάνει και ο τελευταίος από μας…»
tsekeris 
Φοίβος Τσέκερης, ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ. Από τους αγώνες με τη Σπουδάζουσα, Εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2007

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Αναπαλλοτρίωτο


Ήρθαν. Κοιτούσαν τα χαλάσματα, τα γύρω οικόπεδα,
κάτι μετρούσαν με το βλέμμα τους, δοκίμαζαν
τον αέρα και το φως με τη γλώσσα τους. Τους άρεσε.
Σίγουρα, κάτι θέλαν να μας πάρουν. Εμείς
κουμπώσαμε τα πουκάμισά μας, μ' όλο πούχε ζέστη,
και κοιτούσαμε τα παπούτσια μας. Τότε, ο ένας μας
έδειξε πέρα με το δάχτυλο. Οι άλλοι έστρεψαν.
Σ' αυτό το διάστημα, εκείνος έσκυψε με τρόπο,
πήρε μια φούχτα χώμα, την έκρυψε στην τσέπη του
και ξεμάκρυνε αδιάφορος. Σαν γύρισαν οι ξένοι,
είδαν μια τρύπα βαθειά μπροστά στα πόδια τους,
μετατοπίστηκαν, κοίταξαν το ρολόι τους, κ' έφυγαν.
Μέσα σ' αυτό το λάκκο: ένα σπαθί, μια στάμνα, ένα 
άσπρο κόκκαλο.

Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, σειρά πρώτη, Κέδρος 1974, 4η έκδοση
Το εικαστικό του Γιάννη Ρίτσου

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Εις μνήμην ( Γιάννης Ρίτσος - Leonard Cohen)

Γιάννης Ρίτσος ( 11 Νοεμβρίου 1990)

Leonard Cohen(11 Νοεμβρίου 2016)

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Βούλα Παπαϊωάννου, η ποίηση της φωτογραφίας

