Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

« Μην κιοτεύετε! …κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε…»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) Ο Κραβαρίτης. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Το κείμενο διάβασε η δασκάλα Χρύσα Τσιούτσιου, μέλος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.


Οι γέροι ξάπλωσαν από νωρίς, μα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Η μοναξιά, η στεναχώρια ― είχαν καιρό να πάρουν γράμμα απ’ το Θανάση κι άλλος έλεγε, πως οι καταχτητές θα ντουφεκίσουν όλους τους εξόριστους κι άλλος, πως οι εξόριστοι με την κατάρρευση έφυγαν απ’ τα νησιά ― οι μεγάλες νύχτες κι απόψε μια παραπανίσια αιτία ― τα γεγονότα της μέρας ― έδιωχναν τον ύπνο. Αντίκρυ απ’ τα χωράφια τους, σ’ ένα νησί ανάμεσα σε γκρεμούς, ήταν τα κονάκια του Πικραλή. Και τη μέρα δύσκολα περνούσε από κει διαβάτης, όσο για τη νύχτα έπρεπε να ξέρεις καλά τα κατατόπια, διαφορετικά χανόσουν. Είχε τσακίσει η πούλια, όταν κόπηκε το σκυλί του Πικραλή. Ο γέρος που λαγοκοιμόταν, ξύπνησε κι έβαλε αυτί. «Ποιος να είναι τέτοια ώρα», είπε μέσα του.

Σηκώθηκε, έσκυψε πάνω απ’ τη φωτιά και συλλογιόταν, τραβώντας μηχανικά γραμμές με τη μασιά στη στάχτη.

― Κωσταντή! Δεν κοιμάσαι; ρώτησε η γριά, αναμερώντας το σκέπασμα.
― Αγρίεψε ο νους… Και, σα ν’ απαντούσε στους λογισμούς του, συνέχισε. Γιατί ο άνθρωπος να γεράζει; Να ζει, όσο ζει, και να πεθαίνει νιος.

Η γριά έδεσε το μαντήλι, σπρώχνοντας από κάτω τ’ άσπρα μαλλιά, έζωσε τα γόνατα με τα λιπόσαρκα χέρια κι αναστέναξε:
― Αυτό είναι το θέλημα του θεού.
Ο γέρος τσούγκρισε τα δαυλιά με γινάτι. Η γριά τον τελευταίο καιρό σε κάθε κουβέντα κολλούσε και τη φράση: «Το θέλημα του θεού».
― Όλα με το θέλημα του θεού γίνονται, απάντησε νευριασμένα. Με το θέλημα του θεού έστειλε ο Τσικνής το παιδί μας εξορία. Με το θέλημα του θεού μάς σκλάβωσαν οι γερμανοί. Με το θέλημα του θεού ο Μπαζίνας…
― Μωρέ Κωσταντή! Τι κουβέντες είναι αυτές; Τώρα στα γεράματα!

Ο γέρος μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και σώπασε. Πέρασαν δέκα – δεκαπέντε λεφτά. Τα γαυγίσματα, που είχαν σβήσει όταν ο διαβάτης και ο σκύλος κατέβηκαν στη βαθιά χαράδρα, ακούστηκαν ξανά στη Λακούλα.

― Μπα δαίμονα! ψιθύρισε ο γέρος ανασηκώνοντας το κεφάλι. Εδώ έρχεται. Ρίξε κανένα τσόλι καταγής.
Η γριά σήκωσε το παλιό στρώμα, ξεκρέμασε απ’ το παλούκι ένα χράμι, που το είχαν για τους μουσαφιραίους και τις καλές μέρες, και πήρε τη σκούπα να σκουπίσει. Στη γιδοκαλύβα ακούστηκαν βήματα. Ο νυχτοκόπος πέρασε τ’ αλώνι, πήδησε το πεζούλι, έφτασε στην πόρτα και, φωνάζοντας: «Ε νοικοκυραίοι! Κοιμόσαστε!» άνοιξε μόνος του και μπήκε.

Η μάνα καρφώθηκε στον τόπο με τα χέρια τεντωμένα, κρατώντας στο ένα τη σκούπα, και δεν μπορούσε ούτε να σαλέψει, ούτε να μιλήσει. Ο πατέρας έκαμε μια κίνηση να σηκωθεί, μα μετάνιωσε και γύρισε κατά τη φωτιά. Ο Θανάσης κρέμασε την κάπα, το όπλο κι ανοίγοντας τα χέρια, αγκάλιασε τη μάνα. Τη σήκωσε, την έσφιξε στο στήθος, ενώ κείνη τραύλιζε μέσα απ’ τους λυγμούς: «Παιδάκι μου! Θανάση!» Την άφησε στην πάντα, πλησίασε το γέρο, του έπιασε το χέρι και, σφίγγοντάς το γερά, το φίλησε. Εκείνος, για να κρύψει τη συγκίνηση, τον έσπρωξε λιγάκι και φώναξε:
― Γριά! Πού είναι το μαχαίρι;

Το τρόχισε λίγο στην απαλάμη, το έβαλε στα δόντια κι ανασκουμπώνοντας τα μανίκια απ’ το πουκάμισο και τη φανέλα, ζύγωσε ένα μοσχαράκι, που κοιμόταν αμέριμνο στη γωνιά.

Ο Θανάσης, που στην αρχή δεν κατάλαβε τι θα γινόταν, σαν τον είδε να πιάνει τη μουσούδα του μοσχαριού και να του γυρίζει το λαιμό κατά πάνω, με μια δρασκελιά τον πρόλαβε:
― Πατέρα! Δε θα καθίσω. Πέρασα μια ματιά να σας δω. Φεύγω κιόλας.
― Τόσα χρόνια, ορέ παιδί!… Μόνα τα σκώτια. Σε μισή ώρα…

Ο γέρος αντιστάθηκε κάμποσο, μα μπροστά στην επιμονή του γιου του υποχώρησε. Κάθισαν στο τζάκι. Η μάνα κοίταζε το παιδί της απ’ το κεφάλι ως τα πόδια και σφούγγιζε τα δάκρυα.
― Πεινάς… Ένα αυγό…
― Όχι.
Ο γέρος τον καμάρωσε λίγο και ρώτησε:
― Πότε ήρθες;
― Προχτές.
― Εσείς τους χτυπήσατε;
― Γιατί παιδάκι μου! μουρμούρισε η γριά. Αφορμή θέλουν…
― Καλά τους έκαναν, τη μάλωσε ο γέρος. Πού ακούστηκε να σκλαβωθεί το Ελληνικό. Είχατε ζημιές;
― Δυο λαβωμένους. Ο ένας ξώπετσα. Ο άλλος ξεστότερα.
― Άκουσα, πως είσαστε καμιά εκατοστή.
― Πού εκατό! χαμογέλασε. Λίγοι, πολύ λίγοι…

Η απάντηση δεν του άρεσε. Είπε εκατό και περίμενε να ακούσει 200 και παραπάνω. Έμεινε λίγο σκεφτικός, κοιτάζοντας τη φωτιά. Ύστερα χτύπησε τη μασιά στον πυρομάχο με πείσμα.
― Μην κιοτεύετε! Όπως μολογούν οι παλιακοί, κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε. Τι να κάνω! Δε βλέπω… Άμα γεράσει ο άνθρωπος, γίνεται μασκαράς…
― Όρεξη να έχεις, όσο για δουλειές…
― Από φαΐ; Αν δυσκολεύεστε…

Ο Θανάσης απόρεσε. Τι ήταν αυτό; Απ’ τη χαρά του ή μήπως ένιωθε αόριστα, πως από δω κι εμπρός κείνο το παλιό «ο καθένας για την πάρτη του» θα έσβηνε.
― Κι εσείς;
― Αυτά που έχουμε. Θα τα μοιράσουμε. Ή όλοι ή κανένας.
― Κάτι πήραμε απ’ τους ιταλούς. Ό,τι έχετε και δε σας χρειάζεται και τα ζωντανά, τι σας απόμειναν;
― Δυο γίδες, μια αγελάδα και μια προβατίνα.
― Να τα αναμερίσετε. Φκιάχτε κανένα καλύβι στο λόγγο. Πόλεμο θα κάνουμε.
― Καλά λες. Αύριο κιόλας. Κάνα τουφέκι;
Η γριά σταυροκοπήθηκε, ο Θανάσης γέλασε.
― Τι να το κάνεις; Αφού δε βλέπεις.
― Μακριά δε βλέπω. Άμα είναι κοντά και καλά να μη ματιάσω… Αν σας περσεύει…

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Μπ. Μπρεχτ «Φασισμός και καπιταλισμός»

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας. Δραματουργός, ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης  με πολύ σημαντικό  και διαχρονικό σε αξία έργο που φέρει τη σφραγίδα της μαρξιστικής φιλοσοφίας και της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας. Από το βιβλίο « Για την τέχνη και της πολιτική» επιλέγουμε το επίκαιρο  άρθρο του για τη σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το φασισμό

 Επιμέλεια: ofisofi// atexnos


 ***


 Φασισμός και καπιταλισμός

 Οι επιχειρήσεις του καπιταλισμού σε διάφορες χώρες ( ο αριθμός τους αυξάνεται) δεν μπορούν πια να ευοδωθούν χωρίς τη χρήση ωμής βίας. Μερικοί πιστεύουν ακόμα, ότι μπορούν να ενεργούν έτσι συνέχεια, αλλά μια ματιά στα βιβλία των λογαριασμών τους θα τους πείσει , αργά ή γρήγορα, για το αντίθετο. Είναι μονάχα ζήτημα χρόνου.

Μια διακήρυξη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να έχει ίχνος ειλικρίνειας, όταν μένουν ανέπαφες οι κοινωνικές καταστάσεις, που τον παράγουν σαν φυσική αναγκαιότητα. Όποιος δε θέλει να εγκαταλείψει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όχι μονάχα δε θ’ απαλλαγεί από το φασισμό, αλλά θα τον χρειάζεται.
Φυσικά, ξέρω, ότι μερικές λέξεις, όπως ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν ακούγονται ωραία, είναι ελάχιστα ρομαντικές και καθόλου ποιητικές.  Αλλά κανένας μας δεν σκέπτεται να τις χρησιμοποιεί για την ομορφιά τους. Είναι μόνο απαραίτητες. Δηλαδή χρειάζεται να πούμε αυτό που λένε αυτές οι λέξεις. Κι όταν βρεθεί κανείς μπροστά στο δίλημμα, αν πρέπει να χρησιμοποιεί τόσο άσχημες, ξερές και δογματικές  λέξεις και να μιλάει για πράγματα τόσο μηδαμινά, όπως η εξασφάλιση των απαραίτητων μέσων συντήρησης και η δυνατότητα να τρώει κανείς μέχρι να χορτάσει , ή αν πρέπει ν’ αφήσει το φασισμό να νικήσει, θα πρέπει να κηρυχτεί υπέρ αυτών των λέξεων.

Αλλά για να μπει ο καπιταλισμός στον αγώνα ζωής και θανάτου με το προλεταριάτο, πρέπει να απαλλαγεί από όλους τους δισταγμούς του και να πετάξει μια – μια στη θάλασσα όλες τις δικές του έννοιες για ελευθερία, δικαιοσύνη, προσωπικότητα του ατόμου, ακόμα και συναγωνισμό. Έτσι μια άλλοτε μεγάλη και επαναστατική ιδεολογία εμφανίζεται τώρα στον τελικό της αγώνα με την πιο ταπεινή μορφή κοινής απάτης, με τον πιο αναιδή τρόπο εξαγοράς συνειδήσεων, με την πιο κτηνώδη θρασυδειλία , ακριβώς με φασιστική μορφή. Και ο αστός δεν εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης προτού πάρει την πιο βορβορώδη όψη του.

Γιατί είναι τρομερό, να πρέπει να ειπωθεί πρώτα στον εργάτη της πέννας, ότι η απαγόρευση δεκατεσσάρων κομμουνιστικών εφημερίδων θάπρεπε να τον σπρώξει σε οργισμένη φωνή διαμαρτυρίας; Είναι τρομερό, γιατί εδώ, όπου κλείστηκε το εργαστήρι της αλήθειας και της προόδου, εκείνος ποτέ δεν έκανε την εμφάνισή του. Και είναι επίσης τρομερό γιατί, όταν απαγορεύτηκε η αλήθεια, δεν απαγορεύτηκε τίποτα απ’ όσα εκείνος είχε τυχόν πει ή επρόκειτο να πει. Η απαγόρευση της αλήθειας δεν τον αφορά. Αυτός γράφει πράγματα χωρίς καμιά αξία, επομένως δεν θα του απαγορευτεί να γράφει ό,τι γράφει. Τι να κάνει ο εργάτης της πέννας; Η αστυνομία απαγορεύει την αλήθεια και οι εφημερίδες πληρώνουν καλά το ψέμα!



Μπέρτολτ Μπρεχτ, Για την τέχνη και την πολιτική, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

" Ο Σολωμός είναι για τους στοχαστικούς μερακλήδες της γλώσσας μας και της ποίησης μας..."

Στο ιστορικό της πνευματικής μας ανάπτυξης ξεχωρίζουν κάποιες μορφές ριζωμένες στο ίδιο το ξεκίνημά μας, όπως ο Σολωμός που στέκεται εκεί πίσω σαν μια χρονολογία γεννήσεως, το πιο αυθαίρετο κι όμως τόσο καθοριστικό γεγονός της ζωής μας.
Σαν τη χρονιά που γεννηθήκαμε, από τον Σολωμό, όσο και ν' απομακρυνόμαστε, δεν μπορούμε ν' αποσπαστούμε. Αυτός ο ποιητής, άλλοτε απωθημένος κι αγνοημένος κι άλλοτε υπερυψωμένος, είναι σαν τη μοίρα μας. Τόσες δεκαετίες περιμένω να δω κι ακόμα δεν φαίνεται ούτε να πλησιάζει μια τέτοια στιγμή, ούτε καν να έχει κινήσει: πότε θα το αποφασίσουμε ο πιο μεγάλος δρόμος στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σ' όλες τις Πάτρες, τα Χανιά και τα Ιωάννινα τα δικά μας, ο πιο δημοφιλής μας δρόμος να φέρει το όνομα του Σολωμού, αυτού του πιο κεντρικού, του πιο υγιούς νεοελληνικού ανθρώπου. Αυτό το όνομα είναι η καλύτερη εθνική μας εγγύηση. Κατά κανόνα οι ποιητές, όλοι οι άνθρωποι, ζυμώνονται με την εποχή, υπόκεινται στην ακμή της και στη φθορά της και μόνο ο Σολωμός σαν να μην εξαρτάται από τίποτα. Αυτός δεν είναι ένα ταξίδι, ένα κεφάλαιο μες στην ιστορία μας, αλλά αξία αποσταγματικά καταγραμμένη. Και το απόσταγμα, όταν το βγάζεις δεν έχει σημασία από τι το βγάζουμε, απελευθερώνει τελείως από το υλικό. Γι' αυτό σε στιγμές μιας ρηχής προσήλωσης στις επιφάνειες τόσο εύκολο ήταν να τον απομονώσουν και να τον αγνοήσουν. Όλοι μας άλλωστε, όσο ακόμα είμαστε παιδιά, νέοι, τον Σολωμό τον αναβάλλουμε γι' αργότερα. Όσο ακόμα δεν ωριμάσαμε, πρέπει να περιμένουμε μια άλλη στιγμή για να επικοινωνήσουμε μαζί του.
Ο στοχασμός του, οι ποιητικές του ιδέες θέλουν μια δική μας ετοιμασία.
Αλλά και η γλώσσα του - παρόλο που απευθύνεται σ' όλες μαζί τις ηλικίες και είναι ο διαχρονικότερος ποιητής μας.
Του Σολωμού όλα του επιτρέπονται. Όση κατάχρηση να κάνει της ποιητικής αδείας, η ποίησή του κερδίζει, όπως κι αν τα πει. Έχει μια ακατανίκητη προσωπική μαγεία και το μυστικό της είναι η ειλικρίνειά του και η αγνότητα του αισθήματος` το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει με την ποίηση του λαού. Εμείς εδώ στον τόπο μας ξέρουμε καλύτερα από άλλους πόσο οι λέξεις που μόνος του φτιάχνει κανείς εκδικούνται, πόσο επικίνδυνο είναι να φέρνεις  καινούργιες λέξεις στη γλώσσα ή να παραμορφώνεις αυτές που υπάρχουν. Ο Σολωμός πραγματικά της γλώσσας μας τα κάλλη τα καταφρόνησε  μπροστά στην αληθινή ποιητική ομορφιά  της που καταξιώνει τους δικούς του τρόπους. Πολλές λέξεις του δεν έπιασαν, δεν εμπήκαν στη γλώσσα μας, όμως στο δικό του ποίημα διατηρούν τη μοναδικότητά τους, αξεχώριστη από την ουσιαστική τους λειτουργικότητα, ενώ στα χείλη άλλων ήταν εξοντωτικές για το ποιητικό αποτέλεσμα. Κανενός δικού μας ποιητή δεν ήταν τόσο αγνή και καθαρή ελληνική η φωνή όσο η δική του, χωρίς κούφιους ήχους, χωρίς κανενός είδους καμώματα, ανακριβολογίες, χωρίς τίποτα να περισσεύει από το απαραίτητο και κυρίως - από τα σπουδαιότερα χαρίσματά του - χωρίς βυζαντινο - ανατολίτικα και αρχαιοπρεπή αγλαΐσματα, αυτές οι ενδημικές καταιγίδες που τόσες συμφορές μας φέρνουν στη γλώσσα μας και στη σκέψη μας. Είναι η σοβαρότερη και αξιοπρεπέστερη ελληνική φωνή χάρη στην τίμια, καθαρή σχέση του με του ουσιαστικό. Επί τόπου μας πείθει πως κι όταν ταλαιπωρεί τις λέξεις, όταν τις αφήνει χωρίς κεφάλι ή χωρίς κατάληξη ( ' φθυς - να' κδικηθώ - τσώλεα - κειο , κειες - γλαυκότη - αθωότη), όταν μεταθέτει τερατωδώς τους τονισμούς ( ομορφία - ησυχιά) κάνει τίμια και υπεύθυνα τη δουλειά του, όπως ο χτίστης που σπάει το τούβλο στα δύο, στα τρία, όσο χρειάζεται, για να ευθυγραμμίσει τον τοίχο, να γωνιάσει ή να γλυκάνει τη γραμμή και δικαιώνονται όλα αυτά από το έργο, από το τέλος που τα στεφανώνει όλα, όπως και το ασυνήθσιτο, φτιαγμένο από τον καλλιτέχνη χρώμα όταν πέφτει στη θέση του. Τι άλλο είναι στα χέρια του καλλιτέχνη η λέξη παρά το δικό του χρώμα, η δική του πέτρα, υλικό για να κάνει τη δουλειά του. Αλλά καταφέραμε ακόμα κι έναν τόσο ελευθερωμένο ποιητή να τον κάνουμε παράδειγμα γλωσσικής τυπολατρείας.

Όταν κάποιος, για ν' αναδείξει τη δική του άποψη για τη γλώσσα, προσφεύγει στα παραδείγματα από τη λογοτεχνία, στη ζωή που κάνουν οι λέξεις μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο, είναι σαν να φέρνει στη δίκη ψευδομάρτυρες. Στη λογοτεχνία η λέξη και η φράση είναι τελείως αξεχώριστες από το συγκεκριμένο ποιητικό αποτέλεσμα, υπάρχουν μόνο προς χάριν του κι έξω από αυτό τίποτα δεν αποδείχνουν. Ο αληθινός ποιητής τις λέξεις δεν τις ξέρει - κάθε φορά τις ανακαλύπτει σαν να τις φτιάχνει επί τόπου, εκείνη τη στιγμή` τις φτιάχνει όπως τις θέλει, όπως του χρειάζονται.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι δικοί μας δάσκαλοι της γραμματικής χρησιμοποιούν στο χώρο τους τη λογοτεχνική μαρτυρία, είναι μία ακόμα ένδειξη πόσο η λογοτεχνία μας δεν έχει επιβληθεί με τον ιδιαίτερο δικό της χαρακτήρα, πόσο συντηρητική στάθηκε κι η ίδια στην ποιητική ανάπλαση της γλώσσας. Τολμηρά πειράματα, αληθινές επαναστάσεις δεν μπόρεσε να κάνει και να επιβάλει. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου δηλώθηκαν και όρεξη και ικανότητα γλωσσοπλαστική, το ιδεώδες ήταν στραμμένο πίσω και κυριάρχησε και σ' αυτές τις προσπάθειες ο δασκαλισμός παρά η επανάσταση ` ο δασκαλισμός και ο κανόνας, από τον οποίο δεν ξέφυγαν και αληθινοί αιρετικοί, όπως ο Καβάφης κι ο Βάρναλης. Μπορεί να φανεί παράξενο: μιλώντας γι' αληθινές επαναστάσεις στη γλώσσα, από τους δικούς μας ποιητές σκέφτομαι μόνο τον Εμπειρίκο. Καθόλου τον σουρεαλισμό του που εδώ σ' εμάς υποχρεώθηκε  να κάνει ως επί το πλείστον  φιλολογία, σε μια τέλεια διαστρέβλωση της τρέλας του. Σκέφτομαι τον Εμπειρίκο μέσα από τη δική του αυτόχθονη τρέλα με τον φοβερό ποταμό λέξεων και ελληνικών γλωσσών που έχει μέσα του και τις λέξεις που χρησιμοποιεί τις κάνει απόλυτα φυσικές, όπως όλα είναι αληθινές κατεβασιές. Λέξεις παράξενες , οι πλέον απροσδόκητες κι εξεζητημένες που έχουν αντληθεί κι από το πιο παλιό μας παρελθόν, μπορούν πράγματι στον Εμπειρίκο - στα ποιήματά του, αυτό πρέπει να το τονίσω, όχι στην πεζογραφία του, εκεί είναι και μένει τεχνητός, συρόμενος από την ποίησή του - να λειτουργούν σαν καινούργιες και σαν απαραίτητες. Αυτές τις στιγμές τον Εμπερίκο, το μόνο από εκείνη την πλευρά που δεν έπαψα  να παρακολουθώ ακόμα και τις πιο ξαναμμένες μέρες της πολιτικής μας αδιαλλαξίας, τον αισθάνομαι να ζωντανεύει τέλεια μες στο απαράμιλλο ρωσικό τρελοκομείο των αρχών του αιώνα. Αυθόρμητα, στοιχειακά, παρακάμπτοντας τον ευρωπαϊκό σουρεαλισμό, εγγράφεται εκεί μέσα με την προδιάθεση μάλιστα που εμφανίζουν για μια τέτοια μεταπήδηση και τα ρωσικότατα φυσιογνωμικά του. Γενικά όμως στη λογοτεχνία μας ο δασκαλισμός και σε μια άλλη φάση η φιλολογία έκαναν και κάνουν θραύση. Κι ας είχαμε ένα παράδειγμα τόσο τολμηρό σαν τον Σολωμό που χάρις ακριβώς στο βαθύ του αίσθημα , αλλά και στην ελευθερία του απέναντι στη λέξη, εμάγευε ( τέτοια ήταν η ομορφιά τότε) τη γλώσσα, δίνοντας της ευλυγισία, γλυκύτητα, μοναδικής γνησιότητας ανθρωπιά, που τη ζούμε σαν κάτι το μοναδικό κι ανεπανάληπτο κάθε φορά, όταν τον ξαναδιαβάζουμε εμείς οι Έλληνες και όχι τόσο οι ελληνομαθείς ξένοι, όταν τη γλώσσα μας και την ποίησή μας, όσο και να είναι καταρτισμένοι, την ξέρουν και την πλησιάζουν μέσα από τους κανόνες κυρίως. Και αυτό είναι ένα παράδειγμα της βαθιάς, στοιχειακής ελληνικότητας του Σολωμού. Όπου στους στίχους του επισημαίνουμε παραβιάσεις του τυπικού ( και είναι η μια πάνω στην άλλη ), εκεί βρίσκουμε και τις ποιητικές του αρετές, την απαράμιλλη δική του πρωτοτυπία στη στη μουσική και στην έκφραση.
Ο Σολωμός είναι για τους στοχαστικούς μερακλήδες της γλώσσας μας και της ποίησης μας.Η γλυκιά μέρα ύστερ' από βαριές κακοκαιριές. Στις σπασμένες του λέξεις, όπως και στα κομματιαστά του ποιήματα, μας δόθηκαν τα πιο ωραία διαμάντια που δουλεύτηκαν στον ποιητικό μας τροχό. Και η λογοτεχνία όταν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι παρά η προσωπική έκφραση, όταν καταξιώνεται ποιητικά, δηλαδή συγκινησιακά. Την πρωτοτυπία με τη σοβαρή της έννοια, που σημαίνει πρώτα απ' όλα το ανεπανάληπτο , όταν δεν πας γυρεύοντας , δεν την ψάχνεις αλλά τη βρίσκεις, όπως το είπε κι ο δαιμόνιος Ισπανός. Αλλά μας το είχε πει κι αυτό πολύ πριν ο Παλαμάς μ' ένα τετράστιχο που, είναι γεγονός, δεν του βγήκε ως το τέλος όμορφο όπως το άρχισε:


Πρωτοτυπία. Η μάγισα δεν είναι για τους κυνηγούς,
δεν πιάνεται σαν τα περδίκια, σαν και τους λαγούς.
Αγύρευτη, το διαλεχτό γυρεύει, σαν το πιάνει
στα βρόχια της και, τρώγοντας, του πάει τη δόξα
για στεφάνι.

Αλλά το περίεργο με τις δικές μου απομνημονεύσεις είναι που δείχνουν τον Σολωμό να πρωτοτυπεί με την ίδια επιτυχία κι όταν βγαίνει να κυνηγήσει λαγούς.
Έχω έναν απίστευτο στίχο του δεμένο στη μνήμη μαζί με το τετράστιχο του Παλαμά:


Μπροστά λαγέ στον κυνηγό, κατακαμπής καπνίζεις.

Πρέπει να έχεις δει με τα μάτια σου τη γκριζωπή τουλούπα του λαγού να καπνίζει μια συννεφιασμένη μέρα ή κάτω από τον καυτό ήλιο στο λιοπύρι μέσα στο χωράφι, στη μέση ενός δρόμου, στο πράσινο του λιβαδιού, για να εκτιμήσεις την εκφραστική σύλληψη του Σολωμού σ' αυτή την εικόνα.
Και ούτε ψάχνεις ούτε βρίσκεις. Απλά βλέπεις μ' ένα δικό σου τρόπο που σε κάτι ανοίγει και τα μάτια των άλλων.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Ο Νίκος Ξυλούρης και 3 ποιήματα

Μια ταινία - αφιέρωμα για τον Νίκο Ξυλούρη σε  σενάριο και σκηνοθεσία Σταύρου Στρατηγάκου. Η ταινία ακολουθώντας τον αφηγηματικό άξονα τριών ποιημάτων του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου  συνδυάζει  λόγο , μουσική  και αρχειακό υλικό. Συμμετείχε τιμητικά και εκτός συναγωνισμού σε πέντε διεθνή φεστιβάλ το 2004 και 2005.
Μοντάζ: Γιάννης Ξηρουχάκης
Φωτογραφία: Χρήστος Κουτέλης, Γιάννης Έξαρχος, Μιχαήλ Σοσσιός, Δημήτρης Πιστόλης, Τέλης Μεταξάς, Μανώλης Βουρεξάκης
Ήχος: Παν. Κάβουρας, Δημ. Φουκαράκης
Βοηθός Σκηνοθέτη:Ευγενία Γιαννακοπούλου
Αρχείο της ΕΡΤ
36 χρόνια πέρασαν από το θάνατό του, 8 Φλεβάρη 1980.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

«Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Από αυτούς που αν υπήρχαν περισσότεροι ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος»

Η ομιλία του Χρήστου Νταβαντζή, αντιστασιακού, συναγωνιστή και φίλου του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), στην εκδήλωση τιμής και μνήμης που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας (δείτε αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Σας καλωσορίζω και εγώ και σας ευχαριστώ που βρίσκεστε σε τούτη την εκδήλωση προς τιμή του Κώστα Πουρναρά (Μπόση). Συγχαίρω τους διοργανωτές για την πρωτοβουλία τους και τους ευχαριστώ που μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο. Η συγκίνησή μου είναι μεγάλη. Ακούστηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές πολλά για τον Κώστα Πουρναρά, τι άνθρωπος ήταν, για τα βιβλία του. Δεν θα σας κουράσω επαναλαμβάνοντάς τα και εγώ. Θα σας μεταφέρω με λίγα λόγια την προσωπική μου εμπειρία από τη γνωριμία μας.

Με τον Κώστα με συνδέουν πολλά. Είναι ο άνθρωπος που με επηρέασε όσο κανείς άλλος στην παιδική μου ηλικία και η γνωριμία μας καθόρισε τη ζωή μου. Όταν τον πρωτοσυνάντησα ήμουν μόλις δέκα χρονών, μαθητής του δημοτικού. Ήταν το 1936, μετά την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας. Είχα πάει στο τσαγκάρικο του αδελφού μου του Γιώργου για να μου φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Όταν χτύπησα την πόρτα δεν μου άνοιξαν αμέσως. Ο αδελφός μου έκρυβε τον Κώστα Πουρναρά από τους χωροφύλακες που τον καταδίωκαν. Όταν βεβαιώθηκαν ότι ήμουν εγώ και δεν διέτρεχε κάποιος κίνδυνος μου άνοιξαν. Ο Κώστας μέχρι τότε ήταν δάσκαλος, εδώ στην Ανέζα, σ’ αυτή την αίθουσα που βρισκόμαστε εμείς τώρα. Μόλις με είδε ήρθε κοντά μου χαμογελαστός και μου έπιασε κουβέντα. Με ρώτησε πώς τα πάω με το σχολείο, τι μαθήματα μας κάνει ο δάσκαλος, αν μου αρέσει η Ιστορία και τι γνώμη έχω για τα θρησκευτικά. Του απάντησα ότι ο δάσκαλός μας λέει ιστορίες για την Κιβωτό του Νώε και διάφορα άλλα που δεν τα θυμόμουν καλά.

«Ξέρεις, κι εγώ δάσκαλος είμαι», μου λέει. «Άλλα πράγματα πρέπει να σάς μαθαίνουν, αλλά να μην το πεις αυτό στο δάσκαλό σου γιατί μπορεί να σε διώξει απ’ το σχολείο. Μέσα στην αίθουσα τι κάδρα έχετε κρεμασμένα;»

«Φωτογραφίες του βασιλιά και του Μεταξά», του είπα.

«Ξέρεις γιατί κυνηγάνε εμάς τους κομμουνιστές; Ο δάσκαλός σας σάς λέει τίποτα για μας;»

«Μας λέει ότι οι κομμουνιστές δεν πιστεύουν στην οικογένεια και τη θρησκεία. Μια φορά βάλαμε σ’ ένα μπουκάλι αγίασμα απ’ την εκκλησία και το κλείσαμε και σ’ ένα άλλο μπουκάλι βάλαμε νερό απ’ τη βρύση και το κλείσαμε κι αυτό. Μετά από καιρό ανοίξαμε τα δυο μπουκάλια. Το μπουκάλι με το αγίασμα δεν μύριζε και το νερό της βρύσης μύριζε και είχε πιάσει μέσα σα σκουπίδια.»

«Αυτά που σας λέει ο δάσκαλός σας δεν έχουν ισχύ. Τους κομμουνιστές τους κυνηγάνε οι πλούσιοι για να μην τους πάρουνε τα πλούτη και τα δώσουνε στους φτωχούς.»

«Ποιοι είναι οι πλούσιοι; τον ρώτησα με απορία. Σαν τον δάσκαλό μου; Είναι πλούσιος ο δάσκαλός μου;»

«Όχι, φτωχός είναι κι αυτός, σαν όλους εμάς, ένα μισθό παίρνει κι αυτός όπως κι εγώ.»

Μου ζήτησε να του κάνω και μια χάρη. Μου είπε ότι τον ψάχνει η χωροφυλακή, και κανονίσαμε ένα συνθηματικό για να τον ενημερώνω όταν θα υπάρχει κίνδυνος.

«Εκεί στο σπίτι σου, μου είπε, έχεις απ’ έξω από την αυλή ένα μεγάλο φιλίκι. Όταν θα βλέπεις ότι έρχεται ο χωροφύλακας στο χωριό, θα παίρνεις ένα χεράμι κόκκινο και θα το ρίχνεις επάνω, αλλά δεν θα πεις σε κανέναν γιατί το βάζεις. Εγώ θα το βλέπω από μακριά και δεν θα έρχομαι προς το χωριό. Όταν θα φεύγει ο χωροφύλακας τότε θα κατεβάζεις το χεράμι απ’ το δέντρο.»

Έτσι έκανα. Ο πατέρας μου είχε φαγωθεί να μάθει γιατί βάζω το χεράμι πάνω στο δέντρο! Δεν του το είπα όμως ποτέ. Αυτό διήρκεσε περίπου δεκαπέντε μέρες, μέχρι που μου είπε ο αδελφός μου ότι ο Κώστας θα έφευγε. Μετά από καιρό μάθαμε ότι τον συνέλαβαν στα Γιάννενα και τον καταδίκασαν. Τον έβαλαν φυλακή στην Κέρκυρα και αργότερα τον έστειλαν εξορία στον Άη Στράτη.

Θυμάμαι αυτόν τον διάλογο μέχρι σήμερα, και πόσο εντύπωση μου έκαναν τα λόγια του που μ’ έβαλαν να σκεφτώ πολλά απ’ αυτά που έβλεπα και άκουγα μέχρι τότε στο σχολείο. Γιατί να υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι; Γιατί να μην έχουν όλοι οι άνθρωποι δικαίωμα στο φαΐ, στη ζεστασιά, στο γιατρό, στη μόρφωση; Και γιατί όσοι έλεγαν στο χωριό ότι οι φτωχοί πρέπει ν’ αγωνιστούν για να πάψουν να είναι φτωχοί, δεν ήταν «καλοί» άνθρωποι; Παρ’ όλο που ήμουνα μικρός ακόμα και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πολλά πράγματα, μου έκαναν εντύπωση και αυτά που μου είπε για την εκκλησία. Ότι είναι ψεύτικα αυτά τα πράγματα, όπως τα παραμύθια. Η μάνα μου, παρά τη φτώχεια και την πείνα μας, με νήστευε Παρασκευές και Τετάρτες και με έστελνε τακτικά για να μεταλάβω. Στην εκκλησία πηγαίναμε αναγκαστικά όταν μας καλούσε ο δάσκαλος τις Κυριακές, συντεταγμένα, όλοι οι μαθητές του σχολείου. Από τότε που συνάντησα τον Κώστα όμως ούτε ξανανήστεψα, ούτε ξαναπήγα στην εκκλησία.

Πέρασαν χρόνια μέχρι να τον ξαναδώ. Στο μεταξύ τον Κώστα τον έστειλαν εξορία στον Αη Στράτη. Αξίζει να σας μεταφέρω ένα περιστατικό απ’ τον Αη Στράτη που μου διηγήθηκε ο Γιάννης ο Λίπας, συνεξόριστος του Κώστα Πουρναρά την περίοδο της μάχης με την πείνα. Δείχνει την αποφασιστικότητα εκείνων των ανθρώπων που πολέμησαν με το θάνατο υπερασπιζόμενοι τις ιδέες τους:

«Μεταφέραμε ένα νεκρό από την πείνα συντροφό μας, εγώ και ο Κώστας Πουρναράς. Τον πηγαίναμε στο λόφο όπου ήταν το εκκλησάκι του Αη Μηνά και το νεκροταφείο. Καταβάλαμε υπερπροσπάθεια για να φτάσουμε μέχρι εκεί, νηστικοί κι εμείς, με δυνάμεις που όλο λιγόστευαν. Κάποια στιγμή λέω του Κώστα: εμείς μπορούμε ακόμα και κουβαλάμε τους νεκρούς συντρόφους μας, εμάς όμως ποιος θα μας κουβαλήσει; Με θάρρος και φωνή που δεν σήκωνε αμφισβήτηση, ο Κώστας μου απάντησε: Εμάς δεν θα χρειαστεί να μας κουβαλήσουν!». Ήθελε να πει θα αντέξουμε, δεν θα λυγίσουμε, θα νικήσουμε τον θάνατο. Και νίκησαν!

Στη συνέχεια ο Κώστας δραπέτευσε από τον Αη Στράτη και μπήκε στην Αντίσταση. Εγώ ήμουν ΕΠΟΝίτης στη Χώσεψη και ενταγμένος στον ΕΛΑΣ και κατέβαινα στην Άρτα για να παίρνω έντυπα και καθοδηγητική δουλειά για την οργάνωση. Εκεί μια φορά συνάντησα τον Κώστα στη φυλακή. Ήταν μετά τη Βάρκιζα και τον είχαν πιάσει.

Θέλω εδώ να πω και δυο λόγια για την οικογένειά του που συμμετείχε σύσσωμη στην αντίσταση. Ο αδελφός του Βελισσάρης Πουρναράς, όταν μέσα στο 1941 άρχισε να γίνεται συζήτηση στη Χώσεψη για οργάνωση του ΕΑΜ, ήταν νωματάρχης επικεφαλής Σταθμού Χωροφυλακής σ’ ένα χωριό έξω απ’ τα Γιάννενα. Τότε δέκα Ιταλοί στρατιώτες απ’ τα Γιάννενα πήγαν και του ζήτησαν να μαζέψει τρόφιμα απ’ το χωριό για να τα πάρουν. Αυτός τους αφόπλισε, τους απομόνωσε κι έφυγε μαζί με τους χωροφύλακες του Σταθμού του και εντάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια, μετά τη Βάρκιζα, προσχώρησε στον Δημοκρατικό Στρατό. Έπεσε στον εμφύλιο. Συμμετοχή στην αντίσταση είχαν και οι αδελφές του Κώστα, με εξορίες και φυλακίσεις.

Πήγα δυο φορές στη Ρουμανία και συνάντησα τον Κώστα Πουρναρά. Το 1976, μια μέρα είχαμε βγει για βόλτα σ’ ένα μεγάλο πάρκο. Εκεί που πηγαίναμε απομακρυνθήκαμε αρκετά και κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι μας έλειπε ο Κώστας. Περιμέναμε λίγη ώρα μα δεν τον βλέπαμε να έρχεται. Λέω στην παρέα θα γυρίσω πίσω να δω τι έγινε. Περπάτησα κάμποσο προς τα πίσω και βλέπω μια ομάδα παιδάκια, καθιστά γύρω-γύρω και τον Κώστα μισοξαπλωμένο ανάμεσά τους, να παίζουν βόλους! Έμεινα έκπληκτος. Του λέω «Κώστα σε χάσαμε και ανησυχήσαμε». «Με παρέσυραν τα παιδιά Χρήστο. Γίνομαι κι εγώ παιδί όταν τα συναντώ» μου είπε και σηκώθηκε, τα χαιρέτησε ένα-ένα και φύγαμε. Ο Κώστας λάτρευε τα παιδιά. Σ’ εκείνο το ταξίδι μού εκμυστηρεύτηκε ότι το είχε καημό που δεν είχε δικά του παιδιά.

Και τις δυο φορές που πήγα στο Σιμπίου της Ρουμανίας έμεινα στο σπίτι του Κώστα Πουρναρά, όπου έζησα πολύ συγκινητικές στιγμές. Αυτός ο άνθρωπος είχε μεγάλη δίψα για την πατρίδα του. Τα βράδια που με φιλοξένησε εγκατέλειψε το κρεβάτι που κοιμόταν με τη σύζυγό του και έστρωσε στο σαλόνι ένα στρώμα για να κοιμηθούμε δίπλα-δίπλα. Το αποτέλεσμα ήταν να κοιμηθούμε ελάχιστα γιατί όλη τη νύχτα συζητούσαμε. Με ρώταγε για τη Χώσεψη, για όλους τους χωριανούς, για το πόσο άλλαξε η κατάσταση στα χρόνια της απουσίας του. Ήταν βέβαια σε μεγάλο βαθμό ενημερωμένος για την γενικότερη κατάσταση γιατί επιζητούσε και διάβαζε συνεχώς ελληνικά έντυπα και άκουγε ραδιόφωνο. Εγώ τον ρώταγα για τον Άη Στράτη και για το βουνό. Συζητούσαμε για την παγκόσμια κατάσταση, για την ΕΣΣΔ, το σοσιαλιστικό σύστημα και τις κατακτήσεις του, για τη ζωή στη Ρουμανία. Τον ρώτησα και για κάποια «κακώς κείμενα» που συνάντησα στα σύνορα, όταν έμπαινα στη Ρουμανία, αλλά και σε πόλεις που πέρασα. Μου είπε ότι «πριν πεθάνει ο Στάλιν, η κατάσταση βελτιωνόταν παρά τις αδυναμίες που υπήρχαν, όταν όμως πέθανε, το σοσιαλιστικό σύστημα άρχισε να κλείνει δεξιά και δεν ξέρω που θα φτάσει…». Το που έφτασε η κατάσταση το είδαμε κι εμείς από εδώ, ο Κώστας όμως και ο ρουμανικός λαός το έζησαν, από πρώτο χέρι, καλά στο πετσί τους. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού πήγε τους λαούς δεκαετίες πίσω, τους βύθισε ξανά στη φτώχεια, την ανεργία, την εγκληματικότητα. Ο Κώστας έζησε τα στερνά χρόνια της ζωής του με μεγάλες στερήσεις. Ήταν βέβαια μαθημένος στην ασκητική ζωή από τα νιάτα του και στα πέτρινα χρόνια της αντίστασης και πάντα απόλυτα συνειδητοποιημένος στη σχέση του με κάθε τι υλικό, όμως η πίκρα του και ο πόνος γι’ αυτά που πρόλαβε να δει και έζησε πριν κλείσει τα μάτια του δεν περιγράφεται. Ιδιαίτερα γι’ αυτά που είχαν να αντιμετωπίσουν οι επόμενες γενιές. Περισσότερο στη νεολαία αναφερόταν στις κουβέντες μας, για τους νέους νοιαζόταν και σ’ αυτούς ήλπιζε για το μέλλον. Χωρίς να χάνει την πίστη του ότι το δίκιο είναι αυτό που στο τέλος θα υπερισχύσει, επισήμαινε όμως ότι οι επόμενες γενιές θα έχουν να ανεβούν «Γολγοθάδες» στο μέλλον για να το καταχτήσουν. Και το βιώνουμε κι εμείς αυτό σήμερα…

