Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bertolt Brecht. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bertolt Brecht. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Μπ. Μπρεχτ «Φασισμός και καπιταλισμός»

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας. Δραματουργός, ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης  με πολύ σημαντικό  και διαχρονικό σε αξία έργο που φέρει τη σφραγίδα της μαρξιστικής φιλοσοφίας και της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας. Από το βιβλίο « Για την τέχνη και της πολιτική» επιλέγουμε το επίκαιρο  άρθρο του για τη σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το φασισμό

 Επιμέλεια: ofisofi// atexnos


 ***


 Φασισμός και καπιταλισμός

 Οι επιχειρήσεις του καπιταλισμού σε διάφορες χώρες ( ο αριθμός τους αυξάνεται) δεν μπορούν πια να ευοδωθούν χωρίς τη χρήση ωμής βίας. Μερικοί πιστεύουν ακόμα, ότι μπορούν να ενεργούν έτσι συνέχεια, αλλά μια ματιά στα βιβλία των λογαριασμών τους θα τους πείσει , αργά ή γρήγορα, για το αντίθετο. Είναι μονάχα ζήτημα χρόνου.

Μια διακήρυξη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να έχει ίχνος ειλικρίνειας, όταν μένουν ανέπαφες οι κοινωνικές καταστάσεις, που τον παράγουν σαν φυσική αναγκαιότητα. Όποιος δε θέλει να εγκαταλείψει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όχι μονάχα δε θ’ απαλλαγεί από το φασισμό, αλλά θα τον χρειάζεται.
Φυσικά, ξέρω, ότι μερικές λέξεις, όπως ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν ακούγονται ωραία, είναι ελάχιστα ρομαντικές και καθόλου ποιητικές.  Αλλά κανένας μας δεν σκέπτεται να τις χρησιμοποιεί για την ομορφιά τους. Είναι μόνο απαραίτητες. Δηλαδή χρειάζεται να πούμε αυτό που λένε αυτές οι λέξεις. Κι όταν βρεθεί κανείς μπροστά στο δίλημμα, αν πρέπει να χρησιμοποιεί τόσο άσχημες, ξερές και δογματικές  λέξεις και να μιλάει για πράγματα τόσο μηδαμινά, όπως η εξασφάλιση των απαραίτητων μέσων συντήρησης και η δυνατότητα να τρώει κανείς μέχρι να χορτάσει , ή αν πρέπει ν’ αφήσει το φασισμό να νικήσει, θα πρέπει να κηρυχτεί υπέρ αυτών των λέξεων.

Αλλά για να μπει ο καπιταλισμός στον αγώνα ζωής και θανάτου με το προλεταριάτο, πρέπει να απαλλαγεί από όλους τους δισταγμούς του και να πετάξει μια – μια στη θάλασσα όλες τις δικές του έννοιες για ελευθερία, δικαιοσύνη, προσωπικότητα του ατόμου, ακόμα και συναγωνισμό. Έτσι μια άλλοτε μεγάλη και επαναστατική ιδεολογία εμφανίζεται τώρα στον τελικό της αγώνα με την πιο ταπεινή μορφή κοινής απάτης, με τον πιο αναιδή τρόπο εξαγοράς συνειδήσεων, με την πιο κτηνώδη θρασυδειλία , ακριβώς με φασιστική μορφή. Και ο αστός δεν εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης προτού πάρει την πιο βορβορώδη όψη του.

Γιατί είναι τρομερό, να πρέπει να ειπωθεί πρώτα στον εργάτη της πέννας, ότι η απαγόρευση δεκατεσσάρων κομμουνιστικών εφημερίδων θάπρεπε να τον σπρώξει σε οργισμένη φωνή διαμαρτυρίας; Είναι τρομερό, γιατί εδώ, όπου κλείστηκε το εργαστήρι της αλήθειας και της προόδου, εκείνος ποτέ δεν έκανε την εμφάνισή του. Και είναι επίσης τρομερό γιατί, όταν απαγορεύτηκε η αλήθεια, δεν απαγορεύτηκε τίποτα απ’ όσα εκείνος είχε τυχόν πει ή επρόκειτο να πει. Η απαγόρευση της αλήθειας δεν τον αφορά. Αυτός γράφει πράγματα χωρίς καμιά αξία, επομένως δεν θα του απαγορευτεί να γράφει ό,τι γράφει. Τι να κάνει ο εργάτης της πέννας; Η αστυνομία απαγορεύει την αλήθεια και οι εφημερίδες πληρώνουν καλά το ψέμα!



Μπέρτολτ Μπρεχτ, Για την τέχνη και την πολιτική, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

""...Γι' αυτό μπρος μαρς Αριστερά είν' η θέση σου εκεί στο μεγάλο το μέτωπο της Εργατιάς γιατί Εργάτης είσαι κι εσύ..."


Αφού είσαι ανθρώπινο πλάσμα
κι ανάγκη σου πρώτη το ψωμί
από τα λόγια τα παχιά
μην περιμένεις τροφή .

Γι' αυτό μπρος μαρς Αριστερά
είν' η θέση σου εκεί
στο μεγάλο το μέτωπο της Εργατιάς
γιατί Εργάτης είσαι κι εσύ .

Αφού είσαι ανθρώπινο πλάσμα
σαν σκουλήκι δε θες να σε πατούν
δεν θέλεις δούλους να' χεις εσύ
μα ούτε αφεντικά .

Αφού είσαι Εργάτης , Εργάτη
το δίκιο σου δεν θα βρεις πουθενά
μονάχη της η Εργατιά
κερδίζει την Ελευθεριά .

 Στίχοι : Μπέρτολτ Μπρέχτ
Μουσική : Κουρτ Βάιλ 
 Τραγούδι : Μαρία Φαραντούρη

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Εγκώμιο στη διαλεκτική


                                        Kathe Kollwitz , Διαδήλωση, 1931
Το άδικο προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.

Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυριάρχων
Και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
                   εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι απ' τους καταπιεσμένους λένε πολλοί τώρα:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δε μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο.
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!
                                                                                       (1931)


Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, μετάφραση και πρόλογος Νάντια Βαλαβάνη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1992, 4η έκδοση
O πίνακας από το βιβλίο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται συνολικά άλλοι 96 πίνακες, σκίτσα και φωτογραφίες γερμανών, σοβιετικών και αμερικάνων καλλιτεχνών


Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο στρατιώτης της La Ciotat

Μετά από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Νότιας Γαλλίας, τη La Ciotat, βρεθήκαμε σε κάποια γιορτή που γινόταν για την καθέλκυση ενός πλοίου και είδαμε στην κεντρική πλατεία, ανάμεσα σ' ένα ολόκληρο πλοίο που σπρωχνόταν, το μπρούτζινο άγαλμα ενός στρατιώτη του γαλλικού στρατού.
Πλησιάσαμε κ' εμείς κοντά και ανακαλύψαμε πως ήταν ένας αληθινός άνθρωπος. Στεκόταν ακίνητος, τυλιγμένος σ' ένα χακί παλτό, το ατσάλινο κράνος στο κεφάλι, μια ξιφολόγχη στο χέρι, κάτω απ' τον καυτό ήλιο του Ιουνίου και πάνω σ' ένα πέτρινο βάθρο. Το πρόσωπο του και τα χέρια του ήταν βαμμένα στο χρώμα του μπρούτζου. Δεν κούναγε τον παραμικρό μυώνα και τα βλέφαρά του δεν πετάρισαν ούτε μια φορά. Στα πόδια του βρισκόταν ένα κομμάτι χαρτόνι που έγραφε:
Ο άνθρωπος άγαλμα
(Homme Statue)
" Εγώ, ο Τσαρλς Λουί Φρανκάρτ, στρατιώτης στο τάδε σύνταγμα πεζικού, σε ένα βομβαρδισμό που έγινε στη μάχη του Verdun έμεινα για πολλές ώρες θαμμένος ζωντανός κάτω από τα χώματα μαζί με τα πτώματα. Όταν με ξέθαψαν είχα αποκτήσει την ασυνήθιστη ικανότητα να παραμένω ακίνητος, σαν άγαλμα, και όση ώρα θέλω. Αυτή μου η τέχνη έχει εξεταστεί από πολλούς δόκτορες και έχει χαρακτηριστεί σαν μια ανεξήγητη αρρώστια. Βοηθήστε, σας παρακαλώ, έναν άνεργο οικογενειάρχη και πατέρα αμέτρητων τέκνων, με ό,τι έχετε ευχαρίστηση".
Ρίξαμε ένα νόμισμα στο πιάτο που βρισκόταν δίπλα στην επιγραφή και συνεχίσαμε πιο κάτω κουνώντας το κεφάλι μας. Εδώ λοιπόν, σκεφτήκαμε, στέκεται Αυτός, οπλισμένος μέχρι τα δόντια, ο ακατανίκητος και άφθαρτος Στρατιώτης πολλών χιλιετηρίδων, αυτός που πραγματοποίησε τα εκπληκτικά κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Καίσαρα, του Ναπολέοντα για τους οποίους έχουμε τόσα πολλά διαβάσει στα σχολικά βιβλία. Αυτός είναι. Δεν κουνάει ούτε τα βλέφαρά του. Αυτός είναι ο τοξότης του Κύρου, ο αρματηλάτης του Καμβύση που η άμμος της ερήμου δεν κατάφερε τελικά να  τον θάψει, ο λεγεωνάριος του Καίσαρα, ο λογχοφόρος καβαλάρης του Τζέγκινς Χαν, ο Ελβετός του Λουδοβίκου του δέκατου τέταρτου και ο γραναδιέρος του Ναπολέοντα του Πρώτου. Κατέχει την όχι και τόσο ασυνήθιστη ικανότητα να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτα όταν δοκιμάζουν επάνω του όλα τα πιθανά και απίθανα μέσα καταστροφής. Όπως μια πέτρα, δίχως αισθήματα ( λέει ο ίδιος) στέκεται ακλόνητος όταν τον στέλνουνε στο θάνατο. Κατατρυπημένος από τα δόρατα των κάθε εποχών, πέτρινων, χάλκινων, σιδερένιων τσαλαπατημένος από τα άρματα του Αρταξέρξη κ' εκείνα του στρατηγού Λούντεντορφ, διαλυμένος από τους ελέφαντες του Αννίβα και το ιππικό του Αττίλα. Κατατρυπημένος από τα βέλη όλο και πιο εκσυγχρονισμένων τόξων αμέτρητων αιώνων, από τα ιπτάμενα κοτρώνια του καταπέλτη, καταξεσκισμένος από τις σφαίρες, μεγάλες σαν αυγά περιστεριών και μικρές σαν μέλισσες. Στέκεται αυτός, πάντοτε καινούργιος, διαταζόμενος σε αμέτρητες γλώσσες, δίχως να ξέρει το γιατί. Τις χώρες που κατάκτησε δεν τις πήρε ποτέ στα χέρια του σαν το χτίστη που δεν κατοικεί στο σπίτι που έχτισε ο ίδιος. Μα ούτε και η χώρα του ανήκει την οποία υπερασπίστηκε με τόσο σθένος. Ούτε το όπλο μα ούτε και η στολή που φοράει του ανήκει. Εκείνος όμως προχωρεί πάντοτε μπροστά, από πάνω του η θανατερή βροχή των αεροπλάνων και το καυτό λάδι που πέφτει από τις επάλξεις, κάτω από τα πόδια του οι νάρκες και οι παγίδες, γύρω του η πανούκλα και τα δηλητηριώδη αέρια. Σάρκινη τροφή για τα δόρατα και τα τόξα, ο στόχος, ματωμένη λάσπη κάτω από τα τανκς, μπροστά του ο εχθρός και πίσω του ο στρατηγός. Αμέτρητα χέρια υφαίνουν το αμπέχωνό του, σφυρηλατούν το θώρακά του, κόβουν και ράβουν τις μπότες του. Και αμέτρητες οι τσέπες που χάρη σε αυτόν ξεχειλίζουν από χρήμα. Αμέτρητες κραυγές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου τον εμψυχώνουν  να προχωρήσει. Δεν υπάρχει κανένας Θεός που να μην τον ευλογεί. Αυτόν, που είναι μιασμένος από τη φρικιαστική λέπρα της υπομονής, ποτισμένος ως το κόκαλο από την αγιάτρευτη αρρώστια της αναισθησίας.
Τι είδους θάψιμο ήταν αυτό κάτω από τα χώματα, σκεφτήκαμε, που τον έκανε να ευχαριστεί την τύχη του γι' αυτή την τρομαχτική, απαίσια και τόσο κολλητική αρρώστια;
Δε θα βρεθεί ποτέ άραγε, αναρωτιόμαστε εμείς, κάποιο φάρμακο για δαύτη;


Μπέρτολτ Μπρεχτ , Ιστορίες, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1993, μετφρ. Γιώργος Κώνστας

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν!

Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν! Παραμονή
κι εμείς σαν όλους ετοιμάσαμε γιορτή.
Μα δεν είν’ άνετα σαν φάτνη εδώ μέσα.
Μπαίνει το κρύο από παντού, δεν έχει μπέσα.

Χριστούλη, κόπιασε, γεννήσου αν θες, μα κοίτα: 
Σου στρώσαμε, δεν έχει τζάκι όμως και πίττα.
Τρέμουμε κι όλοι αγκαλιαζόμαστε σφιχτά
σαν τους πρωτόγονους σε σκοτεινή σπηλιά.

Το χιόνι πέφτει στο κορμί μας, το παγώνει·
το χιόνι εισβάλει στην καλύβα και σαρώνει.
Κόπιασε, χιόνι, μπες, θα βρεις φίλους εδώ:
Κι εμάς μας έδιωξαν από τον ουρανό.

Κρασί ζεσταίνουμε, παλιό και δυνατό·
κάνει καλό με τέτοιον άγριο καιρό.
Ζεστό κρασί, ξύλα στην πόρτα καρφωμένα.
Έξω, ουρλιάζουνε αγρίμια θυμωμένα.

Κοπιάστε, αγρίμια, να κρυφτείτε απ’ το χιονιά.
Ούτε τ’ αγρίμια έχουνε ζεστή φωλιά.
Θα ρίξουμε τα πανωφόρια στη φωτιά,
να γίνει η φλόγα της για λίγο πυρκαγιά,

να ζεσταθούμε ενώ θα καίγεται η στέγη,
να ζούμε όταν το σκοτάδι πια θα φεύγει.
Κόπιασε, άνεμε – εκεί έξω πως αντέχεις;
κι εσύ κουράστηκες, κι εσύ σπίτι δεν έχεις…

                                          Μπέρτολτ Μπρεχτ


 Το βρήκα εδώ


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Η ανεργία πληγή και παιδεμός του τόπου, θα λείψει μονάχα τη μέρα όπου θα μπείτε ε σ ε ί ς σε ανεργία!



Κύριοι συνάδελφοι, η ανεργία
πρόβλημα είναι ακανθώδες.
Εφ΄ω και είναι ευκαιρία
το Συμβούλιόν μας το εργώδες
να της αφιερώση μίαν...συζήτησιν
εφ' όσον η εργασία δεν έχει ζήτησιν.
Διότι είναι καθαρά θεομηνία
δια το έθνος η ανεργία.

Αίνιγμα αποτελεί δια πάντα τίμιον
πολίτην και υγι΄ως σκεπτόμενον
της ανεργίας το φαινόμενον.
Και επιπλέον, εξόχως επιζήμιον.
Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί!
Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον, 
εάν ημείς, του έθνους οι εκλεκτοί,
δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον,

και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν
του λαού, ήτις μάς είναι λίαν χρήσιμος.
Πρέπει, λοιπόν, δεόντως ν' αντιδράσωμεν.
Διότι θα είναι συμφορά μοιραία και κρίσιμος
εάν κρούσματα κοινωνικής  έχωμεν αναταραχής,
ενώ ευρισκόμεθα επί ξηρού ακμής!
Θα ήτο δια το έθνος απειλή ολέθρια,
 που το μαστίζει τόση ανεργία!

Δεν συμφωνείτε, κύριοί μου;
Το συμφερότερον, κατά την άποψιν μου,
είναι ν' αποφασίσωμεν ότι το πρόβλημα ελύθη,
και να το παραδώσωμεν στην λήθη.

Την άποψη σας, να τη βράσουμε! Η ανεργία
πληγή και παιδεμός του τόπου,
θα λείψει  μονάχα τη μέρα όπου
θα μπείτε  ε σ ε ί ς σε ανεργία!
                                     (1930)
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, Μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, Θεμέλιο, 2000, ε΄έκδοση
 



Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Στις γενιές που θα΄ρθουν


I      
Πράγματι, ζω σε καιρούς σκοτεινούς!
Ανυποψίαστη λέξη, παράλογη. Ένα μέτωπο αρυτίδωτο
παραπέμπει σε απάθεια. Γι’ αυτόν που γελά
προορίζεται η είδηση η τρομερή
μόνο που δεν υπήρξε ακόμη αποδέκτης της.

