Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Χριστόφορος Μηλιώνης, Η Μαναμεγάλη

ΕΙΚΟΣΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ της. Κλείνει ένα χρόνο. Πολύ θα το' θελα να βρισκόμουν εκεί, αλλά μ' εμποδίζουν λόγοι ανώτεροι από τη θέλησή μου. Πριν ένα μήνα κλείσαμε ξενοδοχείο στους Δελφούς για τις διακοπές των Χριστουγέννων, όπου η κόρη μου, μεγάλη πια, θα' χει την ευκαιρία ν' ανεβαίνει για σκι στο χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού, έτοιμη ν' απλώσει φτερά και να πετάξει. Ασκείται συχνά στους λαρυγγισμούς των γιουντλ κι έχει κάνει τις προμήθειες της: αλπίνικο σκούφο και πουλόβερ, μάλλινο κασκόλ με κρόσσια, φόρμα αδιάβροχη  και μπουφάν, ειδικά άρβυλα, και φυσικά, πέδιλα και σκι - στικς. Όλα αυτά κοστίσανε του κόσμου τα λεφτά. Το χριστουγεννιάτικο δώρο μου καλά καλά δεν έφτασε κι έμεινε ο ταχτικός μισθός για τ' άλλα έξοδα: ξενοδοχείο και φαγητό στο σελφ - σέρβις του σκι - κλαμπ και το βράδυ στην ταβέρνα του Καραθανάση , στην Αράχοβα, όπου θα μαζεύονται κι οι άλλοι χιονοδρόμοι της Αθήνας, με τις στολές, τα ξαναμμένα πρόσωπα και τον καθαρό αέρα. Είναι όλα φανταστικά, λέει, και δεν υπάρχει βέβαια τρόπος να την πείσω για πράγματα για τα οποία η ίδια δε φέρνει καμιά ευθύνη, για να είμαστε δίκαιοι.
Πέρσι ήταν διαφορετικά· δηλαδή η όλη ψυχολογική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε , με το υπεραστικό τηλεφώνημα και την αιφνίδια εξαγγελία του τετελεσμένου, δεν άφησε περιθώρια για αντιδράσεις. Όπως και να το κάνεις, θάνατος που σε παίρνει στο τηλέφωνο γίνεται πιο πειστικός από ένα αγγελτήριο κολλημένο στην κολόνα της ΔΕΗ ή στη γωνία του δρόμου, μαζί με τις κομματικές διακηρύξεις. Πιο πειστικός ακόμα κι από τη σειρήνα του αυτοκινήτου των Πρώτων Βοηθειών, που κάθε τόσο σαρώνει δίπλα τη λεωφόρο Αλεξάντρας κι ύστερα πνίγεται στο βόγκο των άλλων αυτοκινήτων, που ορμούνε πίσω του στο κενό.
Φαίνεται πως έπαιξε ρόλο και τ' όνομα Μαναμεγάλη, που Κύριος οίδε τι απήχηση είχε, καθώς μάλιστα τα σχετικά με το οικογενειακό μου δέντρο και το συγγενολόι μου είναι αόριστα και συγκεχυμένα, αν όχι παντελώς σκοτεινά.
Η αλήθεια είναι πως η Μαναμεγάλη, δεν ήταν στενή συγγενής μου. Εκτός από μας, που είχαμε βέβαια ιδιαίτερους λόγους, έτσι τη φωνάζανε όλοι στο χωριό μας, όπου δέσποζε με το μπόι της, με τον ίσκιο της, αλλά και με τον κόσμο της - κουνιάδους, συνυφάδες, παιδιά κι αγγόνια - και το παλαιικό τους σπίτι δίπλα στο δικό μας. Ένα σπίτι που το σεβάστηκαν οι αιώνες και παραλίγο να πω κι οι Γερμανοί ( το δικό μας όχι). Γιατί βέβαια αυτοί δε σέβονταν τίποτε, κι αν γλίτωσε από την καθαρτήρια φωτιά τους, είναι γιατί το πάτωμα ήταν από χώμα πατικωμένο και τα παράθυρα μικρά σαν πολεμίστρες. Κι έτσι τα προσανάμματα που μαζέψανε στη μεσοσπιτιά, δυο δεμάτια χορτάρι ξερό από τ' αλώνια, στάθηκαν ανίκανα να μεταδώσουν τη φωτιά στις χοντρές γρεντές από ολόκληρους κορμούς δέντρων, γαλβανισμένους κιόλας από την κάπνα. Μπούκωσαν στον καπνό και σβήσανε. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να διευκρινίσω εδώ, ότι με προσανάμματα μας καίγανε· αυτά που διαδίδονταν, για σκόνη που άναβε με μια πιστολιά, ήταν φαντασία των χωρικών, που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς προλάβαιναν ν' ανάψουν τόσες φωτιές, πράγμα που οφείλονταν βέβαια σε υπερβολικό ζήλο.
