Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Πίστομα

Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
      Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
      O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
      Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
      Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
      "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
      T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
      "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
      Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
      "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
      Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
      Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
      "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
      "Tον σκότωσες!"
      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
      Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
      Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
      Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
      Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: 
      "Bάλ'το πίστομα μέσα".


Κωνσταντίνος Θεοτόκης , Διηγήματα (Kορφιάτικες ιστορίες), Kείμενα, Αθήνα 1982 

"Οι χαρακτήρες του έργου είναι τρεις. Ο Αντώνιος Βραχνός ή Κουκουλιώτης, η γυναίκα του και το παιδί της, καρπός άνομης ερωτικής συνεύρεσης. Ο Κουκουλιώτης είναι το κέντρο βάρους στην πυκνή αφηγηματική τεχνική του Θεοτόκη. Είναι, ωστόσο, ένας από τους νιτσεϊκούς χαρακτήρες του Θεοτόκη, όπως περιγράφονται συχνά, ή απλά μια τραγική φυσιογνωμία που τη λούζει κρύος ίδρος και χλωμιάζει μπρος στο επερχόμενο συμβάν; Αν ένα διήγημα συμπυκνώνεται στον τίτλο του, τότε ο τίτλος αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον στην αναζήτησή μας. Ο Κουκουλιώτης δεν προβαίνει ο ίδιος στην πράξη. Επιβάλλει στη γυναίκα του να το κάνει και μάλιστα τοποθετώντας το παιδί μπρούμητα. Τούτη η ταφική πρακτική έχει πανάρχαιες ρίζες και ως επί το πλείστον χαρακτηρίζεται ως πράξη τιμωρίας. Στη χριστιανική ταφική πρακτική το σώμα πρέπει να θάβεται με την όψη του προσώπου να ατενίζει τον ουρανό, προκειμένου να συμμετέχει εις ανάστασιν νεκρών. Από αυτή την άποψη ενδεχομένως ο Κουκουλιώτης δίκαια χαρακτηρίζεται ως νιτσεϊκός χαρακτήρας, αν και η ίδια η έννοια του υπερανθρώπου συνεπάγεται την ιδέα της τραγικότητας." ( από το Κ.Καλογερόπουλος : Κωνσταντίνος Θεοτόκης "Πίστομα" εδώ)

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι

Το χιόνι
                                                                                  Στον Κρίτωνα Ζωάκο

Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ' αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ' εκεί με τ' αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν' απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν' απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ' όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ' αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ' το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.

Ανέστης Ευαγγέλου, Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα - 1994) 

Μαρία Δημητριάδη

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

H στοχαστική λογοτεχνία του Ανδρέα Φραγκιά

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Παντελή Μπουκάλα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 8 Ιανουαρίου 2002 , δύο μέρες μετά το θάνατο ( 6 Ιανουαρίου 2002) του σπουδαίου μεταπολεμικού  συγγραφέα Ανδρέα Φραγκιά.


Για να αποχαιρετήσουμε τον Ανδρέα Φραγκιά όπως του αρμόζει, για να μιλήσουμε για τον άξιο δημοσιογράφο, λογοτέχνη και πολίτη που έσβησε στα πλήρη ογδόντα ένα του όσο ήσυχα και σεμνά έζησε τη γόνιμη εμπλοκή του με τη γραφή, θα πρέπει πρώτα πρώτα να θυμηθούμε και να εμπιστευτούμε εκ νέου ένα νόμο που μοιάζει ανυπόληπτος και απαράδεκτος στις ποσοτικές ημέρες μας, ημέρες της άγριας μεγεθολατρείας: το λίγο είναι σπουδαίο, λοιπόν, το λίγο μπορεί ν΄ αξίζει πολύ περισσότερο από το ογκώδες, το μαζικό, το διάσημο, το κραυγαλέο και το αυτοδιαφημιζόμενο.

Στα τριάντα χρόνια της δημόσιας λογοτεχνικής του γραφής (αφού η πολύχρονη δημοσιογραφική εργασία του υπήρξε κατά κύριον λόγο ανώνυμη, ανυπόγραφη), στον μισόν αιώνα που διέρρευσε από την πρώτη του εμφάνιση, ο Ανδρέας Φραγκιάς τύπωσε τέσσερα μυθιστορήματα όλα κι όλα (κρατώντας στο συρτάρι όσα κείμενά του έκρινε πως δεν είχαν ολοκληρωθεί): το «Ανθρωποι και σπίτια» το 1955 (οι άνθρωποι σε μια λαϊκή συνοικία της Αθήνας, έναν χρόνο έπειτα από μιαν απελευθέρωση που η κυριολεξία της δεν ίσχυσε για όλους, με τα «καμένα σπίτια» και κυρίως την καμένη μνήμη, αφού «όλοι ξέρουμε πως καήκανε και δε μιλάμε γι' αυτό»), την «Καγκελόπορτα» το 1962 (δίκαιη και μεστή ιστόρηση του μετεμφυλιακού δράματος και των ριζικών κοινωνικών μεταλλαγών στο άστυ), τον «Λοιμό» το 1972 (βασανιστές και βασανιζόμενοι σε ένα εφιαλτικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και «αναμόρφωσης», με πιθανό πρότυπο τη Μακρόνησο, όπου ο συγγραφέας υπηρέτησε τη θητεία του ως κρατούμενος, στα χρόνια 1950-52, πληρώνοντας για τα φρονήματά του και την αντιστασιακή του δράση, όπως τρία χρόνια πριν είχε πληρώσει εκτοπιζόμενος στην Ικαρία) και το δίτομο «Πλήθος» το 1985 και το 1986, ένα έργο που τίμησε τις υψηλές επιδιώξεις του, γραμμένο με τον Τζορτζ Οργουελ κατά νουν αλλά και τον Φραντς Κάφκα (το παράδειγμα του οποίου είχε επενεργήσει και στον «Λοιμό», όπου ιστορούνται οι μαζικές κοινωνίες μας, ασφυκτικά ελεγχόμενες από αόρατους κυβερνήτες και επιτηρητές).

