Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Ο Αντρέι Μπέλυ και η "Πετρούπολη"

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που διάβασα για τον Αντρέι Μπέλυ στο άρθρο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου "Η Οκτωβριανή Επανάσταση και το σοβιετικό μυθιστόρημα στην  Επιθεώρηση Τέχνης, 11-12/1966. Εκεί πρωτοδιάβασα και για το μυθιστόρημά του "Πετρούπολη".Έγραφε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος:
"Η επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος, η «νέα οικονομική πολιτική» κι ο σοσιαλισμός, οι νέοι άνθρωποι όπως πλάθονταν μες τα μεγάλα αυτά γεγονότα έφερναν την πεζογραφία, κυρίως τις μεγάλες μορφές της, μπροστά σ’ εντελώς καινούργια προβλήματα. Το σπουδαιότερο απ’ όλα, τους πρώτους τουλάχιστον καιρούς, ήταν πως θα δινόταν με την αφηγηματική τέχνη η μορφή του επαναστατημένου λαού που ήταν η κεντρική φυσιογνωμία των γεγονότων. Με το πρόβλημα αυτό απασχολούνταν  όλοι οι λογοτέχνες , προπάντων οι νέοι που πάσχιζαν να δώσουν  μια δημιουργική διέξοδο στα πλούσια, δραματικά βιώματά τους. Έπρεπε να δημιουργηθεί  ένα καινούργιο μυθιστόρημα, που κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς θα ήταν , όλοι όμως ήταν βέβαιοι πως το νέο μυθιστόρημα  του σοσιαλισμού δε μπορούσε νάχει σχέση με το παλιό μυθιστόρημα του αστικού κόσμου που είχε χρεωκοπήσει μαζί με την κοινωνία που το γέννησε. Έτσι πίστευαν οι νέοι λογοτέχνες. Μερικά έργα που κυκλοφόρησαν εκείνα τα χρόνια γραμμένα από παλιούς ρεαλιστές(…) δεν είχαν καμιά επιτυχία. Αντίθετα  η ανικανοποίηση από το παλιό μυθιστόρημα, η αναζήτηση καινούργιων ριζοσπαστικών μορφών εξασφάλιζε  μεγάλη επιτυχία στα μυθιστορήματα του Αντρέα Μπέλι, ( «Πετρούπολη», «Οι Μάσκες», «Η Μόσχα») όπου για ένα διάστημα είχαν γίνει, προπάντων το πρώτο, σημαία πολλών νέων πεζογράφων. Τα πεζογραφήματα του Μπέλι έσπαζαν όλους τους καθιερωμένους κανόνες της αφηγηματικής τέχνης, ακόμη και τις νόρμες του συνταχτικού και της γραμματικής. Η επανάσταση είχε βρει τον συγγραφέα αυτόν στην ωριμότητά του, διάσημον πια με τα ποιήματά του με τα θεωρητικά έργα  του για τον συμβολισμό και με το μυθιστόρημά του
 « Η Πετρούπολη» που βγήκε σε πρώτη έκδοση το 1913 – 1914. Μαζί με τον Δημήτρη Μερεζκόφσκι, ο Μπέλι ήταν από τις κεντρικότερες  φυσιογνωμίες του ρωσικού συμβολισμού, καλλιτέχνης και θεωρητικός. Μετά την επανάσταση έμεινε στη Ρωσία, έγινε με τα αισθητικά μανιφέστα του από τους δασκάλους της Προλετκούλτ και η πεζογραφία του με τη χαώδη κατασκευή της , όπου η σπάνια ρεαλιστική εικόνα βυθιζόταν σε μια τρικυμία εσωτερικών μονολόγων, θολών οραματισμών, υποσυνειδησιακών καταστάσεων , σε μια αδιάκοπη ροή τυχαίων περιστατικών , είχε θεωρηθεί σαν πολύ αντιπροσωπευτική του χάους  που βασίλευε τα χρόνια εκείνα  στην κοινωνική ζωή και στη σκέψη πολλών διανοουμένων(…)
Φυσικά το μυθιστόρημα αυτό δεν μπορούσε να ικανοποιήσει για πολύ τους νέους πεζογράφους  που κυνηγούσαν  με τα έργα τους άλλους σκοπούς – ν’ ανασυνθέσουν τα διαλυμένα στοιχεία  της πραγματικότητας σε καινούργιες μορφές, να πλάσουν την καλλιτεχνική εικόνα του επαναστατημένου λαού, του μεθυσμένου από τις ιδέες της επανάστασης. Η μόδα του Μπέλι πέρασε γρήγορα, πολλοί όμως ικανοί συγγραφείς επηρεάστηκαν  από το έργο του. Με το όνομά του , καθώς και με δύο άλλους μυθιστοριογράφους, το Ρέμιζωφ και το Ζαμιάτιν, συνδέεται η λεγόμενη «διακοσμητική πρόζα» που έδινε εξέχουσα σημασία σε διάφορα εξωτερικά στοιχεία του αφηγηματικού λόγου(…) Πολύ μεγάλη σημασία έδιναν όλοι τους στο πρόσωπο του αφηγητή."


