Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Με τα φτερά

 

Ραφαήλ, λεπτομέρεια από την εικονογράφηση της οροφής στη Βίλα Φαρνεζίνα της Ρώμης (1517-18)

της Γεωργίας Τάτση

Ο γιατρός τοποθετώντας την ακτινογραφία στη φωτεινή οθόνη, τους είχε πει επί λέξει: Είναι ριζωμένο στο μεσοθωράκιο. Από εδώ απλώνει τα κλαδιά του στους δύο πνεύμονες και στους λεμφαδένες, σκιτσάροντας πάνω στους πνεύμονες του παιδιού τους το περίγραμμα του δένδρου με το δάχτυλό του.

Το χριστουγεννιάτικο δένδρο μέσα του. Στη σκοτοδίνη τους, είδαν   τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν.  

Ό,τι ήταν να συμβεί, συνέβη γρήγορα, μέσα σε ένα μήνα όλα είχαν τελειώσει.

Ξεστόλισαν το δένδρο τους στο σαλόνι, το πήραν και το πέταξαν στα σκουπίδια. Με τόσο βεβαρυμμένο ιστορικό ούτε συζήτηση να το αφήσουν δίπλα στον κάδο για κάποιον που μπορεί να το χρειάζεται.

Εκείνη κρατούσε τον κάδο ανοιχτό κι εκείνος το γύρισε ανάποδα και το έσπρωχνε λοξά να πάει στον πάτο.

Μαζεύουν τα στολίδια, τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ό,τι έχει σχέση με Χριστούγεννα το τυλίγουν στο καλό τραπεζομάντηλο. Αυτός απλώνει το τραπεζομάντηλο στο πάτωμα κι εκείνη φέρνει τα στολίδια και τα ρίχνει μέσα.

Μπάλες, αγγελάκια με ανοιχτά φτερά, αγγελάκια με κλειστά φτερά, σιντί, κορδέλες, τη φάτνη με το Χριστό, τους τρεις μάγους που ακουμπούν τα δώρα τους στα πόδια του, το χρυσό αστέρι της Βηθλεέμ.

Εκείνος δένει κόμπο τις τέσσερις γωνίες, τα παίρνει αγκαλιά και βγαίνει να τα ρίξει στα σκουπίδια.

Εκείνη πέφτει ξέπνοη στην πολυθρόνα.

Τον περιμένει και μόλις τον βλέπει να μπαίνει, ορμάει και τον βουτάει απ’ το γιακά.

Εσύ φταις, εσύ φταις... Το κατάλαβες; Δεν είχε άλλο τρόπο να σου φωνάξει «κοίταξέ με.»

Κατεβάζει τις παλάμες της στο στήθος του και τον σπρώχνει πίσω, εκείνος δεν αντιστέκεται -κατά βάθος κι αυτός το ίδιο πιστεύει για τον εαυτό του. Οπισθοχωρεί κι οπισθοχωρώντας κολλάει με την πλάτη στον τοίχο. Εκείνη κλαίει γοερά και τον ταρακουνάει από τα πέτα, εκείνος της πιάνει τα χέρια και κλαίει από μέσα του. Ησύχασε αγάπη μου, ησύχασε, της λέει, αλλά για εκείνη αυτές οι λέξεις έρχονται από μια άλλη εποχή και απευθύνονται σε άλλη, άγνωστη γυναίκα. Απορεί μάλιστα πώς τολμάει μετά από όσα έχουν συμβεί, να της λέει ησύχασε αγάπη μου, πώς τολμάει να βάζει στο στόμα του αυτές τις λέξεις;

Τον αφήνει και μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο. Γιατί τον άφησε; Γιατί έφυγε; Μήπως ξύπνησε η μνήμη των μακρινών εκείνων ημερών που ο ήλιος έκαιγε γλυκά την πλάτη τους κι αυτοί —και οι τρεις μαζί— βουτούσαν στη θάλασσα χωρίς να έχουν επίγνωση της ευτυχίας τους επειδή όλα ήταν τόσο φυσικά ώστε κανείς δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί τι είναι η ευτυχία; Κάθε άλλο. Αν ήταν έτσι έπρεπε τώρα να τον εκδικείται ξεριζώνοντας τρίχα τρίχα τα μαλλιά του που άσπρισαν σε μια νύχτα όταν κοιμήθηκε αυτός και ξύπνησε άλλος.

Ίσως να τον συμπόνεσε, ίσως να αισθάνθηκε πόσο μάταιο είναι να κατεδαφίζεις το ερείπιο, πόσο ανελέητο είναι να ρίχνεις κάτω τον πεσμένο.

Στο δωμάτιο του γιου τους, μπροστά στο παράθυρο, ανοίγει τη σιδερώστρα λες και δεν έχει συμβεί τίποτα και βάζει το σίδερο στην πρίζα. Τα ρούχα του παιδιού — σωρός πάνω στο κρεβάτι του, τα είχε αφήσει η ίδια εκεί όπως τα μάζεψε από το σύρμα, τότε, ήρθε τώρα η ώρα να τα σιδερώσει.

Μόλις το σίδερο έκαψε καλά, παίρνει και σιδερώνει τα παντελόνια. Τα πόδια του, τι μακριά που είναι τα πόδια του, τι ψηλά για την ηλικία του τα κανιά του. Συνεχίζει με τα πουκάμισα, τελειώνει με τα μπλουζάκια. Τις κάλτσες και τα εσώρουχα δεν τα σιδερώνει. Τα διπλώνει απλώς και τα βάζει στα συρτάρια. Περνάει τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα τακτοποιεί στη ντουλάπα, διπλώνει τα παντελόνια, διπλώνει τα μακριά μανίκια των μακό, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος.

Εκείνος στέκεται στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το νεαρό ζευγάρι με τα δυο αγόρια στην απέναντι βεράντα.

Τρώνε όλοι μαζί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Ακούει τις φωνές, τις κουβέντες τους, τον ήχο από τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα,

παρατηρεί το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό στη μέση,

τα χάρτινα κουτιά με το χυμό,

τα παιδιά να πίνουν πορτοκαλάδα.

Τα δυο αγόρια είναι δίδυμα,

ο ένας είναι ο καθρέφτης του άλλου,

αλλά τώρα είναι διαφορετικά, το ένα αγόρι είναι ο γιος του,

μα γιατί τρώει με την ξένη οικογένεια ο γιος του;

Το παιδί καταλαβαίνει πως το κοιτάζει ο πατέρας του από απέναντι, σηκώνεται με την πορτοκαλάδα στο χέρι κι απομακρύνεται από το τραπέζι,

στέκεται δίπλα στη γλάστρα με την ελιά, τον κοιτάζει κι αυτό, του χαμογελάει,

τον χαιρετάει,

του στέλνει φιλιά με το άδειο χέρι.

Εκείνος φεύγει από την μπαλκονόπορτα και τρέχει στο παιδικό δωμάτιο, πηγαίνει σε εκείνη να της πει τα νέα.

Τη βρίσκει μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο να μιλάει με το παιδί τους, μόλις είχε φτάσει στο μπαλκόνι τους, κρατώντας στο χέρι του το ποτήρι με την πορτοκαλάδα.

Πώς κατάφερες να περάσεις το κενό αγόρι μου; Το ρωτάει.

Το παιδί τής απαντάει

Με τα φτερά μου.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Χάρτης  ( Ιούνιος 2021)


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Το γράμμα από τον Καναδά


Gabriele  Münter, Πρωινό με τα πουλιά, 1934. Εθνικό Μουσείο των Γυναικών στις Τέχνες. Ουάσινγκτον. 
( ο πίνακας δανεισμένος από το εξαιρετικό ιστολόγιο Άννα Αγγελοπούλου )
 Η κ. Μαρία αισθανόταν πολύ μόνη εκείνο το πρωινό. Ήταν τόσο ήσυχα όλα! Τα παιδιά στις δουλειές τους, τα εγγόνια της στο σχολείο, η κοπέλα που βοηθούσε στο σπίτι χαμένη στην κουζίνα. Ένοιωθε τη μοναξιά σαν τον κρύο αέρα να την ακουμπά και να την πονάει. Ήταν βλέπεις και οι μέρες, τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν, άλλη μια χρονιά χωρίς εκείνον! Ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού.
" Συχώρα με Θεέ μου", σκέφτηκε, " στάθηκα ευλογημένη σ' αυτόν τον κόσμο! Ένα σπίτι γεμάτο αγάπη. Με αυτή ξεπεράσαμε κάθε δυσκολία, κάθε μπόρα. Με την αγάπη, με τη συνεννόηση, με το νοικοκυριό". Στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Ένας μικρός κοκκινολαίμης, κρυωμένος, είχε καθίσει στη σιδεριά της βεράντας. Γλύκανε η καρδιά. Περιδιάβηκε με τη ματιά τον κήπο τους και χάρηκε την αστραφτερή του λευκότητα! Ο καιρός τούς είχε κάνει τη χάρη. Ένα απαλό, αφράτο χριστουγεννιάτικο χιόνι σκέπαζε τις πρασινάδες και τις βραγιές. Κι εκείνο το έλατο στη γωνιά, πανέμορφο, έγερνε τα βαρυφορτωμένα του κλαδιά κι έμοιαζε ευτυχισμένο. Σαν τα έλατα εκεί πάνω στην Πίνδο!
Δεν ήθελε πολύ ο νους και ξέφυγε, ταξίδεψε και πήγε εκεί ψηλά, στο πανέμορφο βλαχοχώρι της Πίνδου, το γεμάτο έλατα, οξιές και φλαμούρια. Θα' ναι γεμάτο χιόνια τώρα, σκέφτηκε, και το ποτάμι θα βογκά απ' τα πολλά νερά, και τα μπουχαριά όλα θα καπνίζουν!
" Κυρία, έχετε ένα γράμμα". Ούτε που είχε ακούσει την πόρτα που άνοιξε, ήταν τόσο όμορφο το ταξίδι εκεί ψηλά, εκεί βαθιά στην ψυχή της!
" Ευχαριστώ παιδί μου, άφησέ το εκεί".
Από κάποια εταιρεία θα είναι, σκέφτηκε, οι τυπικές ευχές των ημερών. Στάθηκε για λίγο ακόμη και χάρηκε τον κοκκινολαίμη που άφηνε τα ντελικάτα του πατήματα πάνω στο χιόνι , μέχρι που, μ' ένα ξαφνιασμένο φρουου, χάθηκε στον αέρα.
Γύρισε κοντά στο τζάκι και με την τσιμπίδα συνδαύλισε τα ξύλα που έκαιγαν εκεί. Πάνω στο τραπεζάκι είδε τον φάκελο. Της φάνηκε παράξενο, δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες ευχετήριες κάρτες. Κάθισε στην πολυθρόνα, φόρεσε τα γυαλιά της και τον πήρε στα χέρια. Κυρία Μαρία...Οδός...Εκάλη Αττικής Greece. Τον γύρισε από την άλλη μεριά και το ξενικό όνομα που διάβασε καθόλου δεν την βοήθησε. Από τον Καναδά; Αναρωτήθηκε. Κάτι, σαν ένα ελάχιστο φως, ακούμπησε τη σκέψη. Άνοιξε το φάκελο, μια μικρή φωτογραφία γλίστρησε από το διπλωμένο και καλογραμμένο επιστολόχαρτο. Ήταν εκεί, στο μεγάλο τοξωτό γεφύρι που αντάμωνε τους δυο μαχαλάδες του χωριού. Πέντε κορίτσια, πέντε ανοιξιάτικα χαμόγελα, με καρό φουστίτσες και τα άσπρα σοσονάκια, ν' αφήνουν τις μακριές τους κοτσίδες, που παίζανε με το αγέρι, να τις φιλά ο ήλιος. Η Αλεξάνδρα, η Μέλπω, η Μοσχούλα, η Λένη η αδερφή της κι εκείνη. Ένοιωσε στο πρόσωπό της το υγρό αεράκι από το ποτάμι να την ακουμπά, να τη γλυκαίνει. Θυμόταν, ναι θυμόταν! Ήταν Πάσχα, έτσι όπως είναι το Πάσχα εκεί ψηλά στην Πίνδο. Ίσα - ίσα που χλόιζαν τα φύλλα στα δέντρα, στα μουσκεμένα χασήλια τα πρώιμα λουλουδάκια, αυτά που αντέχουν τον κρύο καιρό, σκορπούσαν χρώματα, και τα γκουγκούτσια γέμιζαν τον κρυαδερό αέρα μυρωδιές. Το ποτάμι φουσκωμένο, με νερό από τα χιόνια που ακόμα έλιωναν, βογκούσε κι εκείνες έστελναν χαμόγελα στον ήλιο που λαμποκοπούσε και στον ξανθό νεαρό που τις φωτογράφιζε.
Ήταν κάποιες μέρες που είχε φτάσει στο χωριό τους. Γεννημένος στον Καναδά από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Καναδό, ήθελε, λέει, να φωτογραφίσει τη ζωή σ' αυτό το ορεινό βλαχοχώρι, τους ανθρώπους του, τις συνήθεις τους. Τον θυμόταν που τριγυρνούσε όλη μέρα και φωτογράφιζε, "έκλεβε" στιγμές των ανθρώπων και του τόπου και τις έκλεινε στη μηχανή του. Ώσπου, κάποια στιγμή, " έκλεψαν" και τη δική του καρδιά, και την κράτησαν εκεί στο βλαχοχώρι τα γαλάζια μάτια και οι ολόξανθες κοτσίδες της Αλεξάνδρας.
" Θέλω να σε πάρω μαζί μου στον Καναδά, της είπε, να σε παντρευτώ!"
" Στείλε το άλογό σου να με πάρει", του είπε εκείνη. Δεν έφτασε το άλογο, μα σε λίγο καιρό, αφότου έφυγε, έφτασε η πρόσκληση και τα εισιτήρια. Έτσι, η Αλεξάνδρα έφυγε για τον Καναδά. Από τότε είχαν συναντηθεί κάποια Καλοκαίρια στο χωριό και όλοι μιλούσαν για την τύχη της. Σώθηκε, λέγανε οι χωριανοί, και μαζί έσωσε και την οικογένειά της που ήταν από τις φτωχότερες στο χωριό.
Άνοιξε το καλογραμμένο γράμμα.

" Σεβαστή μας κ. Μαρία, η γιαγιά μας, η Αλεξάνδρα, μας μιλούσε πολύ για τη ζωή της στο χωριό, για το σπίτι τς, τις φιλενάδες της, τον τόπο που τόσο αγαπούσε και ποτέ δεν ξέχασε. Και κάθε χρόνο, σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μας έλεγε πάντα την ίδια ιστορία.
Μας έλεγε για κάποια Χριστούγεννα που τίποτε δεν είχαν στο σπίτι τους για να γιορτάσουν, ούτε καν λίγο ψωμί. Και τότε, φτάσατε εσείς μες τη νύχτα με τα χέρια γεμάτα και φέρατε τη χαρά και τη γιορτή στο φτωχό σπιτάκι τους. Φέτος, η γιαγιά μας δεν είναι στη ζωή για να μας πει την ίδια ιστορία, μα εμείς, που κρατάμε ζωντανή την παρουσία της μέσα στην καρδιά μας, την ξαναθυμηθήκαμε και θελήσαμε να τη μοιραστούμε μαζί σας. Έχουμε ακούσει τόσα πολλά, για τα παιχνίδια σας στα δάση και στα χειμαδιά, για τους χιονοσκέπαστους Χειμώνες και τα δροσερά Καλοκαίρια! Έχουμε δει τόσες φωτογραφίες, τόσες στιγμές, τόσες εικόνες, τόσα χαμόγελα. Είναι σαν να σας γνωρίζουμε! Είναι σαν να μιλάμε μαζί της. Σας ευχόμαστε..."

Άφησε τα τρεμάμενα χέρια της να ακουμπήσουν στα γόνατα μαζί και το γράμμα. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Γέμισε το σπίτι με εκείνη την κρυαδερή ανάλαφρη καταχνιά, που σηκωνόταν από το ποτάμι και γέμιζε τον τόπο! Την πήρε μαζί του! Την πήρε εκεί ψηλά που κούρνιαζε το μικρό χωριό, σαν αετοφωλιά, στης Πίνδου τις απότομες κορφές. Τις έπιασε όλες από το χέρι και τρέξανε πέρα από το γεφύρι, ως κάτω στις ιτιές που ακουμπούσαν στα παγωμένα νερά. Άκουσαν το δυνατό τραγούδι των νερών που χόρευε πάνω στις μεγάλες πέτρες! Μάζεψαν γκουγκούτσια και χόρτασαν μοσχοβολιά, πήραν στην αγκαλιά τους μικρά αρνάκια κι άκουσαν κυπριά και κουδούνια να γεμίζουν τα βοσκοτόπια. Η σκέψη αγκάλιασε ξεχωριστά την Αλεξάντρα! Εκείνο το καθάριο πρόσωπο, το στεφανωμένο με τις χοντρές κοτσίδες, έτσι όπως τις δίπλωνε πάνω στο κεφάλι, ένα γέλιο ολόκληρη και μια χαρά που ξεχυνόταν στον δρόμο της νιότης. Με τον βουνήσιο αέρα στην περπατησιά της και την περηφάνια της ζωής που παλεύει ορθόκορμη, με το βλέμμα στης μέρας το ξημέρωμα.
Θυμάται. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, από το πρωί είχαν κάνει ένα σωρό δουλειές με την αδερφή της τη Λένη. Κουβάλησαν ξύλα, για να βάλει η μάνα τους τις γάστρες, έφεραν από τη βρύση νερό για τη λάτρα του σπιτιού και τα μαγειρέματα, βοήθησαν τη μάνα τους να φτιάξει τις τηγανίτες, πήγαν στους πιστικούς την πίτα, το ψωμί και τα άλλα καλούδια για τα Χριστούγεννα. Είχε θολώσει πια η μέρα κι εκείνες κοντά στο μπουχαρί ξεμπέρδευαν τα φρεσκολουσμένα ξανθοκόκκινα μαλλιά τους.
" Άντε κορίτσια, μαζέψτε γρήγορα τα μαλλιά σας κι ελάτε στο μαγειρειό".
" Πάλι μάνα;"
" Ακούστε να σας πω. Σήμερα δεν έμεινε μπουχαρί σ' όλο το χωριό να μην καπνίσει. Όλοι καλομαγείρευαν για την αυριανή. Μόνο στης καημένης της Στάθως στιγμή δεν κάπνισε. Τίποτε δεν θα έχουν για αύριο. Άντε Λένη, φέρε από το κατώγι ένα κομμάτι κρέας κι εσύ άναψε τη γάστρα. Θα φτιάξουμε πίτα, να τους την πάτε σαν περάσει η ώρα, μάτι να μην σας δει".
Άνοιξε τα πέτρα με σβελτάδα, μαγείρεψε το κρέας με μπόλικα κρεμμύδια και ρύζι και έφταιξε την πίτα παχιά, αφράτη και μοσχοβολιστή. Την έβαλε στη φωτιά και τη σκέπασε με την καυτή γάστρα.
Μέχρι να γίνει η πίτα, γέμισε ένα νταβά με τηγανίτες, ξεχώρισε δυο καρβέλια ψωμί, ένα πρόσφορο κι απ' την τσαντίλα, που κρεμόταν στη γωνιά, πήρε κι έβαλε φρσκοπηγμένο τυρί στο κλειδοπίνακο.
Σαν πέρασε η ώρα κι οι δρόμοι ερήμωσαν, τα δυο κορίτσια, κρατώντας το σινί με την πίτα και όλα τα φιλέματα, χτύπησαν την πόρτα της Στάθως. Δεν ήταν πρώτη φορά που το έκαναν αυτό. Τους άνοιξαν διστακτικά, το μισοσκόταδο  έκρυψε της στιγμής τα συναισθήματα! Κι όταν αυτά είναι ζυμωμένα με τον βουνίσιο τον αέρα, ξέρουν να φυλάγονται καλά και ν' ανθίζουν μόνο στης μοναξιάς τις λέξεις.
Κοίταξε ξανά το γράμμα που τώρα το έβλεπε θολά.

" Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και πάντα το σπίτι σας να είναι γεμάτο αγάπη και χαρά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της Αλεξάνδρας".

Έκλεισε το γράμμα στα δυο της χέρια και δεν ήξερε αν αυτό που είχε γλιστρήσει μέσα της ήταν χαρά ή λύπη. Δεν ήξερε πώς να τα διαφεντέψει όλα τούτα που χίμηξαν κι έκαναν το νου και την καρδιά της άνω κάτω. Ένοιωθε την ίδια γλυκόπικρη γεύση, όπως κάθε φορά που έκανε το ταξίδι στους δρόμους του νου. Πήγε κοντά στο παράθυρο, ο κοκκινολαίμης ήταν ξανά εκεί. Άνοιξε το τζάμι και έτριψε ένα μπισκότο πάνω στο χιόνι, την κοίταξε με εμπιστοσύνη και χάρηκε τη λιχουδιά μαζί με πέντε -έξι σπουργιτάκια που έτρεξαν κοντά. Το φως της μέρας, που χόρευε στον χειμωνιάτικο κήπο, ξεδίψασε και γλύκανε τον κόμπο που είχε κάτσει στην καρδιά!


Βούλα Λεοντίδη - Πλάτωνα, Η κόκκινη δαχτυλήθρα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018.
" Γλυκό ταξίδι στην ψυχή και στους καιρούς που βασίλεψαν, κρατώντας απ' το χέρι τις μικρές χαρές και μ' ένα δάκρυ αργυρό, σαν αστεράκι, να φωτάει το δρόμο".

Η Βούλα Λεοντίδη-Πλάτωνα γεννήθηκε στην Ζίτσα Ιωαννίνων και κατοικεί στα Ιωάννινα. Σπούδασε λογιστικά και για αρκετά χρόνια εργάστηκε στην Ε Λ ΕΠ Α Π Ιωαννίνων. Το πρωτόλειο βιβλίο της ήταν "Τα μικρά γιορτάζουν", μια συλλογή από ποιήματα για παιδιά Νηπιαγωγείου και Δημοτικού. Ακολούθησε το βιβλίο "Γεύσεις καρδιάς" με παραδοσιακές συνταγές, διατροφικά και λαογραφικά στοιχεία από την Ζίτσα Ιωαννίνων. Στην συνέχεια εξέδωσε σε βιβλίο με τον τίτλο "...και ζήσανε αυτοί καλά..." μερικά από τα λαϊκά παραμύθια που κατέγραψε στην περιοχή της ιδιαίτερης πατρίδας της. Το 2015 το διήγημά της "Ο κυρ-Γιώργης από το Αϊδίνι" βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Κατά καιρούς έχει κάνει πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Η ερμηνεία των Μάγων

Οι Τρεις Μάγοι σε βυζαντινό ψηφιδωτό στη νέα βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου, στη Ραβέννα (περ. 565, αποκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα).

 Ι

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτίες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν' ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ' το τείχος
στο στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

ΙΙ

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
             να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
             και ν' ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
              με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
              για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
               και να μεταμορφώνει το κενό
               σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
               μέσα στα έγκατα της ηδονής
               ένα πικρό βοτάνι
               για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου
                            πιο βαθειά
                με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

ΙΙΙ

Κι άστην να ζει σ' ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντιλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυχτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία. Ποιήματα 1978 - 1983. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1984
             



Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Το σπίτι με τη μουσμουλιά

 

...Ο παππούς με τη Μαρούτσα παρηγοριόταν χτίζοντας παλάτια στην άμμο για το καλοκαίρι που θα πουλούσαν παστές σαρδέλες και φραγκόσυκα κι έκαναν σχέδια να πάνε στο θυννείο για τόνους ή για ξιφιούς, που έδιναν καλό μεροκάματο, και στο μεταξύ ο μαστρο - Τούρι θα διόρθωνε την Προβιντέντσα τους. Τα παιδιά κάθονταν κι άκουγαν προσεχτικά, με το σαγόνι στο χέρι, τις κουβέντες που γίνονταν στο χαγιάτι ή μετά το δείπνο. Ο 'Ντόνι όμως, που είχε ταξιδέψει και γνώριζε τον κόσμο καλύτερα απ' τους άλλους, βαριόταν με τις φλυαρίες τους και προτιμούσε να σεργιανάει στο καπηλειό, όπου σύχναζαν ένα σωρό άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτε, όπως ο θείος Σαντόρο, που, ενώ βρισκόταν στη χειρότερη μοίρα απ' όλους, έκανε αυτή την εύκολη δουλειά, ν' απλώνει το χέρι στους περαστικούς και να ψελλίζει το " Άβε Μαρία". Άλλοτε πάλι πήγαινε στον κουμπάρο Τσουπίντου με την πρόφαση να δει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η Προβιντέντσα, για να τα πει λίγο με τη Μπάρμπαρα που όταν ήταν εκεί ο κουμπάρος ' Ντόνι πήγαινε κι έβαζε ξερόκλαδα κάτω από το καζάνι με την πίσσα.
"Στιγμή δεν κάθεστε, κουμπάρα Μπάρμπαρα", της έλεγε ο Ντόνι, " είστε το δεξί χέρι του σπιτιού· γι' αυτό δε θέλει να σας παντρέψει ο πατέρας σας".
" Δε θέλει να με παντρέψει μ' αυτούς που δεν είναι για μένα", απαντούσε η Μπάρμπαρα. " όμοιος στον όμοιο..."
" Θα ήμουν κι εγώ ένας απ' τους όμοιούς σας αν το θέλατε σεις, κουμπάρα Μπάρμπαρα..."
" Τι λόγια είναι αυτά, κουμπάρε ' Ντόνι; Η μαμά γνέθει στην αυλή κι ακούει τι λέμε".
"Έλεγα για τα κλαδιά που είναι χλωρά και δε λένε ν' ανάψουν. Αφήστε με να σας βοηθήσω".
" Είναι αλήθεια πως έρχεστε εδώ για να βλέπετε τη Μαντζιακαρούμπε που βγαίνει στο παράθυρο;"
" Γι' άλλο λόγο έρχομαι εγώ εδώ, κουμπάρα Μπάρμπαρα. Έρχομαι για να βλέπω πώς πάει η Προβιντέντσα".
" Μια χαρά πάει κι ο μπαμπάς λέει ότι παραμονή Χριστουγέννων θα τη ρίξετε στη θάλασσα".
Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι Μαλαβόλια δεν έκαναν άλλο από το να πηγαινοέρχονται στην αυλή του μαστρο - Τούρι Τσουπίντου. Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε σηκωθεί στο πόδι. Οι εικόνες των αγίων σ' όλα τα σπίτια στολίζονταν με κλαδιά και πορτοκάλια και τα παιδιά έτρεχαν πίσω από την γκάιντα που πήγαινε  κι έπαιζε μπροστά από τα φωτισμένα παρεκκλήσια, δίπλα στις εισόδους. Μόνο στο σπίτι των Μαλαβόλια το άγαλμα του Ιησού Χριστού ήταν παραμελημένο, ενώ ο 'Ντόνι του αφέντη 'Ντόνι έκανε τον κόκορα από δω κι από εκεί και η Μπάρμπαρα Τσουπίντα τού έλεγε: " Θα σκεφτόσαστε καμιά φορά τουλάχιστον ότι εγώ έλιωνα την πίσσα για την Προβιντέντσια όταν θα βρίσκεστε στη θάλασσα;"
Ο Πιεντιπάπερα όπου καθόταν κι όπου στεκόταν έλεγε ότι αυτόν θα τον έτρωγαν τα κορίτσια.
" Εμένα τρώνε όλοι και κανέναν άλλο", γκρίνιαζε ο θείος Κροτσιφίσο. " Θέλω να δω πού θα βρουν τα λεφτά για τα λούπινα άμα παντρευτεί και ο 'Ντόνι και δώσουν και προίκα στη Μένα, χώρια το φόρο που έχουν να δίνουν για το σπίτι κι όλα εκείνα τα μπλεξίματα με την υποθήκη που βγήκαν στη φόρα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν, αλλά οι Μαλαβόλια ούτε φωνή ούτε ακρόαση".
Ο αφέντης 'Ντόνι πήγαινε και τον έβρισκε στην πλατεία ή κάτω από το υπόστεγο και του έλεγε: " Τι θέλετε να κάνω αφού δεν έχω χρήματα; Εσείς στίβετε την πέτρα για να βγάλει αίμα! Περιμένετε ως τον Ιούνιο, κάντε μου αυτή τη χάρη, αλλιώς πάρτε την Προβιντέντσα και στο σπίτι με τη μουσμουλιά! Δεν έχω τίποτε άλλο".
" Εγώ θέλω τα λεφτά μου", επέμενε ο Καμπάνα ντι λένιο ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. " Εσείς είπατε ότι είστε τίμιοι και δεν ξοφλάτε τα χρέη σας με λόγια του αέρα για την Προβιντέντσα και για το σπίτι με τη μουσμουλιά".
Είχε μαραζώσει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι ούτε μπορούσε να ξεθυμάνει απειλώντας με τον κλητήρα, γιατί αμέσως, ο αφέντης 'Ντόνι τού έστελνε τον Τζιαμαρία ή το γραμματέα να ζητήσουν έλεος. Δε μπορούσε ούτε στην πλατεία να πάει πια για τις δουλειές του χωρίς να μπλεχτούν στα πόδια του, κι όλοι έλεγαν πως εκείνα τα λεφτά ήταν λεφτά του διαβόλου. Με τον Πιεντιπάπερα δε μπορούσε να ξεθυμάνει, γιατί αμέσως του έλεγε ότι τα λούπινα ήταν χαλασμένα κι ότι εκείνος ήταν απλός μεσίτης. " Αυτή την εξυπηρέτηση όμως μπορεί να μου την κάνει", μουρμούρισε μόνος του κάποια στιγμή κι αναστατώθηκε τόσο πολύ με την ιδέα του, που δε μπόρεσε να ξανακλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, πήγε να βρει τον Πιεντιπάπερα, που ακόμη τεντωνόταν και χασμουριόταν στην πόρτα του σπιτιού του. " Θα πούμε ότι σας πούλησα την πίστωση", του είπε αμέσως, " έτσι θα στείλουμε κλητήρα στους Μαλαβόλια χωρίς να μπορούν να πουν ότι είστε τοκογλύφος όταν ζητήσετε τα λεφτά σας κι ούτε ότι είναι λεφτά του διαβόλου".
" Χθες βράδυ σάς ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα;" ειρωνεύτηκε ο Πιεντιπάπερα. " Αυτό θέλατε να μου πείτε και με ξυπνήσατε απ' τ' άγρια χαράματα;"
" Ήρθα να σας πω και για τις κληματσίδες. Αν τις θέλετε, πάτε να τις πάρετε".
" Στείλτε τότε τον κλητήρα", απάντησε ο Πιεντιπάπερα, "αλλά τα έξοδα δικά σας".
Εκείνη η αγαθή γυναίκα η κουμπάρα Γκράτσια βγήκε επί τούτου με το νυχτικό για να πει στον άντρα της: " Τι μαγειρεύει πάλι ο θείος Κροτσιφίσο; Αφήστε τους πια ήσυχους τους φουκαράδες τους Μαλαβόλια, αρκετά βάσανα έχουν στο κεφάλι τους".
" Άντε να γνέσεις εσύ", απάντησε ο κουμπάρος Τίνο.
" Οι γυναίκες έχουν μακριά μαλλιά και κοντή γνώση", κι έφυγε κουτσαίνοντας να πάει να πιεί το αψέντι του στον κουμπάρο Πιστούτο.
" Μαύρα Χριστούγεννα θα περάσουν οι κακομοίρηδες", μουρμούριζε η κουμπάρα Γκράτσια με τα χέρια στην κοιλιά.
Μπροστά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένα παρεκκλήσι στολισμένο με κλαδιά και πορτοκάλια και το βράδυ, όταν ερχόταν η γκάιντα, άναβαν τα καντήλια κι έψελναν, γιατί αυτή η γιορτή ήταν για όλον τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιζαν  στο δρόμο με φουντούκια κι άμα ο Αλέσι σταματούσε λίγο να κοιτάξει με τα ποδαράκια ανοιχτά τού έλεγαν:
" Να φύγεις άμα δεν έχεις φουντούκια να παίξεις. Τώρα θα σας πάρουν και το σπίτι".
Πραγματικά, παραμονή Χριστουγέννων κατέφθασε ο κλητήρας με το αμάξι του ειδικά για τους Μαλαβόλια κι αναστατώθηκε όλο το χωριό. Άφησε ένα φύλλο χαρτί με σφραγίδες πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο άγαλμα του Ιησού Χριστού. 
" Είδατε τον κλητήρα που ήρθε στους Μαλαβόλια;" έλεγε η κουμπάρα Βένερα. " Τώρα την έχουν άσχημα".
Ο άντρας της δε μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη είχε δίκιο, άρχισε να φωνάζει και να χαλάει τον κόσμο.
" Το είχα πει εγώ, Άγιοι Απόστολοι, ότι δε μου άρεσε εκείνος ο 'Ντόνι που τριγύριζε στο σπίτι μας".
" Εσείς να μη μιλάτε γιατί δεν ξέρετε τίποτε", τον απόπαιρνε η Τσουπίντα. " Αυτές είναι δικές μας δουλειές. Έτσι παντρεύονται τα κορίτσια, αλλιώς μένουν στο ράφι σαν παλιές κατσαρόλες".
" Τι γάμους ονειρεύεσαι, δεν είδες που ήρθε ο κλητήρας;"
Η Τσουπίντα τον φασκέλωσε. " Γιατί, εσείς ξέρατε ότι θα ερχόταν ο κλητήρας; Μια ζωή γαβγίζετε, αλλά πάντα κατόπιν εορτής κι ούτε το δαχτυλάκι δεν κουνάτε για κάνετε κάτι. Στο τέλος - τέλος ο κλητήρας δεν τρώει πια ανθρώπους!"
Ο κλητήρας δεν τρώει βέβαια ανθρώπους, αλλά οι Μαλαβόλια απόμειναν ξεροί, λες και τους ήρθε αποπληξία, και καθισμένοι ένα γύρο στην αυλή κοιτάζονταν αμίλητοι· εκείνη τη μέρα, που ήρθε ο κλητήρας, δε στρώθηκε τραπέζι στο σπίτι των Μαλαβόλια...


Giovanni Verga, Το σπίτι με τη μουσμουλιά ( Οι Μαλαβόλια ), μετφρ.Κούλα Κυριακίδου - Καφετζή, Εξάντας, Αθήνα 1991
" Τούτη η ιστορία είναι μια αληθινή και αντικειμενική μελέτη όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στις ταπεινές τάξεις, των πρώτων ανησυχιών τους για καλύτερη ζωή και της αναστάτωσης που φέρνει μέσα σε μια σχετικά ευτυχισμένη ως τώρα οικογένεια η ακαθόριστη λαχτάρα για το άγνωστο, η συνειδητοποίηση ότι δεν ζει καλά ή ότι πάντως θα μπορούσε να ζει καλύτερα...
...Στο Σπίτι με τη μουσμουλιά, βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στον αγώνα για την απόκτηση βασικών υλικών αγαθών...
...Οι Μαλαβόλια είναι οι ηττημένοι. Αυτοί που το ρεύμα ξέβρασε στην ακτή αφού πρώτα τους παρέσυρε, τους καταπόντισε, τον καθένα με τη σφραγίδα των αμαρτιών του που θα' πρεπε να' ναι η ακτινοβολία της αρετής του..." ( Giovanni Verga, 1881)

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Ο αμανές του κουραμπιέ

Έτσι, για το καλό και για να ξεφύγουμε λιγάκι με τις εκπληκτικές φωνές των STRINGLESS. 
Τι είναι οι STRINGLESS;
 Πέντε Στρίγγλες;
Μπάντα χωρίς έγχορδα;
Γυναίκες που δεν προτιμούν τα ''στρινγκ'';!
 Ίσως όλα αυτά μαζί αλλά και πολλά περισσότερα.
 Το γυναικείο πολυφωνικό συγκρότημα STRINGLESS ασχολείται με τον ήχο που παράγει το ανθρώπινο σώμα, κατά κύριο λόγο η φωνή, αντικαθιστώντας όλα τα μουσικά όργανα. 

Αμάν... είναι ο πόνος μου μεγάλος
και δε χωράει άλλος κουραμπιές!

Η άχνη πως απλώνεται σαν χιόνι στην πιατέλα
κι όλου του κόσμου τα γλυκά να μου φωνάζουν ''έλα!
Μελομακάρονα βουνό απάνω στο τραπέζι
κι η βασιλόπιτα πιο κει το μάτι να μου παίζει

Κι ο μορφονιός απέναντι, γλυκός σαν πετιμέζι
πως θα θελα να ήμουνα η Τζένη η Καρέζη

Στη ζυγαριά, στη ζυγαριά!
Αχ, θα βάλω εφτά κιλά! 

Τσουρέκια και σιροπιαστά, Θεέ μου πως θα αντέξω;
ας πιω καμιά γουλιά κρασί το στόμα μου να βρέξω

Μες στη θολούρα του κρασιού, μου 'ρχεται να χορέψω
μα μες στο παντελόνι μου δεν ξέρω αν θα χωρέσω

Στη ζυγαριά, στη ζυγαριά!
Αχ , από Δευτέρα δίαιτα!

Μπουρέκια μοσχομυριστά, σκαλτσούνια και μπαμπάδες
γλιστρούν μέσα απ' τα δάχτυλα δεκάδες, δωδεκάδες

Πόσο σιρόπι έβαλες στο ρεβανί βρε μάνα;
και φούσκωσα και πρήστηκα ωσάν τη μελιτζάνα...

Πιες μια σόδα, πιες μια σόδα...
Αχ, ο κουραμπιές!

ΣΟΥΤΙΕΝ !!!

στίχοι, μουσική : Έλσα Μουρατίδου
ενορχήστρωση: STRINGLESS

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Και επί γης ειρήνη...

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Χριστός
μοιράσαν στον στρατό διπλή μερίδα
δεν πρέπει να πεθάνει νηστικός
αυτός που πολεμά για την πατρίδα.

Ξεκίνησε η πρώτη διμοιρία
μεγάλο μακελειό πάλι θα γίνει
ξεκίνησε και ψέλνει η χορωδία
και επί Γης ειρήνη, και επί Γης ειρήνη.

Κουράστηκε απόψε ο εχθρός
εμείς θα τους νικήσουμε, το είδα
για `κείνους δε γεννήθηκε ο Χριστός
δεν φάγανε αυτοί διπλή μερίδα.

Ορμάμε μες στη μάχη σαν θεριά
δεν πρέπει ζωντανός κανείς να μείνει
και πίσω τραγουδά η χορωδία
και επί Γης ειρήνη, και επί Γης ειρήνη.

Πολέμησε απόψε κι ο Χριστός
μαζί μας, λέει στον λόγο του ο Στρατάρχης
για κοίτα πώς κατάντησε ο Θεός
φονιάς του καθενός και κομματάρχης.

Μοιράσανε κρασί στη διμοιρία
μεγάλο γλέντι σήμερα θα γίνει
και ψέλνει δυνατά η χορωδία:
και επί Γης ειρήνη, και επί Γης ειρήνη

Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Μουσική: Κώστας Χατζής
Τραγούδι: Κώστας Χατζής

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο θηλυκός Άη - Βασίλης ( Χριστουγεννιάτικος μύθος)

Θα γνώριζε ποτέ το χωριό του Πουλντρεζίκ μια περίοδο ειρήνης; Εδώ και πενταετίες, το σπάραζαν οι αντιθέσεις καθολικών και φιλελευθέρων, σχολείου των Φρέρηδων και δημόσιου σχολείου, εφημερίου και δασκάλου. Οι εχθροπραξίες που δανείζονταν τα χρώματα των εποχών, με τις γιορτές του τέλους της χρονιάς τυλίγονταν τη λάμψη του μύθου. Η νυχτερινή λειτουργία των Χριστουγέννων γινόταν για πρακτικούς λόγους στις 24 Δεκεμβρίου στις 6 η ώρα το βράδυ. Την ίδια όμως ώρα, ο δάσκαλος, μεταμφιεσμένος σε Άη Βασίλη, μοίραζε παιχνίδια στους μαθητές του δημόσιου σχολείου. Έτσι εξ αιτίας του ο Άη Βασίλης γινόταν ένας παγανιστής, φιλελεύθερος και αντικληρικός ήρωας, κι ο εφημέριος του αντιπαράθετε το μικρό Χριστό της ζωντανής φάτνης του - περίφημης σ' όλη την περιοχή - όπως δίνει κανείς ένα ράπισμα αγιασμού στο πρόσωπο του Διαβόλου.
Αλήθεια, το Πουλντρεζίκ θα γνώριζε κάποια ανακωχή; Κι αυτό γιατί ο δάσκαλος, παίρνοντας τη σύνταξή του, είχε αντικατασταθεί από μία δασκάλα η οποία δεν ήταν από την περιοχή, κι όλος ο κόσμος την παρακολουθούσε για να δει τι σόι πράγμα ήταν. Η Κα Οϊζελέν, μητέρα δύο παιδιών - εκ των οποίων, το ένα μωρό τριών μηνών - ήταν χωρισμένη, γεγονός που έμοιαζε ν' αποτελεί εγγύηση λαϊκής πίστης. Ωστόσο από την πρώτη κιόλας Κυριακή θριάμβευσε η μερίδα των καθολικών του χωριού, όταν είδαν την καινούρια δασκάλα να μπαίνει στην εκκλησία.
Τα πράγματα έμοιαζαν τελειωμένα. Δεν θα υπήρχε πλέον βέβηλο χριστουγεννιάτικο δέντρο την ώρα της "νυχτερινής " λειτουργίας των Χριστουγέννων κι ο εφημέριος θα έμενε μοναδικός κυρίαρχος του γηπέδου. Η έκπληξη λοιπόν ήταν μεγάλη όταν η Κα Οϊζελέν ανακοίνωσε στους μαθητές της ότι δεν θα άλλαζε τίποτε από την παράδοση, κι ότι ο Άη Βασίλης θα μοίραζε δώρα του τη συνηθισμένη ώρα. Τι παιχνίδι έπαιζε; Και ποιος θα κρατούσε το ρόλο του Ά Βασίλη; Ο ταχυδρόμος κι ο αγροφύλακας, τους οποίους όλος ο κόσμος έβαζε με το νου εξαιτίας των σοσιαλιστικών τους ιδεών, διαβεβαίωναν ότι δεν ήξεραν τίποτα. Η απορία κορυφώθηκε, όταν μαθεύτηκε ότι η Κα Οϊζελέν δάνειζε στον εφημέριο το μωρό της για να κάνει το μικρό Χριστό της ζωντανής φάτνης του.
Στην αρχή όλα πήγαν καλά. Ο μικρός Οϊζελέν κοιμόταν βαθιά, ενώ οι πιστοί παρήλαυναν μπροστά από τη φάτνη με τα μάτια γουρλωμένα από περιέργεια. Το βόδι και το γαϊδούρι  - ένα αληθινό βόδι, ένα αληθινό γαϊδούρι - έμοιαζαν συγκινημένα μπροστά στο τόσο  θαυματουργά μετεμορφωμένο σε Σωτήρα μωρό.
Δυστυχώς από την ώρα του Ευαγγελίου άρχισε να είναι ανήσυχο και τη στιγμή που ο εφημέριος ανέβαινε στον άμβωνα ξέσπασε σε ουρλιαχτά. Ποτέ δεν είχε ακουστεί φωνή μωρού τόσο διαπεραστική. Ματαίως η παιδίσκη η οποία παρίστανε την Παρθένο Μαρία το λίκνιζε πάνω στο ισχνό στήθος της. Το βρέφος, κόκκινο από οργή, χτυπώντας χέρια και πόδια, έκανε τους θόλους της εκκλησίας ν' αντιλαλούν από τις σπαρακτικές κραυγές του, κι ο εφημέριος δεν μπορούσε ν' ακουστεί.
Τελικά κάλεσε ένα από τα παιδιά της χορωδίας και του ψιθύρισε στο αυτί μια παραγγελία. Το αγόρι βγήκε χωρίς να βγάλει το φαιλόνι του, και ο θόρυβος από τις γαλότσες του ακούστηκε να σβήνει έξω.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι καθολικοί του χωριού, που ήταν όλοι μαζεμένοι στον εσωνάρθηκα, είχαν ένα αλλόκοτο όραμα που γράφτηκε για πάντα στο Χρυσό Συναξάρι της περιοχής Μπιγκουντέν. Είδαν τον Άη Βασίλη αυτοπροσώπως να εισβάλει στην εκκλησία. Κατευθύνθηκε προς τη φάτνη με μεγάλα βήματα. Έβγαλε τη λευκή βαμβακένια γενειάδα του, ξεκούμπωσε την κόκκινη κάπα του και έτεινε προς το μικρό Χριστό, που είχε αίφνης ησυχάσει, ένα γενναιόδωρο μαστό.


Michel Tournier, Ο Τσαλαπετεινός, μετάφρ. Θανάσης Χατζόπουλος, Εξάντας, Αθήνα 1987


Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΡΗΝΗ

( Άη - Στράτης. 22 -12 - 58)*

Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπό του κόσμου
και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές πούκαψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο λέγοντας: το φως, το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ' το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ' είναι μια κερδισμένη μέρα κ' ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου - όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ' οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.

Και τ' αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ' όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου, 
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρα του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου, 
αυτό' ναι η ειρήνη.

                                              Γιάννης Ρίτσος ( ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953)


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

* Μνήμες Ιστορίας. Σύνθεση - μοντάζ πάνω σε ντοκουμέντα του λαϊκού κινήματος 1944 -61 από τον Θόδωρο Πανάγο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Το ταξίδι των Μάγων


James Tissot, Το ταξίδι των Μάγων, λάδι(1894)

" Το κάναμε με το φτάσιμο του κρύου,
Ακριβώς στον πιο άσχημο καιρό του χρόνου
Για ένα ταξίδι, και μάλιστα ένα τόσο μακρινό ταξίδι: 
Οι δρόμοι απέραντοι και ο χειμώνας τσουχτερός,
Η φοβερή αυγή του χειμώνα".
Και οι πονεμένες καμήλες, πληγωμένες στα πόδια, ακυβέρνητες,
Να είναι πεσμένες κάτω στο χιόνι που έλιωνε.
Υπήρξαν στιγμές που νιώθαμε θλίψη
Για τα καλοκαιρινά ξενοδοχεία στις πλαγιές, τις βεράντες,
Και τα τρυφερά κορίτσια που φέρνουν σερπέτι.
Ύστερα οι καμηλιέρηδες βλαστημώντας και γογγύζοντας
Να φεύγουν τρέχοντας ζητώντας το πιοτό τους και γυναίκες,
Και οι φωνές της νύχτας να σβήνουν, και η έλλειψη καταφυγίου,
Και οι εχθρικές πόλεις και οι μη φιλικές χώρες
Και τα χωριά βρώμικα και το κατάλυμα πολύ ακριβό:
Δυσκολευτήκαμε πολύ σ' αυτό το ταξίδι.
Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη τη νύχτα
Να κοιμόμαστε ελάχιστα στ' αρπαχτά,
Με τις φωνές να βουίζουν στ' αυτιά μας, λέγοντας
Ότι όλο αυτό ήταν μια τρέλα.

  Ύστερα την αυγή κατηφορίσαμε σε μια κοιλάδα με ήπιο κλίμα,
Βρεγμένη, κάτω απ' τη γραμμή του χιονιού, που μυρίζει  βλάστηση.
Μ' ένα χείμαρρο να κυλάει  κι ένα νερόμυλο να χτυπάει το σκοτάδι.
Και τρία δέντρα στο χαμηλό ουρανό.
Κι ένα γέρικο άσπρο άλογο που κάλπαζε μακριά στο λιβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα με κληματόφυλλα στο ανώφλι,
Στην ανοιχτή πόρτα έξι χέρια που παίζουν ζάρια για ασημένια κέρματα,
Και πόδια που κλωτσούν ασκιά κρασιού.
Αλλά δεν υπήρξε συμφωνία, κι έτσι εξακολουθήσαμε
Και φτάσαμε το βράδυ ακριβώς, ούτε στιγμή ενωρίτερα
Να βρούμε τη θέση ήταν (μπορεί να πεις ) ικανοποιητική.

   Όλα αυτά έγιναν πριν από πολλά χρόνια, θυμάμαι,
Και θα το έκανα ξανά, αλλά σημείωσε αυτό
Σημείωσέ το:
Οδηγηθήκαμε σ' όλη εκείνη την πορεία για
Γέννηση ή Θάνατο; Υπήρξε πραγματικά μια γέννηση,
Είχαμε απόδειξη και καμιά αμφιβολία. Είχα δει γέννηση και θάνατο,
Αλλά είχα φανταστεί ότι ήταν διαφορετικά` τούτη η γέννηση ήταν 
Σκληρή και πικρή αγωνία για μας, σαν θάνατος, ο δικός μας θάνατος.
Ξαναγυρίσαμε στα μέρη μας, σε τούτα τα Βασίλεια,
Μα δεν είχαμε πια εδώ άνεση, στην παλιά κατάσταση,
Μ' ένα λαό αλλοεθνή που αδράχνει τους θεούς του,
Ένας άλλος θάνατος θα ήταν προτιμότερος για μένα.

                                                                      Thomas Stearn Eliot
από το Άγγλοι και Αμερικάνοι ποιητές, εκδόσεις "Δωδώνη", Αθήνα - Γιάννινα 1999 σε μετάφραση Άλκη Τσελέντη

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Παραμονή Χριστουγέννων

Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου

Επιμέλεια ofisofi //atexnos

…Δεκέμβρης μήνας. Ο Αντώνης Πάντος κάθεται με δυο άλλα παιδιά απ’ άλλα χωριά, σαν κι αυτόν. Αποβραδύς νηστικά, στέκονταν στο μαγειρείο, μπροστά στις κατσαρόλες  π’ άχνιζαν και κοίταζαν ικετευτικά το μάγειρα στα μάτια. Κείνος άρπαξε την κουτάλα μέσα από τα πλύματα και τους είπε μουσκέβοντας τα από την κορφή ως τα πόδια.

– Ουστ. Φαΐ δεν έχει αν δε μου πληρώσετε τα χρωστημένα.

Ξημερώνει ο θεός τη μέρα. Κι ήταν κοντά τα χριστούγεννα που πλημμυρίζει η γης απ’ του θεάνθρωπου την αγάπη. Στο δρόμο προς το σχολειό, έχει ένα μεγάλο φούρνο. Απόξω τρία παιδιά, κοιτάζουν λαίμαργα τ’ αχνιστά ψωμιά που ξεφουρνίζει κι αραδιάζει ο φούρναρης. Ένας πόνος στην κοιλιά και το χέρι τ’ Αντώνη άθελα τράβηξε μια πέτσα απόνα ψωμί.

Χραπ, έκανε η φκιαριά του φούρναρη πάνω στο χέρι του παιδιού, κι η πέτσα του ψωμιού έπεσε καταγής μ’ ένα δάκρυ  που κύλησε μαζί.

Όποιος δεν είδε νηστικό παιδί μπροστά σε φούρνο, κι όποιος δεν ένιωσε τη λαχτάρα του ψωμιού τίποτα δεν ένιωσε απ’ τους καϋμούς του φτωχόκοσμου…

Κώστας Πουρναράς (Μπόσης), Εμείς θα νικήσουμε, Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», 1953



Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Νίκου Καρβούνη , Πολεμικά Χριστούγεννα

Όταν τα πρώτα σκότη της εσπέρας άρχισαν να κατεβαίνουν από τα καταπράσινα βουνά του Ζαγοριού και να σκεπάζουν την βαθειάν κοιλάδα που εβογγούσεν από τον αντίλαλον της μάχης, οι Τούρκοι ήρχισαν να υποχωρούν.
Ένας λόχος Ελλήνων ερυθροχιτώνων, πλησίον του οποίου ευρίσκετο ο Αρχηγός με το Επιτελείον του, εξακολουθούσε πυρ ταχύ κατά του κέντρου της εχθρικής παρατάξεως. Εβούιζαν οι σφαίρες και οι οβίδες καθώς έσχιζαν τον ταραγμένον χειμωνιάτικον αέρα επάνω από την κοιλάδα και τα δύο ασθματικά πολυβόλα των Τούρκων εσάρωναν επίμονα τους θάμνους της κλιτύος, πίσω από την θέσιν των ερυθροχιτώνων εις μικρόν ύψος επάνω από τα κεφάλια των.
Επί τέλους , όταν το αριστερόν της παρατάξεως των ερυθροχιτώνων εισέβαλαν εις το Γρεβενίτι, που ελεύκαζε μέσα εις τα θάμβη του λυκόφωτος, μέσα εις χλιδήν σκοτεινής πλέον πρασινάδας, οι Τούρκοι έπαυσαν το πυρ , επήραν τα δύο των ορειβατικά και τα πολυβόλα και έφυγαν πίσω από το βουνό, προς το Δρεστενίκο.

Η νύχτα ήτο σκοτεινή. Βαρειά σύννεφα απλώνοντο βιαστικά εις τον ουρανόν και απότομα ουρλιάσματα του βορρά μέσα εις τα δέντρα τα πυκνά επροφήτευαν τη χιονιά. Μέσ' απ' το σκότος των στενών δρόμων του Γρεβενιτιού, γεφυρωμένων εδώ κ' εκεί, διότι έτρεχαν  ρυάκια από τον ανήφορο, εχαιρέτιζαν θερμές ζητωκραυγές την είσοδον των ερυθροχιτώνων. Μετά μίαν ώραν, αφού ετοποθετήθησαν εις τα επίκαιρα σημεία αι προφυλακαί κ' εβγήκαν αι περίπολοι, ο Αρχηγός κατέλυσε με τους αξιωματικούς του Επιτελείου του εις εν από τα μεγαλείτερα σπίτια του χωριού. Ξαπλωμένος εις μίαν κουβέρταν, στο πλάγι ενός πενιχρού τζακιού, όπου έκαιαν χωρίς αναλαμπήν μερικά κούτσουρα, ο Αρχηγός ήκουε τας εκθέσεις των λοχαγών του, όταν ο οικοδεσπότης - γέρος διαβητικός, που είχε ζήσει χρόνια στο Βουκουρέστι και ωμιλούσε και τα Ρουμανικά επαρουσιάσθη με τες κάλτσες του μόνον στο δωμάτιον μαζή με δύο γυναίκες.
- Κύριε Αρχηγέ, αυτές οι γυναίκες ξέρουν το μέρος όπου είναι θαμμένες δυο κάσσες φυσέκια. Τις έκρυψαν εκεί οι Ιταλοί οι Γαριβαλδινοί, όταν έφυγαν από δω για το Ντρίσκο` είχαν χάσει τα μουλάρια και δεν μπορούσαν να τις πάρουν μαζή τους.
Οι άνδρες είχαν εξαντλήσει τα φυσέκια των και δύο κάσσες ήταν εύρημα, δια το οποίον άξιζε να ευγνωμονή κανείς τον θεόν του πολέμου.
Ο Αρχηγός εσυλλογίσθη μία στιγμή, κ' έπειτα με διέταξε με την συνηθισμένην ήρεμον φωνή του:
- Να πάρης μια αγγαρεία και να πάρετε της κάσσες` τα φυσέκια να μοιρασθούν αμέσως στους στρατιώτες που έχουν την μεγαλειτέραν έλλειψιν. Θα μου αναφέρής μόλις εκτελέσης τη διαταγή.

Ετυλίχθηκα στον μανδύαν μου και ακολούθησα τον οικοδεσπότην και τις δύο γυναίκες στο κάτω πάτωμα. Κανείς δεν ωμιλούσεν` ο βορηάς μόνον ούρλιαζε δυνατώτερα τώρα μέσα στου σκολιούς δρόμους του χωριού. Οι γυναίκες επήραν από την αυλή μια αξίνη κ' ένα φτυάρι. Ο οικοδεσπότης μού έδωκεν ένα σωρό δαδιά λεπτοσχισμένα, τα οποία έβαλα στην τσέπη του μανδύα μου αφού εκράτησα εν απ' αυτά, αναμμένο, στο χέρι. Η βαρειά ξύλινη εξώπορτα της αυλής έτριξε και ευρεθήκαμε στον δρόμο τον κατηφορικόν. Ο άνεμος εβασάνιζε τη φλόγα του δαδιού. Οι γυναίκες όμως ήξευραν καλά τον δρόμο και επεράσαμεν απ' όλα τα καταλύματα των λόχων, απ' όπου εδιάλεξα οκτώ άνδρας με δυο δεκανείς.
Καθώς αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε κατά τον ανήφορο, επάνω από το χωριό το δαδί έσβυσε. Να το ανάψω ήτο πολύ δύσκολον` άλλωστε εσκέφθην ότι το προς βορράν αντικρυνό βουνό ήτο ύποπτον ακόμη και δεν ήτο συμφέρον μας να δείξουμε κινούμενον φως εις τον εχθρόν, ο οποίος κατά πάσαν πιθανότητα θα είχεν αφήσει εκεί επάνω προφυλακάς.
Εγλυστρούσαμεν εις τον γλοιώδη πηλόν της ανωφερείας και οι ποδιές των γυναικών ανεμίζοντο με ηχηρά πλαταγίσματα. Οι  άνδρες  ήκουαν σιωπηλοί και ασθμαίνοντες από τον κόπον τον μεγαλόφωνον θρήνον του βορηά που εδέσποζε τώρα, νύκτες, κυρίαρχος τ' ουρανού και των βουνών, κ' επάγωνε τα δάκτυλα των χεριών και τα πρόσωπά μας.

- Είνε μακρυά ακόμα; ερωτούσε σιγανά ένας από τους δεκανείς μίαν από τας γυναίκας που επροχωρούσαν με την αξίναν και το φτυάρι στο δρόμο, σκιές δυσδιάκριτες, σκυφτές, σαν σκιές νεκροθαπτών μεσονυχτιάτικων που ετραβούσαν για κάποιαν άγνωστη ταφή.
- Εδώ γιά είν' το, φτάσαμαν...απήντησε σιγανώτερα η γυναίκα.
Πράγματι, ένας τοίχος ωρθώθη εμπρός μας μέσα στο σκότος. Μια γυναίκα έτρεξε και άνοιξε μιαν ξύλινην εξώθυρα και οι άνδρες επέρασαν ένας - ένας μέσα σε μια μάνδρα. Εδώ ο άνεμος εφυσούσε λιγώτερο. Επροχωρήσαμε ολίγα βήματα προς δύο όγκους που εφαίνοντο σαν να εκινούντο μέσα στο παγερό σκοτάδι. Όταν επλησιάσαμεν, εμαντεύσαμεν ότι ήταν μία καλύβα και ένας σωρός αχύρου.
- Άναψε, καπετάνιο, το δαδί, να ιδούμε για τα φυσέκια, είπαν οι γυναίκες, αφού ακούμβησαν τα σύνεργά των εις το άχυρον.
Ήνωσα δυο τρία μικρά κομμάτια δαδιού και, προφυλακτικά, μισοκαθισμένος πίσω από τον αχυρώνα και με τον μανδύα ξεκουμβωμένον για να προφυλάττη την φλόγα από την μανία του ανέμου άναψα το φως. Έπειτα επροχώρησα, κρατών τα δαδιά κάτω από τον μανδύαν, προς το μέρος όπου εσταμάτησαν οι γυναίκες, αφού εξαναπήραν την αξίναν και το φτυάρι. Οι άνδρες έκαμαν κύκλο τριγύρω μας, ακουμβώντες στα όπλα των στηριγμένα στη λάσπη που άρχιζε να σφίγγη από την παγωνιά. Στη φλόγα του δαδιού, που ανερριπίζετο από τον άνεμον, εφαίνοντο τριγύρω κάποια πρόσωπα φλογώδη με ασταθείς φυσιογνωμίας, από τους κυματισμούς του φωτός, φαντάσματα που σαν να είχαν βγη ξαφνικά από τα έγκατα της γης.
Η αξίνα και το φτυάρι των γυναικών εκτύπησαν τη γη δοκιμαστικά εις δυο τρία σημεία κοντά στ' άχυρα. Στο τρίτο κτύπημα ακούσθηκεν ένα ςήχος υπόκωφος και βαθύς.
- Εδώ είν' τα...
Εγονάτισα, με τη ράχι γυρισμένη προς το αντικρυνό το ύποπτο βουνό, που δεν εφαίνετο στο σκότος, αλλά του οποίου την τοποθεσίαν εγνωρίζαμεν όλοι καλά, και άπλωσα τον μανδύαν μου επάνω από το δαδί. Εγονάτισαν και οι γυναίκες και με τα χέρια των εσκάλισαν ένα λεπτόν μίγμα από άχυρα, κοπριά και χώμα, που εσκέπαζε δύο πλατειές σανίδες. Μερικοί στρατιώται αφήκαν τα τουφέκια των κατά γης και ανεσήκωσαν τις σανίδες` από κάτω εφάνησαν οι δύο κάσσες. Οι άνδρες τις εσήκωσαν με κόπο, οι γυναίκες εσκέπαζαν το κοίλωμα με άχερα και όταν ετοιμάσθησαν όλοι για να κατεβούμε πίσω στο χωριό, εσταματήσαμε μια στιγμή έξω από την θύραν της μάνδρας.

Είχα ανάψει ένα νέο κομμάτι δαδί και καθώς είχε πάρει φλόγα, έλαμψε για μια στιγμή δυνατά ο τόπος τριγύρω.
- Έτοιμοι, παιδιά;
- Έτοιμοι!
- Οι γυναίκες που ξέρετε το δρόμο, τραβάτε εμπρός!... μάρς!
Έξαφνα η μία από τις γυναίκες εσωριάσθη κατά γης. Η άλλη εσταυροκοπήθη τρομαγμένη και εκόλλησεν άφωνη στον τοίχο της μάνδρας.
Εγυρίσαμε μηχανικώς τα κεφάλια προς το μέρος του αντικρυνού βουνού. Ένας φως σταθερόν, μετέωρον μέσα στο χάος το σκοτεινόν εκινείτο αργά - πολύ αργά.
- Μας είδαν οι Τούρκοι! Να πυροβολήσουμε, κυρ δεκανέα; ηρώτησεν ένας στρατιώτης προβάλλων ταυτοχρόνως  το όπλον του.
- Να μην πυροβολήση κανείς, ακόμη και αν πυροβολήσουν. Οι δεκανείς να προσέχετε τους άνδρες σας! διέταξα` έπειτα καθησύχασα τις γυναίκες , αι οποίαι επείσθησαν να προχωρήσουν  εις την ουράν της μικράς συνοδείας , και ήρχισεν ο κατήφορος.
Εις ένα πλάτωμα της κρημνώδους κλιτύος εσταματήσαμεν. Με την αξίνα και τις ξιφολόγχες ανοίξαμεν τις κάσσες που μας εστενοχωρούσαν με το βάρος των εις τον κρημνόν που εγλυστρούσεν απελπιστικά , εσχίσαμεν το μετάλλινον επικάλυμμα του εσωτερικού των και τα φυσέκια εγέμισαν τις πλάκες και τις τσέπες των ανδρών. Μια γυναίκα έλυσε την ποδιά της, την έκαμε πρόχειρο σακκί για τα υπόλοιπα κουτιά των φυσεκιών , και την εφορτώθηκε στη ράχι της.
Το φως αντίκρυ, μέσα στο αδειανό σκοτεινό διάστημα, εξακολουθούσε να μετακινήται....

Επλησιάζαμεν τώρα προς τα πρώτα σπίτια του Γρεβενιτιού. Το βαρύ βήμα της περιπόλου αντήχησε μέσα σε κάποιο σοκάκι και επνίγη μέσα σ' ένα σφύριγμα του ανέμου. Πριν μπούμε στο χωριό, εσταματήσαμε σ' ένα ύψωμα γεμάτο θάμνους και πουρνάρια. Ο άνεμος μάς εκεντούσε με λεπτές βελονιές τα πρόσωπα.
- Χιονίζει...Θα καλοπεράσουμε την αυγή...
- Να ιδήτε που θάχουμε μάχη...από τα αριστερά μας δεν ακούστηκαν οι δικοί μας, του συνταγματάρχη, του κ. Μήτσου.
- Κ' εκείνο το καταραμένο το φως...για κοιτάχτε, βρε παιδιά, πώς χορεύει!...Βάζω στοίχημα πως αγρυπνούν οι Αρβανιτάδες...
Οι συνομιλίες εξακολουθούσαν σιγανά καθώς εμβήκαμε στο χωριό. Πίσω από την προφυλακτικήν κατά του ανέμου προστασίαν ενός τοίχου ανάψαμε δυο - τρία δαδιά και επροχωρούσαμεν εις το κατάλυμα του Αρχηγού .
- Βρε παιδιά, είπεν έξαφνα ζωηρά ένας από τους ερυθροχίτωνας , παραμονή του Χριστού` ποιος να τόλεγε πέρσι τέτοια μέρα πως θα γυρνούσαμε με τα δαδιά για τα κάλαντα, στο Γρεβενίτι!
Το βήμα των ανδρών έγεινε πλέον αργό, σαν να τους είχε βαρύνει κάποια ανάμνησις...Έπειτα ένας από τους δεκανείς άρχισε να τραγουδεί " σόττο - βότσε" 
 Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει....
Δυο τρεις φωνές τον ακολούθησαν. Οι γυναίκες έσκυψαν τα κεφάλια των και η μικρά συνοδεία έφθασε με τον ρυθμόν των καλάνδων στην εξώθυρα του καταλύματος.
Εκεί οι δεκανείς επήραν τους άνδρας των, αφού εξεφόρτωσαν στο χαγιάτι της αυλής τα περισσά φυσέκια, κ' εξεκίνησαν για τους λόχους των.
- Κι από χρόνου, παιδιά!
- Στα σπίτια μας, να δώση ο θεός!
Τα βήματά των εχάθησαν στο σκότος και στο ούρλιασμα του βορηά.
Τα χαράγματα άρχισεν η μάχη, έξαφνη με λύσσα, μέσα στο χιονοστρόβιλο που ελεύκανε τα βουνά, όπου τα έλατα της Πίνδου εφαίνοντο σαν τεράστια χριστουγέννιατικα δέντρα. Μερικοί από εκείνους, που είχαν τραγουδήσει τη νύχτα τα κάλανδα, δεν θα ξανατραγουδήσουν, μήτε θα τα ξανακούσουν πια. 
                                                                        ( Εφημ. " Εστία ", 26 - 12 - 1913 ) 
* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα
Νίκου Καρβούνη, διηγήματα, ηπειρωτικές αναμνήσεις, μελέτες,  επιμελ. Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Ιστορικό Ινστιτούτο Γιάννης Κορδάτος, Αθήνα 1967

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Η καλλιέργεια των Χριστουγεννιάτικων Δέντρων

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για τα Χριστούγεννα,
Από τις οποίες μπορούμε να παραβλέψουμε μερικές:
Η του κοινού, η φλεγματική, η καταφανώς εμπορική,
Η των χωρικών ( τα μπαρ να μένουν ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα),
Η παιδική - η οποία δεν είναι εκείνη του παιδιού
Για το οποίο το κερί είναι ένα αστέρι , και ο αστραφτερός άγγελος
που απλώνει τα φτερά του στην κορυφή του δέντρου
Δεν είναι ένα στολίδι μόνο, αλλά ένας άγγελος.
Το παιδί θαυμάζει το Δέντρο των Χριστουγέννων:
Αφήστε το να συνεχίζει μέσα στο πνεύμα του θαυμασμού
Για τη γιορτή σαν ένα γεγονός και όχι σαν μια παράσταση 
Έτσι λοιπόν η αστραφτερή έκσταση, η κατάπληξη
Της πρώτης ανάμνησης του Δέντρου των Χριστουγέννων,
Όπως και οι εκπλήξεις, δίνουν γοητεία στις νέες κατακτήσεις
( Κάθε μια με την ιδιαιτερότητα της και τη δελεαστική της μυρωδιά),
Η προσδοκία της χήνας ή του διάνου
Και το προσδοκώμενο δέος στην εμφάνισή τους
Έτσι λοιπόν η ευλάβεια και η χαρμόσυνη αίσθηση
Δεν γίνεται να λησμονηθούν μέσα στις μετέπειτα εμπειρίες,
Ούτε μέσα στην ενοχλητική συνήθεια, την κούραση, τη θλίψη,
Την επαγρύπνηση του θανάτου, τη συνειδητοποίηση της αποτυχίας 
Ή μέσα στη θεοσέβεια του προσήλυτου
Ο οποίος μπορεί να μολύνθηκε με εγωιστική έπαρση
Δυσάρεστη στο Θεό και μη σεβαστή στα παιδιά
( Κι εδώ θυμάμαι ακόμα μ' ευγνωμοσύνη την Αγία Λουκία,
Τα κάλαντά της, και τη φωτεινή της κορόνα):
Έτσι λοιπόν πριν το τέρμα, τα Χριστούγεννα των ογδόντα χρόνων
( Στα " ογδόντα " έχει ο καθένας την αίσθηση ότι είναι το τέλος)
Οι συσσωρευμένες αναμνήσεις της ετήσιας συγκίνησης
Μπορούν να συμπυκνωθούν σε μια απέραντη χαρά
Που θα είναι επίσης κι ένας απέραντος φόβος , όπως στην περίπτωση
Που ο φόβος κατελάμβανε κάθε ψυχή:
Γιατί η αρχή θα μας θυμίζει το τέλος
Και το πρώτο φτάσιμο το δεύτερο φτάσιμο.
                                                                         Thomas S.Eliot, Ariel Poems

 Άγγλοι και Αμερικανοί ποιητές, μτφ. Αλκή Τσελέντη Εκδόσεις "Δωδώνη", Αθήνα - Γιάννινα 1999