«Ολα κι όλα τέσσερα βιβλία»; Μα μήπως είναι ήδη πολλά; Μήπως δεν αρκούν τέσσερα πεζογραφήματα για να συνθέσουν έναν κόσμο ολόκληρο αν ο δημιουργός τους είναι γερός μάστορας, σεμνά ικανός, τίμιος απέναντι στην τέχνη του; ΄H τάχα πρέπει να γίνεται κανείς σαν εκείνον τον γραμματικό τού 1ου αιώνα προ Χριστού, τον «χαλκέντερο» Δίδυμο τον Αλεξανδρέα (που επονομάστηκε Βιβλιολάθας γιατί δεν θυμόταν καν τους τίτλους των αναρίθμητων γραπτών του), ώστε να τον τιμήσουμε με την προσοχή και τον έπαινό τους; Μήπως θα πρέπει να τυπώνει ένα έργο κάθε χρόνο, ακόμη κι αν δεν έχει τίποτε να πει, αλλά μόνο και μόνο για να βρίσκεται στη δημοσιότητα και να εκμεταλλεύεται τους πολλούς της πόρους, όπως επιτάσσουν τα νέα ήθη;

Τον Ανδρέα Φραγκιά θα τον διαβάζουμε και θα τον ξαναδιαβάζουμε - επειδή κ α ι είχε να πει κ α ι είχε τρόπο να τα πει, ένα «μάγο ύφος», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Στάθη Δρομάζου, που, εσωτερικεύοντας με την πολλή επεξεργασία τις κατακτήσεις του, αυτοτιθασευμένο, αρνείται πεισματικά οποιασδήποτε μορφής πολυτέλεια, ως προς τις λέξεις, τα συντάγματα, τις εικόνες και την πλοκή. Θα τον διαβάζουμε και θα τον ξαναδιαβάζουμε επειδή, εκτός όλων των άλλων, όσα έθιξε στα κείμενά του και η λογοτεχνική μέθοδος με την οποία τα ανέδειξε εξακολουθούν να προηγούνται σε πολλά της πεζογραφίας η οποία τον ακολούθησε, κυρίως δε εκείνης που καταπιάστηκε με θέματα ίδια με τα δικά του.

Σχηματικά, τα κείμενα του Φραγκιά πορεύτηκαν από τον εναρκτήριο ρεαλισμό προς τον συμβολισμό, το φανταστικό και την αλληγορία. H αλληγορία όμως υπήρξε γι' αυτόν ο βαθύτερος τρόπος για να συλλαβίσει την πραγματικότητα και όχι μια μέθοδος για να απομακρυνθεί από αυτήν ή για να ανακουφίσει τη δεινότητά της. Δεν προφητεύει ο συγγραφέας, δεν αναγγέλλει έναν μελλούμενο κόσμο, αλλά, ξεφλουδίζοντας σαν χαλασμένο κρεμμύδι αυτόν που ήδη υπάρχει και μας περιβάλλει κανονίζοντας με ύπουλη ή ωμή βία τη συμπεριφορά μας, προσδιορίζει τη βαρύτατη νόσο των σύγχρονων κοινωνιών: δεν κατοικούνται πια από συνεργούντες πολίτες με όνειρα και οράματα, ή έστω από μονάδες με το ιδιαίτερο πρόσωπό της η καθεμία, αλλά από «ανύπαρκτους», από ομοιώματα, από χειραγωγημένες ρεπλίκες: «H γενική προσπάθεια», διαβάζουμε στον πρώτο τόμο του «Πλήθους», «τείνει όχι μόνο να γίνεις ένα τυποποιημένο ομοίωμα, αλλά και να βλέπεις όλους τους άλλους άψυχες φιγούρες από χαρτόνι». Τι βλέπουμε γύρω τώρα πια, τι βλέπουμε μέσα μας;

Χάρη στην εξαρχής διαπιστωμένη ικανότητά του να κινεί ανθρώπινα σύνολα παρά μοναδιαίους χαρακτήρες και να τα εντάσσει αρμονικά στο χωρόχρονο της μυθοπλασίας του, ο Φραγκιάς κατορθώνει με το «Πλήθος» να απεγκλωβιστεί από την εγγενή σχηματικότητα των συμβολισμών και, με την εσκεμμένα αργόρρυθμη αφήγησή του, να αναπαραστήσει έναν κόσμο ισοπέδωσης και ολοκληρωτισμού εφιαλτικά ευκρινή και εφιαλτικά κοντινό μας. Το μέλλον έχει ήδη υπάρξει - άλλωστε το 1985, οπότε τυπώνεται το βιβλίο, είναι το έτος το αμέσως επόμενο του οργουελικού «1984».

Γράφοντας το 1998 για τον Δημήτρη Χατζή, στο περιοδικό «H λέξη» (τεύχος 144, Μάρτης-Απρίλης), ο Ανδρέας Φραγκιάς σημείωνε ότι «το κυρίαρχο στοιχείο» του κορυφαίου πεζογράφου υπήρξε «ο άμεσος δεσμός με τα πράγματα». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο γνώρισμα αναδεικνύουν τα δικά του κείμενα, και όχι μόνο το «Ανθρωποι και σπίτια» και η «Καγκελόπορτα», με την προφανέστερη τεχνολογία τους, αλλά και τα υπαινικτικότερα, ο «Λοιμός» και το «Πλήθος». O οξύς ανθρωπολογικός και φιλοσοφικός τους στοχασμός και η συγκρότησή τους δίκην παραβολών, με ισχυρότατο μάλιστα το μερίδιο του φανταστικού ή και του παραλόγου, δεν οργανώνουν ένα λόγο ιδεολογικό που, δίχως τη δεξιότητα του συγγραφέα, θα κατέληγε οπωσδήποτε στον επιθετικά πατερναλιστικό διδακτισμό και θα τον απορροφούσε η ίδια του η προσχηματική εκπόνηση, αλλά κινηματογραφούν με συναρπαστική πληρότητα ένα αυθεντικό, αφόρητα πραγματικό κόσμο που σκεπάζεται από τη σκόνη των φαινομένων και από την ημερήσια τύρβη. Εδώ η μεταφορά ακούγεται σαν κυριολεξία? είναι κυριολεξία. Κι ίσως αυτό να μπορεί να κριθεί σαν η σοβαρότερη επίτευξη ενός από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς μας πεζογράφους.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Χριστόφορος Μηλιώνης, Η Μαναμεγάλη

ΕΙΚΟΣΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ της. Κλείνει ένα χρόνο. Πολύ θα το' θελα να βρισκόμουν εκεί, αλλά μ' εμποδίζουν λόγοι ανώτεροι από τη θέλησή μου. Πριν ένα μήνα κλείσαμε ξενοδοχείο στους Δελφούς για τις διακοπές των Χριστουγέννων, όπου η κόρη μου, μεγάλη πια, θα' χει την ευκαιρία ν' ανεβαίνει για σκι στο χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού, έτοιμη ν' απλώσει φτερά και να πετάξει. Ασκείται συχνά στους λαρυγγισμούς των γιουντλ κι έχει κάνει τις προμήθειες της: αλπίνικο σκούφο και πουλόβερ, μάλλινο κασκόλ με κρόσσια, φόρμα αδιάβροχη  και μπουφάν, ειδικά άρβυλα, και φυσικά, πέδιλα και σκι - στικς. Όλα αυτά κοστίσανε του κόσμου τα λεφτά. Το χριστουγεννιάτικο δώρο μου καλά καλά δεν έφτασε κι έμεινε ο ταχτικός μισθός για τ' άλλα έξοδα: ξενοδοχείο και φαγητό στο σελφ - σέρβις του σκι - κλαμπ και το βράδυ στην ταβέρνα του Καραθανάση , στην Αράχοβα, όπου θα μαζεύονται κι οι άλλοι χιονοδρόμοι της Αθήνας, με τις στολές, τα ξαναμμένα πρόσωπα και τον καθαρό αέρα. Είναι όλα φανταστικά, λέει, και δεν υπάρχει βέβαια τρόπος να την πείσω για πράγματα για τα οποία η ίδια δε φέρνει καμιά ευθύνη, για να είμαστε δίκαιοι.
Πέρσι ήταν διαφορετικά· δηλαδή η όλη ψυχολογική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε , με το υπεραστικό τηλεφώνημα και την αιφνίδια εξαγγελία του τετελεσμένου, δεν άφησε περιθώρια για αντιδράσεις. Όπως και να το κάνεις, θάνατος που σε παίρνει στο τηλέφωνο γίνεται πιο πειστικός από ένα αγγελτήριο κολλημένο στην κολόνα της ΔΕΗ ή στη γωνία του δρόμου, μαζί με τις κομματικές διακηρύξεις. Πιο πειστικός ακόμα κι από τη σειρήνα του αυτοκινήτου των Πρώτων Βοηθειών, που κάθε τόσο σαρώνει δίπλα τη λεωφόρο Αλεξάντρας κι ύστερα πνίγεται στο βόγκο των άλλων αυτοκινήτων, που ορμούνε πίσω του στο κενό.
Φαίνεται πως έπαιξε ρόλο και τ' όνομα Μαναμεγάλη, που Κύριος οίδε τι απήχηση είχε, καθώς μάλιστα τα σχετικά με το οικογενειακό μου δέντρο και το συγγενολόι μου είναι αόριστα και συγκεχυμένα, αν όχι παντελώς σκοτεινά.
Η αλήθεια είναι πως η Μαναμεγάλη, δεν ήταν στενή συγγενής μου. Εκτός από μας, που είχαμε βέβαια ιδιαίτερους λόγους, έτσι τη φωνάζανε όλοι στο χωριό μας, όπου δέσποζε με το μπόι της, με τον ίσκιο της, αλλά και με τον κόσμο της - κουνιάδους, συνυφάδες, παιδιά κι αγγόνια - και το παλαιικό τους σπίτι δίπλα στο δικό μας. Ένα σπίτι που το σεβάστηκαν οι αιώνες και παραλίγο να πω κι οι Γερμανοί ( το δικό μας όχι). Γιατί βέβαια αυτοί δε σέβονταν τίποτε, κι αν γλίτωσε από την καθαρτήρια φωτιά τους, είναι γιατί το πάτωμα ήταν από χώμα πατικωμένο και τα παράθυρα μικρά σαν πολεμίστρες. Κι έτσι τα προσανάμματα που μαζέψανε στη μεσοσπιτιά, δυο δεμάτια χορτάρι ξερό από τ' αλώνια, στάθηκαν ανίκανα να μεταδώσουν τη φωτιά στις χοντρές γρεντές από ολόκληρους κορμούς δέντρων, γαλβανισμένους κιόλας από την κάπνα. Μπούκωσαν στον καπνό και σβήσανε. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να διευκρινίσω εδώ, ότι με προσανάμματα μας καίγανε· αυτά που διαδίδονταν, για σκόνη που άναβε με μια πιστολιά, ήταν φαντασία των χωρικών, που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς προλάβαιναν ν' ανάψουν τόσες φωτιές, πράγμα που οφείλονταν βέβαια σε υπερβολικό ζήλο.
Εκμεταλλεύτηκα λοιπόν τη σύγχυση που επικράτησε αμέσως μετά το τηλεφώνημα και, για να προλάβω ωριμότερες σκέψεις - πού θα πας χειμώνα καιρό, πεντακόσια χιλιόμετρα, και το μετεωρολογικό δελτίο είπε για χιόνια -, φόρεσα το χοντρό μου τζάκετ κι ένα καλπάκι από αστραχάν, που είχα ψωνίσει πρόπερσι τέτοιον καιρό στα τουριστικά της Πορταριάς, και ξαμολύθηκα με την Ντάτσια και τα εννιά άλογά της, νιώθοντας λιγάκι σαν Ρώσος ευγενής που ξεκινάει με την τρόικα του για την απέραντη στέπα.
Κι η αλήθεια είναι πως ο καιρός βοηθούσε τέτοιες φαντασίες, γιατί από το Μακρυνόρος και πέρα οι πλαγιές ήταν κάτασπρες, στα ψηλώματα χιόνιζε ακόμα και μάλλον το' χε σκοπό να κατέβει στα χαμηλά. Σκοτείνιασε νωρίς κι ύστερα από λίγο οδηγούσα σ' ένα δρόμο ψιλοστρωμένο, χωρίς κίνηση, με τις νιφάδες να στροβιλίζονται μπροστά στους προβολείς. Περνούσα χωριά κουκουλωμένα, με φωτισμένα παράθυρα, όπου μάντευα πως οι άνθρωποι κουβέντιαζαν γύρω στη σόμπα και τα παιδιά έκαναν τούμπες στα στρωσίδια πριν κοιμηθούν.
Στο οροπέδιο των Ιωαννίνων, όπου έφτασα κοντά μεσάνυχτα, το χιόνι στους δρόμους είχε παγώσει, είχε σταματήσει κάθε κίνηση, κι εγώ σχεδόν πατινάριζα πεσμένος πάνω στο τιμόνι, με το πρόσωπο κολλημένο στο θολό παρμπρίζ, ώσπου έφτασα στην είσοδο της πόλης και σταμάτησα στο πρώτο ξενοδοχείο.
Στο σαλόνι οι πελάτες ήταν λιγοστοί, δεν είχαν καταφτάσει ακόμα οι τουρίστες για τα Χριστούγεννα, με τους μάλλινους σκούφους και τα μποτίνια, ωστόσο το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε πάρει τη θέση του σε μια γωνιά και τα πολύχρωμα φωτάκια αναβοσβήνανε μόνα τους· έκαναν πρόβες. Πεντέξι άντρες, από κείνους που βλέπει κανείς τις εργάσιμες μέρες στα ξενοδοχεία, έμποροι και πλασιέδες, σκοτώνανε την ώρα τους στην τηλεόραση. Κουρασμένος όπως ήμουν από το δύσκολο ταξίδι, ανέβηκα κατευθείαν στο δωμάτιό μου και παράγγειλα τσάι.
Μου συμβαίνει συχνά, όταν είμαι κουρασμένος, ν' αργώ να κοιμηθώ. Ξάπλωσα πάνω από τις κουβέρτες και στο μυαλό μου τριγυρνούσαν εικόνες ανακατεμένες - εκείνης πιο πολύ που πήγαινα ν' αποχαιρετήσω. Την έβλεπα ν' ανεβαίνει σκυφτή, αλλά πελώρια, στην πέτρινη σκάλα κι ύστερα να στρέφει το σουρωμένο της  πρόσωπο, τυλιγμένο στην μπόλια, και να μου φωνάζει: " Θα' ρθεις άμα πεθάνω;" Είχε πάντα, από τα νιάτα της ακόμα, μια βαρηκοΐα που την έκανε να φωνάζει δυνατά σαν να ήταν οι άλλοι που δεν άκουγαν, κι αχούσε παλιότερα ο κάμπος και τα χειμαδιά, κι ύστερα το χωριό, όταν μάλωνε το γέροντά της, το γέρο - Ζήκο, που είχε γυρίσει από το καφενείο και μύριζε τσιγάρο. Εκείνος κάπνιζε κρυφά στο καφενείο που τον κερνούσαν, πιο πολύ για να διασκεδάσουν, όταν σε λίγο θ' ακούγονταν οι φωνές της. Τριγύριζαν στο μυαλό μου κι άλλες εικόνες παλιές κι αδέσποτες. Ένας μεγάλος σοφράς, χαμηλός κι ολοστρόγγυλος, καταμεσής του σπιτιού κι ολόγυρα σκυμμένα κεφάλια, αμίλητα, που άπλωναν και τρώγανε από μια χάλκινη γαβάθα - γερόντοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που δεν τους γνώριζα, σκυμμένοι καθώς ήταν, μόνο τα χείλη τους άκουγα που πλαταγίζανε και τα κουτάλια που χτυπούσαν. Μια ξύλινη σκάφη στη γωνιά, γεμάτο καλαμποκίτικο αλεύρι, θησαυρός, κι η Μαναμεγάλη με την ξύλινη κουτάλα να το ανακατεύει με το ένα χέρι και με τ' άλλο να χύνει βραστό νερό. Το ψωμί της που φάγαμε. Γυναίκες φουρνίζανε με ξαναμμένα πρόσωπα, μωρά ξεβράκωτα αρκουδίζανε στο χώμα. Βελάζανε πρόβατα στα ριζά, εκεί που τελειώνουν τα κοντόραχα κι αρχίζει ο κάμπος, στα χειμαδιά του Ζήκου. Ύστερα, μες στη νύχτα, μια φωτιά αναμμένη στον όχτο του μεγάλου χωραφιού με τα καλαμπόκια, κοντά στο ποτάμι και δίπλα στρώματα αράδα, με τα πρόσωπα έξω από τις βελέντζες να μετράνε τ' άστρα. Αγρογούρουνα ροκάνιζαν τα καλαμπόκια και τα σκυλιά αλυχτούσαν. Κι έπειτα τα χαρόνια οι Γερμανοί, μισόγυμνοι, μ' ένα πέταλο κρεμασμένο στο στήθος - και μες στη νύχτα φωτιές και πολυβόλα, ώσπου με πήρε ο ύπνος.
Το πρωί που σηκώθηκα να συνεχίσω το ταξίδι μου, δε χιόνιζε πια, μα ο καιρός ήταν μουντός κι η πόλη κουκουλωμένη. Τηλεφώνησα στην τροχαία. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τα Πωγώνια, αλλά μονάχα με αλυσίδες. Δεν είχα πρόβλημα, γιατί ο εξοπλισμός του αυτοκινήτου μου είναι πλήρης, από στροφόμετρα και αλυσίδες μέχρι σαν - στοπ και κουκλίτσα κρεμασμένη στον καθρέφτη. Περνώντας μέσα από χιονισμένες κοιλάδες που με ξέρανε και τις ήξερα - από την καλή κι από την ανάποδη -, μέσα από δάση βελανιδιές, όπου ίσως θα υπήρχαν ακόμη λύκοι κι αγριογούρουνα, αν δεν είχαν κατέβει χαμηλά στα χειμαδιά του Ζήκου - ποια χειμαδιά, ποιοι λύκοι και ποια αγριογούρουνα; - κοιτάζοντας αντίκρυ τη Μουργκάνα, το φοβερό βουνό με το σκοτεινό όνομα, φορτωμένη χιόνι και σύννεφα, έφτασα στο χωριό. Έριξα μια κλεφτή ματιά στο ρημαγμένο σπιτικό μου και τράβηξα κατευθείαν στη διπλανή εξώπορτα.