Θυμάμαι ότι αναζήτησα το βιβλίο, αλλά δεν υπήρχε ελληνική μετάφραση. Όμως τον Ιούνιο του 2017 εκδόθηκαν δύο μεταφράσεις αυτού του μυθιστορήματος, η μία από τις εκδόσεις Κίχλη με μεταφράστρια την Σταυρούλα Αργυροπούλου και η άλλη από τις εκδόσεις Αντίποδες και μεταφράστρια την Ελένη Μπακοπούλου. Εντελώς τυχαία επέλεξα το βιβλίο των εκδόσεων Κίχλη.
Όταν άρχισα να το διαβάζω στο νου είχα μόνο όσα είχα διαβάσει στο άρθρο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.
Έργο ογκώδες, δύσκολο και χαοτικό, ωραίο όμως τόσο στη σύνθεση όσο και στην ατμόσφαιρα.Κεντρικό ρόλο έχει η Πετρούπολη και δίνεται αριστοτεχνικά η ατμόσφαιρα της επανάστασης του 1905. Σε αυτό συμβάλλουν τα αποσπάσματα από τα ποιήματα του Πούσκιν που βρίσκονται διάσπαρτα, οι εναλλαγές του σκηνικού, των προσώπων, οι λεπτομέρειες, οι περιγραφές.
Η ατμόσφαιρα πολλές φορές γίνεται εφιαλτική τόσο σε επίπεδο πόλης όσο και προσώπων καθώς γίνεται μια προσπάθεια να αποδοθούν  οι ψυχικές και εγκεφαλικές διεργασίες των ηρώων.
Έχει υποστηριχθεί ότι η γλώσσα του Μπέλυ είναι μουσική και γι' αυτό αδύνατον να μεταφραστεί. Επομένως η μετάφραση του στα ελληνικά μπορεί να θεωρηθεί μεταφραστικός άθλος και γι' αυτό η μεταφράστρια της συγκεκριμένης έκδοσης βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης έργου Ξένης Λογοτεχνίας στην Ελληνική Γλώσσα το 2018 για έργα του 2017. Η βράβευση έγινε τον Οκτώβριο του 2019.
Θεωρείται το τολμηρότερο ρωσικό μυθιστόρημα του 20ου αι. και μεταφράστηκε πρώτη φορά στα ελληνικά από την πλήρη έκδοση του 1913-1914. Στο επίμετρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου υπάρχουν εκτενέστατες πληροφορίες για την εκδοτική περιπέτεια του μυθιστορήματος στην εποχή του, αλλά και μια διαφωτιστική παρουσίαση για τη σύνθεση του μυθιστορήματος και των ιδεών του Αντρέι Μπέλυ. Για να γίνει κατανοητή η γραφή του, θα χρειαστεί ο αναγνώστης να κατανοήσει πλήρως τις φιλοσοφικές και αισθητικές του ιδέες καθώς είναι επηρεασμένος από τη Θεουργία και τη Θεοσοφία.
Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, οδηγήθηκα και πάλι μπροστά στο λόγο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, ο οποίος υπήρξε βαθύς γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας και αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς του είναι το τρίτομο έργο του Η Ρωσική Λογοτεχνία, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1978, πολλά χρόνια πριν η Πετρούπολη μεταφραστεί στα ελληνικά.
Σύμφωνα με το Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ο Αντρέι Μπέλι, ψευδώνυμο του Μπορίς Μπουγκάγιεφ, ανήκει στους νεώτερους, τους "Θεουργούς" και "Νεοσυμβολιστές", πιστός στο Βλαδίμηρο Σολοβιώφ. Από τους ρώσους διανοητές ο Σολοβιώφ με τη φιλοσοφία του και τα ποιήματά του είναι που έπαιξε ρόλο εθνικού πνευματικού οδηγού της νέας τέχνης, η οποία εκφράζεται με το κίνημα του Συμβολισμού. Η φιλοσοφία του Σολοβιώφ, διαμορφώθηκε μέσα στη δεκαετία του 1880, άστραψε σα θεία αποκάλυψη μπροστά στη νέα γενιά των συμβολιστών προς τα τέλη του 19ου αι. Για τον Σολοβιώφ  η θρησκευτική συνείδηση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, πάνω στον οποίο έχει οικοδομήσει ένα μεγαλειώδες θρησκευτικό παραμύθι. Φιλόσοφος με καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, χρησιμοποίησε στο σύστημά του τη μυθολογία του χριστιανισμού και την ιδεοκρατία του Πλάτωνα, όσο και τη νεώτερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία, τον Σέλλιγκ, τον Χέγκελ, τον Καντ, τον Σοπενάουερ(...) Συνέδεσε τον υλικό κόσμο, την ιστορία και τη ζωή σ' όλα τα σπουδαία τους φανερώματα, με το θεϊκό του βασίλειο. Αν το ανθρώπινο πνεύμα μπορέσει να φέρει σε απόλυτη πνευματική αρμονία τις μικρές και σκόρπιες αλήθειες με τις οποίες συγκρούεται ο άνθρωπος στη ζωή του, τότε για την ανθρωπότητα σημαίνει τη λύση των λύσεων, η οικουμενική θεϊκή αναγέννηση.
Το αξίωμα του είναι: " Θεός ίσον όλα σ' όλους, όλα σ' όλα" Από το Θεό - Λόγο, αρχή των πάντων, εκπορεύεται η Σοφία, η ψυχή της οικουμένης, το Αιώνιο Θήλυ, που δίνει στο θεϊκό πνεύμα ύλη απαραίτητη για την κίνησή του μέσα στον υλικό κόσμο, του δίνει ρούχα να φορέσει, μορφές και τρόπους να ζήσει και ν' αγωνιστεί. Όλη η κοσμογονία και η ιστορία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι παρά η διαδικασία μετουσίωσης της Αιώνιας Θεογέννητης στις άπειρες μορφές του υλικού κόσμου. Η Θεογέννητη Σοφία είναι μαζί και Θεογεννήτρια, γιατί μέσα από τη μακρόχρονη και πολύπλοκη ιστορική διαδικασία γεννιέται το συνειδητό ανθρώπινο πλάσμα που μπορεί να δεχτεί πια μέσα το θεϊκό πνεύμα, γεννιέται μέσα από τον αιώνιο αγώνα με τον Αντίχριστο ο Ανθρωποθεός και η εμφάνισή του είναι το επιστέγασμα της κοσμογονίας και το τέρμα του ιστορικού δρόμου.
Οι νέοι ποιητές ηλεκτρισμένοι από το θρησκευτισμό του Σολοβιώφ και από το μαγευτικό όραμα που έστησε, εκεί όπου οι άλλοι δεν έβλεπαν παρά το χάος, απέκρουσαν τον πεσιμισμό και τον ατομισμό, το βαθιά αρνητικό πνεύμα της παλιότερης ποιητικής γενιάς. Αυτοί έβλεπαν στην τέχνη τους τάξη και σκοπό. Ερμήνευαν μ' άλλον τρόπο τα σύγχρονα ιστορικά φαινόμενα, μεταφέροντάς τα από τη φλογισμένη ιστορία στο κοσμογονικό τους όραμα και σ' όλα τους κατέχονταν από τον πυρετό της αναμονής των πιο μεγάλων και συγκλονιστικών αλλαγών, που μπορούν να συμβούν ποτέ στην ιστορία. Έβλεπαν την τέχνη τους να έχει με αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα ιερούς κρυφούς δεσμούς, να τα καλεί και να τα ετοιμάζει, διοχετεύοντας το θεϊκό της πνεύμα. Και οι ίδιοι οι ποιητές είναι κοινωνοί του μυστηρίου, μάντεις και ιερείς που δημιουργούν την παγκόσμια θεϊκή αρμονία(...)