Από την πρώτη επίσκεψή μου στο Σιμπίου έφερα στην Ελλάδα τα χειρόγραφα του βιβλίου του «Αναμνήσεις», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1978. Στο Σιμπίου μια φορά που συζητούσαμε ο Κώστας μου είπε ότι το 1945 έγραψε το βιβλίο “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941” που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1947 από το εκδοτικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ και με ρώτησε αν το έχω διαβάσει. Εγώ δεν γνώριζα γι’ αυτό το βιβλίο, ούτε το είχα δει ποτέ. Όταν όμως γύρισα στην Αθήνα έψαξα και το βρήκα και μερίμνησα, με τη βοήθεια συχωριανών και φίλων, και το βιβλίο ξαναεκδόθηκε.

Το έργο του Κώστα Πουρναρά, παρά το μέγεθος και την αξία του, δεν έχει βρει ακόμα μέχρι σήμερα τη θέση που του αξίζει. Οι περισσότεροι δεν το γνωρίζουν. Υπάρχουν βιβλία του που δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα, καθώς και ανέκδοτο υλικό που περιμένουν να αξιοποιηθούν. Έκανα προσπάθεια στο παρελθόν να εκδώσω κάποιο από αυτά, όμως δεν στάθηκε δυνατό. Ελπίζω στο μέλλον να βρεθεί τρόπος να εκδοθούν, είτε με ευθύνη του Κόμματος, είτε κάποιου άλλου φορέα από τον τόπο καταγωγής του Κώστα (χωριό, Δήμος κλπ.) και να φτάσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερα χέρια, γιατί αξίζει πραγματικά να διαβαστούν. Το έργο του Κώστα Μπόση μέσα στο λαό γεννήθηκε, για το λαό γράφτηκε και στο λαό ανήκει.

Πριν πεθάνει, το 1994, ο Κώστας Πουρναράς είχε αφήσει εντολή να κάψουν τη σορό του και την επιθυμία να μεταφερθεί η τέφρα του στον τόπο που γεννήθηκε, στη Χώσεψη. Με τη γυναίκα του, την Ιλεάνα, που είχαμε τακτική επικοινωνία και μετά που πέθανε ο Κώστας, μέχρι που έφυγε και η ίδια από τη ζωή, φροντίσαμε και εκπληρώθηκε η επιθυμία του. Έγινε μια λιτή τελετή με ομιλίες συναγωνιστών του στην πλατεία της Χώσεψης, και παραβρέθηκε πολύς κόσμος για να τον αποχαιρετίσει. Ο Κώστας Πουρναράς ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στο χωριό και έχαιρε της βαθιάς εκτίμησης για το ήθος και την ευγένειά του. Οι χωριανοί, ακόμα και αντίπαλοί του ιδεολογικά, λέγανε «μακάρι να είχαμε πολλούς κομμουνιστές σαν τον Κώστα». Στη συνέχεια μεταφέραμε την τέφρα του στο νεκροταφείο του χωριού, τη βάλαμε στον τάφο των γονιών του και τοποθετήσαμε και μια μαρμάρινη πλάκα για να τον θυμίζει στις επόμενες γενιές.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) έμεινε μέχρι το τέλος αταλάντευτα πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, για τα οποία πολέμησε και αφιέρωσε τη ζωή του. Έφυγε με την πίκρα ότι οι πολύχρονοι αγώνες του λαού μας για το μέλλον που δικαιούται και αξίζει δεν ευοδώθηκαν, αλλά και με την βαθιά πεποίθηση ότι αυτός ο αγώνας θα συνεχιστεί από τις επόμενες γενιές, μέχρι να δικαιωθεί.

Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Από αυτούς που αν υπήρχαν περισσότεροι ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
Αναδημοσίευση από ΑΤΕΧΝΩΣ


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

ELLIS

 Ο πρωτοποριακός γάλλος καλλιτέχνης JR,ο σεναριογράφος Eric Roth και ο μεγάλος  ηθοποιός  Robert De Niro δημιούργησαν την ταινία μικρού μήκους "Ellis". Ο Robert De Niro υποδύεται έναν από τους εκατομμύρια μετανάστες που βρέθηκαν στο Ellis Island Immigrant Hospital. Σε αυτό το νοσοκομείο  από το 1902 πέρασαν τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια μετανάστες, πολλοί από τους οποίους  δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους, εξαιτίας διαφόρων  ασθενειών που τους οδήγησαν στο θάνατο.
Ο Robert De Niro  συγκλονιστικός στο  ρόλο του αφηγητή της  ιστορίας εκατομμυρίων ανθρώπων που άφησαν τον τόπο τους για μια καλύτερη ζωή. Διασχίζοντας το εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο  Ellis Island Immigrant Hospital, συνοδεύεται  από τα φαντάσματα των ανθρώπων που βρέθηκαν στο νησί. Τα φαντάσματα απεικονίζονται από ασπρόμαυρες μορφές στους τοίχους (installations), χαρακτηριστικές του έργου του JR και εμπνευσμένες από πραγματικές φωτογραφίες μεταναστών της εποχής, ως φυσικό σκηνικό.  

Ellis (2015)
Είδος ταινίας: Short, Drama
Σκηνοθεσία: JR
Σενάριο: Eric Roth
Ηθοποιοί: Robert De Niro

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρη Μεγαλίδη, «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945»

Εμπρός (1941 -1944)
Επιμέλεια : ofisofi // atexnos

Ο Δημήτρης Μεγαλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908 και πέθανε το 1979. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση στρατευμένος στις γραμμές του ΕΑΜ. Με το μολύβι του απεικόνισε την μεγαλειώδη αντίσταση του ελληνικού λαού με σκηνές από τον αγώνα του και πρόσφερε στις μετέπειτα γενιές το μοναδικό «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945».
Η  αντιστασιακή ταυτότητα του Δ. Μεγαλίδη
Η αντιστασιακή ταυτότητα του Δ. Μεγαλίδη
Στον πρόλογο του για την έκδοση του Λευκώματος το 1946  ανάμεσα στα άλλα μας αφηγείται την ιστορία αυτής της  προσπάθειάς του.
Άρης Βελουχιώτης
Άρης Βελουχιώτης
«…Μέσα στην τετράχρονη αυτή ιστορική δημιουργία, τούτο το λεύκωμα, με το οποίο προσπάθησα ν’ απεικονίσω κι’ εγώ τον αγώνα, έχει τη μικρή του ιστοριούλα. Τον Οχτώβρη του 1943 βρέθηκα στα βουνά της Λεύτερης Ελλάδας σταλμένος απ’ την Κ.Ε του ΕΑΜ σαν σκηνοθέτης του κινηματογραφικού συνεργίου του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ με οπερατέρ το Γ.Ν. Αργότερα και ως τη διάλυση του ΕΛΑΣ οπερατέρ του κινημ. συνερ. ήταν ο Θ.Π..Με χίλιους κόπους και κινδύνους γυρίστηκαν 5000 μέτρα κινηματογραφικής ταινίας και πάρθηκαν χιλιάδες φωτογραφίες. Μάχες του ΕΛΑΣ και του ΕΛΑΝ με τους κατακτητές, με τα επακόλουθά τους σε νεκρούς και τραυματίες, σκηνές απ’ την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη , το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, η ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο, η ενεργητική συμμετοχή του λαού, όλου του υπέροχου αυτού λαού, στον Εθνικο – απελευθερωτικόν αγώνα, οι μεταφορές στην πλάση από γέρους, γρηές, νέους, νέες, αγόρια και κορίτσια κ.λ.π. κινηματογραφήθηκαν , άλλα από το φυσικό κι’ άλλα σκηνοθετήθηκαν με βάση την πραγματικότητα. Ένα μέρος των κινημ. ταινιών παραδόθηκαν από το συγγραφέα Νίκο Καρβούνη στον κ. Σκούρα της Εταιρίας Σκούρας – Φίλμ για να προβληθούν στο εξωτερικό, κι ΄έτσι να διαφωτίσουν τη διεθνή κοινή γνώμη πάνω στα κατορθώματα του λαού μας, που ως τότε τα θαύμαζε μόνο από σκόρπιες περιγραφές. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα  για την τύχη εκείνων των φιλμ. Το υπόλοιπο κινημ. και φωτογρ.υλικό, παραδόθηκε στην Κ.Ε του ΕΑΜ. Όπου ακόμα βρισκόμουνα εύκαιρος σχεδίαζα σκηνές, τοποθεσίες και πρόσωπα του αγώνα απ’ τους ηγέτες του ως τους απλούς αντάρτες και τους ανώνυμους λαϊκούς ήρωες.
Στέφανος Σαράφης
Στέφανος Σαράφης
Η μετέπειτα κατάσταση που δημιουργήθηκε έκανε αδύνατη την αξιοποίηση απ’ το ΕΑΜ του υλικού αυτού, και πρώτα απ’ όλα του κινηματογραφικού , με την προβολή του. Έμεναν τα σκίτσα. Μέσα δεν υπήρχαν για να εκδοθούν. Νόμισα ότι είχα καθήκον, τουλάχιστο αυτά να τα αξιοποιήσω με κάποιον τρόπο. Ό,τι έβγαζα βάφοντας στα θέατρα, το ξόδευα στα πανάκριβα και απαραίτητα υλικά. Ένα άλλο μέρος απ’ τα έξοδα μου δόθηκαν από ορισμένους φίλους. Ορισμένα υλικά τα πήρα με πίστωση. Έμαθα λιθογραφία. Ένα χρόνο κλεισμένος στο δωμάτιό μου, τις ώρες που μου μέναν λεύτερες απ’ τη δουλειά για το ψωμί και για μέρος απ’ τα έξοδα της εργασίας τούτης, δούλευα επάνω στους τσίγκους που τυπώθηκαν στο λεύκωμα τούτο. Δυστυχώς όλους όσους σχεδίασα δεν μπήκαν σ’ αυτόν τον τόμο, γιατί δεν χωρούσαν.Άλλοι έγιναν μεγάλοι και άλλοι μικροί όπως δηλαδή ήταν στο αρχικό σχέδιο. Το έργο αυτό θα το συνεχίσω και με τα υπόλοιπα σχέδια. Αν τώρα με την εργασία μου αυτή θα βοηθήσω κι’ εγώ σε κάτι, στην αξιοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, θα το θεωρήσω σαν την πιο μεγάλη ηθική ικανοποίηση. Το κίνημα ας το κρίνει.»
Νίκος Παπασταματιάδης
Νίκος Παπασταματιάδης
Στο τέλος του Λευκώματος  πληροφορούμαστε ότι:
«Το πρώτο μέρος του παρόντος τόμου (πενήντα φύλλα) πρωτοεξεδόθη με  τον ίδιο τίτλο  σε τριακόσια αντίτυπα, το 1946, από τα οποία πρόφθασαν και κυκλοφόρησαν ελάχιστα, στην κρίσιμη εκείνη περίοδο.
Στη μάχη
Στη μάχη
Ξανατυπώνεται ήδη το 1964, με το συμπλήρωμα του (δεύτερο μέρος), από ανέκδοτη εργασία του καλλιτέχνη, για ν’ αποτελέση τον πρώτο τόμο της όλης ιστορικής εργασίας του, που προβλέπεται να ολοκληρωθή εκδοτικώς πολύ σύντομα.
Μέτσοβο
Μέτσοβο
Ο Καλλιτέχνης ευχαριστεί θερμά όσους συντελέσανε υλικά και ηθικά στην παρούσα έκδοση, που την άρχισε και την προχώρησε με τα γλίσχρα του μέσα, αλλά με πολλή πίστη και θυσίες…»
Επονίτες στον κοινό αγώνα
Επονίτες στον κοινό αγώνα
Το Συμπλήρωμα του τόμου Ι αρχίζει με το άρθρο του Γιώργου Κοτζιούλα, Τα σχέδια του Δημήτρη, γραμμένο στην Αθήνα το 1946.
Μετσοβίτισσα
Μετσοβίτισσα
«Ο τίτλος δεν είναι για κανένα διήγημα μ’ επίφαση πρωτοτυπίας. Πρόκειται, απλούστερα, για μια σελίδα απ’ τον αγώνα του βουνού. Σχέδια είναι ο γνωστός όρος της ζωγραφικής. Και Δημήτρης ήταν το ψευδώνυμο του καλλιτέχνη , που έτυχε να τον γνωρίσουμε εκεί απάνω κι’ εμείς. Αυτός ο λόγος κυριώτερα μας παρακινεί να του αφιερώσουμε και το σημερινό σημείωμά μας, μ’ όλο που υπάρχουν άλλοι πιο αρμόδιοι τεχνοκρίτες για τη δουλιά ενός ζωγράφου. Αλλά, όταν αυτοί σωπαίνουν αδιάφορα ή μένουν απληροφόρητοι κι’ οι ίδιοι , πέφτει στους άλλους το χρέος να μιλήσουν, έστω και χωρίς το κύρος του ειδικού.
Επικίνδυνη αποστολή
Επικίνδυνη αποστολή
Το χειμώνα, λοιπόν , του 1943, που ήταν ένας απ’ τους πιο σκληρούς για τον πληθυσμό και τ’ αντάρτικο της ορεινής Ηπείρου, μας έκανε την εμφάνισή του στα χιονισμένα Τζουμέρκα ένας λίγο περίεργος ελασίτης, ντυμένος βέβαια χακί, αλλά όχι ένοπλος, κοντακιανός στο ανάστημα, με λεπτό πρόσωπο και μια χλωμάδα συμπαθητική που έδειχνε άνθρωπο πολιτείας. Ο επισκέπτης αυτός , που είχε κρεμασμένο απ’ τον ώμο του αντίς άλλο όπλο ένα πέτσινο σακούλι δεν ήταν άλλος από τον επιλεγόμενο Δημήτρη. Λίγες πληροφορίες μάθαμε άκρες μέσες γι’ αυτόν . Αθηναίος την καταγωγή, ανεψιός του περίφημου Γεράσιμου Βώκου, είχε πάει κι’ ο ίδιος στο Παρίσι να σπουδάσει ζωγραφική. Από κει βρέθηκε ανακατωμένος με τους κοινωνικούς αγώνες κι΄έκανε ένα διάστημα εξορία ή φυλακή. Εκεί μάλιστα είχε πάθει και η υγεία του λίγο. Τώρα είχε ανεβεί κι’ αυτός στα βουνά, μαζί με τόσους άλλους λαϊκούς αγωνιστές, και υπηρετούσε στο Γενικό Στρατηγείο, στο καλλιτεχνικό τμήμα. ( Αυτοί οι αγριάνθρωποι είχαν, βλέπετε, καιρό ν’ ασχολούνται και με την καλλιτεχνία!). Από κει είχε έρθει τώρα αποστολή, αυτός μ’ έναν άλλον, εφοδιασμένοι με ανάλογο υλικό, για να κινηματογραφήσουν πρόσωπα, σκηνές, τοπία του αγώνα. Έκαμαν αρκετή εργασία στα μέρη μας καθώς και σε άλλες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας και θα ήταν αληθινά εθνική απώλεια αν αυτές οι σπουδαίες ζωντανές μαρτυρίες δεν γινόταν τρόπος να διασωθούν μες στις τόσες περιπέτειες και αναταραχές του πολύμορφου πολέμου που εξακολουθεί να μας βασανίζει, ακόμα.