Γράφει η ofisofi // atexnos


Τέσσερα παιδιά, ένα κορίτσι και τρία αγόρια, πολύ φτωχικά ντυμένα  και ξυπόλυτα, περπατούν πάνω στο χιόνι το ένα πίσω από το άλλο. Τα τρία πρώτα κοιτούν κάτω, το τέταρτο προσπαθεί να μην πέσει. Ένα αμυδρό χαμόγελο διαγράφεται στο πρόσωπο του πρώτου αγοριού. Ίσως πηγαίνουν στο σχολείο, ίσως παίζουν. Στην δεξιά πάνω μεριά το απομεινάρι ενός κάστρου ρίχνει τη σκιά του.  Ασπράγγελοι  12 Φεβρουαρίου 1946. Σπαρακτική φωτογραφία.
papaioannou1a
Ασπράγγελοι,12 Φεβρουαρίου 1946
Αυτή ήταν η αφορμή για να γνωρίσω το έργο της φωτογράφου Βούλας Παπαϊωάννου, η οποία με τις περιγραφικές και υπαινικτικές φωτογραφίες της
«Μιλάει κυρίως για έναν κόσμο και για μια εποχή δυστυχίας, ανέχειας, μοναξιάς και φόβου. Περιγράφει με κλινική ακρίβεια και χωρίς αλλοιώσεις όσα βρίσκονται μπροστά στο φακό της. Εν τούτοις οι περισσότερες φωτογραφίες της, αποπνέουν  μια αισιοδοξία, μια τρυφερότητα, ακόμα και μια χαρά ζωής…» [1]
Το όνομά της δεν ήταν τόσο γνωστό όσο άλλων και η ίδια είχε φροντίσει να μην αφήσει πολλές πληροφορίες για τη ζωή της και το έργο της. Από τις ελάχιστες γυναικείες παρουσίες στο χώρο της φωτογραφίας, δούλεψε ως φωτογράφος από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η ίδια παρέδωσε το αρχείο της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη το 1976 και έγινε πιο γνωστό το έργο της στους νεότερους μετά την πρώτη ατομική της έκθεση το 1989.
Ο Απόλλων του Ομφαλού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα 1935 -1939
Ο Απόλλων του Ομφαλού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα 1935 -1939
«- Θα αρχίσω από τη ζωή μου.
– Θα μου πείτε περιληπτικά τις σπουδές σας;
– Με ενδιέφερε η ζωγραφική, γενικά η καλλιτεχνική και η φιλολογική κίνηση. Αγαπούσα πολύ τη φιλολογία και ιδίως την αρχαιολογία. Γι’ αυτό πήγα στο Πολυτεχνείο των Καλών Τεχνών. Τότε ήταν τρία χρόνια. Άρχιζες με την ιχνογραφία και μετά έπρεπε να κάνεις το κεφάλι και το σώμα ολόκληρο. Μόλις τελείωσα το πρώτο μέρος στο Πολυτεχνείο, εμπόδια στην οικογένεια με ανάγκασαν να σταματήσω.
Ναός του Ολυμπίου Διός, Αθήνα, 1935 - 39
Ναός του Ολυμπίου Διός, Αθήνα, 1935 – 39
Στο μεταξύ όμως, επειδή μ’ άρεσε η ζωγραφική, έπαιρνα μαθήματα κι έξω, στο ύπαιθρο. Πήγα με σκοπό να τελειώσω. Αναγκάστηκα και σταμάτησα.
Λίμνη Καϊάφα, 1939 - 40
Λίμνη Καϊάφα, 1939 – 40
Στη συνέχεια μου ήρθε η ιδέα να εργαστώ σοβαρότερα από ερασιτεχνικά. Καθώς λοιπόν πήγαιναν συχνά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και είχα πιάσει πολλές φιλίες με τον διευθυντή, τότε, τον Φιλαδελφέα, ρώτησα τον ίδιο με τι μπορώ να ασχοληθώ πιο σοβαρά, στην αρχαιολογία. Μου είπε ότι εγώ θα σας συμβούλευα να κοιτάξετε κάτι κακές φωτογραφίες και κάρτες που δίνουμε μέσα στο Μουσείο και ν’ ασχοληθείτε  μ’ αυτό. Ήταν μια πολύ καλή ι΄δεα. Χωρίς να χάσω καιρό απευθύνθηκα στον Γεραλή, τον φωτογράφο, ο οποίος ήταν ένας από τους καλύτερους εκείνης της εποχής, σπουδαίος καλλιτέχνης, αδελφός του Γεραλή του ζωγράφου. Αυτός με έβαλε στα μυστικά της φωτογραφίας, και ιδίως του σκοτεινού θαλάμου, γιατί εκεί  ήταν η μεγάλη δουλειά τον παλιό καιρό. Τα έκαναν όλα οι φωτογράφοι μόνοι τους. Δεν είναι όπως τώρα. άλλαζαν χαρτιά, κάνανε χρώματα, κόβανε…Ασχολήθηκα πολύ εκεί. Και μαζί με τον Γεραλή κάναμε τις πρώτες φωτογραφίες στο Μουσείο, αμέσως…» [2]
