Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Τα παιδιά του Σπάρτακου

 "Τα παιδιά του Σπάρτακου" είναι ένα μυθιστόρημα που ξεκίνησε να γράφει η Διδώ Σωτηρίου από το 1962, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ και γι' αυτό δεν είχε εκδοθεί. Εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2011 σε ημιτελή μορφή με την επιμέλεια της Έρης Σταυροπούλου , η οποία το προλογίζει εκτενώς αναφερόμενη στις περιπέτειες των ανθρώπων και στις περιπέτειες των βιβλίων. Γράφει ανάμεσα στα άλλα ότι: 
" Το μυθιστόρημα το είχε προαναγγείλει η Σωτηρίου ήδη από το 1962: " Γράφω διάφορα και σχεδιάζω ένα μυθιστόρημα, την " Κόρη του Σπάρτακου", που θα έχει για ηρωίδα μια σύγχρονη Θρακιώτισσα εργάτρια". 
Ένα μικρό απόσπασμα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο το 1991 με τον οριστικό τίτλο " Τα παιδιά του Σπάρτακου" και με την επισήμανση ότι προέρχεται από ανέκδοτο μυθιστόρημα.
Εκτός όμως από αυτά τα λιγοστά στοιχεία το μυθιστόρημα "αναδύθηκε" αποσπασματικά από την αφάνεια με την εύρεση αρχικά ενός μικρού μέρους μαζί με άλλα χειρόγραφα στο πατάρι του σπιτιού της Σωτηρίου στα Άνω Ιλίσια. Παράλληλα, η δωρεά από την αδελφή της Έλλη Παππά και τον ανηψιό της Νίκο Μπελογιάννη του μέρους του αρχείου της Σωτηρίου, που είχε σωθεί, στο Ε.Λ.Ι.Α. - ΜΙΕΤ( Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης) και κατόπιν η ταξινόμησή του από την υπεύθυνη των Αρχείων Λογοτεχνίας του Ε.Λ.Ι.Α. κ. Σοφία Μπόρα έφερε στην επιφάνεια όλο το υπάρχον υλικό του μυθιστορήματος...
Πράγματι, Τα παιδιά του Σπάρτακου δεν έχουν σωθεί στην τελική επεξεργασμένη μορφή τους...
Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, το υπάρχον όχι ολοκληρωμένο κείμενο και το σχέδιο του μυθιστορήματος, προκύπτει ότι θα ήταν ένα πολυπρόσωπο έργο, που η ιστορία του θα διαδραματιζόταν αρχικά στη Θράκη και πιο συγκεκριμένα στο Σουφλί και κατόπιν στην Αθήνα, ενώ θα διαρκούσε από τις αρχές του 2ου αιώνα ως την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο κύριος θεματικός ειρμός του ήταν η συνδικαλιστική και αντιστασιακή δράση που ανέπτυσσαν αρκετοί ήρωες. Ας μη θεωρηθεί, όμως, ότι έχουμε μόνο ένα μυθιστόρημα με θέση, για να προβληθεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Τα παιδιά του Σπάρτακου είναι...έργο που προβάλλει τα τραγικά υπαρκτά προβλήματα του τόπου το πρώτο μισό του 2ου αι. Αν μάλιστα προσέξουμε τα λόγια ορισμένων προσώπων...βλέπουμε ότι ...εδώ διαγράφεται η επιθυμία για μια ήρεμη καθημερινή ζωή με την υπέρβαση των πολιτικών αντιθέσεων...
...με Τα παιδιά του Σπάρτακου θέλησε, όπως φανερώνει και ο τίτλος, να αφηγηθεί μια ιστορία από την πορεία του αριστερού εργατικού κινήματος στη χώρα μας. Γι' αυτό και διάλεξε τον Σπάρτακο ως παγκόσμια γνωστό σύμβολο εξέγερσης και ακατάβλητης μαχητικότητας. Ακόμη, αξιοποιώντας τη θρακιώτικη καταγωγή του Σπάρτακου, έστρεψε πολύ νωρίς την προσοχή της σε μια πόλη της Θράκης, το Σουφλί, που δεν είχε απασχολήσει τους λογοτέχνες μας, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη ή τα Γιάννενα. Ο συγκεκριμένος χώρος δεν σχετιζόταν μόνο με τους εργατικούς αγώνες των σηροτρόφων - θέμα ελάχιστα γνωστό στο πλατύ αναγνωστικό κοινό -, αλλά πρόβαλλε, επίσης, έναν ιδιότυπο "κοσμοπολιτισμό", στην πραγματικότητα την αναγκαία λεπτή ισορροπία συνύπαρξης των χριστιανών με τους μωαμεθανούς κατοίκους του, καθώς και με τους βόρειους και ανατολικούς γείτονές του. Αυτόν τον " κοσμοπολιτισμό" αλλά και τους κινδύνους της κακής γειτονίας γνώριζε πολύ καλά η Σωτηρίου από τη ζωή της στη Μικρά Ασία.
Τέλος, η μετέπειτα μεταφορά της δράσης στην Αθήνα της επέτρεπε να αναπτύξει νέα επιμέρους θέματα, που δεν προβάλλει σε άλλα  βιβλία της...
Επιπλέον, στο έργο προτείνεται και μια διαφορετική αναγωγή του συμβόλου του Σπάρτακου. Όπως η επανάσταση εκείνου και των ταπεινών και καταφρονεμένων συντρόφων του πνίγηκε στο αίμα, αφού όμως πρώτα συγκλόνισε την τεράστια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ανάλογα και ο αγώνας των αριστερών μπορεί να έληξε με τις διώξεις τους στο τέλος του Εμφυλίου, έγινε όμως ορόσημο της νεότερης ελληνικής ιστορίας..."

Το κασόνι και τα τσοκαράκια της Βασιλιώς .... (φώτο: Δαμασκηνίδου Α.)
Η φωτογραφία από το σχολικό  ιστολόγιο Τα παιδιά του Σπάρτακου


 " Μιλάει η Βασιλιώ, σήμερα"