Σαν τι τάχα καιροί να ’ναι τούτοι,
που μια συνομιλία για δέντρα μ’ έγκλημα μοιάζει∙
μόνο και μόνο γιατί ενέχει σιωπές για τόσα και τόσα ανομήματα!
Εκείνος εκεί που ήρεμα διασχίζει το δρόμο
δεν είναι πια διαθέσιμος στους φίλους του
που βρίσκονται σ’ ανάγκη;

Αληθεύει: Το ψωμί μου το κερδίζω.
Όμως πιστέψτε με: Πρόκειται για καθαρή σύμπτωση.
Τίποτα απ’ όσα κάνω δεν μου δίνει το δικαίωμα να τρώω και να χορταίνω.
Κατά τύχη τη γλίτωσα. (Κι αν η τύχη μου μ’ αφήσει, είμαι χαμένος από χέρι.)

Μου λένε: Τρώγε και πίνε! Να ’σαι ευτυχής που έχεις!
Μα πώς μπορώ να τρώω και να πίνω, αφού
απ’ τον πεινασμένο κλέβω το φαί,
απ’ τον διψασμένο το ποτήρι το νερό μου;
Κι όμως, τρώω και πίνω.

Ευχαρίστως θα ήμουν σοφός.
Και τα βιβλία τα παλιά το λένε, σοφία τι θα πει:
Έξω να μένεις απ’ τις έριδες του κόσμου, και τον σύντομο χρόνο
δίχως φόβο να τον ζεις,
ακόμη, δίχως βία να τα βγάζεις πέρα,
το κακό με καλό ν’ ανταποδίδεις,
τις επιθυμίες σου να μην τις πραγματοποιείς, μα να τις ξεχνάς.
Αυτό θα πει σοφία.
Όλ’ αυτά μου είναι αδύνατα:
Πράγματι, ζω σε καιρούς σκοτεινούς!
 
II 
Στις πόλεις έφτασα σε καιρό αναρχίας
όταν  πείνα επικρατούσε.
Στους ανθρώπους έφτασα σε καιρό ταραχής
κι αγωνίστηκα μαζί τους.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.

Το φαί μου το ’τρωγα ανάμεσα στις μάχες
να κοιμηθώ ξάπλωνα ανάμεσα σε φονιάδες
την αγάπη απρόσεχτα την υπηρέτησα
και τη φύση την αντίκρισα δίχως υπομονή.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.
Οι δρόμοι στον καιρό μου οδηγούσαν στο βούρκο.
Η γλώσσα με πρόδωσε στους σφαγείς.
Λίγα μόνο κατάφερα. Μα οι εξουσιαστές
ασφαλέστεροι ένιωθαν δίχως εμένα∙ αυτό ήλπιζα.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.

Οι δυνάμεις ελάχιστες. Ο στόχος
ακόμη μακριά,
φαινόταν καθαρά, μα αδύνατο για μένα
να τον φτάσω.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.
 
III 
Εσείς, που απ’ τον κατακλυσμό θ’ ανατείλετε,
τον ίδιο, όπου εμείς αφανιστήκαμε,
μνημονεύετε
καθώς για τις αδυναμίες μας θα μιλάτε
τους σκοτεινούς καιρούς
απ’ όπου ξεγλιστρήσατε.

Διότι προχωρούσαμε, αλλάζοντας χώρες συχνότερα κι από παπούτσια,
περνώντας ανάμεσα από πολέμους ταξικούς, απελπισμένοι,
όταν μονάχα άδικο υπήρχε και πουθενά ξεσηκωμός.

Κι όμως το ξέρουμε:
Ακόμη και το μίσος απέναντι στη μικροπρέπεια
συσπά το πρόσωπο.
Ακόμη κι η οργή για το άδικο
κάνει τη φωνή βραχνή. Αχ, εμείς,
που το έδαφος να ετοιμάσουμε θέλαμε για την καλοσύνη
και δεν καταφέραμε να γίνουμε οι ίδιοι καλοί.

Όμως εσείς, με το πλήρωμα του χρόνου,
καθώς ο άνθρωπος στον άνθρωπο θα ’ναι αρωγός και παραστάτης,
να μας μνημονεύετε
με επιείκεια.


Bertolt Brecht
Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη

Πηγή: Poeticanet

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Για τον όρο «μετανάστες»


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα,
μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι...



" Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, ρώτησε τον κ.Κ η κορούλα της οικονόμας του, θα φέρονταν τότε πιο καλά στα μικρά ψαράκια; Σίγουρα, αποκρίθηκε εκείνος. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έχτιζαν για τα μικρά ψαράκια στη θάλασσα τεράστια κλουβιά και θα έβαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να 'χουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιείνης. Όταν λογουχάρη ένα ψαράκι τραυμάτιζε την ουρά του, οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο μην τυχόν και ψοφήσει πριν την ώρα του. 


Έπειτα, για να μην μελαγχολούν τα ψαράκια, θα οργάνωναν κατά διαστήματα στη θάλασσα μεγάλες γιορτές, γιατί τα κεφάτα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα θλιμμένα. Τούτα τα μεγάλα κλουβιά θα είχαν βέβαια και τα σχολειά τους. Εκεί τα ψαράκια θα μάθαιναν να κολυμπάνε στο στόμα του καρχαρία. Θα έπρεπε λογουχάρη να μάθουν γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, όταν αυτοί κάπου τεμπελιάζουν. Βέβαια, το σπουδαιότερο θα ήταν η ηθική διάπλαση των μικρών ψαριών. Θα τους μάθαιναν ότι για ένα ψαράκι δεν υπάρχει μεγαλύτερη και ωραιότερη αρετή από το να θυσιάζεται πρόθυμα κι ότι τα ψαράκια θα έπρεπε να πιστεύουν τυφλά στους καρχαρίες, προπαντός όταν αυτοί τους λένε ότι θα φροντίσουν για ένα ωραίο μέλλον. Θα έδιναν στα ψαράκια να καταλάβουν πως αυτό το ωραίο μέλλον τότε μόνο θα είναι εξασφαλισμένο, όταν εκείνα μάθουν να υπακούνε. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται από κάθε λογής ταπεινές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις, κι αν τύχαινε κανένα από δαύτα να φανερώσει τέτοιες αδυναμίες, τα άλλα τα ψαράκια θα έπρεπε να τα αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες. 


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν βέβαια αναμεταξύ τους και διάφορους πολέμους, για να κυριέψουν ξένα κλουβιά και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς ο κάθε καρχαρίας θα πολεμούσε με τα δικά του ψαράκια. Θα μάθαιναν τα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια θα τους έλεγαν, είναι ως γνωστό βουβά, σωπαίνουν ωστόσο σε όλότελα διαφορετικές γλώσσς, γι' αυτό και είναι αδύνατο να καταλάβει το ένα τ' άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε μερικά εχθρικά ψαράκια που σωπαίνουν σ' άλλη γλώσσα, θα καρφίτσωναν κι από 'να παράσημο από φύκι και θα του έδιναν τον τίτλο του ήρωα. 


Αν βέβαια οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαν και τη δική τους τέχνη. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα παράσταιναν τα δόντια των καρχαριών με θαυμάσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σαν τους κήπους της Βαβυλώνας, όπου μπορεί να κάνει κανείς τρελό σεργιάνι. Τα θέατρα στο βυθό θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια με την μπάντα μπροστά θα ορμούσαν μαγεμένα και νανουρισμένα με τις πιο όμορφες σκέψεις στο στόμα των καρχαριών. Δε θα έλειπε βέβαια και η θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Αυτή θα δίδασσκε ότι τα ψάρια μονάχα στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζαν να γεύονται την αληθινή ζωή. 


Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, όλα τα ψαράκια δε θα ήταν πια ίσα κι όμοια όπως συμβαίνει σήμερα. Μερικά από δαύτα θ' αποχτούσαν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα ψαράκια. Όσα μάλιστα είναι λίγο πιο μεγάλα θα είχαν το λεύτερο να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα ήταν άλλωστε ευχάριστο για τους καρχαρίες, γιατί έτσι εκείνοι δε θα χρειάζονταν πια παρά να καταπίνουν συχνότερα πιο μεγάλες μπουκιές. Και τα πιο μεγάλα ψαράκια, αυτά που θα είχαν τις ψηλές θέσεις, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί στα ψαροκλουβιά. Κοντολογίς, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαμε πολιτισμό στη θάλασσα...


 ( Μπέρτολτ Μπρεχτ, Οι ιστορίες του κ. Κόινερ)


Την ιστορία την  άκουσα σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο , στην εκπομπή της Αγνής Στρουμπούλη " Στις  ίλινες τις μπίλινες, παραμύθια της προφορικής παράδοσης" . 

Το κείμενο βρήκα εδώ