 Αντιαεροπορικό όρυγμα, Αθήνα 1940
Αντιαεροπορικό όρυγμα, Αθήνα 1940
Την αποκάλεσαν «Φωτογράφο της Κατοχής» καθώς οι φωτογραφίες της από εκείνη την περίοδο και κυρίως εκείνες  με τα σκελετωμένα παιδιά από την πείνα, τις οποίες κρυφά έστελνε στο εξωτερικό μέσω του Διεθνούς και Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού μαρτυρούσαν με συγκλονιστικό τρόπο το αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής και βοήθησαν αποτελεσματικά στην αποστολή βοήθειας.
Αθήνα, 1941 - 1942
Αθήνα, 1941 – 1942
papaioannou7
Την θεώρησαν εκπρόσωπο του φωτογραφικού μοντερνισμού στην εποχή της για τον τρόπο με τον οποίο φωτογράφιζε τα θέματά της.
Ομαδικό πλέξιμο, Αθήνα 1940
Ομαδικό πλέξιμο, Αθήνα 1940
Την τοποθέτησαν ανάμεσα στους σημαντικούς φωτογράφους της ανθρωπιστικής φωτογραφίας γιατί προσέγγισε με ανθρώπινη ματιά και πρόβαλλε τον καθημερινό άνθρωπο στον αγώνα του για την επιβίωση μέσα στις πολύ δύσκολες συνθήκες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Οι φωτογραφίες της είναι ουμανιστικά ντοκουμέντα και γι’ αυτό της έδωσαν έναν ακόμα χαρακτηρισμό, αυτόν της μάνας του ουμανιστικού ντοκουμέντου στην Ελλάδα.
Συσσίτιο, Αθήνα 1941
Συσσίτιο, Αθήνα 1941
«Στις φωτογραφίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα και ο πραγματικός χώρος και χρόνος της κάθε φωτογραφίας. Η κάθε μια έχει το δικό της πεντακάθαρο αλλά μάλλον άγνωστο χώρο και τη δική της απόλυτη άλλα άγνωστη χρονική στιγμή….Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι πρόκειται για χώρους και στιγμές από τη ζωή της Βούλας Παπαϊωάννου που στάθηκε να περισυλλέξει για να μας μεταφέρει έναν κόσμο που εκείνη έβλεπε όπως εκείνη νόμιζε…Ένα πολύτιμο κομμάτι οπτικής ποίησης…» [3]
Συσσίτιο σε ίδρυμα για παιδιά, Αθήνα, 1942 -43
Συσσίτιο σε ίδρυμα για παιδιά, Αθήνα, 1942 -43
Με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι αποτύπωσε την Ελλάδα, τον τόπο και τον άνθρωπο. Αρχικά φωτογράφιζε  αρχαία και βυζαντινά μνημεία, αγάλματα και τοπία. Στη συνέχεια όμως εξ αιτίας του πολέμου αλλάζει  συνειδητά την οπτική της και  ιχνηλατεί την ανθρώπινη παρουσία στα μετόπισθεν των γεγονότων προσπαθώντας να συλλάβει την επίδραση τους τόσο στους τόπους όσο και στους ανθρώπους.
Σημειώματα κρατουμένων στον τοίχο του γερμανικού κρατητηρίου της οδού Μέρλιν, Αθήνα, 1944
Σημειώματα κρατουμένων στον τοίχο του γερμανικού κρατητηρίου της οδού Μέρλιν, Αθήνα, 1944
Αν και δούλεψε ως φωτογράφος για τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού και για τις αμερικάνικες αποστολές βοήθειας  στη μεταπολεμική Ελλάδα κατόρθωσε να αποδεσμευτεί από τον υπηρεσιακό της ρόλο και να φωτογραφίζει  σύμφωνα με τις προσωπικές της ευαισθησίες και ενδιαφέροντα.