 " Μπέλι" θα πει Λευκός, το ιερό χρώμα της Αποκάλυψης - λευκό θα' ναι το άλογο πάνω στο οποίο θα' ρθει ο Αναμενόμενος, λευκό το Ιερό Παιδί που μεγαλώνει στα ερημικά περιγιάλια της Αιωνιότητας για να λάμψει κατόπιν λαμπρός Ήλιος της Δευτέρας Παρουσίας, λευκός ο Κύριος μ' ολόχρυσο στεφάνι. " Χρυσάφι πάνω σε λαζουρί" είναι ο τίτλος της πρώτης συλλογής του Μπέλι(1904). Έχουμε κάνει ήδη μία γνωριμία με τις φιλοσοφικές και αισθητικές του ιδέες. Η αναμενόμενη αναγέννηση του κόσμου με τον ερχομό του Χριστού, η αγρύπνια κι η προσμονή, αλλά και η επαγρύπνηση μπροστά στην απειλή του Αντίχριστου που μένει ακόμα παντοδύναμος, είναι τα κυριότερα θέματα σ' όλη τη δημιουργία του Μπέλι, τη λογοτεχνία και τη θεωρία, η Στίξη κι η Αντίστιξη σ' όλα του τα έργα. Το παιχνίδι της Ελπίδας με τη Διάψευσή της συνεχίζεται αδιάκοπα αλλάζοντας θριαμβικούς, τραγικούς, σατιρικούς τόνους. Ο Μπέλι είναι ο ικανότερος φακίρης της ρωσικής γλώσσας, απεριόριστες οι δυνατότητές του να μεταμορφώνει τη λέξη και να φτιάχνει με τη μουσική της μαγικά παραμύθια. Πέρασε απ' όλα τα φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά σχολεία του κόσμου, πρώτα τα γερμανικά. "Ό,τι αγαπώ από τη Δύση είναι δεμένο με τη Γερμανία", λέει σ' ένα σημείωμά του.
Ο Πατέρας του ήταν καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ο ίδιος σπούδασε χημεία και μαθηματικά, αλλά από μικρός έδειξε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα στην ποίηση και στη φιλοσοφία.
Συχνά οι προτιμήσεις του στρέφονται την ίδια στιγμή σε φαινόμενα πολύ ανομοιογενή. Περισσότερο εκλεκτικός, παρά δογματικός, βρίσκει κοινά στοιχεία στους πολυάριθμους δασκάλους του κι άλλοτε πάλι τον ελκύουν ίσα - ίσα οι αντινομίες τους. " Για να νιώσεις τα πράγματα, νιώσε την τραγωδία τους"...
Για το μυθιστόρημα " Η Πετρούπολη"(1913-16) γράφει ότι λογαριάζεται το καλύτερο λογοτεχνικό έργο του Μπέλι...η ψυχή ενός νέου, του Νικόλα Αμπλεούχωφ, γίνεται πεδίο μάχης του Χριστού με τον Αντίχριστο.Ο νέος, γιος ενός πανίσχυρου γραφειοκράτη, σχετίζεται με τους επαναστάτες. Παίρνει αυτή την απόφαση, ενώ είναι έτοιμος να ριχτεί στο ποτάμι φαρμακωμένος από μια άτυχη ερωτική περιπέτεια. Στους επαναστάτες τον οδηγεί το πάθος να εκδικηθεί. Οι τελευταίοι του δίνουν ένα πακετάκι να το φυλάξει στο σπίτι του. Έπειτα από καιρό τον πληροφορούν πως αυτό που του έδωσαν είναι ωρολογιακή βόμβα και η διαταγή λέει να τη θέσει σε κίνηση και να σκοτώσει τον πατέρα του. Ο νέος τρέχει να βρει τους επαναστάτες και να τους πει ότι αυτό δεν μπορεί να το κάνει, μα στο μεταξύ έχει βάλει εμπρός το μηχάνημα. Τη βόμβα τη βρίσκει ο πατέρας Αμπλεούχωφ και χωρίς να ξέρει τι είναι τη μεταφέρει στο γραφείο του. Η έκρηξη δεν έχει θύματα. Όμως τον πατέρα τον συντρίβει η αποκάλυψη πως ο γιος του ήθελε να τον σκοτώσει. Κατόπιν μαθαίνει πώς έχουν τα πράγματα, συγχωρεί το παιδί του κι αποσύρεται στα χτήματά του. Ο Νικολάι πάει ταξίδι στην Ευρώπη. Υπάρχει στο έργο κι ένας άλλος διανοούμενος, ο επαναστάτης Ντούτκιν, παρασυρμένος επίσης από τους τρομοκράτες. Συζητώντας με τον Νικολάι, ανακαλύπτουν πως ξένα σώματα είναι κι οι δυό τους μέσα στους τρομοκράτες. Ψυχές συγγενικές, έχουν κοινό θεό και κοινά αινίγματα για τον άλλο, το μυστικό κόσμο. Ο Ντούτκιν αποκαλύπτει πως ο αόρατος αρχηγός της σπείρας, ο " Άγνωστος", είναι προδότης, πράκτορας της αστυνομίας - τον σκοτώνει, κι ο ίδιος καταλήγει στο φρενοκομείο. Με τον τρόπο αυτό εξιλεώνεται κι ο δεύτερος ήρωας.
Στην ιστορία των δύο νέων ζωντανεύει ο Μπέλι τον τρόμο και την φρίκη της σύγχρονης ανθρωπότητας που αγγίζει τις κρίσιμες κοσμογονικές ώρες. Όλα είναι παραδομένα σε ζωώδη τρόμο. Οι ήρωες του μυθιστορήματος αιωρούνται ανάμεσα στα "φαινόμενα" και στα " νοούμενα", στις επιφάνειες και στις βαθιές ουσίες. Πνίγονται στο θολό ποτάμι, αγωνιούν, κραυγάζουν, αγωνίζονται να βγάλουν έξω το κεφάλι τους να πάρουν ανάσα. Αυτό συμβαίνει μ' όλους. Όλοι μες στο έργο, όπως και στη ζωή, παίζουν κάποιο ρόλο στη φριχτή ιστορία, μα οι ίδιοι δε βλέπουν τίποτα πέρα από τις ρηχές επιφάνειες, κανείς δεν καταλαβαίνει ποιος είναι ο αληθινός ρόλος που του έχουν αναθέσει(...)
Η Πετρούπολη είναι το μεγάλο τέρας με τόσα κεφάλια, όσοι είναι κι αυτοί που την κατοικούν, επαναστάτες κι αντεπαναστάτες αδιάφορο. Αλλά μέσα σε καθέναν από αυτούς υπάρχει κι ένα δεύτερο "εγώ", που δεν ανήκει στην Πετρούπολη, υπάρχει η θεϊκή σπίθα, το θείο "ναΐν", κι όλα που γίνονται στην επιφάνεια είναι ακριβώς ο μυστικός αγώνας για την αποκάλυψή του(...)
(...) οι ήρωες του έργου πάνε στη Ναζαρέτ, στρέφονται στα ιερά βιβλία, στην εκκλησία του Χριστού. Οι άλλοι παραδέρνουν στους λαβύρινθους, απ' όπου δεν πρόκειται να βγουν ποτέ, όπως οι επαναστατημένοι εργάτες, που αγριεμένοι χάνουν από πάνω τους κάθε ανθρώπινο, η ρώσικη γλώσσα στα χείλη τους εξαρθρώνεται, γίνεται κουρνιαχτός του ολέθρου, τα τραγούδια τους αγουρητό λύκων, ένα φριχτό " ουουου..." - " που δε θα ξανακουστεί ποτέ πια".

Ο Αντρέι Μπέλυ πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 1934






Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Κάθε πρωί που ξαναρχίζει μας έχει πάρει την καρδιά μας...


Κάθε πρωί που ξαναρχίζει
μας έχει πάρει την καρδιά μας
στις φάμπρικες μια ιστορία
ζυμώνεται στα δάκρυα μας.

Μα ποιος πονάει για όλα αυτά
και ποιος γι’ αυτά θα κλάψει
ποιος θα μιλήσει στο Θεό
και ποιος θα του τα γράψει.

Μες στα γιαπιά και μες στη σκόνη
στις αγορές και στα σφαγεία
κι απ’ το στρατό γραμμή τιμόνι
και στα παλιά μηχανουργεία.

Μα ποιος πονάει για όλα αυτά
και ποιος γι’ αυτά θα κλάψει
ποιος θα μιλήσει στο Θεό
και ποιος θα του τα γράψει.

