Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

...τίποτα δε με φοβίζει περισσότερο από τον παραλογισμό του ανθρώπου...

   " Mου είχε κάνει εντύπωση τότε εκείνος ο διορισμός, έτσι ξαφνικά, μέσα Μαγιού, πάνω που έληγε η σχολική χρονιά. Δεν ήξερα πώς να τον ερμηνεύσω, καθότι ήμουν ακόμη τιμωρημένος σε παύση έξι ολόκληρων μηνών, και τώρα με ξανακαλούσαν, λέει, να παρουσιαστώ στην Επιθεώρηση Καλαβρύτων για να " παραλάβω διορισμόν".
     Τούτο μάλιστα πριν καλά καλά κλείσω δύο μήνες σε τιμωρία. Είπα λοιπόν στην αρχή να τους πω ότι δεν πάω, γιατί δεν μπορούν αυτοί να με δικάζουν και να με ξανααθωώνουν πάλι, ή να τους πω πως πέθανα, καθότι δύο μήνες χωρίς μισθό δεν άντεξα, και πως δεν μπορώ να πεθαίνω και να ξανανασταίνομαι σύμφωνα με τις βουλές της Υπηρεσίας.
     Όλα αυτά μου φάνηκαν πολύ λογικά επιχειρήματα. Αλλά φοβήθηκα πως δε θα τα καταλάβαιναν και δεν τους τα έγραψα. Προτίμησα μόνον να πάρω δυο βαλίτσες και να ριβάρω για τα Καλάβρυτα, μιας και για μένα σημασία είχε πώς ήταν άνοιξη - Μάης μήνας, γεννοβολούσε η γη λουλούδια. Αυτό με ένοιαζε.
     Θα έπιανα κανένα χωριό και θα κυλιόμουνα στα λιβάδια με παπαρούνες και χαμομήλια. Θα έπαιρνα και τους μαθητές μου κοντά, θα τους αμόλαγα στη φύση και εκεί θα μαθαίναμε τα γράμματα. " Τούτη η φύση" θα τους έλεγα " είναι ο μεγαλοδιδάσκαλος του ανθρώπου και το βυζί του, μην τύχει , κακόμοιρα, και ξεκόψετε ποτέ από εδώ, θα πεθάνετε. Όσο μακριά και να ξεκορμίζετε, εδώ να γυρίζετε κατά καιρούς , να ξαπλώνετε μέσα στο χορτάρι".
     Σίγουρα θα πείτε πως μ' αυτά που λέω δεν είμαι και πολύ σόικος δάσκαλος, και έχετε δίκιο. Το ομολογώ πως παραδρομικά βρέθηκα σ' αυτό το επάγγελμα. Γιατί η καταγωγή μου είναι από σόι αλογάρηδων, ανθρώπων ξωμάχων, ανθρώπων που κράταγαν άλογα - στη σειρά ο πατέρας μου, ο πάππος μου, ο προπάππος μου.
     Απλοϊκοί καβαλαραίοι, έβαζαν, κατά κανόνα, υπογραφή μ' ένα σταυρό, ώσπου έγινα εγώ και χάλασα την παράδοση.
     Θυμάμαι πως, όταν πέτυχα στην Ακαδημία, έστειλα στον πατέρα μου τηλεγράφημα:
 " Επέτυχα εις εξετάσεις". Το πήρε ο πατέρας μου, το διάβασε αλλά δεν το πίστευε:
 " Λάθος" είπε " Θα έκαναν στο τηλεγραφείο. Απέτυχα θα'χε γράψει". Έτσι το'πε και στους συγγενείς. Αλλά το βράδυ, σαν ξάπλωσε και το καλοσκέφτηκε, πετάχτηκε πάνω έντρομος: " Αλήθεια θα'ναι" ξεφώνισε " Θα πέτυχε. Αλλιώς δεν μπορεί να' στελνε και τηλεγράφημα!".
       Έτσι μπήκα κι εγώ στην οικογένεια των καλαμαράδων. Αλλά τόσες γενιές αλογάρηδων που κουβαλιόντανε μέσα μου, τόσα λιβάδια, τόσα αυγουστιάτικα αλωνίσματα, τόσος αέρας ποτέ δεν με άφησαν να γίνω καλαμαράς περιωπής και να με κερδίσουν οι σχολαστικοί.