Ανάπηρο κορίτσι, Αθήνα, 1945
Ανάπηρο κορίτσι, Αθήνα, 1945
« «…η φωτογραφία δεν απευθύνεται μόνο στη νόηση. Μιλάει την παγκόσμια γλώσσα που είναι η γλώσσα της καρδιάς, γλώσσα της συγκίνησης, του πόνου ή της αγάπης που παντού εκφράζονται με τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες συμπεριφορές, τα ίδια βλέμματα, γιατί είναι έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης μας»(Fransois Buguion).Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Β.Π ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των εντολέων της και ταυτόχρονα ιστορούσε το πανόραμα της χώρας της, εστιάζοντας σε θέματα δικής της επιλογής και δημιουργώντας εμβληματικές εικόνες με αγέρωχες γυναικείες μορφές και πρόωρα μεγαλωμένα πρόσωπα των παιδιών που δεν συνδέονταν αναγκαστικά με τον συγκεκριμένο χρόνο κα τόπο…
Αναμονή παιδιών για εξέταση φυματίωσης στο Σικιαρίδειο νοσοκομείο, Αθήνα, 1945 -46
Αναμονή παιδιών για εξέταση φυματίωσης στο Σικιαρίδειο νοσοκομείο, Αθήνα, 1945 -46
Η ανθρωπιστική φωτογραφία της Β.Π χαρακτηρίζεται από σημαντικές αρετές όπως η διακριτική συναισθηματική συμμετοχή στο θέμα, χωρίς ρητορείες και ελεγειακούς τόνους, η λιτότητα στη σύνθεση και η σημειολογία των εικονογραφικών στοιχείων. Η δύναμη της ματιάς της όμως αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα πορτρέτα, πλησιάζει τους ανθρώπους που επιλέγει χωρίς να τους παρενοχλεί, με αποτέλεσμα να διατηρούν τη φυσικότητα στην έκφραση τους ακόμα κι όταν έπρεπε η λήψη να είναι σκηνοθετημένη…» [4]
Χωρικές δίπλα σε ερείπια, 1945-47
Χωρικές δίπλα σε ερείπια, 1945-47
Η Βούλα Παπαϊωάννου αγαπούσε την Ελλάδα και αυτό το συναίσθημα διαχέεται σε όλο το έργο της.
Μαυροντυμένες γυναίκες, Δίστομο, 1945
Μαυροντυμένες γυναίκες, Δίστομο, 1945
« Το έργο της μοιάζει κομμένο στα δύο. Το ένα του κομμάτι ασχολείται με την «αθάνατη» και «αιώνια» Ελλάδα` το δεύτερο αφορά τις δύσκολες συνθήκες του πολέμου, της Κατοχής και της ανασυγκρότησης. Η Β.Π. ονόμασε αυτό το σκέλος της δουλειάς της «Ρεπορτάζ» και «Σύγχρονη ζωή». Αναφέρεται στα άμεσα γεγονότα που συνέβαιναν γύρω της, αγγίζοντας τα βαθύτερα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός ο άξονας περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τη δεκαετία του ’40, ενώ ο άλλος, η «αιώνια» Ελλάδα, διαπερνά το σύνολο του έργου της και αποτελεί το επίκεντρο της καλλιτεχνικής της ενασχόλησης…» [5]
Μαθήματα στην ύπαιθρο, Στρούνι Ιωαννίνων, 16 Φεβρουαρίου 1946
Μαθήματα στην ύπαιθρο, Στρούνι Ιωαννίνων, 16 Φεβρουαρίου 1946
Η έκφραση του σώματος, του προσώπου, οι χειρονομίες, οι λεπτομέρειες στις κινήσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων απομονώνονται μέσα στο φακό της και δημιουργούν συναισθήματα που ξεφεύγουν από τα τοπικά και χρονικά όρια της συγκεκριμένης φωτογραφίας.
Σπάσιμο πέτρας. Κριεκούκι Θηβών(;), 1945 -1950
Σπάσιμο πέτρας. Κριεκούκι Θηβών(;), 1945 -1950
«- Τι ήταν για εσάς η φωτογραφία;
– Ένα ξεθύμασμα, μια ανάγκη εκδηλώσεως και κάτι που μου άρεσε πολύ…