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Τα λαϊκά ( 1968)

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Της θάλασσας τα μάγια

Ώρες ατέλειωτες τη θάλασσα κοιτάζεις
και τ’ άγρια κύματα να σκάνε στην ακτή.
Σαν του χειμώνα τα πουλιά χρώματα αλλάζεις
κι εγώ στους κύκλους των ματιών σου έχω κλειστεί.

Άλλος γυρεύει άγκυρα κι άλλος πανί, 
ότι προσμέναμε δεν λέει να φανεί.
Η νύχτα μάγισσα γριά χαμογελάει, 
νησιά κοράλλια μας πουλάει.

Ποιος άλλαξε του χρόνου τη ροή, 
ποιος έλυσε της θάλασσας τα μάγια;
Μη μου αρνηθείς αυτή την εκδρομή, 
κι ας είναι να γυρίσουμε ναυάγια.

Άλλος γυρεύει βάλσαμο κι άλλος πληγή, 
ειν’ οι αλήθειες όσοι οι άνθρωποι στη γη.
Η νύχτα μάγισσα γριά χαμογελάει, 
νησιά κοράλλια μας πουλάει.

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Χριστόφορος Μηλιώνης, Ακούω τον άνεμο

σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή
Κ.Π.Καβάφης
Καλά ανακάλυψαν οι τουρίστες το Μέτσοβο, την Πάργα,τον Βίκο, το Πάπιγκο. Ωραία είναι όλα και μεγαλειώδη. Ωραία κι η αλευρόπιτα στο Μονοδέντρι και το "Περίπτερο" στη Μέρτζανη - ξενοδοχείο για διανυκτέρευση και εστιατόριο που σερβίρει ελάφι - πιλάφι και αγριογούρουνο από το εκτροφείο του. Τι θέλω εγώ να τους στείλω πέρα απ' το Καλπάκι, κατά τα σύνορα; Άσε τους να ιδούν το "Ηρώο" - ο Θεός να το κάνει -, όσοι το ιδούν, εκείνες τις πανάθλιες προτομές, που στήθηκαν στη θέση του τσιμεντένιου αετού με την ιταλική επιγραφή:

Ως εδώ έφτασαν οι γενναίες Λεγεώνες του Μουσολίνι.

Ως εδώ, και πολύ ήταν! Ούτε βήμα παραπέρα!
Βγήκαν από τα σπίτια τους οι Δολιανίτες, αντίκρυ, κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πίσω από τους οβορούς. Ήσαν σαν ένα θέατρο. Κι ύστερα άρχισαν να χειροκροτούν, να φωνάζουν και να χτυπούν τις καμπάνες. Κι οι Ιταλοί μες στο χωριό τους ακόμα! Τι ξέρουν οι τουρίστες και τι να καταλάβουν;
Άντε να μπουν και λίγο στο πολεμικό μουσείο, για το παιδί, που "πρέπει να μαθαίνει". Άντε να πάνε κι ως τη Βελλά, να δουν το μοναστήρι. Άντε να περάσουν και κάτω από το λόφο με τον τσολιά στην κορυφή του. Και το παιδί να ρωτάει μέσ' απ' το κρύσταλλο του αυτοκινήτου:" Μπαμπά, τι κάνει εκείνος εκεί πάνω που δεν κουνιέται;" Κι ο μπαμπάς να κοιτάζει τις πινακίδες - κάπου εδώ στρίβουν για Αρίστη και Πάπιγκο. Δεν μπορεί εκεί θα φκιάνουν πίτες ηπειρώτικες, που μας έλεγε στην Αθήνα η φορνάρισσα - Ηπειρώτισσα είναι κι αυτή. Θα φκιάνουν τουλάχιστο κατσίκι στη γάστρα, δεν μπορεί να μη φκιάνουν!
Ως εδώ λοιπόν, και πολύ είναι! Ούτε βήμα παραπέρα!

Παραπέρα είναι το Πωγώνι, που δεν αξίζει τίποτε - " το παιδί μου είναι το πιο άσχημο παιδί του κόσμου! Έχει μάτια σαν του ποντικού, βγάζει απαίσιες φωνές, δεν ξέρει να μιλάει...", όπως λέγανε οι Κινέζοι, όταν ήταν να παρουσιάσουν το μοναχοπαίδι τους σε ξένους ανθρώπους. Κάτι χειρότερο: Σε τουρίστες!
Λέω να κάνω και πάλι μόνος μου το ταξίδι.Άλλωστε, πάντα μόνος μου ταξιδεύω, με αυτοκίνητο ή χωρίς αυτοκίνητο. Τι να τους κάνω τους άλλους; Εγώ δεν κάνω τουρισμό. Περνώ τη γεφυρούλα του Καλαμά - κάπου εδώ, μες στις καλαμιές έχει τις πηγές του - , αφήνω δεξιά, πάνω στο λόφο, τα Δολιανά που λιάζονται στο προσήλιο τους, να ζεσταθεί το κόκαλό τους.
Ανέβηκα την άλλη φορά, περπάτησά στην πλατεία, αεράτος τόπος. Πήγα και στο νεκροταφείο. Βρήκα εκεί τον Δημήτρη τον Μέτσιο, που ήθελε να γράψω ένα βιβλίο για τον Καλαμά, κι εκείνος να βάλει τη μουσική. Εγώ το' γραψα, Δημήτρη, και για τον Καλαμά και για τον Αχέροντα. Πού να το' ξερα πως θα' ρθουν έτσι τα πράγματα;
Εκείνος με κοιτάζει αμήχανος μέσ' από τη φωτογραφία του, σαν κάτι να θέλει να μου πει. Τι να μου πει και τι να του πω; Έκοψα και του άφησα λίγες ανεμώνες. Ο τόπος ολόγυρα γεμάτος, αλλά με τι ποδάρια να σκωθώ και χέρια ν' ακουμπήσω...

Κάνε τα χέρια σου τσαπιά, τις απαλάμες φκιάρια,
ρίξε το χώμα από μεριά, τις πλάκες παραπέρα.

Ένα παιδί με χαζεύει έξω από τα κάγκελα:
" Μοιρολογάς, θείο;"
" Τραγουδάω, γιε μου!"
Εδώ κάτω, αριστερά από το δρόμο, ήταν κάποτε αμπέλια. Τώρα λογγώσανε, έχουν γίνει πανέμορφα δάση, πυκνά, όλο βελανιδιές, κι απλώνονται ως απάνω, στις πλαγιές του Κασιδιάρη, πνίξανε τη Σιταριά και το Κρυονέρι. Τα φυλλώματά τους θροΐζουν υπέροχα. Ακούω τον άνεμο. Κούγω τον άνεμο κι αχάει, τον κούγω και μαλώνει. Ακούω τη μουσική σου, Δημήτρη. Είναι όνειρο!