      Δεν πίστευα πως θα'ναι και καμιά θέση περιωπής. Σε κανένα ερημοχώρι, είπα, θα μ' έστελναν , μα αυτό δεν ήταν εκείνο που μ' έκαιγε. Εκείνο που με τσουρούφλιζε ήταν πλέον η κοροϊδία να με ξανακαλούν αφού προηγουμένως με έβριζαν " απειθή, νεωτεριστήν, ανιστόρητον". Και αφορμή ήταν ένας λόγος που είχα βγάλει στις 25 Μαρτίου, εγώ που συνήθως απόφευγα να βγάζω λόγους, αλλά αυτή τη φορά με διέταξε ο επιθεωρητής να βγάλω οπωσδήποτε λόγον πατριωτικόν.
     Τότε πήρα κι εγώ το Μακρυγιάννη κι άρχισα να διαβάζω μια από τούτο το κεφάλαιο και μια απ' τ' άλλο. Έλαμψε η αρετή του Μακρυγιάννη μέσα στην εκκλησιά. Πρώτη φορά ακούστηκε τέτοιος λόγος - όλα στρωτά, ντόμπρες κουβέντες, φωνή γενναία, ελληνικιά - και μετά το σχόλασμα με περιτριγύρισαν όλοι και με ρώτησαν : " Ποιος είναι, δάσκαλε, τούτος ο συγγραφέας που τα λέει όλα αυτά; Ποιος έγραψε τούτη την αλήθεια; Όλα τα καταλαβαίναμε".
     Αργότερα στο καφενείο τους εξήγησα ποιος ήταν τούτος ο ήρωας, ο γενναίος άντρας που πολλές χάριτες του χρωστούσε η πατρίδα, και παίνεσα το ήθος και το έργο του.
     Ωστόσο στις εξηγήσεις που έδινα καιροφυλακτούσε όλη την ώρα ο ενωματάρχης του χωριού. Σπυρίγγο τον έλεγαν αυτόν τον "σοφό" άντρα. Καθισμένος σ' ένα τραπέζι δίπλα μου, έπινε τον καφέ του ήσυχα ήσυχα , με την πλάτη πάνω μου, αλλά τ' αυτί του , καταλάβαινα, άκουγε και μύγα που πέταγε. Το'ξερα πως δε με χώνευε , γιατί δεν τον έκανα παρέα και τον κράταγα σε απόσταση γενικά. Ο Σπυρίγγος δεν άντεξε σ' αυτά που άκουγε και κάποια στιγμή πετάχτηκε πάνω όρθιος, κατακόκκινος απ' το κακό του.
      - Τι πατριώτης είναι αυτός ο Μακρυγιάννης που λες εσύ , δάσκαλε; Αυτός είναι κομμουνίσταρος, τόσους έφαγε! Δεν ξέρω γω...
      - Μα κομμουνιστής, κυρ νωματάρχα, και ήρωας του '21 δε γίνεται, του λέω μαλακά. Ο κομμουνισμός βγήκε το 1917, εκατό χρόνια αργότερα.
      - Εγώ δεν ξέρω; φώναξε ο Σπυρίγγος σαν είδε πως τον αντιμετώπιζα με ντοκουμέντα και τη ρομφαία της λογικής. Το '44 είχε δράσει αυτός ο αρχιλήσταρχος. Τόσους πατριώτες ξεπάστρεψε. Ντροπή σου που τον ανέφερες μες στην εκκλησιά κιόλας! Αλλά έχε χάρη που δεν το κατάλαβα αμέσως, αλλιώς θα σε κατέβαζα από τον άμβωνα σαν σπούργο.
      - Δηλαδή , του λέω, θα μου' ριχνες;
      - Όχι, μου λέει, όλως εκτός εαυτού, θα σ΄άφηνα να μολύνεις μια τέτοια μέρα μ΄αυτά που'λεγες, και, τρέμοντας από το θυμό του, σηκώθηκε και τράβηξε για την πόρτα να φύγει. Εκεί όμως κοντοστάθηκε, γύρισε και με κοίταξε με ύφος υπηρεσιακό και μου'πε κοφτά πως σε μισή ώρα έπρεπε να παρουσιαστώ στο Σταθμό, βέβαιος πλέον πως κέρδιζε τη μάχη μπροστά στο καφενείο. Στα μάτια του φαινόταν κιόλας ο θρίαμβος, όμως δεν υπολόγισε σωστά στο αλογίσιο μου αίμα. Νόμισε πως ήμουν κι εγώ κανένας δειλός καλαμαράς, που φοβόταν μη χάσει τη θέση του ή μη στιγματιστεί με καμιά λαδιά της εποχής από κείνες που δύσκολα έβγαιναν.
      - Τέτοιες εντολές, του απαντάω, να δίνεις μόνο στους χωροφύλακες σου και να διαβάζεις και λίγο ιστορία.
      - Άκουσες, δάσκαλε, τι σου'πα; Να παρουσιαστείς στο Σταθμό σε μισή ώρα, επανέλαβε σε σκληρότερο τόνο, πράγμα που μ' έκανε ν' ανάψω και να του φωνάξω:
    - Να' ρθεις να με συλλάβεις, παλιοδειλέ,γιατί μόλις είδες πως στριμώχνεσαι, πας να φύγεις. Επειδή μια ζωή έμεινες αγράμματος και συγχέεις το σύνταγμα Μακρυγιάννη με τον άντρα Μακρυγιάννη...
     Ο Σπυρίγγος σείστηκε, κοκκίνησαν τα μάτια του, μια και δεν ήταν συνηθισμένος σε αντίλογο καμπάνας, όπως τον λέω εγώ. Νόμιζε πως θα του έλεγα " διατάξτε, κυρ νωματάρχα", κι έξω φρενών μου είπε πως θα με κλείσει μέσα για περιύβριση αρχής.
   -  Τ'ακούς;
   - Τ'ακούω, του λέω.
   -  Θα σου γένει μάθημα...Θα σαπίσεις στη φυλακή...Τόλμησες να πεις εμένα δειλό...
   - Ναι, του λέω, κι άιντε τώρα να πιάσεις και το Μακρυγιάννη να μας κλείσεις παρέα μέσα.
     Έφυγε φουριόζος , χτυπώντας την πόρτα του κι έτρεξε στο σταθμαρχείο να ετοιμάσει τη μήνυση, να στείλει  μήνυμα στην Υποδιεύθυνση.
     Στη φυλακή βέβαια δεν πήγα αλλά έφαγα μισό χρόνο παύση " δι' ανάρμοστον ήθος". Έτσι, επειδή δεν έσκυψα το κεφάλι στην παρωδία της ιστορίας μας και στη βλακεία των αγραμμάτων. Και από τότε τίποτα δε με φοβίζει περισσότερο από τον παραλογισμό του ανθρώπου, σε σημείο τέτοιο, που πολλές φορές αναρωτιέμαι αν τον έπιασε τελικά κείνον τον Μακρυγιάννη ο Σπυρίγγος....

Σπύρος Γκρίντζος, " Παραλάβατε διορισμόν" (απόσπασμα), Πατάκης 1997 , γ΄έκδοση



6 σχόλια :

oikodomos είπε...

Καλησπέρα Σοφία.
Πολύ καλό το απόσπασμα, μαρτυρά ένα τουλάχιστον ενδιαφέρον βιβλίο.
Εκτός από την ανίκητη "δύναμη" της αγραμματοσύνης, σημειώνω αυτό:

"Όσο μακριά και να ξεκορμίζετε, εδώ να γυρίζετε κατά καιρούς , να ξαπλώνετε μέσα στο χορτάρι"

Αν το ακολουθούσαμε κιόλας...

Καλή δύναμη!

Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Εξαρχείων είπε...

Γειά σου Σοφία,

Είδες ο χωροφύλαξ ; Η ιστορία για όλους αυτούς άρχισε το 1944. Την ξέρουν φαρσί.

Μα τα καλά παινέματα είναι για σένα που διάλεξες αυτό το απόσπασμα. Καλό θάταν να το διαβάζεις και στην τάξη σου για να διασκεδάζουν και τα παιδιά.
Εγέρθητο !

Θαν (από άλλο σημείο του ορίζοντα)

sofia είπε...

Καλησπέρα Οικοδόμε,
Το βιβλίο είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Είχε γυριστεί και σε σειρά και παιζόταν στην ΕΤ1 πριν από
αρκετά χρόνια.

Επιστροφή στη φύση. Ποτέ δεν είναι αργά. Αρκεί να υπάρχει ως στόχος, αλλά πάνω απ'όλα ως διάθεση μέσα μας.

Μια από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου υπήρξε αυτή ακριβώς η επιστροφή. Υπήρξε όνειρο , έγινε στόχος και σκοπός και ευτυχώς πρόλαβε να γίνει και πραγματικότητα .

Να είσαι καλά

sofia είπε...

Καλησπέρα Θανάση,

Ευχαριστώ για τα παινέματα. Θα το διαβάσω αλλά του χρόνου . Σήμερα τελείωσε η διδακτική χρονιά.
Μακάρι τα σχολικά βιβλία της λογοτεχνίας να είχαν τέτοια κείμενα. Στο Γυμνάσιο πολλές φορές δεν ξέρω τι να διδάξω. Τα περισσότερα είναι άχρωμα και άοσμα.

Σε όποιο σημείο κι αν είσαι, το σημαντικό είναι που μπορούμε και συναντιόμαστε κι αν είναι και μέσα από τους δρόμους της αλληλεγγύης ακόμη καλύτερα.
Να είσαι καλά

teleytaios είπε...

Τι εξαιρετική ανάρτηση και τι εξαιρετικό απόσπασμα το σημερινό!

Το εκτύπωσα να το δώσω στους γονείς μου, συνταξιούχους δασκάλους εδώ και πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου μόλις το διαβάσει νομίζω ότι θα δει τον εαυτό του με όλα όσα μου έχει διηγηθεί πως πέρασε τα πρώτα χρόνια που δίδασκε.

Την καλημέρα μου και μπράβο για την εξαίσια επιλογή σου.

sofia είπε...

Γεια σου Τελευταίε,
Το βιβλίο είναι εξαιρετικό και καλά θα κάνεις να το αναζητήσεις και να το κάνεις δώρο στους γονείς σου.

Μια βροχερή και χειμωνιάτικη καλησπέρα μέσα στην καρδιά του Μάη