Χιόνια στην Πίνδο
Χιόνια στην Πίνδο
Κοντά στην κύρια ασχολία του αυτός ο ντελικάτος, μικρόσωμος άνθρωπος που είχε μέσα του τη φλόγα της τέχνης, το δαιμόνιο της δημιουργίας , δεν έπαυε να κρατάει σε πρόχειρα χαρτιά σκίτσα από καπεταναίους και αντάρτες, συνδέσμους, τηλεφωνητές, φορτωμένες γυναίκες, αντιπροσωπευτικές φυσιογνωμίες και χτυπητές φιγούρες  απ’ όλη εκείνη την ολοζώντανη, αεικίνητη πανσπερμία που συγκροτούσε και πλαισίωνε το λαϊκό μας στρατό. Εκεί, σ’ ένα απ’ τα καμένα χωριά, δεν είχαμε ούτε δωμάτια ούτε τραπέζια στη διάθεσή μας. Όλα γίνονταν στο πόδι και στο γόνα. Μ’ αυτή τη μέθοδο εργάστηκε αναγκαστικά κι’ ο Δημήτρης. Έπιανε όποιον τύχαινε μπροστά του, όποιον του χτυπούσε στο μάτι και τον υποχρέωνε σ’ ακινησία, που οι ασυνήθιστοι και πολυάσχολοι  εκείνοι άντρες δύσκολα την υπόμεναν. με λίγες μολυβιές, συγκεντρώνοντας όλη του την ενέργεια στο βλέμμα, τους αποτύπωνε κιόλα στο χαρτί. Ρίχναν κι’ εκείνοι μια ματιά, χαμογελούσαν για την ομοιότητα και λέγανε κάτι, έτσι από αμηχανία:
Βλάσι, χωριό στ' Άγραφα
Βλάσι, χωριό στ’ Άγραφα
– Ε, και τι θα τα κάμεις αυτά;
– Κάποτε θα χρειαστούν, χαμογελούσε ο καλλιτέχνης.
Ανθυπολοχαγίνα του ΕΛΑΣ
Ανθυπολοχαγίνα του ΕΛΑΣ
Κι’ είχε το σκοπό του, όπως αποδείχτηκε. Αφού τα γλίτωσε από καταστροφή την επαύριο της Βάρκιζας καθώς γυρνούσε στην Αθήνα και του τάπιασαν στο δρόμο, μας παρουσίασε πριν από ένα χρόνο περίπου τον πρώτο του τόμο. Λεύκωμα του Αγώνα τ’ ονομάζει. Και βάνει τώρα τ’όνομά του ακέριο: Δημήτρης Μεγαλίδης. Οι τυχεροί που διαθέτουν χρήματα σ’ αυτούς τους ανάποδους καιρούς, μπορούν ν’ αποχτήσουν ένα τέτιο κειμήλιο της αντάρτικης ζωής. Αλλά οι περισσότεροι απ’ όσους θάπρεπε να τόχουν δεν τους περισσεύει να τ’ αγοράσουν και ίσως ούτε το έχουν ιδεί. Εξάλλου τόσοι και τόσοι από τους φυσικούς αγοραστές του λείπουν στα μπουντρούμια, στα ξερονήσια, ακόμα και απάνω στα βουνά. Οι άλλοι, οι ελεύθεροι να πούμε, γυρίζουν στην Αθήνα παυμένοι, άνεργοι, παρίες, χωρίς να διαθέτουν ούτε τα μέσα ούτε τον καιρό για να ξεφυλλίζουν λευκώματα. Και τέτια έντυπα στοιχίζουν ακριβά με τις τόσο υψωμένες τιμές των τυπογραφικών.
Καραούλι
Καραούλι
Η συλλογή αυτή του Μεγαλίδη – ένα μέρος μονάχα του συνόλου – είναι κάτι το μοναδικό και στη σύλληψη και στην εκτέλεσή της. Δεν είναι μόνο οι δυσκολίες που είχε να ξεπεράσει για να συλλέξει επί τόπου το υλικό του, γνήσιο κι’ αχνιστό, μες απ’ τη λάβα των γεγονότων ακόμα. Παραλείπουμε και τις προφυλάξεις που έπρεπε να πάρει για να το διασώσει από τα χέρια βανδάλων. Και σταματούμε μονάχα στο σημείο που χρειάστηκε να το τυπώσει. Με τι κεφάλαια θα γινόταν αυτό; Αν τα πλήρωνε όλα στους τεχνικούς, απαιτούνταν ολόκληρη περιουσία. Τότε αυτός ο χλωμός, ο αδύνατος άνθρωπος βρήκε την υπομονή να επιτελέσει ένα άλλο κατόρθωμα . Σκύβοντας ολημέρα στη μοναχική κάμαρά του επίμονος, προσεχτικός, ακατάβλητος, ξεσήκωνε μια – μια τις ίδιες εκείνες γραμμές απάνω στο μέταλλο. Έμαθε ο ίδιος επίτηδες Λιθογραφία! Έτσι το μεγαλύτερο μέρος απ’ τα έξοδα είχε εξουδετερωθεί. Τα υπόλοιπα βρέθηκαν απ’ τις οικονομίες φιλόστοργης αδερφής, μιας εργαζόμενης κοπέλας. Το χαρτί δόθηκε με πίστωση. Κι’ έτσι βγήκε το βιβλίο, ανώτερο από κάθε προσδοκία. Όσο να γίνουν όμως αυτά, με το καθημερινό σκύψιμο και το τρέξιμο στα τυπογραφεία ο ευαίσθητος οργανισμός του καλλιτέχνη δέχτηκε νέον κλονισμό. Σφράγισε ένα έργο τέχνης με το αίμα της καρδιάς του.
lefkoma15
Τι περιέχει τώρα το λεύκωμα; Οι χαλκογραφίες του και οι λίγες ξυλογραφίες αγκαλιάζουν με το πρώτο όλα σχεδόν τα στοιχεία του αντάρτικου, στρατό και πολίτες, από την εκρηχτική προσωπικότητα του Άρη , άξονα και μαγνήτη μαζί, ως την ανώνυμη γυναίκα του Μετσόβου με το κεφάλι της Ήρας και το αρχαϊκό τσεμπέρι. Τα πρόσωπα μιλούν, οι τραχιές όψες με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια μάς φέρνουν σε μιαν άλλη εποχή, σ’ έναν  κόσμο που μας φαίνεται πια μακρινός, ενώ τον ζούσαμε ως τα πρόπερσι μ’ όλα τα δυνατά μας. Αυτοί οι αξιωματικοί, οι καπεταναίοι με τα; ψευδώνυμα , οι αυστηροί  Μαυροσκούφηδες είναι ο καθένας τους από μια ζωντανή ιστορία. Εκείνον τον καιρό γινόταν στην ύπαιθρο μια κοσμογονία και όλα έπαιρναν νέο νόημα, νέο σχήμα. Παράγοντες αυτής της αλλαγής ήταν τόσο τα κεφάλια – στρατηγοί, δεσποτάδες, οπλαρχηγοί, όσο κι’ ο ξεσηκωμένος λαός που ζητούσε διπλή λευτεριά. Στον τόμο τούτο υπάρχουν περισσότερο  οι πρώτοι, απεικονισμένοι με ρεαλισμό, με πιστότητα, μα δεν ξεχνιούνται κι’ οι άλλοι, μονάδες από το πλήθος, που φυλάγονται για τα ερχόμενα τεύχη.
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γενικά το λεύκωμα του Μεγαλίδη αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο, μια ασύγκριτη πινακοθήκη για όσους θέλουν να θυμηθούν ή να γνωρίσουν μια εποχή που αποτελεί το κορύφωμα της ένδοξης πορείας του έθνους μας. Δεν πιστεύω να με παρασύρει στην κρίση μου το προηγούμενο της φιλίας, αλλά ελπίζω πως ανάλογη με την ιστορική, την επικαιρική, θα είναι και η καθαυτό καλλιτεχνική αξία του έργου. Κι’ ούτ’ έχει πολλή σημασία αν σήμερα με το βρυκολάκιασμα νεκρών θεσμών και αντιπροσώπων τους, οι άνθρωποι της αντίστασης βρίσκονται σε διωγμό και τα έργα τους τσαλαπατιούνται. Ζυγώνει ο καιρός που με τη νίκη του λαού κάθε άξιο θα πάρει τη θέση του και οι τεχνίτες οι αφοσιωμένοι στην υπόθεση της προόδου θα ενισχυθούν ώστε να εκπληρώσουν στο ακέραιο την αποστολή τους. Όσο για σήμερα το παράδειγμα του Δημήτρη ας πάρει μπροστά στα μάτια μας τη σημασία που έχει – σαν πράξη αυτοθυσίας ενός αγνού ιδεολόγου. Αυτό θα είναι και για τον ίδιον η μεγαλύτερη ικανοποίηση και αμοιβή, αφού δε μπορεί να γίνει τίποτε άλλο από μέρους μας απέναντί του.»
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Αντάρτες και Αντάρτισσες
Αντάρτες και Αντάρτισσες
Εξόρμησις
Εξόρμησις
Για τους αντάρτες
Για τους αντάρτες

lefkoma24Δημήτρη Μεγαλίδη, Λεύκωμα του Αγώνα, ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1946. Σχέδια – Λιθογραφίες – Ξυλογραφίες, τόμος Ι, Αθήνα 1946  και Συμπλήρωμα τόμου Ι Αθήνα 1964. Δίγλωσση έκδοση σε ελληνικά και γαλλικά.