Παλιά - πόσο παλιά; - υπήρχε εδώ ένα μεγάλο γεφύρι, που δρασκελούσε το φαράγγι από φρύδι σε φρύδι. Κι αντίκρυ, στη σπηλιά, ήτανε μοναστήρι, το μοναστήρι στους Αγιούς.
Όταν έφτανε εδώ το λεωφορείο από τα χωριά μας, πηγαίνοντας για τα Γιάννενα, οι γυναίκες που ταξίδευαν τραγουδούσαν τον " Ντελή - Παπά". Κάθε φορά που περνώ το σιγοτραγουδώ κι εγώ, συνήθως από μέσα μου, αλλά καμιά φορά και κανονικά. Και τι καλά που ακούγεται στην ερημιά!

Κούγω τον άνεμο κι αχάει - μωρέ παπά,
                                          ντελή - παπά,
τον κούγω και μαλώνει - ντελή- παπα λεβέντη.
Εσείς, βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου, 
εσείς καλά τον ξέρετε - ν - αυτόν τον παπα - Γιώργη,
που ήταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια
και τώρα στα γεράματα αρματολός και κλέφτης.
Όλα τα κάστρα πάτησε κι όλα τα μοναστήρια,
το μοναστήρι στους Αγιούς δεν μπόρ' να το πατήσει,
τροΰρω - ύρω το' φερνε και άκρη δεν του βρίσκει...,

επειδή, βλέπεις, όλα τότες ήταν μεγάλα: το γιοφύρι, ο βράχος με το μοναστήρι, ο Ντελή - παπας.
Το γιοφύρι το ανατίναξαν οι δικοί μας το '40, κι ύστερα το ξανάφτιαξαν. Το ανατίναξαν πάλι οι αντάρτες το' 47. Διάβηκα τότε κι εγώ το ποτάμι σε σιδερένια βάρκα, που την έσερναν με σκοινιά οι στρατιώτες. Από τη μιαν άκρη αμολούσαν το σκοινί κι από την αντικρινή τραβούσαν. Δεκέμβρης μήνας, και το ποτάμι  άκρη σ' άκρη, θολό κι αφρισμένο - όλα τότε ήταν θολά κι αφρισμένα. Κοίταζες γύρω σου και σ' έπιανε φόβος.
Για κάμποσα χρόνια μετά, ο δρόμος κατηφόριζε το ποτάμι, περνούσε μια πρόχειρη σιδερένια γέφυρα κι έπαιρνε πάλι την ανηφόρα. Καλοκαίρι του' 50 πήγαινα με το λεωφορείο στα Γιάννενα, να φύγω για τη Θεσσαλονίκη, να δώσω εξετάσεις. Ήταν κι ο πατέρας μου. Το αυτοκίνητο φύσκα, έμπαινε το φθινόπωρο κι ο κόσμος έφευγε. Έλεγαν πως θα ξαναγύριζαν το καλοκαίρι και κάθε φορά γύριζαν όλο και λιγότεροι, ώσπου ο τόπος ερήμωσε.
Το λεωφορείο περνούσε αργά τη γέφυρα, μετά φόβου Θεού, οι γυναίκες πάψανε το τραγούδι, κάνανε το σταυρό τους. Στην ανηφόρα κώλωσε. Πήγε να βάλει ξανά μπρος, το πήρε πίσω και τουμπάρισε έξω από το δρόμο. Στάθηκε σ' έναν κομμένο πλάτανο, με τις ρόδες κατά τον ουρανό. Σπάσαμε τα τζάμια και βγήκαμε από τα παράθυρα. Ύστερα στα Γιάννενα, πειράζανε τον πατέρα μου, πως είχε βρεθεί ανάμεσα στα σκέλια της Καλογεράκαινας. Αυτός ήταν ντροπαλός, αλλά ας είναι καλά το μοναστήρι που βοήθησε, του λέγανε.
Ο δρόμος τώρα διαβαίνει σύρριζα στο βράχο. Μπαζώσανε κιόλας, ο βράχος χαμήλωσε, φαίνονται τα ίχνη από το παλιό χτίσμα, πάνω από τη σπηλιά. Όλο λέω να σκαρφαλώσω κι όλο το αναβάλλω. Δεν έχει νόημα πια. Τότε σκεφτόμουν να κρεμαστώ από πάνω με σκοινί. Έβλεπα μέσα καντήλες ασημένιες και σεντούκια με παλιά βιβλία, χειρόγραφα. Μας είχε σηκώσει το νου κι ο Λίνος ο Πολίτης με την παλαιογραφία. Τώρα φαίνεται το εσωτερικό του, τίποτε δεν υπάρχει. Μονάχα μια Παναγιά Βρεφοκρατούσα, ζωγραφισμένη πάνω στο βράχο. Στην Πρέσπα, μου λένε, έχει κι εκεί τέτοιες. Αποκλείεται! τους λέω.

Ξαναβγαίνοντας στο ίσιο, σκέφτομαι: Να τραβήξω ευθεία ή να κόψω, να βγω στη Βήσσανη;
Κάποτε, η Βήσσανη ήταν αρχοντοχώρι, το καμάρι του Πωγωνίου. Αυτή και το Δελβινάκι. Σπίτια μεγάλα, με δυο και τρία πατώματα. Το σπίτι των Μεντζαίων, κάθε καμινάδα του όσο κι ένας λουτροκαμπινές δικός μας. Είχαν ιδιόκτητη  ακόμα και τη λίμνη της Ζαραβίνας. Την έχουν και τώρα, αλλά οι κληρονόμοι πλήθυναν, γίνανε καμιά πεντακοσαριά, σκορπισμένοι στα πέρατα. " Όταν ήταν οι Μεντζαίοι στις δόξες τους", μου έλεγε ένα γύφτος Βησσανιώτης, " εμείς, οι γύφτοι, δεν τολμούσαμε να διαβούμε στο μεσοχώρι, μας έπιαναν με το μπαστούνι. Έπρεπε να κάνουμε όλο το γύρο του χωριού, για να πάμε στα καλύβια μας στην άλλη άκρη. Το ίδιο και στα Ζαγοροχώρια. Τώρα στα σπίτια τους βάλανε εμάς μέσα, να τα συντηρούμε, να μην πέσουν. Κι εμείς γίναμε αρχοντόγυφτοι τώρα".
Εγώ ποτέ δεν αντιπαθούσα τους γύφτους, τουρκόγυφτους και ρωμιόγυφτους. Φοιτητής, προσπαθούσα να μάθω τα ρόμικα. Έχω ακόμα κάτι μπακαλοδέφτερα με λέξεις: μπράλ: αδελφή, χαλιόμ: φαγητό, σταλό: χρήματα, και άλλα τέτοια. Ήξερα πως αυτοί κρατήσανε τη μουσική μας. Μάλιστα ένα φεγγάρι πήγαιναν στο σπίτι ενός φίλου μου, να μου μάθει λαγούτο. Μου' μαθε δυο τρία τραγούδια και σταμάτησε, δεν τον άφηναν οι δικοί του. Τον μάλωναν στη γλώσσα τους. Κατάλαβα πως δεν ήθελαν, μην τους πάρω την τέχνη.
Η Βήσσανη τώρα είναι έρημη, αλλά το καλοκαίρι μαζεύει κόσμο. Το Δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι, χορεύουν στην πλατεία, όπως παλιά.
Τα ηπειρώτικα πανηγύρια είναι άλλο πράμα, κρατούν την παλιά τους εικόνα. Όχι όπως στην άλλη Ελλάδα που κατάντησαν σαν τα σκυλάδικα του Αιγάλεω με τις αμανετζούδες. Εδώ χορεύουν όλα τα χωριά, " σαράντα δίπλες ο χορός", που λέει ο λόγος. Μερικές κοπέλες φοράνε και τα πωγωνίσια, που τέτοια στολή δεν έχει αλλού: ντουλαμάς λουλουδάτος, άσπρο σεγγούνι, με γαϊτάνια, τριανταφυλλένια ποδιά με τέλι, ομπόλια κουκουλάρικη, σαφρανισμένη.
Οι Βησσανιώτισσες ήταν ωραίες γυναίκες και παιγνιδιάρες. Αυτό θέλει να πει και το τραγούδι, που το' κανε γνωστό ο Αγγελόπουλος και το' μαθε όλη η Κουλτούρα της Αθήνας. Μου το χαλάσανε, το ξεφτιλίσανε. Δε μου' ρχεται να το τραγουδήσω. Αρχίζω να λέω:

Μωρή κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια
Βησσανιώτισσα
σε φίλησα κι αρρώστησα,

και μου' ρχεται να ξεράσω. Αυτό και το "Χαλασιά μου". Κι ακόμα πιο πολύ, το " Γιάννη μου, το μαντίλι σου", που για να το πεις και να το τραγουδήσεις, πρέπει να' σαι Βορειοηπειρώτισσα, γέννημα - θρέμμα, να φοράς μονέτρα, νά' χεις πιει ένα ποτάμι φαρμάκια, να ξενοπλένεις στα σπίτια της Αθήνας και να σε λένε Αλβανή. Ούτε κι εγώ μπορώ να το τραγουδήσω. Οι Δεροπολίτες είναι γι' αυτά. Σου στρώνουν στο άψε ολόκληρη χορωδία, με πάρτη, με κλώστη, με τσακιστή με ισοκράτη. Ο μουσικός ο Κουτούγκος μου έλεγε κάποτε ότι σ' ατήν την κλίμακα μόνο τα ιρλανδέζικα τραγουδιούνται και τα κινέζικα. Έχω ένα δίσκο με τους " Πέντε Γλυνιώτες", προπολεμική εγγραφή, από τη μια μεριά το " Βλάχα πλένει στο ποτάμι" κι από την άλλη το " Κάπου μια' μορφη, κάπου μια μαυρομάτα μαντιλόπλενε μαντίλια μεταξένια κι αραθύμωσε" - αραθύμωσε θα πει: φουρτούνιασε η καρδιά της. Εκεί ν' ακούσεις κλώσιμο και τσάκισμα! Κι ένα κλαρίνο που πατάει γερά σε κάθε σκαλοπάτι.
Κι οι Βησσανιώτισσες ήταν φημισμένες κι οι Δελβινακιώτισσες. Για τις Δελβινακιώτισσες μάλιστα κάνει λόγο και ο Μπάιρον που πέρασε από το Δελβινάκι. Γράφει κι ο Χόλλαντ, γράφει κι ο Πουκεβίλ, που ήταν πρόξενος της Γαλλίας στα Γιάννενα, στον Αλή - Πασά κι επισκέφτηκε το Δελβινάκι για πρώτη φορά στις 15 Μαΐου 1806, μέρα, λέει, που είχαν πανηγύρι. Τι πανηγύρι, δεν μπόρεσα να εξακριβώσω. Μοιάζει με πρωτομαγιά, ίσως μπερδεύτηκαν κάπου οι ημερομηνίες. Λέει πάντως:

" Στο χορό ήταν πιασμένες οι πιο όμορφες γυναίκες της Ηπείρου, ντυμένες όλες μ' ένα χοντρό μάλλινο ρούχο, κρατούσαν το κεφάλι ψηλά, και το λαιμό τους τον είχαν σκεπασμένο μ' ένα μάλλινο κίτρινο σάλι ( Έλα Χριστέ! Την κουκουλάρικη ομπόλια, θέλει να πει!), ανάλαφρο σαν το πέπλο της αυγής. Οι δίπλες του χορού γέμιζαν ολόκληρη τη δημόσια πλατεία. Σ' ένα άλλο σημείο, πιο πέρα, ήταν συγκεντρωμένοι οι νέοι του χωριού, στολισμένοι με μύρτα και λουλούδια ροδιάς..."

Μιλάει και για ένα γάμο, με συμπεθέρους που φτάνουν νύχτα από άλλο μέρος, κατεβαίνοντας την πλαγιά με δάδες από πεύκο, με φλάμπουρα και με τραγούδια:
 " Παντρεύεσαι το γιο του βασιλιά", και τα λοιπά.
Εγώ βέβαια τα ξέρω αυτά τα τραγούδια, της νύφης και του γαμπρού:

Καλώς το νιον οπόρχεται, το γιο του ρήγα, ρήγα
με τ' άλογό του παίζοντας, με το σπαθί στο χέρι...

Μάλιστα, όταν ήμουν νέος κι ανύπαντρος, έβαλα ένα βράδυ τις αδερφές μου και τη νύφη μου και μου τα τραγούδησαν - όπως θα μου τα τραγουδήσετε, τους είπα, όταν παντρευτώ. Τα μαγνητοφώνησα σε πομπίνα. Αλλά εγώ παντρεύτηκα στην Αθήνα, στον Άγιο Ελευθέριο του Γκύζη, κι η νύφη μου πέθανε νέα από την καρδιάτης. Ήταν κοπέλα πολύ του χορού, δεν άφηνε πανηγύρι σ' όλο το Πωγώνι. " Ησύχασε και λίγο", της λέγανε οι αδερφές μου, κι εκείνη απαντούσε: " Έχω εγώ καιρό για να ησυχάσω!..." Μου' μεινε η πομπίνα για ενθύμιο και δυσκολεύομαι να την ακούσω.
Οι Δελβινακιώτες ήταν πλούσιοι, ταξιδεμένοι στο Βουκουρέστι και στην Κωνσταντινούπολη. Είχαν δύναμη κι ενεργούσαν στον σουλτάνο εναντίον του Αλή. " Αυτό το Δελβινάκι μού άσπρισε τα γένια", έλεγε. Ακόμα και στις μέρες μου τραγουδούσαμε και χορεύαμε ένα τραγούδι, που κανείς άλλος δεν το ξέρει πια, κι εγώ το τραγουδώ όταν είμαι μόνος μου:

Όλες οι χώρες και χωριά,
φοβερέ μου Αλή - Πασά,
Σε προσκυνάνε,
βεζύρη αφέντη.
Κι ένα χωριό Πωγωνιανής,
το Δελβινάκι, 
σε πολε΄μαέι με τα φλωριά
και με τα γρόσια...

" Τι κάθεσαι και θυμάσαι!" μου λένε μερικοί. 
" Μα αν δε θυμάσαι", τους λέω, " είσαι ένα μαμούνι, σαν την κατσαρίδα του Κάφκα, τον Γκρεγκόρ. Βλέπεις γύρω σου τον κόσμο και τίποτε δεν καταλαβαίνεις. Βραδιάζει ξημερώνει, μονάχα αυτό. Ούτε πως είσαι ένα μαμούνι καταλαβαίνεις".(απόσπασμα από το διήγημα" Ακούω τον άνεμο")

Χριστόφορος Μηλιώνης, Τα φαντάσματα του Γιορκ, διηγήματα, Κέδρος, Αθήνα 2000, 2η έκδοση.



Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Ο Θάνος πάει στα καράβια

του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη

                                              Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γ.Β. Μονεμβασίτη

Οκτώβρης του 1983 ήταν, θυμάμαι. Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. Σήκωσα το ακουστικό και άκουσα από την άλλη άκρη της γραμμής τη χαρακτηριστική και προσφιλή φωνή του Γιάννη Πετρίδη. Μετά το καλημέρισμα μου είπε: «Γιώργο, έχω ένα ιδιαίτερο και ενδιαφέρον θέμα για το περιοδικό. Νομίζω ότι είσαι ο μόνος που μπορείς να το χειριστείς σωστά. Ο Θάνος Μικρούτσικος κυκλοφόρησε μόλις δυο διαφορετικούς δίσκους. Και τους κυκλοφόρησε την ίδια μέρα. Οπωσδήποτε ελληνική πρωτοτυπία και πιστεύω και παγκόσμια. (σ.σ. ήταν όντως παγκόσμια, όπως διαπιστώσαμε αργότερα με τον Γιάννη. Ο σπουδαίος Bruce Springsteen τόλμησε κάτι ανάλογο, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, ωστόσο, όταν εξέδωσε την ίδια μέρα, 31η Μαρτίου 1992, τα δισκογραφήματά του Human Tuch και Lucky Town). Σου στέλνω τους δίσκους του Μικρούτσικου, άκουσέ τους και κανόνισε να τον συναντήσεις για να μάθεις το πως και το τι. Γράψε το τηλέφωνό του».
Όταν παρέλαβα τους δίσκους και τους άκουσα κατάλαβα τι εννοούσε ο Γιάννης. Ήταν δυο δίσκοι όχι μόνον διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά διαφορετικοί και από αυτούς που είχαν ήδη καταξιώσει τον Θάνο. Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας/Ιχνογραφία ήταν το όνομα του πρώτου, Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί το όνομα του δεύτερου. Και οι δύο με την ετικέτα της CBS. Με τον πρώτο μας δίδαξε, εκτός των άλλων, ότι ο ατραγούδιστος Καβάφης τραγουδιέται, με τον δεύτερο, εκτός των άλλων, ότι ένα τραγούδι, το «Κακόηθες μελάνωμα», μπορεί στη συναυλιακή του μορφή να μεταμορφωθεί μέσω των αυτοσχεδιασμών συναρπαστικά. Τούτο το τελευταίο συνέχισε να το διδάσκει σε όλες τις αλησμόνητες συναυλίες του, χωρίς, όμως, να κάνει κατάχρηση του αυτοσχεδιασμού, καθιστώντας τον αυτοσκοπό. Ταυτόχρονα σε όσους είχαμε παρακολουθήσει την μέχρι τότε πορεία αυτού του σπουδαίου Ιανού της ελληνικής μουσικής (λόγιες συνθέσεις και λαϊκά τραγούδια), τα δυο ηχογραφήματα του 1983, αποκάλυπταν και έναν τρίτο ... μέσο δρόμο. Για αυτόν ο ίδιος ο Θάνος είχε επινοήσει τον όρο «έργα ενδιάμεσου χώρου».

Σύντομα τηλεφώνησα στον Θάνο: «Καλημέρα, ο κύριος Μικρούτσικος;» «Ναι, ο ίδιος» ήταν η απάντηση. «Γιώργος Μονεμβασίτης ονομάζομαι, ασχολούμαι δημοσιογραφικά με τη μουσική και θα ήθελα...» Δεν με άφησε να συνεχίσω «Βρε μπαγάσα, εσύ δεν είσαι;» Τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν εγώ και συνέχισε: «Διαβάζω αυτά που γράφεις, ακούω τις εκπομπές σου στο Τρίτο και ήμουν σίγουρος ότι ήσουνα εσύ, ο παλιός μου συμμαθητής! Είχα και εγώ σκοπό να επικοινωνήσω μαζί σου και να κανονίσουμε συνάντηση. Λέγε, τι έχεις να κάνεις τώρα. Αν δεν έχεις κάτι σοβαρό, έλα αμέσως». Ήταν πρωί, δεν είχα κάτι το επείγον, κίνησα για να τον συναντήσω στη διεύθυνση που μου έδωσε – στα Βριλήσσια έμενε τότε.
Στη διαδρομή σκεφτόμουν τη γνωριμία μας. Φθινόπωρο του 1962. Είχα έλθει στην Αθήνα από το Γύθειο για να παρακολουθήσω μαθήματα πρακτικής κατεύθυνσης στο γυμνάσιο, μια και τμήμα πρακτικό στη γενέτειρά μου δεν υπήρχε. Έμενα στα Πατήσια και γράφτηκα στην έκτη τάξη του 8ου Γυμνασίου, που βρισκόταν στην οδό Νικοπόλεως. Ιστορικό, εμβληματικό Γυμνάσιο, το πολυπληθέστερο τότε της χώρας. Η έκτη τάξη πρακτικού –ήταν οκτατάξια, ακόμη τότε κατ’ όνομα τα γυμνάσια– στην οποία φοίτησα είχε, αν θυμάμαι καλά, οκτώ τμήματα! Η κατάταξη  των μαθητών σε αυτά ήταν, φυσικά, αλφαβητική. Οι πρωτευουσιάνοι μαθητές σνόμπαραν κατά κάποιο τρόπο τους νεοφερμένους επαρχιώτες. Έτσι τα επαρχιωτάκια κάναμε παρέα περισσότερο μεταξύ μας. Τότε λοιπόν γνωρίστηκα με τον Θάνο, μια και είμαστε στο ίδιο τμήμα: Μικρούτσικος, Μονεμβασίτης, αλφαβητικά είπαμε. Είμαστε και συνομήλικοι, δυο περίπου μήνες μεγαλύτερός του εγώ. Είχε έλθει από την Πάτρα εκείνη την εποχή και έμενε στην Κυψέλη. Η παρέα μας περιοριζόταν στα διαλείμματα γιατί τότε μαθήματα, φροντιστήρια ... Που να περισσέψει χρόνος... Υπήρξε, ωστόσο, ένα περιστατικό, από το οποίο διαπιστώσαμε ότι η μουσική ήταν κοινή μας αγάπη.
Σε ένα από τα διαγωνίσματα του Φεβρουαρίου το τμήμα μας είχε τοποθετηθεί στην αίθουσα τελετών του Γυμνασίου, για να καθόμαστε πιο αραιά. Καθώς ο καθηγητής με τα θέματα είχε καθυστερήσει, ο Θάνος ανέβηκε στη σκηνή και εξερευνώντας την ανακάλυψε πίσω από κάτι κουρτίνες ένα όρθιο πιάνο. Κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να παίζει. Ακούγοντάς τον όρμησα στη σκηνή στάθηκα δίπλα στο πιάνο και τον άκουγα μαγεμένος. Τον διέκοψε ο καθηγητής που ήρθε με τα θέματα, μας επέπληξε μάλιστα που είχαμε ανεβεί στη σκηνή χωρίς άδεια. Έκτοτε μιλούσαμε με το Θάνο σε κάθε ευκαιρία για μουσική. Ήρθε το καλοκαίρι, χωρίσαμε. Δεν ξανανταμώσαμε, όμως, τον Σεπτέμβρη, μια και καθώς η αδελφή μου είχε πετύχει στην Αρχιτεκτονική μετακομίσαμε στα Εξάρχεια ώστε να είναι πιο κοντά στη σχολή της και εγώ πιο κοντά στο φροντιστήριο. Στου Σαββαΐδη, στην Πλατεία Κάνιγκος είχα γραφτεί, το δε νέο μου Γυμνάσιο ήταν το 5ο, στην οδό Τσαμαδού, απ’ όπου και πήρα απολυτήριο. Ο Θάνος συνέχισε στο 8ο κι έτσι χαθήκαμε. Στο Πανεπιστήμιο ο Θάνος, στο Πολυτεχνείο εγώ, οι φοιτητικές διαδρομές μας δεν συναντήθηκαν. Τον θυμόμουνα, όμως, και όταν άρχισε να γίνεται γνωστός ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτός. Όταν μάλιστα έμαθα ότι είμαστε συνομήλικοι, έπαψαν και οι όποιες ελάχιστες αμφιβολίες. Ήθελα να τον συναντήσω, δεν έτυχε όμως. Είχα παρακολουθήσει κάποια συναυλία του με πρωτοποριακά έργα, θυμάμαι, πριν το τέλος της δεκαετίας 1970-80, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, υποχρεώθηκα, όμως, να φύγω λίγο πριν το τέλος της γιατί κάπου με περίμεναν κι έτσι δεν τον συνάντησα.