Μακεδονία, 1945 -47
Μακεδονία, 1945 -47
– Απ’ ό,τι είδα στις φωτογραφίες σας, προσπαθείτε να αποτυπώσετε το στιγμιαίο.
– Ναι, με τραβούσε η γλύκα, η τραγικότητα, οι εκδηλώσεις της ζωής γενικά. Δίνουν καλή έκφραση. Εγώ έλεγα πάντα πως η φωτογραφίας μου είναι μόνο η έκφραση…
Βαρκάρης στη λίμνη των Ιωαννίνων, 1950 - 53
Βαρκάρης στη λίμνη των Ιωαννίνων, 1950 – 53
– Αυτό επιδιώκατε πάντα, την έκφραση;
– Την έκφραση. Η έκφραση δείχνει τον άνθρωπο τον πραγματικό, τον άνθρωπο χωρίς φτιασίδι, χωρίς στολίδι…» [6]
Θεσσαλονίκη, Παραλία, 1950 -55
Θεσσαλονίκη, Παραλία, 1950 -55
Ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και ανεξάρτητα για ποιον φωτογράφιζε κάθε φορά « οι φωτογραφίες της είχαν πάντοτε πάρα πολλά στοιχεία προσωπικής ψυχικής ανάμειξης». [7]]
Όργωμα με μουλάρια. Στερεά Ελλάδα, 1947 -50
Όργωμα με μουλάρια. Στερεά Ελλάδα, 1947 -50
Επιπλέον τα ταξίδια της στο εξωτερικό της επέτρεψαν να έρχεται σε επαφή και να γνωρίζει το έργο σημαντικών φωτογράφων.
Μάζεμα φύλλων καπνού, 1950 -55
Μάζεμα φύλλων καπνού, 1950 -55
Η Βούλα Παπαϊωάννου μέσω της φωτογραφίας και της συμμετοχής σε ανθρωπιστικές οργανώσεις πρόνοιας είχε επαφή με γυναικείες οργανώσεις οι οποίες διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα και δικαίωμα ψήφου και μπόρεσε να δραστηριοποιηθεί πολιτικά και να ξεφύγει από τη ζωή των γυναικών της εποχής της. Για παράδειγμα όταν ζήτησε να υπηρετήσει στο αλβανικό μέτωπο ως πολεμικός ανταποκριτής, αυτό δεν έγινε δεκτό γιατί ήταν γυναίκα. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε το φακό της και κινήθηκε  μέσα στην Αθήνα καταγράφοντας την καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού  και τις αλλαγές που συντελούνταν στην πόλη.
Θερισμός . Λειβαδιά, Αύγουστος 1946
Θερισμός. Λειβαδιά, Αύγουστος 1946
Το κοινωνικό περιεχόμενο του έργου της παρέμεινε σχετικά άγνωστο γιατί οι φωτογραφίες της δεν έφεραν την υπογραφή της εξ αιτίας των συνθηκών δημοσίευσής τους. Πολλές φωτογραφίες , οι οποίες θεωρούνται ότι ανήκουν στην Β.Π λόγω των τεχνικών χαρακτηριστικών και της αισθητικής, δεν φέρουν κάποιο σημάδι της ταυτότητάς της. Είναι πιθανόν δε φωτογραφίες από τις γυναικείες φυλακές της Πάτρας ή των εξόριστων γυναικών στο Τρίκερι να τραβήχτηκαν από την Βούλα Παπαϊωάννου.
Αγρότες σε πηγή, Αττική, 1950 -55
Αγρότες σε πηγή, Αττική, 1950 -55
Όταν παρέδωσε το αρχείο της είναι πλέον γεγονός ότι  είχε ήδη καταστρέψει ένα μέρος ή κομμάτια της δουλειάς της, όπως εκείνα που αφορούσαν τα Δεκεμβριανά, τους φυλακισμένους του εμφυλίου , τους πρόσφυγες.
Μύκονος, 1950 -55
Μύκονος, 1950 -55
Η αξία του έργου της Βούλας Παπαϊωάννου είναι μεγάλη τόσο από φωτογραφική και καλλιτεχνική  όσο και από ιστορική σκοπιά.
Πορτρέτο ψαρά, Εύβοια, 1950 -55
Πορτρέτο ψαρά, Εύβοια, 1950 -55
«Σε μια εποχή που δοξάζει την αποδόμηση, το χάος και τη συμπτωματικότητα του τυχαίου, τη βαρβαρότητα, την έντεχνη ανατροπή του περιεχομένου των εννοιών και τη βαθμιαία διάψευση των ελπίδων για την άνθιση ενός ευρωπαϊκού ιδεώδους, η Βούλα Παπαϊωάννου μας υπενθυμίζει ποιο είναι το μέτρο των πάντων. Αφυπνίζοντας ταυτόχρονα κάποιας βασικής σημασίας ερωτήματα γύρω από τους άξονες κάθε πραγματικά μεγάλης δημιουργίας, όχι αποκλειστικά εικαστικής.»  [8]
papaioannou27
Η Βούλα Παπαϊωάννου
Πηγές:
[1], [3], [7] Πλάτων Ριβέλλης, Από την πληροφόρηση στην ποίηση. Το καλλιτεχνικό έργο της Βούλας Παπαϊωάννου
[2], [6] Η Βούλα Παπαϊωάννου σε πρώτο πρόσωπο. Συνέντευξη στη Ρούλα Μιχαηλίδου , άνοιξη 1988
[4] Φανή Κωνσταντίνου, Γύρω από τη ζωή και το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου
[5] Johanna Weber, Στα χνάρια της Βούλας Παπαϊωάννου. Αναζητώντας τα αρχεία
[8] Άγγελος Δεληβοριάς , Πρόλογος στην έκδοση του λευκώματος

papaioannou28Οι πηγές και οι φωτογραφίες από το λεύκωμαΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΒΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ/ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗΑΘΗΝΑ 2007, Α’ ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Κατά το ηλιοβασίλεμα Γέμισε η Λίμνη Χρώματα...


Την πιο μελαγχολική
Ώρα της ημέρας
Κατά το ηλιοβασίλεμα
Γέμισε η Λίμνη
Χρώματα
Ασημένια, βαθιά μπλε,
Κατακόκκινα, παλλόμενα πράσινα
Και Χρυσαφιά
Ξέβαψαν
Τα φουστάνια
Των πνιγμένων γυναικών

                                      Άννα Δερέκα

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016