Εκμεταλλεύτηκα λοιπόν τη σύγχυση που επικράτησε αμέσως μετά το τηλεφώνημα και, για να προλάβω ωριμότερες σκέψεις - πού θα πας χειμώνα καιρό, πεντακόσια χιλιόμετρα, και το μετεωρολογικό δελτίο είπε για χιόνια -, φόρεσα το χοντρό μου τζάκετ κι ένα καλπάκι από αστραχάν, που είχα ψωνίσει πρόπερσι τέτοιον καιρό στα τουριστικά της Πορταριάς, και ξαμολύθηκα με την Ντάτσια και τα εννιά άλογά της, νιώθοντας λιγάκι σαν Ρώσος ευγενής που ξεκινάει με την τρόικα του για την απέραντη στέπα.
Κι η αλήθεια είναι πως ο καιρός βοηθούσε τέτοιες φαντασίες, γιατί από το Μακρυνόρος και πέρα οι πλαγιές ήταν κάτασπρες, στα ψηλώματα χιόνιζε ακόμα και μάλλον το' χε σκοπό να κατέβει στα χαμηλά. Σκοτείνιασε νωρίς κι ύστερα από λίγο οδηγούσα σ' ένα δρόμο ψιλοστρωμένο, χωρίς κίνηση, με τις νιφάδες να στροβιλίζονται μπροστά στους προβολείς. Περνούσα χωριά κουκουλωμένα, με φωτισμένα παράθυρα, όπου μάντευα πως οι άνθρωποι κουβέντιαζαν γύρω στη σόμπα και τα παιδιά έκαναν τούμπες στα στρωσίδια πριν κοιμηθούν.
Στο οροπέδιο των Ιωαννίνων, όπου έφτασα κοντά μεσάνυχτα, το χιόνι στους δρόμους είχε παγώσει, είχε σταματήσει κάθε κίνηση, κι εγώ σχεδόν πατινάριζα πεσμένος πάνω στο τιμόνι, με το πρόσωπο κολλημένο στο θολό παρμπρίζ, ώσπου έφτασα στην είσοδο της πόλης και σταμάτησα στο πρώτο ξενοδοχείο.
Στο σαλόνι οι πελάτες ήταν λιγοστοί, δεν είχαν καταφτάσει ακόμα οι τουρίστες για τα Χριστούγεννα, με τους μάλλινους σκούφους και τα μποτίνια, ωστόσο το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε πάρει τη θέση του σε μια γωνιά και τα πολύχρωμα φωτάκια αναβοσβήνανε μόνα τους· έκαναν πρόβες. Πεντέξι άντρες, από κείνους που βλέπει κανείς τις εργάσιμες μέρες στα ξενοδοχεία, έμποροι και πλασιέδες, σκοτώνανε την ώρα τους στην τηλεόραση. Κουρασμένος όπως ήμουν από το δύσκολο ταξίδι, ανέβηκα κατευθείαν στο δωμάτιό μου και παράγγειλα τσάι.
Μου συμβαίνει συχνά, όταν είμαι κουρασμένος, ν' αργώ να κοιμηθώ. Ξάπλωσα πάνω από τις κουβέρτες και στο μυαλό μου τριγυρνούσαν εικόνες ανακατεμένες - εκείνης πιο πολύ που πήγαινα ν' αποχαιρετήσω. Την έβλεπα ν' ανεβαίνει σκυφτή, αλλά πελώρια, στην πέτρινη σκάλα κι ύστερα να στρέφει το σουρωμένο της  πρόσωπο, τυλιγμένο στην μπόλια, και να μου φωνάζει: " Θα' ρθεις άμα πεθάνω;" Είχε πάντα, από τα νιάτα της ακόμα, μια βαρηκοΐα που την έκανε να φωνάζει δυνατά σαν να ήταν οι άλλοι που δεν άκουγαν, κι αχούσε παλιότερα ο κάμπος και τα χειμαδιά, κι ύστερα το χωριό, όταν μάλωνε το γέροντά της, το γέρο - Ζήκο, που είχε γυρίσει από το καφενείο και μύριζε τσιγάρο. Εκείνος κάπνιζε κρυφά στο καφενείο που τον κερνούσαν, πιο πολύ για να διασκεδάσουν, όταν σε λίγο θ' ακούγονταν οι φωνές της. Τριγύριζαν στο μυαλό μου κι