Όταν έφτασα στο διαμέρισμά του στα Βριλήσσια, λίγο πριν το μεσημέρι ήταν, με υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά, σαν να μην είχε περάσει τόσος χρόνος. Είκοσι ολάκερα χρόνια ήταν αυτά. Γνώρισα εκεί και τη γλυκύτατη Ειρήνη. Την κουβέντα μας για όλα όσα είχαν συμβεί στον καθένα μας τα είκοσι αυτά χρόνια, αλλά και για το χτες, το σήμερα και το αύριο της μουσικής, διέκοψε το μεσημεριανό γεύμα και το βραδινό δείπνο! Έφυγα τελικά περασμένα μεσάνυχτα, χωρίς να έχουμε πει κουβέντα για εκείνα που υπήρξαν αφορμή για τη συνάντησή μας!!! Ξαναπήγα για το σκοπό αυτό μετά λίγες μέρες. Έφυγα, όμως, εκείνο το βράδι με το μυαλό και την ψυχή γεμάτα και στα χέρια πολύτιμο δώρο ένα δίσκο που ο Θάνος αγαπούσε ιδιαίτερα, γι’ αυτό τον διάλεξε και μου τον προσέφερε, με τρυφερή αφιέρωση για το ξαναντάμωμά μας. Ήταν το ξεχωριστό έργο του Ευριπίδης IV.

Έκτοτε δεν ξανανταμώσαμε απλώς πολλές φορές. Συνοδοιπορήσαμε σε πολλά όμορφα κι ωραία. Τυχερός νοιώθω για αυτά. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι αναμνήσεις μου από αυτόν τελειώνουν εδώ.

Ο Θάνος ήταν ένας αντιεξουσιαστής που έγινε εξουσία. Όχι με την πολιτική έννοια του όρου. Εξουσίασε με τη μουσική του. Αλλά και σε όποια θέση πολιτικής ή πολιτιστικής εξουσίας βρέθηκε προσέφερε τα μέγιστα με τις ιδέες, την αποφασιστικότητα και το δυναμισμό του. Ας αναλογιστούμε μόνο το ΕΚΕΒΙ, κρίμα που δεν υπάρχει πια, και τη θέσπιση της μονιμότητας των μουσικών των κρατικών συνόλων που «υπέγραψε» ως υπουργός Πολιτισμού, επιλύοντας θέματα που χρόνιζαν.

Η προσφορά του στη μουσική μέσα από το έργο του είναι πραγματικά δυσμέτρητη. Θα μπορούσε κανείς να γράφει γι’ αυτήν και η γραφή του τελειωμό να μην έχει. Από τα τόσα επισημαίνω δυο σημαντικά θέματα, στα οποία δεν γίνονται ιδιαίτερες αναφορές.
Ο Θάνος έδωσε την πιο πειστική απάντηση στο ερώτημα για την αναγκαιότητα μελοποίησης της ποίησης. Ο Ρίτσος, ο Καβάφης και ο Καββαδίας το πιστοποιούν. Ο Θάνος απενοχοποίησε το ζεϊμπέκικο και το τσιφτετέλι, μετατρέποντάς τα από χορούς της πίστας σε ρυθμούς με συναυλιακή υπόσταση («Ερωτικό» – Άλκης Αλκαίος, «Πίστα από φώσφορο» – Λίνα Νικολακοπούλου).

Ο Θάνος έφυγε. Όλοι ξέρουμε λίγο-πολύ που πήγε μια και το δήλωνε συχνά: Πήγε στα καράβια. Καλό ταξίδι να ‘χεις φίλε κι αδελφέ μου. Σε ευχαριστούμε, σε ευγνωμονούμε, για τα πολλά που μας δίδαξες, για τα πολλά που μας χάρισες.
Υ.Γ. Ένα από τα πολλά που μας ένωναν με τον Θάνο ήταν η αγάπη μας για τις γάτες.

Αναδημοσίευση από το μηνιαίο περιοδικό Χάρτης, τεύχος 13, Ιανουάριος 2020

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Φώτα - Ολόφωτα


Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη καὶ ὠρτσάριζε κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες. Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους.
Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.
Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.

*
* *

Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη, αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη!… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά, ἠμπορεῖς;

*
* *

Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν, δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.

*
* *

Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια» τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα, μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός, ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».

*
* *

Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ. Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:
―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
                                                                                                              (1894)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα τ.Γ΄ Κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έφυγε από τη ζωή στις 3 Ιανουαρίου του 1911

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ο χρόνος είναι ένα παιδί...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Ξύπνησα ένα πρωί
κι ήταν δίπλα μου μικρό παιδί
το ‘βλεπα πρώτη φορά
μα αυτό με γνώριζε καλά.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει.
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Χρόνε μικρέ μου, μείνε κοντά μου
να μεγαλώσεις μη μου βιαστείς
κι εγώ το χρέος θα στο πληρώσω
μα κάνε δόσεις αν το μπορείς.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Ήταν δικό μου παιδί
που δεν είχε ακόμα γεννηθεί
κι ήτανε όλα αυτά
που η ζωή, το ξέρω, μου χρωστά.

Μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Στίχοι: Μάκης Τσίτας
Ερμηνεία: Σοφία Παπάζογλου
Δίσκος: Η πηγή των θαυμάτων (Μετρονόμος 2017)