Δυο λόγια να προστέσω, λέω κι εγώ, σ' αυτήν εδώ την ιστορία, μιας και αναφέρθηκε και το δικό μου όνομα. Μια για τα εγκαύματα που μου' καναν σα δούλευα μικρό παιδί στο μεταξουργείο του Χακίμη. Και δεύτερη στις θύμισες του μακαρίτη του πατέρα μου, όταν  μίλησε για τη φυλάκισή μου τότε στον Εμφύλιο. Το μόνο που λησμόνησε να πει ήταν ότι τόσο εγώ όσο και η Χρύσα, δυο φορές καταδικαστήκαμε σε θάνατο και δυο φορές γλιτώσαμε κατά λάθος κι όχι με δικιά μας υποχώρηση.
Ο καημένος ο πατέρας ως τη στερνή πνοή του δεν κατάλαβε το φταίχτη για όσα τράβηξε η φαμελιά του και οι συνάνθρωποί μας. Και δεν είναι ο μόνος πως νόμιζε πως ήταν από Θεού να' χει ο αγρότης κλειστά μάτια κι αυτιά...
Μη νομίσετε πως μεγαλοπιάνουμαι και ξέρω καλά τον κόσμο. Δεν ήμουνα ποτέ καύχημα για κανέναν. Δεν ήξερα να λέω τι σκέφτομαι. Ό,τι ένιωθα το καταχώνιαζα στα βάθη της ψυχής μου. Κι όταν βγήκα από τη φυλακή μετά είκοσι χρόνια, ώριμη πια γυναίκα, σε τίποτα και πουθενά δεν αναδείχτηκα. Έμεινα μια εργάτρια μέσα σε χιλιάδες άλλες. Ούτε που αξιώθηκα να παντρευτώ και να αποκτήσω παιδιά. Τα χρόνια της νιότης μου τα' χε καταπιεί η φυλακή. Οι συναγωνιστές μου κείνη την εποχή μού αναγνωρίζανε αυταπάρνηση και ηρωισμό, γιατί πιστά πάντα υπηρέτησα πατρίδα και λαό.
Όμως τα χρόνια εκείνα η αυταπάρνηση κι ο ηρωισμός πέρσευαν. Τόσο πέρσευαν που κανέναν δεν εντυπωσιάζανε. Άμα τύχαινε κουβέντα και για μένα, οι συχωριανοί μας λέγανε " Η Βασιλιώ; Α, το καημένο τράβηξε κι αυτό του Χριστού τα πάθη..."
Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό πως μ' αδικήσανε και πως θ' άξιζε να πούνε κάτι καλύτερο. Ανήκα στους ανθρώπους που - όπως έλεγε κι ο άμοιρος ο πατέρας μου - δεν ήταν κεφαλές. Ήταν χέρια που δουλεύουν και πόδια που περπατούν όπου τα διατάξουν. Μόνο που εγώ δεν περπάτηξα όπως θέλανε κείνοι που μας κυβερνούσαν. Εγώ υπάκουσα στους άλλους που είχαν την τιμή να καταστρώνουν τα σκέδια για να πάει μπροστά η υπόθεση της απελευθέρωσης της πατρίδας και του ανθρώπου από τυράγνιες, φτώχεια και καταπίεση.
Όπως κάθε απλός στρατιώτης έτσι κι εγώ δεν ξέταζα και δεν έκανα κρίσεις ακόμα κι όταν βάδιζα στο θάνατο. Το τονίζω, γιατί η αδερφή μου, η Χρύσα, έρχεται σήμερα και λέει πως τούτη η τυφλή μας υπακοή δεν ήταν προτέρημα και πως το μόνο που διαφέραμε απ' τον πατέρα ήταν που στη θέση του Θεού βάζαμε άλλους "αλάθητους, παντογνώστες και παντοδύναμους". Πικραίνουμαι να την ακούω και συχνά ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου και καβγαδίζουμε άπρεπα. Όμως ας μην μπερδευτούμε τώρα μ' αυτά τα...οικογενειακά μας. Εκείνο που θ' άξιζε να σας ιστορήσω είναι πώς μου κάψανε το λαιμό τότες που δούλευα στο εργοστάσιο. νομίζω πως αυτό το μικρό περιστατικό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, μα και της μάνας μου και του Νεόφυτου κι όλης της οικογένειας μας που σταυρώθηκαν.
Όταν πρωτομπήκα στο εργοστάσιο ήμουνα τόσο μικρή που για να φτάνω στον πάγκο της δουλειάς πατούσα πάνω σε κασόνι. Ωστόσο πρέπει πως θα τα κατάφερνα, για να με κρατάει το αφεντικό και να πλερώνει εκείνο το τιποτένιο μεροκάματο. ΄Ήμασταν βλέπετε μεγάλη και φτωχή φαμελιά και οι πενταροδεκάρες λογαριάζονταν κι αυτές.
Ξύπναγα πριν χαράξει η μέρα, όπως οι μεγάλοι, και με το πρώτο γκάρισμα του γαϊδάρου φορούσα τα τσοκαράκια κι έπαιρνα κι εγώ το μακρύ δρόμο που έφερνε στο εργοστάσιο. Μια φορά, θυμάμαι, ήταν Γενάρης και το γκατζόλι μας, άγνωστο γιατί, γκάριξε μέσα στο μεσονύχτι. Ρολόι δεν είχαμε κι από φόβο μην αργήσω, πήρα το δρόμο τρεχάλα όλο δέος, γιατί δε συνάντησα ψυχή, παρεκτός το άγριο σκοτάδι και το ξεροβόρι. Ο επιστάτης με πρόγκηξε που τον αγουροξύπνησα και μ' έστειλε όχι μονάχα στο διάολο, μα και να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου για να' ρθω την πρέπουσα ώρα.
Το περιστατικό με τα εγκαύματα έγινε λίγο αργότερα, τον Ιούλιο. Στο τμήμα που δούλευα βράζαν τα καζάνια του κουκουλιού κι ήταν σωστή κόλαση με τον ατμό και δυσκόλευες και ν' ανασάνεις και να δεις το διπλανό σου. Μια καυτή ομίχλη σε κύκλωνε. Θαρρούσες πως ζούσες εφιάλτη. Κείνη τη μέρα είχα φέρει μαζί μου μια κουκλίτσα που μόλις είχα φτιάξει μόνη μου. Ήταν μια τρυφερή μελιτζανούλα που της είχα βάλει μάτια από αρακά, μια φετούλα σφιχτή κι ολοκόκκινη ντομάτα για χείλη, δυο ξυλάκια για χέρια και ρούχο από τις χοντρές ίνες μετάξι που πετούσαν για άχρηστες οι τεχνίτρες.
Δεν την είχα χορτάσει τη Μελιτζανούλα μου κι ήθελα λίγο να παίξω μαζί της, να τη χαϊδέψω και να της πω να μην παραπονιέται με τη ζέστα και μου μαραθεί, γιατί μόλις θα σκολνούσαμε  θα την πήγαινα περίπατο στο ποτάμι, να την κολυμπήσω να δροσιστεί. Έλα όμως που πάνω στις τρυφερότητές μας, βγήκε μπροστά μου τ' αφεντικό.
Στη ζωή μου δεν είδα άνθρωπο πιο θυμωμένο. Οι αγριοφωνάρες και οι απειλές του με κάναν τόσο να σκιαχτώ, που κατουρήθηκα. Και να ήταν μόνο οι αγριοφωνάρες. Μέσα στη λύσσα του αρπάζει τη Μελιτζανούλα μου, την ποδοπατάει και την κάνει λιώμα. Κι ως δεν ξεθύμανε ούτε μ' αυτό, αρπάζει μια δέσμη ζεματιστό μετάξι και μου την περνάει στο λαιμό. Λαχτάρησα από τον πόνο κι ένιωσα σαν να καιγόμουνα μέσα σε φλόγες. Ο λαιμός μου φουσκάλιασε και πλήγιασε. Και πριν συνέλθω, κάτι άλλο όρμησε απ' τα κατάβαθα της ψυχής μου, η ταπείνωση, και μ' έκανε να πάρω δρόμο και τρέχοντας να κλαίω και να σπαράζω ως να φτάσω στη μάνα μου.
Συνήρθα, όχι με το λάδι και την ντομάτα που με παράλαβε, μα με το δικό της σπαραγμό και τις κατάρες που ξεστόμιζε για τον κακούργο που μας ξευτέλισε. Έτρεξε κι ο Νεόφυτος κι έσφιγγε κι αυτός τις γροθιές και τα δόντια του. Και παίρνοντάς με απόμερα μ' έπεισε να μην κλαίω, γιατί τα παιδιά του Σπάρτακου δεν κλαίνε, παλεύουνε για να μην υπάρχουνε Χακίμ, που ζεματάνε μικρά παιδιά.
Ύστερα καθώς καθίσαμε κι οι τρεις στο κατώφλι, η μάνα μας αναθυμήθηκε μια μια τις ταπεινώσεις και τα βάσανα της φτωχολογιάς. Μίλησε και για το θάνατο της μάνας της και του πατέρα της του Γιώργου, που σαν έπαιζε την γκάιντα του κλαίγανε κι οι πέτρες. Την ορφάνια και τη φτώχεια των αδελφιών της, που πήραν τις στράτες να τη χαρίσουνε σ' όποιον χριστιανό θα δεχόταν να την πάρει. Μίλησε και για τους Βαλκανικούς πολέμους και όσα ακολούθησαν, προσφυγιά, τρόμος, πείνα, θανατικό. Και τι δε μας ιστόρησε...
Όλα αυτά πρέπει πως, κρυμμένα στα κατάβαθα της ψυχής μου, δουλεύανε. Κι όταν βρέθηκα μπροστά στους ξένους στρατοδίκες της Κατοχής κι αργότερα στους ντόπιους, που μου ζήτησαν ν' αρνηθώ τις ιδέες μου, αν ήθελα να ζήσω, εγώ απάντησα: " Προτιμότερο ο θάνατος".
Ώρες ώρες, καθώς δουλεύω στο υφαντουργείο, σκέφτομαι τα σημερινά κορίτσια, που έχουνε αληθινές κουκλίτσες, που έχουν προσφάι και καθαρό ρούχο και που πολλά τα στέλνουν οι γονέοι τους στα σκολεία κι όχι στις φάμπρικες και που κανένας Χακίμης δεν τολμά να τα ζεματίσει, και λέω σπολάτη. Δεν πήγαν χαμένοι οι αγώνες μας.

Διδώ Σωτηρίου, Τα παιδιά του Σπάρτακου. Πρόλογος - Επιμέλεια: Έρη Σταυροπούλου, Κέδρος, Αθήνα 2011

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Βορειοδυτικά


 Αώος, Άραχθος, Αχέροντας

                                           Καλαμάς και Λούρος

Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία

                                            της Πατρίδας.

Γιάννης Ζαρκάδης, Αχερουσία μνήμη

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Τα αδέλφια

 
Το χωριό έμενε  ριζωμένο στο βουνό, αθέατο από τη μεριά της θάλασσας. Τα τελευταία χρόνια όμως, δειλά στην αρχή, αδιάντροπα, λαχανιαστά στο τέλος, κατηφόρισε στην ακτή. Στη θάλασσα έρχονταν οι ξένοι, αστραφτερά τα αυτοκίνητα, κατάξανθες οι γυναίκες, εδώ κατέβηκε και το χωριό κι απλώθηκε στην αμμουδιά, φιδιού πουκάμισο. Χτίστηκαν δωμάτια άνυδρα για νοίκιασμα, διώροφα συγκροτήματα με σκουριασμένες τις αναμονές, εστιατόρια και κέντρα διασκέδασης με τους βόθρους απορροφητικούς, δίπλα στο κύμα. Ήταν ονομαστή η Μακρύαμμος για τη φυσική της ομορφιά, ξακουστή πια και πέρα από τα σύνορα της επικράτειας. Ένας κόρφος ήταν, ένα χιλιόμετρο το άνοιγμα, και γύρω γκριζοπράσινα βράχια. Ο άμμος λεπτόκοκκος, ρύζι, να τρέχει πάνω στο σώμα, χάδι τρυφερό, και να συνεχίζεται μέσα στη θάλασσα, ξανθός βυθός πέρα στα βαθιά. Τα νερά ξέθωρα γαλάζια, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, μέχρι τον σκοτεινό όγκο του νησιού. Ένας βράχος ήταν το νησί, καύκαλο στεγνό, ούτε φύτρα πάνω του, φιδότοπος. Οι ντόπιοι δεν τον πατούσαν. Τον ψάρευαν γύρω γύρω, αλλά το πόδι τους πάνω δεν τον ακουμπούσαν, το' χαν για κακό. Το ακρογιάλι ερήμωνε το φθινόπωρο. Καταιγίδες και τραμουντάνες το χτυπούσαν κατάφατσα, δεν κρατιόταν τίποτα ορθό πάνω του, ούτε φυτό ούτε ζωντανό. Αυτοί οι άγριοι άνεμοι που έτρωγαν και γούβιαζαν τους βράχους, οι ίδιοι ξέβγαζαν αιώνες τώρα την αμμούδα και τη λάμπρυναν και τη φανέρωναν, έγχρωμη αστραφτερή, στα αδηφάγα μάτια των θερινών παραθεριστών. Οι ντόπιοι τον χειμώνα επέστρεφαν στο πάνω χωριό και κατοχύρωναν τα θερινά τους κέρδη. Ακίνητα στην πόλη, προίκες για τα κορίτσια, αυτοκίνητα για τα παιδιά, ώρες άπρακτες στις τσόχες των καφενείων για τους ίδιους. Την άνοιξη ημέρευαν οι άνεμοι και μπορούσες να σταθείς ορθός πάνω στα βράχια. Τότε, μετά την Πασχαλιά, κατέβαιναν πρώτες οι γυναίκες του χωριού στο ακρογιάλι. Μαυροντυμένες, μόλις είχαν τελειώσει με τις δουλειές των σπιτιών τους, μυρμηγκιά, σκαρφάλωναν στα βράχια και καθάριζαν με φροντίδα τις γούβες. Απομάκρυναν απόνερα, σκουπίδια, αλισάχνη και φύκια και γυάλιζαν τις γούβες όπως τα ασημικά τους. Ύστερα τις έστρωναν με καθαρό κερί, να μη βαστάν την υγρασία, και τις σκέπαζαν με προβιές. Ήταν αμέτρητες οι γούβες και τα μεσημέρια κοντά, γι' αυτό η εργασία διαρκούσε μέρες και μήνες μέχρι όλα να είναι έτοιμα. Την πρώτη πανσέληνο του καλοκαιριού, για το πανηγύρι. Εκείνο το απόγευμα κατέβαιναν όλοι στα βράχια, άνδρες και γυναίκες. Ξεσκέπαζαν προσεκτικά τις γούβες και τοποθετούσαν  μέσα σφουγγάρια, φυσικά παλιότερα, πλαστικά τώρα, ποτισμένα  με γλυκό πηγαδίσιο νερό. Οι άνδρες έρχονταν οπλισμένοι με γερά ρόπαλα, φτιαγμένα από ροζιασμένα κλαδιά ελιάς, κι οι γυναίκες με δρεπάνια και δίκρανα. Αφού τα ετοίμαζαν όλα, αποσύρονταν πίσω από την αυλαία των βράχων και περίμεναν ακίνητοι και σιωπηλοί, ούτε τσιγάρο ούτε ανάσα. Γύρω στα μεσάνυχτα έφταναν τα φίδια από το νησί. Εκμεταλλεύονταν την πολύωρη φωταψία της νύχτας  για να προφτάσουν να καλύψουν την απόσταση μέχρι την ακτή και να επιστρέψουν. Κολυμπούσαν περήφανα με τη ραχοκοκαλιά ορθή, κρατώντας το κεφάλι ψηλά, έξω από το νερό, σαν τα αθώα αλογάκια της θάλασσας. Έφταναν κι ανέβαιναν πάνω στα βράχια, σέρνονταν. Το μύριζαν από μίλια μακριά το γλυκό νερό, σαν τα χαμένα το έψαχναν, αλλά δεν έβρισκαν ούτε σταγόνα. Έτσι, αναγκαστικά μαζεύονταν γύρω από τις γούβες και προσπαθούσαν, με κόπο, να απομυζήσουν το νερό από τους βρεγμένους σπόγγους. Αργοπορούσαν. Απορροφημένα από την επίμονη προσπάθεια, ζαλισμένα, αμάθητα στα θαλασσινά ταξίδια, δεν έδιναν σημασία στα ανάλαφρα πατήματα που ζύγωναν από παντού. Οι χωρικοί τα αποδεκάτιζαν. Με τα αυτοσχέδια ρόπαλά τους συνέτριβαν  τα κεφάλια των φιδιών μέσα στις γούβες. Οι γυναίκες από πίσω, τα κατακομμάτιαζαν, τα τελείωναν. Τα καθάριζαν στα γρήγορα, όσα πρόφταιναν, όσα έβρισκαν μπροστά τους, πριν πάρουν μυρωδιά οι ξένοι και το φως. Τα φοβόντουσαν οι επισκέπτες τα φίδια, όπως και καθετί που δεν αναφέρονταν στα ταξιδιωτικά τους φυλλάδια και στις έγχρωμες φωτογραφίες. Το φως τα' βρισκε όλα καθαρά. Πλυμένα τα βράχια, εξαφανισμένα τα φίδια, αναίμακτη η αμμουδιά. Όλα ξημέρωναν έτσι όπως τα φαντάζονταν οι παραθεριστές. Παρ' όλο το ξεκλήρισμα, όσα φίδια γλίτωναν, και πάντα γλίτωναν μερικά, χωρίς ουρά, με τσακισμένη τη ραχοκοκαλιά, κουτσουρεμένα, χωρίς δόντια, χωρίς μάτια, ξαναγύριζαν την επόμενη πανσέληνο, για να υποστούν και πάλι την ίδια υποδοχή. Την ίδια πανωλεθρία. Δεν είχαν άλλη επιλογή, δεν ήταν δεντρογαλιές ή υδρίες περίτρομες, όχεντρες ήταν ιοβόλες, από το σπέρμα τους αλύγιστες στη δίψα, στην ξηρασία και στον διωγμό. Το' χαν όμως ανάγκη το γλυκό νερό, γιατί μόνο μ' αυτό φτιάχνουν θανατηφόρο το φαρμάκι τους.
Σαν όχεντρες και μεις, αδέλφια...
( Πόσο φαρμάκι να φτιάξεις σε μια ζωή;
Γιατί;
Ποια είναι τα αδέλφια;)

Τάσος Χατζητάτσης , Ασκήσεις μνήμης. Έντεκα Σικελικοί Εσπερινοί. Στη σφενδόνη, Πόλις , Αθήνα 2008

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

Το κορίτσι με το άσπρο πουλί

 
Ο Ηλίας Βενέζης έφθασε στην Ιταλία ένα φθινόπωρο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το Οδοιπορικό του στην μεταπολεμική Ιταλία αρχίζει από τη Βενετία , περνάει από τη Φλωρεντία, το Λιβόρνο, μέσω της Αππίας οδού φθάνει στη Ρώμη, στο Βατικανό,  και μετά με το τραίνο στη Magna Graecia. 
 Το " Φθινόπωρο στην Ιταλία " όμως " δεν θα το συνοδεύσει κανένας λόγος για τους ανθρώπους που χτες, προχτές, μας τυραγνήσανε. Ας πει μόνο του το ταξιδιωτικό χρονικό ό,τι έχει να πει. Για τη Γη. Για την Τέχνη. Για την Ομορφιά. Για τη μνήμη του Ελληνικού Μεγαλείου, που κάποτε έφθασε ίσαμε τη γη αυτής της Ιταλίας στην ώρα της Magna Graecia".( Ηλίας Βενέζης)
Από το οδοιπορικό αυτό ακολουθεί " Το κορίτσι με το άσπρο πουλί"

σχέδιο: Κ. Γραμματικόπουλος

Στο μεγάλο πόρτο του Λιβόρνου, στο κανάλι που είναι πέρα απ' το γεφύρι της Βία ντελα Βενέτσια, τα νερά είναι σκοτεινά, θολά. Γύρω του είναι άλλα κανάλια. Κλαδώνονται, χώνονται βαθιά μες στη στεριά. Θυμίζουν τα κανάλια της Βενετιάς. Όμως εδώ δεν έχει γόνδολες. Μαύρες μαούνες καρβουνιάρικες σέρνονται αργά - τέρατα σκοτεινά του νερού στα σκοτεινά νερά.
Τα μεγάλα φορτηγά βαπόρια ξεφορτώνουν εδώ κάρβουνο. Τα βαγόνια, αραδιασμένα σ' όλο το μάκρος του καναλιού , πλάι στις μάσκες των φορτηγών, παίρνουν το κάρβουνο. Κάρβουνο μυρίζει ο αγέρας. Ο καθαρός ήλιος της Μεσογείου έχει μαυρίσει από τη σκόνη. Οι εργάτες στ' αμπάρια των βαποριών, μισόγυμνοι , με χρωματιστές μαντίλες στο κεφάλι, μαύροι πίσσα, φορτώνουν τις κόφες, φτυαρίζοντας με δαιμονισμένο ρυθμό. Ο ίδρος κάνει την καρβουνόσκονη λάσπη. Τα κόκαλα στις πλάτες, καθώς φτυαρίζουν, ανοιγοκλείνουν στις κλειδώσεις, πάνε κ' έρχονται παλαβά, λιπαρά, σα να γυρεύουν τρόπο να ξεπεταχτούνε απ' το κορμί, να λυτρωθούνε.
Γύρω απ' τα φορτηγά καράβια, λίγο πέρα απ' το γεφύρι της Βία ντελα Βενέτσια, είναι τα χαλάσματα. Οι παμπάλαιες λαϊκές πολυκατοικίες του πόρτου, οι παμπάλαιες αποθήκες με τις μεγάλες ξύλινες πόρτες - όγκοι , έξι, εφτά, οχτώ πατώματα, αναταραγμένοι συθέμελα απ' τους άγριους βομβαρδισμούς. Άλλοι όγκοι έχουν πέσει σύριζα, άλλοι είναι κομμένοι κατακόρυφα, φέτες, στα πιο απίθανα σχήματα. Λες να μην κάμεις πως τους κοντοζυγώνεις, λες πως όπου να' ναι θα πέσει να βρει τη γη ό,τι έμεινε ξεκρέμαστο ανάμεσα κανάλια και ουρανό.
Ωστόσο τραβάς κατακεί. Και τότε βλέπεις πως ο άνθρωπος γύρισε στην τρύπα του, αλλιώς δε γινόταν. Σ' όλες τις τρύπες που χάσκουνε ψηλά, στα παράθυρα που μείνανε, στα ανοίγματα που έκαμε η μπόμπα, παντού παντιέρες πολύχρωμες ανεμίζουνε - κουρέλια, ρούχα απλωμένα, μαντίλια. Η ζωή.
Φωνή χαρούμενη έρχεται ξάφνου από ψηλά, ζεστή φωνή - σκοπός θαλασσινός. Λέει για το πόρτο του Λιβόρνου, λέει για ένα πουλί άσπρο, λέει για τον αγαπητικό που τον πήρε το πέλαγο και δε θα γυρίσει. Ποτέ.
Λέει ο σκοπός. Μα κόβεται απότομα. Γιατί ακόμα είναι μέρα. Γιατί οι μέρες είναι δύσκολες. Και πρέπει να δουλέψουμε, και πρέπει να υποφέρουμε - γι' αυτό γίνανε οι μέρες. Όμως σαν έρθει η νύχτα του Θεού...Τότε σ' όλες τις τρύπες που χάσκουνε, εκεί που ανεμίζουνται τα κουρέλια, θ' ανάψουνε τα φώτα. Αδύνατα φώτα - λυχνάρια, λάμπες με πετρέλαιο. Οι ναύτες απ' τα μεγάλα φορτηγά θα τριγυρίζουνε, σκιές μες στα χαλάσματα, γυρεύοντας τη γυναίκα. Η γυναίκα θα περιμένει τον ξένο άντρα με την άγνωστη γλώσσα. Τον περιμένει να του κάμει νοήματα, τα ίδια που έκαμε χτες στον άλλο με την άγνωστη γλώσσα, προχτές. Τα ίδια που θα κάμει αύριο. Λίγα ελάχιστα νοήματα για αριθμούς: για την ώρα, για πόσα.
Μόνο σε μια απ' τις ρημαγμένες αυλές του Λιβόρνου δεν έχει φτάσει ο άντρας. Και η γυναίκα, περιμένοντάς τον μες στο σκοτάδι τραγουδεί. Μια συντρόφισσά της παίζει φυσαρμόνικα. Δεν είναι χαρούμενος σκοπός της Μεσογείου. Είναι Αφρική. Πώς έφτασε κ' έμεινε εδώ, στο στόμα της γυναίκας του Λιβόρνου, ο σκοπός της Αφρικής; Κάποιος άντρας θα τον άφησε, ύστερα απ' τα νοήματα, ύστερα απ' τους αριθμούς. Αυτός χάθηκε οριστικά για το Λιβόρνο, για τη γυναίκα. Όμως για δες που ο σκοπός μένει...
Και πίσω απ' τις λαϊκές μισογκρεμισμένες πολυκατοικίες του πόρτου, πίσω απ' το παλιό κάστρο του λιμανιού με το κεραμιδί χρώμα, που τα τείχη του πέφτουν μες στα νερά του καναλιού - το κάστρο με τον πύργο που μοιάζει τον πύργο του Καστελιού του Σαν Άντζελο της Ρώμης - εκεί στέκει το μαύρο άλογο με την ανοιγμένη κοιλιά. Είναι στημένο στη μέση της πλατείας, άγαλμα μεγάλο. Ένας καβαλάρης. Ένας στρατηγός του παλιού καιρού, του καιρού του Ναπολέοντα, μαύρος, θεόχοντρος με τις φαβορίτες του, με τα τρικαντά του, με τα διάσημά του. Το άλογο φούσκωσε να σηκώνει τόση πομπή - άνοιξε η κοιλιά του. Το θραύσμα της μπόμπας το βρήκε  εκεί που έπρεπε. Στην κοιλιά. Του πήρε λίγο και το ένα πόδι, το πισινό. Παρ' όλα ταύτα ο στρατηγός στέκεται εκεί, πάντα ευτυχής και μακάριος, σαν τίποτα να μην έγινε - στέκεται χωρίς φόβο, όπως τον καιρό που λογαριαζόταν η παλικαριά , έτοιμος πάντα να χιμήσει με τα τρικαντά του.

Τέλος το κορίτσι του λιμανιού με το άσπρο πουλί. Είναι ίσαμε δεκαπέντε χρονώ, μελαμψό, γλυκό, κατακουρελιασμένο, μ' ένα πολύχρωμο μάλλινο, μπαλωμένο σε χίλιες μεριές. Με μια πίκρα, τόση πίκρα στα μάτια. Άλλο τόσο μίζερο είναι το κλουβί της. Όμως το πουλί που έχει μέσα είναι άσπρο. Το σόι πουλί είναι; Σαν καστροπούλι. Κάτασπρο, με φτερά φουντωτά. Δεν κελαηδεί. Μονάχα τριγυρίζει στο κλουβί του.
Τριγυρίζει και το κοριτσάκι ανάμεσα στα βαγόνια που φορτώνουν το κάρβουνο, ανάμεσα στους μουντζουρωμένους εργάτες του λιμανιού, ανάμεσα στους ναύτες των καραβιών. Απλώνει το χέρι της με το κλουβί, κάτι λέει σιγανά, παρακαλεί.
Τι λέει;
Άλλοι στέκονται μπροστά της λίγο, οι πιο πολλοί προσπερνούν. Στάθηκα, της έβαλα στο χέρι μικρό νόμισμα. Χαμογέλασε. Απ' τη βάση του κλουβιού τράβηξε ένα μικρό συρτάρι. Μες στο συρτάρι ήταν διπλωμένα ψιλά χαρτιά. Χτύπησε με το δάχτυλό της την πόρτα του κλουβιού δυό φορές, το πουλί άκουσε, κατέβηκε στην πόρτα. Το κορίτσι άνοιξε την πόρτα, το πουλί δεν έφυγε. Το' πιασε με το χέρι της, το έφερε στο συρτάρι με τα χαρτιά. Το πουλί, μαθημένο, έσκυψε - το ράμφος του ήταν κίτρινο. Έσκυψε το πουλί, πήρε με το ράμφος του ένα απ' τ' αραδιασμένα στη σειρά χαρτιά. Το σήκωσε ψηλά. Το κορίτσι το πήρε απ' το πουλί, μου το' δωσε.
Λέει το χαρτί για την ευτυχία μου. Απάνω είναι ζωγραφισμένη μια κοπέλα που έχει μαντιλοδεμένα τα μάτια της. Θα' ναι η Τύχη. Κι από κάτω λέει το τι πρέπει να κάνω για την ευτυχία.
Αυτό κάνει το κορίτσι με το πουλί. Λέει το τι πρέπει να κάνουν για την ευτυχία, στους άντρες του πόρτου, στους ναύτες των φορτηγών που είναι να σαλπάρουν. Το βλέπω να ξεμακραίνει, να πλησιάζει στα ντόκια του λιμανιού, στο μεγάλο " Exporter" που όπου να' ναι φεύγει. Αυτή πάντα ξέρει, καταλαβαίνει πάντα πότε είναι τα φορτηγά να σαλπάρουν, πότε είναι η ώρα τους. Τα φορτηγά νετάρισαν. Δεν έχει πια τώρα τίποτα να περιμένει απ' τα φορτηγά, τίποτα δεν έχει να περιμένει να της δώσουν, φαγί ή άλλο. Οι ναύτες έχουν ανεβεί όλοι στο καράβι, δε γίνεται μήτ' αυτή να τους δώσει τίποτα πια με το πουλί της - οδηγίες για την ευτυχία. Τίποτα δεν έχει να γίνει πια με το καράβι που φεύγει. Ωστόσο το κοριτσάκι στέκει πάντα εκεί με το κλουβί του και κοιτάζει. Και περιμένει.
Τι θέλει και κάθεται τώρα; Τι θέλει και περιμένει; 
Ω, πού να βρεις - και τι λόγο έχει να το βρεις - το γιατί κάθεται και περιμένει ένα κοριτσάκι στο πόρτο του Λιβόρνου!
Ό,τι είναι σίγουρο είναι πως έτσι γίνεται στα ντόκια του Λιβόρνου εκεί που ξεφορτώνουν τα φορτηγά. Έτσι γίνεται όταν τα φορτηγά έχουν νετάρει, όταν οι ναύτες έχουν ανεβεί απάνω, όταν από στιγμή σε στιγμή ο πιλότος είναι να δώσει όρντινο να λύσουν τους κάβους. Ένα κοριτσάκι μ' ένα χιλιομπαλωμένο πολύχρωμο μπλουζί, μ' ένα κλουβί στο χέρι, μ' ένα άσπρο πουλί που λέει για την ευτυχία, κάθεται και κοιτάζει, και περιμένει. Ίσαμε που τα φορτηγά να χαθούν αργά, τυλιγμένα στον μαύρο καπνό, πέρα στο διάστημα - εκεί που αρχίζουν τα αληθινά κύματα, εκεί που τελειώνουν τα κύματα, εκεί που όλα είναι κύματα.
Έτσι, λέει, γίνεται στο πόρτο του Λιβόρνου μ' ένα κοριτσάκι με άσπρο πουλί.

Ηλία Βενέζη, Φθινόπωρο στην Ιταλία, εικονογράφηση Κ. Γραμματικόπουλου, Εκδόσεις "ΑΛΦΑ" Ι.Μ.ΣΚΑΖΙΚΗ, Αθήνα 1950


Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

"...τ' όνομά μου είναι Εμμανουήλ Ρασούλης Ντέβα Παρινίτο, του Σπύρου και της Χαρίκλειας και γεννήθηκα στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1945. "



 Σήμερα είναι 28 Σεπτέμβρη 2010. Πριν 65 χρόνια ακριβώς, γεννήθηκα. Άρα έχω τα γενέθλιά μου.
Συνήθως περνούσα τα εκάστοτε γενέθλιά μου στο ντούκου. Τούτα δω, τα σημερινά, έχουν μια σημασία.
Στα εξήντα πέντε παίρνει κανείς σύνταξη. Κι εγώ θεωρητικά ανήκω σ' αυτή την κατηγορία. Όμως από πουθενά δεν υπάρχει κάτι σίγουρο. Και η μέρα με βρίσκει χωρίς χρήμα εντελώς και η χιαστί κακών και καλών με διέπει κι έχω να δω τον Πασχαλάκο 6 μήνες κι η καρδιά μου έχει ματώσει. Σε μια χώρα, όχι μόνο σε κρίση, αλλά σε σήψη, είμαι μωρό στη φωτιά και δεν είναι φιλολογικό αυτό που λέω. Ψυχοσωματικά ζορίζομαι άσκημα, παρ' ότι στο δρόμο τ' ανθρωπάκια μού εύχονται ό,τι καλύτερο.
Το ζόρικο είναι ότι μου λεν: " Να' ξερες τι κουράγιο μας δίνεις". Κι όλη η γερολαία χαίρεται όταν με βλέπει, γιατί βλέποντας την εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, με σταμπιλάρει με το μαύρο καπέλο, με διακρίνει και με εκτιμά. Πλουτίζει η ευθύνη μου όμως , από πουθενά μια βοήθεια κι η πέτρα του Σίσυφου τη σήμερον ημέρα, βαραίνει περισσότερο.
Άλματα πρέπει να γίνονται, μετατοπίσεις, αλλαγές, όμως πώς το φέρνει η μοίρα κι η μαθηματική ακρίβεια, πληρώνω πάντα αυτές τις αλλαγές με αίμα. Φτύνω την ψυχή μου στη λάσπη.
Όμως κι ο καλύτερος δύτης χρειάζεται να βγει ν' αναπνεύσει. Αλλά εγώ, με καρφωμένη σαν ακόντιο στο μυαλό και το στήθος την ευθύνη ( ΕΥΘΥΝΗ ), 25 ώρες το εικοσιτετράωρο, με το ρυθμό των κρεσέντο και κομμένη την ανάσα, δρω κι όπως λένε...στη δράση κολλάει το σίδερο.
Εγώ δεν πάω στους γιατρούς για εξετάσεις, προληπτική ιατρική κι έτσι, λυσσώ όμως στην ιδέα του να προλάβω τις εξελίξεις που οδηγούν στο αποκορύφωμα ενός παγκόσμιου πολέμου. Το λέω τόσο συχνά, που φοβούμαι ότι θα γίνει μανιέρα και ύποπτος ναρκισσισμός. Λεν οι κακές γλώσσες ότι το επιθυμώ για να δικαιωθώ. Δε θέλω να το ζήσω.
Στον καιρό που ήμουν κυοφορούμενος, υπήρχε ο Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη, τέλος Μαΐου αυτοκτόνησε ο Χίτλερ, 6 Αυγούστου έπεσε η πυρηνική βόμβα στη Χιροσίμα κι αυτά με σφράγισαν, δεν μπορώ να τ' αποφύγω πια. ΠΙΑ. Όμως κουράζομαι , τα χάνω, χάνω το κουράγιο μου, τον μπούσουλα , περνώ στο άλλο άκρο, θέλω ν' απομονωθώ, να διαλογιστώ, μπας και σώσω την ψυχή μου.
Χθες με πήρε ένας φίλος που βλεπόμαστε πού και πού, ο Τηλέμαχος - και πάμε για κανένα μεζέ στο ταβερνίδιο της εγγονής του Γιώργη Γεωργιάδη ( Γκουρτζίεφ) - με πήρε να μου πει χρόνια πολλά. Θα' θελα να με πάρει ο Πασχαλάκος να μου ευχηθεί. Του' στειλα χθες δυο κάρτες και τον πληροφόρησα και για την Αυστραλία. Κατάσταση -εφιάλτης. Μάτωσε η καρδιά μου. Είμαι σε καθεστώς κολάσεως.
Εν τω μεταξύ και μεταξύ μας, 65 χρονάκια δεν είναι και λίγα. Υπάρχουν στιγμές εκμηδένισης που νιώθω μηδέν, ένα τίποτα - με την αρνητική έννοια του όρου - κι όμως έρχεται πάλι η σκέψη και η μνήμη: τόσα και τόσα, που είναι αδύνατον να καταγραφούν σε τόμους. Και ποια έννοια θα' χει; Όταν συμβαίνει το συμβάν έχει τη μαγεία, όταν το θυμηθείς και το καταγράψεις, είναι σαν εφημερίδα χθεσινή. Είναι χρήσιμο, δεν αμφιβάλλω. Είναι ένας χάρτης για τους άλλους. Και ιδιαίτερα σήμερα που όλα είναι σαν τεντωμένη χορδή, έτοιμη να σπάσει κι ο Θεός ας μας λυπηθεί μετά.
Παρ' όλα τα θέσμια της Ευρώπης, νιώθω πως κανένας δεν ενδιαφέρεται για τίποτα. Μηρυκάζουν κλισέ, δόγματα, μανιέρες, κοινωνικοί ηδονιστές, ζώντας στην ελλειπτική του κόσμου - σ' αυτό το ελλειπτικό γεννιέται η ζωή, έξω από τον κήπο της Εδέμ - κι έτσι χτίζουν στην άμμο έναν κόσμο όλο κύματα και ιδίως  κούφια κύματα, που βρίσκει τους πληθυσμούς απροετοίμαστους, καθώς θένε να ρουφήξουν τη ζωή σαν να' ναι γρανίτα, κι έτσι γίνονται χαλασμοί και μετά κλαίνε, κάνουν λιτανείες, μετανοούν κατόπιν εορτής. Κατόπιν εορτής. Το' χω βαθιά υπόψη μου.
Ας πούμε, όμως, πως σήμερα είναι η εορτή. Ταιριάζει ένα κέρασμα, ένα ποτήρι κρασί και το τραγουδάκι που λέει:

Να ζήσεις, Μανώλη,
και χρόνια πολλά
μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά
παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως
κι όλοι να λένε, να , ένας σοφός.

Δεν το επιδιώκω. Και πως έτσι έγινε και γίνεται. Ωραία εικόνα. Όμως η ευθύνη σού τρώει τα σπλάχνα, τρέμουν τα πόδια κι εσύ πρέπει ν' αντέχεις, να κρατιέσαι όρθιος, γιατί οι άλλοι παίρνουν κουράγιο από σένα.
Κι εσύ, φτερό στον άνεμο, κρατιέσαι κυνηγώντας το κέντρο βάρους σου να το στερεώσεις, να νιώσεις κι εσύ έξω απ' το ελλειπτικό, λίγο στις παρυφές της φώτισης, της Νιρβάνας, της Ιερής Ησυχίας ( ησυχαστικά), της, όπως λεν, λύτρωσης, πολύ μακριά από το φόβο του θανάτου.
Εξήντα πέντε χρόνια δεν είναι και λίγα. Το χέρι μου σταθερό, η καρδιά ματωμένη, αλλά σχετικά ήσυχη, δεν ' ξόκειλα πολύ, το ανθρώπινο δεν το απέφυγα.
Αυτά για σήμερα. Χρόνια μου πολλά.

Υ.Γ. Κατά το δείλι με πήραν οι στενοί μου συγγενείς και φίλοι, πέντ' έξι τον αριθμό.
Χρόνια μου πολλά και καλά. Διότι αν είναι να ζήσω σαν τον Μαθουσάλα και να είναι η ζωή μου μια ατελείωτη συσσώρευση χρόνου χωρίς αιτία και αποτέλεσμα και χωρίς δικαίωμα στην αυτοχειρία, να λείπει το βύσσινο. Δε θα' θελα μια ζωή παραλλαγή της κολάσεως.
Παρ' ότι δε θέλω να χρωματίσω τη μέρα με μέλια και μελό, η κατάθεσή μου στην τράπεζα αυτήν την ώρα, είναι 12 ευρώ. Αυτά, μετά 50 χρόνων, αγώνα και προσφορά στη χώρα που εθεάθη κάτω από την Ουγκάντα στη λίστα των χωρών με τα προτερήματα και τα ελαττώματα. Κατά τα άλλα, φημολογείται έντονα εντός της επικράτειας ότι, όταν εμείς, δηλαδή αυτοί - οι Ελληναράδες - φτιάναν ακροπόλεις, οι άλλοι τρώγαν πέτρες. Πάντα οι άλλοι που κατά τον Σαρτρ είναι η κόλασή μας.
Προτιμώ αυτό του Ρεμπώ: " Το εγώ είναι ένας άλλος".
Έστω κι αν είμαι άλλος, τ' όνομά μου είναι Εμμανουήλ Ρασούλης Ντέβα Παρινίτο, του Σπύρου και της Χαρίκλειας και γεννήθηκα στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1945. 
Σήμερα είναι 28 Σεπτέμβρη 2010.
Κι ο καθείς ας βγάλει τα συμπεράσματά του.


Μανώλης Ρασούλης, Οι Βερβελίδες της Αμάλθειας. Αναφορά στο Χόμο Σάπιενς, αυτοβιογραφία, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2012.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ευψύχει Κάρολε αγαπημένε


 Τον καιρό  που γνώρισα τον Κουν, στο περίφημο τσάι στο σπίτι του διευθυντή του Κολλεγίου Αθηνών, ήταν ένας νέος της εποχής του, που είχε όλες τις πληροφορίες για το τι είναι καλόγουστο και τι κακόγουστο. Τα γούστα του ήταν αισθητικότατα και ταίριαζαν σε μια παιδική κάμαρα πρίγκηπος, λίγο βόρεια, εποχής μετά - art nouveau.
Οι ανίδεοι και αγράμματοι Αθηναίοι, που πήγαιναν στις παιδικές του παραστάσεις, εθαύμαζαν τα εκπληκτικά αυτά έργα, που μας μετέφεραν στην πρωτοποριακή Ευρώπη, την οποίαν κυνηγούσαν οι Έλληνες, αλλά δεν έφταναν ποτέ. Ήταν η μετακλασική περίοδος της Ελλάδας, όπου ο αρχιτέκτων Τσαγκρής και οι τρεις γενεές του αρχιτέκτονος Κιτσίκη όριζαν τη διακοσμητική και την αρχιτεκτονική για να μην πέσει στο τίποτα, ύστερα από το βασίλεμα του νεοκλασικισμού. Ο Κουν απαντούσε με το θέατρό του, που γινόταν από τους μαθητές του Κολλεγίου.
Ήταν στο κέντρο αυτής της μετακλασικής  περιόδου, και έξαφνα στο περίφημο τσάι του διευθυντή του Κολλεγίου κ. Όμηρου Νταίηβις, που παρά την ηλικία του διατηρούσε σώμα αρχαίου αγάλματος και θύμιζε το " Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι", ο Κουν, που ήταν στην πρωτοπορία του νέου στυλ, συνάντησε τους νέους κόσμους που θα τυραννούσαν αργότερα την Ελλάδα, τον Θεόφιλο, τη λαϊκή τέχνη και το ρωμαίικο. Εκεί συνελήφθησαν μαζί οι αρχές της Λαϊκής Σκηνής, στα μακριά μαλλιά των ηρώων με τα στριμμένα μουστάκια και τους μπαρόκ θώρακες και άλλα πολλά, και ενώ μέχρι τότε είχε σαν εικόνισμα ορισμένες ψυχές του Ροντέν, άρχισε να προσανατολίζεται σε άλλους κόσμους. Ήθελε να κάνει τους ήρωες  της "Ερωφίλης" σαν λεπτές φιγούρες όμοιες με τα αιγυπτιακά ανάγλυφα  κάποιας αρχαίας δυναστείας. Δίπλα του ήταν ένα άλλο πνεύμα, ο δημοσιογράφος Δεβάρης, κοντός και με ακμή στο πρόσωπο, που είχε θριαμβεύσει στην παράσταση της " Ορέστειας"  στο Παρίσι, και στα προγράμματα γραφόταν Διόνυσος Δεβάρης. Σμίξαμε μερικοί άνθρωποι που, παρ' όλες τις αντίθετες ιδέες που είχε ο ένας από τον άλλον, η πίστη μεταξύ μας και η αγάπη μας για το θέατρο έβγαλε παραστάσεις με ενότητα όπως συνέβη και στους " Όρνιθες".
Ο Κουν άλλαξε τελείως εκείνη την εποχή, αλλά όσο και ν' αλλάξει κανείς κάτι μένει απ' το παλιό παρελθόν. Όταν συνάντησε τον Καθηγητή Κόντογλου, γνώρισε την αληθινή ρωμιοσύνη που έδειχνε την Ελλάδα όπως είναι, ενώ εκείνος μέχρι τότε είχε μια ιδέα της Ελλάδας που είχε ο έξω Ελληνισμός. Στην παράσταση των " Ορνίθων" που έκανε εκείνη την εποχή υπήρχαν μερικά στοιχεία αυτού του νέου ελληνικού πνεύματος. Σχεδίαζε κοστούμια που εν μέρει ήταν το παιδικό μετακλασικό στυλ και εν μέρει προσωπικές εμπνεύσεις που ο ίδιος έβρισκε μέσα στην αλχημεία της ψυχής του. Ήταν καλόγουστα και εκπληκτικά για την αισθητική της εποχής τους.
Στο θέατρο ανακάλυψε τον Ελληνισμό της Ανατολής, που τον βοήθησε να βρει αυστηρές ομοιότητες με τον κόσμο του Τσέχωφ. Η παράσταση του " Βυσσινόκηπου" στο Ωδείο Αθηνών αποκάλυψε  έναν Κουν που δεν ήθελε να δει το ρωμαίικο κόσμο, αλλά να δώσει τις παιδικές του αναμνήσεις από την Πόλη. Σ' αυτή την παράσταση έβγαλε τη μάσκα του φίλου του ρωμαίικου και συνδέθηκε με την πραγματικότητα της αστικής τάξεως , της οποίας το πρόσωπο έδειχνε η Κωνσταντινούπολη επηρεασμένη από τη Ρωσσία. Αυτή η αισθητική, σε μικρότερο βαθμό, υπήρχε και σε άλλες παραστάσεις του. Ο Κουν είχε βαθύτατα βιώματα, που δεν είχε ο Έλληνας όντας στην ίδια περίπτωση, όπως ο Κωνσταντινουπολίτης. Η Ανατολή μπήκε στην τέχνη του από το αθηναϊκό ρωμαίικο.
Ήθελε να κάνει τους ηθοποιούς του τέλειους ενός πρωτοποριακού γερμανικού θεάτρου· μα όλοι οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Επηρεάστηκε από αυτό, επωφελήθηκε και έτσι βγήκε ένα νέο στυλ ηθοποιού, ο ηθοποιός του Κουν.
Πολλές φορές σχεδίαζε κοστούμια, αλλά δεν ενδιαφερόταν πώς θα τελειώσουνε, αφορμή για μια διαφωνία ή μια συμφωνία, ένας πλούσιος διάλογος που κατέληγε σε καλά έργα. Τα σχέδιά του όμως κρατούσαν πάντοτε το αρχαϊκό αυτό πνεύμα που του είχε δώσει ο απόδημος Ελληνισμός και παρ' όλη την εξωτερική τους αφέλεια έκρυβαν μια πολύ σοβαρή σκέψη, ώστε ήταν αρκετά για να διδάξουν τον σκηνογράφο για τη διάγνωση του έργου.
Η σκηνογραφία δεν είναι πολλές φορές για να γίνει, είναι για να αντιληφθεί κανείς την ουσία του έργου, και αυτόν τον ρόλο έπαιζαν τα σχέδια του Κουν.
Ο Κουν αν και διηύθυνε το θέατρό του, ήταν έτοιμος να υποταχθεί στη γνώμη κάποιου ο οποίος ήταν καλός. Η επαγγελματική του καταγωγή έπαιζε κάποιον ρόλο. Εγνώριζε ότι για να προχωρήσει έπρεπε να διδάσκει μαθαίνοντας.
Σεβόταν κανείς τον Κουν όπως έναν ερωτευμένο που ο έρωτας τον οδήγησε στην άκρα σοβαρότητα. Και ο έρωτας γι' αυτόν δεν ήταν απλώς ένα πάθος, αλλά μια μέθοδος για να αγγίξει την τελειότητα.

Μαρούσι, 10.12.87                                                                 


...σε μορφές, σε ήχους, σε σχήματα. Κάρολος Κουν, Θέατρο Τέχνης " Κάρολος Κουν", Αθήνα 1988
 
Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1908
[...Αν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν την γνώρισα. Από μικρός βρέθηκα στην Πόλη και κει μεγάλωσα. Από κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω από μένα πραγματικότητα...]

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Δειλινά φθινοπώρου

 
Paul Gauguin 1885

Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά,
όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή
κ' ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες,
παίρνουνε μια παράδοξη οι Κάμαρες ζωή.
Ο παγερός, που απ' τις κλειστές πόρτες γλιστράει , αέρας
κούφιων βημάτων φέρνει αχούς και ψίθυρους σβησμένους,
που κάνουν όποιον νείρεται ν' αναθυμάται ξάφνου
αγάπες χρόνων παλαιών και φίλους πεθαμένους.
Και τότες μέσ' στο σούρουπο οι Κάμαρες γεμίζουν
φαντάσματα που στους θαμπούς καθρέφτες καθρεφτιούνται, 
ενώ οι κουρτίνες οι βαρειές - κοιτάξτε τις! - κουνιούνται
κ' ενώ τα ρόδα που έγερναν στα βάζα ξεχασμένα
φυλλοροούνε άξαφνα σε μια στερνή ευωδία

σα να περάσαν πάνω τους δάχτυλα κάποια κρύα...

Κώστα Ουράνη, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, χ.χ