Στη μέση του σπιτιού ήταν το φέρετρο, ανοιχτό. Το κέρινο πρόσωπο τυλιγμένο στην μπόλια. Στα δεμένα της χέρια η παλιά εικόνα του Άι - Βασίλη, που την παίρναμε και την περιφέραμε στα σπίτια, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Προσκύνησα. Ολόγυρα κάθονταν στα σκαμνιά πεντέξι γριές γειτόνισσες. Ο γερο - Ζήκος ήταν καθισμένος σταυροπόδι στο χαμηλό ξύλινο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι που έκαιγε με μεγάλη φλόγα. Τα παχιά του μουστάκια κρέμονταν. Έσκυψα και τον φίλησα. " Έρθες;" μου είπε και χαμήλωσε τα μάτια στη φωτιά. Κι ύστερα: " Ε, καιρός μας". Τόσο μόνο.
Κάθισα σ' ένα σκαμνί αντίκρυ του. Με ρώτησε για τους δικούς μου, πώς ήταν το ταξίδι μου - "δεν έπρεπε να πω να σου τηλεφωνήσουν, να μπεις σε τόσο κόπο...Και πώς πάνε τα πράγματα στην Αθήνα με τη νέα κυβέρνηση;" Είπε να μου ψήσουν καφέ κι έδειξε στη γυναίκα που σηκώθηκε πού είναι το μπρίκι και το καφεκούτι και το μπουκάλι με το ρακί. Ύστερα παραμέρισε μονάχος του τα κάρβουνα με τη μασιά κι είπε στη γυναίκα για την αναλογία - τόσον καφέ, τόση ζάχαρη. Θυμήθηκα που τον καφέ τον έφτιαχνε πάντα μόνος του. Ήμουν τότε από τους τελευταίους που είχαν απομείνει στο χωριό. Δυο χρόνια μάλιστα, όταν απολύθηκα από τον στρατό κι ώσπου να βρω δουλειά, τα πέρασα συνέχεια εκεί, χειμώνα καλοκαίρι. Οι δικοί του είχαν κιόλας σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Αντίκρυ η Μουργκάνα κάπνιζε ακόμη από τον πόλεμο. Όλα γίνανε μέσα σ' αυτά τα χρόνια. Περνούσα τις μέρες και τους μήνες μέσα στη μοναξιά, τριγυρνώντας συνήθως μ' ένα παλιό δίκανο στις ερημιές και στα χέρσα χωράφια, χαζεύοντας πιο πολύ τα κοράκια, που πετούσαν τρεκλίζοντας απ' τον άνεμο. Με πότιζε μια υγρασία όλο αρρώστια, όλο φτώχεια, η μοναξιά, και το αβέβαιο μέλλον. Απόφευγα να πηγαίνω στο καφενείο με τους μετρημένους πελάτες, όπου ο καφετζής, ένα μούτρο, δεν το' χε σε τίποτα να σου πει ορθά κοφτά να του αδειάσεις τη γωνιά, αν καθόσουν χωρίς να πίνεις εκείνο το χλιαρό του ούζο. Έμενα καμιά φορά ν' ακούσω τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, σιωπηλός πάντα, χωρίς σχόλια, γιατί εκείνος ό,τι άκουγε πήγαινε κάθε Δευτέρα πρωί πρωί, και τα φιτίλιαζε χαρτί και καλαμάρι στο Σταθμάρχη, δυο ώρες με τα πόδια. Τραβούσα ύστερα με τρόπο το γερο - Ζήκο και πηγαίναμε σπίτι του. Καθόμασταν κοντά στο τζάκι και κουβεντιάζαμε. Έψηνε καφέ και του εξηγούσα τα νέα. Του διάβαζα κι εφημερίδα , ξέπεφτε καμιά από τα Γιάννενα. Άκουγε και κουνούσε το κεφάλι. Έτσι είχα γίνει ακόμα μια φορά άνθρωπος του σπιτιού τους, όπως παλιά που μ' είχαν περιμαζέψει σε ώρες ακόμα πιο δύσκολες.
" Ο Γιάννης;" τον ρώτησα.
" Στην Αυστραλία".
" Ο Μήτρος; "
" Στο Βέλγιο πρώτα, τώρα στη Γερμανία".
" Ο Τόλης;"
" Στη Γερμανία κι αυτός".
" Κι ο Κόλλιας;"
" Εμένα ρωτάς για τον Κόλλια; Εσύ έρχεσαι από την Αθήνα".
" Θα τον έκλεισε το χιόνι. Δε θα πρόλαβε. Δε θα' χε αλυσίδες" είπα.
" Ως φαίνεται..." είπε. Κι ύστερα: " Βγάλε τσιγάρο". Σκέφτηκα το νεκρό, τη Μαναμεγάλη, και την αποστροφή της για το τσιγάρο, μα δεν είπα τίποτε. Ο γέρος, σταυροπόδι πάντα, κάπνιζε σκεφτικός, με κρεμασμένα μουστάκια, τα μάτια στυλωμένα στις φλόγες. Κι όταν σε λίγο ήρθαν για να σηκώσουν το φέρετρο και μπήκε ο παπάς με το πετραχήλι, χτυπώντας τα πόδια του, για να φύγει το χιόνι, και μαζί του τέσσερις άντρες - αυτούς δεν τους ήξερα, από αλλού θα τους είχαν κουβαλήσει - ο γέρος είπε μονάχα: " Ψυχή μου".
Έμεινα να του κρατήσω συντροφιά, ώσπου να γυρίσουν οι άλλοι. Πάνω στο τραπέζι, όπου πριν ήταν το φέρετρο, είχε απομείνει μια σκουτέλα ψωμί, μια λαμπάδα που η φλόγα της ανέβαινε ήσυχα, κι ένα σκουριασμένο θυμιατήρι που γέμιζε το σπίτι με τη μυρουδιά του λιβανιού. Κι ο γέρος σταυροπόδι να καπνίζει το δεύτερο τσιγάρο.


Χριστόφορος Μηλιώνης, Καλαμάς κι Αχέροντας. Διηγήματα. Κέδρος, Αθήνα 1990, 2η έκδοση.
Ο καλός και πολύ αγαπημένος  ηπειρώτης συγγραφέας Χριστόφορος Μηλιώνης έφυγε  σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών. 
Καλό ταξίδι κύριε Χριστόφορε Μηλιώνη.


Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Το δέντρο που πληγώναμε

Ταινία του 1986
Σκηνοθέτης: Δήμος Αβδελιώδης
Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης
Φωτογραφία: Φίλλιπος Κουτσαφτής
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Ηθοποιοί: Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μιοτέρης, Μαρίνα Δεληβοριά, Τάκης Αγόρης, Δήμος Αβδελιώδης

Βραβεία: Ειδική μνεία της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στα πλαίσια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βραβείο ευρωπαϊκής επιτροπής ταινιών νεότητας του Φεστιβάλ Βερολίνου, χρυσός ελέφαντας καλύτερης ταινίας και αργυρός ελέφαντας σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Νέου Δελχί. Η ταινία συμμετείχε επίσης στην εβδομάδα κριτικής στο Φεστιβάλ των Καννών το 1987.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, αποδείχτηκε πως είναι και η πιο ιδιαίτερη, αντισυμβατική και ίσως πιο αυθεντική ταινία του σκηνοθέτη. Αγαπημένη από κοινό και κριτικούς, αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά της. Αθώα όπως τα μάτια των δεκάχρονων πρωταγωνιστών της.

Σε ένα χωριό της Χίου στην δεκαετία του ’60, η φιλία δυο αγοριών θα πληγεί λόγω μιας παρεξήγησης. Οι άλλοτε κολλητοί φίλοι θα χαθούν για περίπου μισό καλοκαίρι. Ο ένας, όντας μεγάλος πια, θα βοηθήσει την μητέρα του στα μαστιχόδεντρα, ενώ ο άλλος θα ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, τρέχοντας να ξεφύγει από το χέρι που τον κυνηγά τα μεσημέρια. Ένα από αυτά τα μεσημέρια όμως, θα σταθεί αφορμή να ξανασμίξουν. Από εκεί θα ξεκινήσει μια πορεία των δυο προς την ενηλικίωση. Οι πρώτες επαναστάσεις, οι πρώτες αμφισβητήσεις, τα πρώτα χρήματα, τα πρώτα όνειρα, το πρώτο τσιγάρο, ο πρώτος έρωτας. Μέσα από τα παιδικά μάτια το υπόλοιπο του καλοκαιριού θα φύγει γρήγορα όπως γρήγορα  ήρθε και όλα θα γυρίσουν από εκεί που όλα ξεκίνησαν, σε μια γεμάτη σχολική αίθουσα.

Η ταινία ξεχειλίζει παιδικότητα. Θυμίζει την παιδική ηλικία που όλοι αφήσαμε πίσω μας. Και ποιός δεν πέρασε τουλάχιστον ένα καλοκαίρι σε χωριό ή σε νησί; Ποιος δε θυμάται ξέγνοιαστα καλοκαίρια, γεμάτα ζέστη, σκόνη και φασαρία. Το ανέγγιχτο τοπίο της Χίου είναι ιδανικό σκηνικό για μια τέτοια ιστορία. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί μεταφέρουν άψογα τον αυθορμητισμό που επιθυμεί ο σκηνοθέτης. Δεν σκέφτονται τι θα γίνει αύριο, ποιος είναι δίπλα τους, τις συνέπειες των αποφάσεών τους. Είναι σε ένα διαφορετικό κόσμο, σε έναν κόσμο που ακόμα δεν έχουν εισβάλει οι ενήλικες και τα πάντα είναι ένα μεγάλο παιχνίδι. Ένα μεγάλο παιχνίδι σε ένα ατέλειωτο καλοκαίρι.

Σύντομα όμως ο χρόνος θα τους χτυπήσει την πόρτα. Ο άλλος κόσμος, αυτός της ενηλικίωσης ήρθε πιο νωρίς από ότι περίμεναν. Θα γίνουν και αυτοί κομμάτι σε μια πραγματικότητα πεζή, προσγειωμένη και αντίθετη με όσα πίστευαν έως τώρα. Θα γνωρίσουν την σημασία της εργασίας. Και παρόλο που δεν ενθουσιάζονται με την ιδέα, αυτό δεν τους σταματά από το να κάνουν όνειρα για το μέλλον, να προγραμματίζουν, να κόβουν και να ράβουν αυτά που θα έρθουν. Τι και αν δεν τους βγαίνουν; Θα πεισμώσουν ακόμα περισσότερο.

Θα έρθουν σε επαφή με το άγνωστο και το απαγορευμένο. Το καταφύγιο και το τσιγάρο είναι ακόμα ένα βήμα. Αρχίζουν να απομακρύνονται από την ασφάλεια της παιδικότητάς τους και να καταλαβαίνουν την σημασία και την δύναμη που έχουν οι δικές τους αποφάσεις. Θέλουν τόσο να εξερευνήσουν τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά τους, ώστε αγνοούν τους κανόνες που περιόριζαν τις ζωές τους για χρόνια.

Και κάπου εκεί, θα εμφανιστεί και η Αγγελική. Σα να έπεσε από τους ουρανούς. Έρχεται να προστεθεί η αμηχανία αλλά και η γοητεία του άλλου φύλου. Η αρχή θα γίνει υπό το βλέμμα της φωτογραφικής μηχανής. Αργότερα θα συνεχιστεί ως ένα πείραγμα, όπως τα πειράγματα που κάνουν τα αγόρια στα κορίτσια, για να εξελιχθεί σε κάτι βαθύτερο που θα κρατήσει έως το τέλος μακριά από τον κινηματογραφικό φακό.

Η πορεία προς την ενηλικίωση μέσα από τα μάτια ενός παιδιού σε ένα χωριό της Χίου. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας άλλος τίτλος της ταινίας. Όμως το δέντρο είναι το μαστιχόδεντρο που πονάει για να δώσει. Να δώσει χωρίς αντάλλαγμα, για να έρθουμε και να το πληγώσουμε ξανά και ξανά. Όσο και αν πονάει, αυτή είναι η φορά του κύκλου. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, γερνάμε και στο τέλος όλοι πεθαίνουμε. Είναι ο αέναος κύκλος της ζωής, τόσο ορμητικός, τόσο χειμαρρώδης, που κανείς δεν τον δαμάζει. Είναι ο χρόνος, που με το πέρασμά του οριοθετεί την ταινία. Όσο ξαφνικά ήρθε το καλοκαίρι, τόσο ξαφνικά θα φύγει, όπως η πρώτη βροχή που σηματοδοτεί την άφιξη του φθινοπώρου. Τα σχολεία θα ανοίξουν ξανά, οι μαθητές θα βρεθούν στις ίδιες αίθουσες για άλλο ένα έτος και ο χρόνος θα συνεχίσει να κυλά θριαμβευτικά.

Το δέντρο είναι όμως και κάτι πιο βαθύ, πιο προσωπικό. Όλοι εμείς πληγώσαμε το δικό μας δέντρο όταν μεγαλώσαμε. Όλοι αφήσαμε χωρίς επιστροφή τα ανέμελα παιδικά μας χρόνια για να περάσουμε στην απέναντι όχθη. Αφήσαμε το δέντρο να στάζει τα δάκρυα του. Το δέντρο όμως είναι εκεί. Βαθιά μέσα στις πιο παλιές μας αναμνήσεις. Εκεί που ανατρέχουμε όταν κάθε άλλο φως έχει σβήσει. Είναι εκεί και θα είναι για πάντα, για να συμβολίζει το ανίκητο βέλος του χρόνου. Θα είναι εκεί για να μας θυμίζει πως όλα είναι δυνατά και καθαρά όπως ήταν και τότε, χρόνια πριν.

Βιβλιογραφία: Άννα Λιδάκη: Μέσα από την κάμερα “Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα”, Γιώργος Στογιαννίδης (Μέλος Κ.Ο.Π.Ι.)

Οι πληροφορίες για την ταινία από τη σελίδα της Κινηματογραφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, η πρώτη φωνή

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με την οικογένειά του το 1916, σε ηλικία 2 χρονών

Αν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο...
Αν μπορούσαμε να μεταφερθούμε σ' ένα χωριό της Λακωνίας, εκατό χρόνια πίσω, ένα ξημέρωμα, θα ακούγαμε το δυνατό κλάμα ενός νεογέννητου. Ήταν το μωρό της κυρα - Βγένας, που η φωνούλα του ανέβασε την ψυχή της στα ουράνια. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε η πιο ευτυχισμένη  γυναίκα στον κόσμο.
" Α, να χαρώ εγώ! Ναι, ναι, σίγουρα με τέτοια φωνή θα σου αρέσει να τραγουδάς, καλό μου. Όπως ο πατέρας σου..." ψιθύρισε. Σηκώθηκε σκυφτή, αδύναμη, να το βάλει στην κούνια, έτριψε λίγο τη μέση της, κι ύστερα, απρόσμενα, έκανε δυο βήματα μπροστά και πίσω σαν να΄θελε να χορέψει...
Την ίδια μέρα ο κύριος Κώστας Π. Βρεττάκος χάραξε στο πίσω μέρος της εικόνας της Παναγιάς:" Γεννήθηκε, σήμερα, 1η του Γενάρη του 1912, ο γιος μου Νικηφόρος".
Το αγοράκι μεγάλωνε στην Πλούμιτσα, στο κτήμα του πατέρα του, έναν τόπο μακριά από τον κόσμο, στη ρίζα του χιονισμένου Ταΰγετου. Είχε σγουρά μαλλιά, έξυπνα μάτια, και ήταν παιδάκι ντροπαλό μα καλότροπο και γελαστό. Στην αγκαλιά της μάνας του άκουσε τα πρώτα νανουρίσματα κι έμαθε να τα λέει χρόνια μετά, όταν ήρθαν στη ζωή τα μικρότερα αδέρφια του. Η Σοφία, η Αγγελική, η Αφροδίτη και ο Μιχάλης.
Έπαιζε ο μικρός Νικηφόρος με τα ξαδέρφια του, αλλά προτιμούσε τη μοναξιά, γιατί διασκέδαζε με τα πιο απλά πράγματα της φύσης. Ένιωθε να του κάνουν παρέα οι ψηλές βελανιδιές δίπλα στο σπίτι τους, παρατηρούσε τις μέλισσες πάνω στα άγρια λουλούδια, και τα βράδια ρωτούσε τον πατέρα του να του πει τι είναι τα αστέρια, ποιος τα έφτιαξε και πόσο χρονών είναι. Μάζευε πασχαλίτσες, τις ανέβαζε στο σπίτι να περπατήσουν στο πάτωμα, τις τάιζε ψίχουλα. Έφτιαχνε ζωντανές συλλογές από μικρόζωα, που και οι μεγάλοι ακόμα τις έβλεπαν με πολλή περιέργεια. Αυτοί ήταν οι φίλοι του που τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν .
Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα απλοϊκή και δεν ήξερε καθόλου γράμματα. Ήταν όμως γεμάτη από τη σοφία που δίνει η φύση στις μητέρες. Έλεγε πως τα αστέρια είναι οι ψυχούλες των πεθαμένων και τίποτε άλλο.
Ο πατέρας του, ένα γαλήνιος κι ευγενικός άνθρωπος, ήξερε πολλά γράμματα. Αγαπούσε τον κόσμο και είχε τα χέρια του διαρκώς ανοιχτά. Πάντοτε έδινε. Τη ζωή του την έφτιαχνε με την αγνή του ψυχή. Τον καλόκαρδο χαρακτήρα τον είχε κληρονομήσει από τη δική του μητέρα, την Αγγελική Μαυρομιχάλη· μα ο πατέρας του, αντίθετα, ήταν άνθρωπος σκληρός, πολύ πλούσιος, μα σχεδόν βάρβαρος.
Τις βροχερές μέρες ο μικρός Νικηφόρος ήταν ο πρώτος που έβγαινε από το σπίτι. Έτρεχε ξυπόλυτος μες στη λάσπη να ψάξει το πρόσωπό του στα ρυάκια, και να δει πώς χύνονταν στους αδιάβατους λόγκους και τις ρεματιές.
Μεγάλες χαρές έκανε όταν έφτιαχναν με τον πατέρα χαρταετούς από εφημερίδες, βαμμένους κόκκινους, που άλλοτε έμπλεκαν στα δέντρα κι άλλοτε σχίζονταν στα βράχια, κάνοντας την καρδιά του να χοροπηδάει. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, αφού βεβαιωνόταν πως τους άλλους τους είχε πάρει ο ύπνος, σηκωνόταν και, πατώντας στα νύχια, έφτιανε στην κλεισμένη πόρτα και την άνοιγε. Έξω ο καλοκαιριάτικος ήλιος τσουρούφλιζε τον αέρα, κι η γη άχνιζε. Ένιωθε την κάψα τους, αλλά του άρεσε. Ανοιγόταν στο φως από ένστικτο. Από τότε χαράχτηκαν στη μνήμη του εικόνες που αποτυπώθηκαν στα χρόνια της ωριμότητας.

Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι,
όμοια κι εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ' τη λέξη...
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν τον χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ' τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι, συμμετέχω
στον κόσμο...
 
    ...Ο αγρός των λέξεων, Τα ποιήματα , τόμος 3

Μια φορά γύρισε δαγκωμένος από μια μέλισσα κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητα, όχι τόσο γιατί το κάτω χείλος του είχε πρηστεί και πονούσε, όσο για την κακία της μέλισσας που εκείνος δεν την είχε πειράξει.
Άλλη φορά τον βρήκε ο πατέρας του γονατισμένο μπροστά σ' έναν θάμνο, να κοιτάζει ένα κουλουριασμένο φίδι. Έσκυψε, τον άρπαξε απότομα και τον σήκωσε αγκαλιά. Ο μικρός απόρησε γι' αυτό, κι όπως απομακρύνονταν, είχε γυρισμένο το κεφάλι του και κουνούσε το ένα του χεράκι, αποχαιρετώντας το φίδι, σαν του έδινε τη φιλική του υπόσχεση πως θα ξαναγύριζε.
Μα πιο πολύ απ' όλα είχε μείνει στη μνήμη του μια ψηλή καρέκλα. Κάθε φορά που χανόταν στις λαγκαδιές, κι ο πατέρας τον έβρισκε ύστερα από ώρα, τον πήγαινε σπίτι, τον κάθιζε πάνω της, γονάτιζε στο πάτωμα κι έβγαζε τα αγκάθια από τα ξυπόλυτα ποδαράκια του.
Ο Νικηφόρος και τα αδέρφια του κατέβαιναν στα νερά, στο σημείο που βρισκόταν η μεγάλη κληματαριά τους, κι έδιωχναν με δυνατές φωνές ένα σμήνος πουλιών που τσιμοπολογούσαν τα ώριμα σταφύλια.
"Έχουν δικαίωμα κι αυτά στην ίδια τροφή με μας" έλεγε ο πατέρας στα παιδιά του. Πολλά χρόνια μετά θα παρομοίαζε τους στίχους των ποιημάτων του με σμήνος πουλιών.

...Η ψυχή μου ένα σμήνος
Πουλιών μυριάδων πουλιών...
Φτερούγισαν κι έμειναν
Μέσα στις λέξεις.

       ... Η ποίηση, Η εκλογή μου

Εκεί γύρω στα νερά της πηγής μουσκεύονταν τα παιδιά, για να φύγει η σκόνη και ο ιδρώτας του παιχνιδιού. Ένιωθαν ελεύθερα κι ευτυχισμένα όταν μέσ' από τα κλαδιά και τα αγριόχορτα ξεπετάγονταν σουσουράδες και σπουργίτια, πέρδικες και λαγουδάκια. Έτρεχαν προς τα εκεί όπου είχαν φύγει τα πουλιά και τα ζώα, κι αυτό ήταν το καλύτερο παιχνίδι τους.
Η ζωή του Νικηφόρου ήταν ξένοιαστη στα πρώτα παιδικά του χρόνια.
Ακόμα και τα βουνά τα έβλεπε σαν να είχαν ζωντανές φυσιογνωμίες, σαν να ήταν όλα γύρω του μια οικογένεια. Αργότερα θα μπορούσε να θυμάται πως κάποτε ήταν βασιλιάς. Πως κάποτε είχε ένα μεγάλο βασίλειο, πολύ όμορφο και πολύ φωτεινό. Τότε φανταζόταν πως ένα τέτοιο βασίλειο θα ήταν και όλος ο άλλος κόσμος που ακόμα δε γνώριζε. Αυτά ως τα έξι του χρόνια. Και ακριβώς αυτά τα χρόνια θα θεωρούσε κάποτε ευλογημένα, γιατί τότε ζυμώθηκε με την ομορφιά της φύσης.


Από το πολύ όμορφο βιβλιαράκι , για νεαρούς αναγνώστες και αναγνώστριες, της Αθηνάς Μπίνιου, Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής, Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2012