άλλες εικόνες παλιές κι αδέσποτες. Ένας μεγάλος σοφράς, χαμηλός κι ολοστρόγγυλος, καταμεσής του σπιτιού κι ολόγυρα σκυμμένα κεφάλια, αμίλητα, που άπλωναν και τρώγανε από μια χάλκινη γαβάθα - γερόντοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που δεν τους γνώριζα, σκυμμένοι καθώς ήταν, μόνο τα χείλη τους άκουγα που πλαταγίζανε και τα κουτάλια που χτυπούσαν. Μια ξύλινη σκάφη στη γωνιά, γεμάτο καλαμποκίτικο αλεύρι, θησαυρός, κι η Μαναμεγάλη με την ξύλινη κουτάλα να το ανακατεύει με το ένα χέρι και με τ' άλλο να χύνει βραστό νερό. Το ψωμί της που φάγαμε. Γυναίκες φουρνίζανε με ξαναμμένα πρόσωπα, μωρά ξεβράκωτα αρκουδίζανε στο χώμα. Βελάζανε πρόβατα στα ριζά, εκεί που τελειώνουν τα κοντόραχα κι αρχίζει ο κάμπος, στα χειμαδιά του Ζήκου. Ύστερα, μες στη νύχτα, μια φωτιά αναμμένη στον όχτο του μεγάλου χωραφιού με τα καλαμπόκια, κοντά στο ποτάμι και δίπλα στρώματα αράδα, με τα πρόσωπα έξω από τις βελέντζες να μετράνε τ' άστρα. Αγρογούρουνα ροκάνιζαν τα καλαμπόκια και τα σκυλιά αλυχτούσαν. Κι έπειτα τα χαρόνια οι Γερμανοί, μισόγυμνοι, μ' ένα πέταλο κρεμασμένο στο στήθος - και μες στη νύχτα φωτιές και πολυβόλα, ώσπου με πήρε ο ύπνος.
Το πρωί που σηκώθηκα να συνεχίσω το ταξίδι μου, δε χιόνιζε πια, μα ο καιρός ήταν μουντός κι η πόλη κουκουλωμένη. Τηλεφώνησα στην τροχαία. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τα Πωγώνια, αλλά μονάχα με αλυσίδες. Δεν είχα πρόβλημα, γιατί ο εξοπλισμός του αυτοκινήτου μου είναι πλήρης, από στροφόμετρα και αλυσίδες μέχρι σαν - στοπ και κουκλίτσα κρεμασμένη στον καθρέφτη. Περνώντας μέσα από χιονισμένες κοιλάδες που με ξέρανε και τις ήξερα - από την καλή κι από την ανάποδη -, μέσα από δάση βελανιδιές, όπου ίσως θα υπήρχαν ακόμη λύκοι κι αγριογούρουνα, αν δεν είχαν κατέβει χαμηλά στα χειμαδιά του Ζήκου - ποια χειμαδιά, ποιοι λύκοι και ποια αγριογούρουνα; - κοιτάζοντας αντίκρυ τη Μουργκάνα, το φοβερό βουνό με το σκοτεινό όνομα, φορτωμένη χιόνι και σύννεφα, έφτασα στο χωριό. Έριξα μια κλεφτή ματιά στο ρημαγμένο σπιτικό μου και τράβηξα κατευθείαν στη διπλανή εξώπορτα.
Στη μέση του σπιτιού ήταν το φέρετρο, ανοιχτό. Το κέρινο πρόσωπο τυλιγμένο στην μπόλια. Στα δεμένα της χέρια η παλιά εικόνα του Άι - Βασίλη, που την παίρναμε και την περιφέραμε στα σπίτια, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Προσκύνησα. Ολόγυρα κάθονταν στα σκαμνιά πεντέξι γριές γειτόνισσες. Ο γερο - Ζήκος ήταν καθισμένος σταυροπόδι στο χαμηλό ξύλινο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι που έκαιγε με μεγάλη φλόγα. Τα παχιά του μουστάκια κρέμονταν. Έσκυψα και τον φίλησα. " Έρθες;" μου είπε και χαμήλωσε τα μάτια στη φωτιά. Κι ύστερα: " Ε, καιρός μας". Τόσο μόνο.
Κάθισα σ' ένα σκαμνί αντίκρυ του. Με ρώτησε για τους δικούς μου, πώς ήταν το ταξίδι μου - "δεν έπρεπε να πω να σου τηλεφωνήσουν, να μπεις σε τόσο κόπο...Και πώς πάνε τα πράγματα στην Αθήνα με τη νέα κυβέρνηση;" Είπε να μου ψήσουν καφέ κι έδειξε στη γυναίκα που σηκώθηκε πού είναι το μπρίκι και το καφεκούτι και το μπουκάλι με το ρακί. Ύστερα παραμέρισε μονάχος του τα κάρβουνα με τη μασιά κι είπε στη γυναίκα για την αναλογία - τόσον καφέ, τόση ζάχαρη. Θυμήθηκα που τον καφέ τον έφτιαχνε πάντα μόνος του. Ήμουν τότε από τους τελευταίους που είχαν απομείνει στο χωριό. Δυο χρόνια μάλιστα, όταν απολύθηκα από τον στρατό κι ώσπου να βρω δουλειά, τα πέρασα συνέχεια εκεί, χειμώνα καλοκαίρι. Οι δικοί του είχαν κιόλας σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Αντίκρυ η Μουργκάνα κάπνιζε ακόμη από τον πόλεμο. Όλα γίνανε μέσα σ' αυτά τα χρόνια. Περνούσα τις μέρες και τους μήνες μέσα στη μοναξιά, τριγυρνώντας συνήθως μ' ένα παλιό δίκανο στις ερημιές και στα χέρσα χωράφια, χαζεύοντας πιο πολύ τα κοράκια, που πετούσαν τρεκλίζοντας απ' τον άνεμο. Με πότιζε μια υγρασία όλο αρρώστια, όλο φτώχεια, η μοναξιά, και το αβέβαιο μέλλον. Απόφευγα να πηγαίνω στο καφενείο με τους μετρημένους πελάτες, όπου ο καφετζής, ένα μούτρο, δεν το' χε σε τίποτα να σου πει ορθά κοφτά να του αδειάσεις τη γωνιά, αν καθόσουν χωρίς να πίνεις εκείνο το χλιαρό του ούζο. Έμενα καμιά φορά ν' ακούσω τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, σιωπηλός πάντα, χωρίς σχόλια, γιατί εκείνος ό,τι άκουγε πήγαινε κάθε Δευτέρα πρωί πρωί, και τα φιτίλιαζε χαρτί και καλαμάρι στο Σταθμάρχη, δυο ώρες με τα πόδια. Τραβούσα ύστερα με τρόπο το γερο - Ζήκο και πηγαίναμε σπίτι του. Καθόμασταν κοντά στο τζάκι και κουβεντιάζαμε. Έψηνε καφέ και του εξηγούσα τα νέα. Του διάβαζα κι εφημερίδα , ξέπεφτε καμιά από τα Γιάννενα. Άκουγε και κουνούσε το κεφάλι. Έτσι είχα γίνει ακόμα μια φορά άνθρωπος του σπιτιού τους, όπως παλιά που μ' είχαν περιμαζέψει σε ώρες ακόμα πιο δύσκολες.
" Ο Γιάννης;" τον ρώτησα.
" Στην Αυστραλία".
" Ο Μήτρος; "
" Στο Βέλγιο πρώτα, τώρα στη Γερμανία".
" Ο Τόλης;"
" Στη Γερμανία κι αυτός".
" Κι ο Κόλλιας;"
" Εμένα ρωτάς για τον Κόλλια; Εσύ έρχεσαι από την Αθήνα".
" Θα τον έκλεισε το χιόνι. Δε θα πρόλαβε. Δε θα' χε αλυσίδες" είπα.
" Ως φαίνεται..." είπε. Κι ύστερα: " Βγάλε τσιγάρο". Σκέφτηκα το νεκρό, τη Μαναμεγάλη, και την αποστροφή της για το τσιγάρο, μα δεν είπα τίποτε. Ο γέρος, σταυροπόδι πάντα, κάπνιζε σκεφτικός, με κρεμασμένα μουστάκια, τα μάτια στυλωμένα στις φλόγες. Κι όταν σε λίγο ήρθαν για να σηκώσουν το φέρετρο και μπήκε ο παπάς με το πετραχήλι, χτυπώντας τα πόδια του, για να φύγει το χιόνι, και μαζί του τέσσερις άντρες - αυτούς δεν τους ήξερα, από αλλού θα τους είχαν κουβαλήσει - ο γέρος είπε μονάχα: " Ψυχή μου".
Έμεινα να του κρατήσω συντροφιά, ώσπου να γυρίσουν οι άλλοι. Πάνω στο τραπέζι, όπου πριν ήταν το φέρετρο, είχε απομείνει μια σκουτέλα ψωμί, μια λαμπάδα που η φλόγα της ανέβαινε ήσυχα, κι ένα σκουριασμένο θυμιατήρι που γέμιζε το σπίτι με τη μυρουδιά του λιβανιού. Κι ο γέρος σταυροπόδι να καπνίζει το δεύτερο τσιγάρο.


Χριστόφορος Μηλιώνης, Καλαμάς κι Αχέροντας. Διηγήματα. Κέδρος, Αθήνα 1990, 2η έκδοση.
Ο καλός και πολύ αγαπημένος  ηπειρώτης συγγραφέας Χριστόφορος Μηλιώνης έφυγε  σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών. 
Καλό ταξίδι κύριε Χριστόφορε Μηλιώνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια :