Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Α, ρε μαμά

  Ισάμου Νογκούτσι, Μητέρα και παιδί

       Κοιτάζεις το βαθιά ρυτιδιασμένο πρόσωπο, τα λίγα κατάλευκα μαλλιά, το αδύνατο σώμα. Το βλέμμα άλλοτε ζωηρό και άλλοτε χαμένο.Στο λαιμό χρυσή αλυσίδα, στα δάκτυλα δακτυλίδια. Η αδυναμία της,δεν τα αποχωρίζεται ποτέ.
H κουβέντα μετέωρη ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα. Το μυαλό της θάλασσα, πότε ήρεμη και πότε τρικυμιώδης. Μιλάει , την ακούς, και ξαφνικά ταξιδεύει. Δεν είναι εκεί μαζί σου. Μιλάει με κάποιον άλλον. Τον πατέρα της, τη μάνα της. Βλέπει τους πεθαμένους, αναζητά τους ζωντανούς. 
Ρωτάει συνεχώς . Πού είναι ο ένας πού είναι ο άλλος; Δεν απαντάς πάντα. Κάνεις πώς δεν ακούς. Δεν έχεις πάντα μια απάντηση έτοιμη. Μέχρι να γυρίσεις τα μάτια σου αλλού, επανέρχεται. 
       Άνοια. 
     Την κοιτάζεις και ταξιδεύει το δικό σου μυαλό. 
Ωραία γυναίκα στα νιάτα της. Μελαχροινή, μαύρα μάτια, μαύρα μαλλιά, λεπτή και καλόγουστα ντυμένη. Μάρτυρας οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες . Πάντα αυτή και τα παιδιά της, πιασμένα από το χέρι.
Πώς γίνεται ο άνθρωπος; Αέρας η ζωή του.
Μια ζωή μέσα στο σπίτι. Άντρας, παιδιά, δουλειές, τα συνηθισμένα. 
Δύσκολα χρόνια. Να'τη στην αυλή, ανάβει φωτιά, βάζει καζάνι και  στήνει τη σκάφη για τα ρούχα. Όλα στο χέρι, πράσινο σαπούνι, σεντόνια απλωμένα στα σκοινιά,  περήφανη για τα κατάσπρα ρούχα της που μοσχοβολούν ανεμίζοντας στον αέρα.  Καμιά δεν μπορούσε να την ξεπεράσει στο νοικοκυριό. Όλα καθαρά, τακτοποιημένα και μυρωδάτα.
Και μαγείρισσα . Η καλύτερη. Και ποιος δεν πέρασε από το σπίτι της. Και με τα πολλά και με τα λίγα, το τραπέζι της πάντα γεμάτο. Τα χέρια της ανοικτά και γενναιόδωρα. Να δώσει και στους ξένους και στους γείτονες. Να τρέξει να βοηθήσει στις αρρώστιες , στις χαρές, στις λύπες.
 Προκομμένη και χρυσοχέρα. Και τι δεν έφτιαχναν τα χέρια της . Γεμάτα τα ντουλάπια με καλούδια. 
Άσε εκείνα τα πλεκτά αριστουργήματα. Όλο έπλεκε. Να ετοιμάσει τις προίκες . Πώς να παντρέψει τα κορίτσια. Τι θα πει  το σόι του γαμπρού; Δεν ήθελε να την κακολογήσουν , να την πουν ακαμάτρα.
Όλα τα κατάφερνε αλλά είχε έναν καημό , δεν ήξερε γράμματα. Με το ζόρι έμαθε να γράφει το όνομά της. Τα κορίτσια δεν χρειάζονταν να μάθουν γράμματα. Άλλος ήταν ο προορισμός τους. Τα δικά της τα παιδιά όμως δεν τα εμπόδισε πουθενά.  Έδινε συμβουλές.  Την τρόμαζε μην λοξοδρομήσουν τα κορίτσια της , μην ξεγελαστούν και όλο φοβέριζε.Φοβόταν τον έξω κόσμο αλλά δεν έβαλε εμπόδια.  Με τον τρόπο της τα άφησε να πετάξουν , όχι χωρίς πόνο στην καρδιά της.
    Η φωνή της σε επαναφέρει στο παρόν. Διηγείται πάλι μια ιστορία από τα παλιά. Κι άλλα πρόσωπα έρχονται να την επισκεφτούν. Παραισθήσεις. Πόσο βασανιστικό και πόσο φοβερό να ζει σε διαφορετικές πραγματικότητες , να μην αναγνωρίζει τα οικεία πρόσωπα,  Προσπαθείς να μπεις στο μυαλό της, στη σκέψη της. Να αισθανθείς το φόβο της, τον τρόμο της , τον πανικό της . Πόσοι ξένοι έχουν μαζευτεί μέσα στο σπίτι , τι θέλουν από αυτήν ; Πού είναι ο άντρας της ; Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα της;. Κλαίει. 
     Α ρε μαμά ! Πώς τα κατάφερες έτσι;








9 σχόλια :

misoagnosti είπε...

...

Ανώνυμος είπε...

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ:

http://www.youtube.com/watch?v=Oax0f74dpf0&feature=player_embedded
(στο google)


κ.κ.

oikodomos είπε...

Α ρε Σοφία! Πως με έκανες έτσι;...

sofia είπε...

Την καλησπέρα μου

Να είστε καλά

Θωμάς είπε...

!!!
Χρόνια Πολλά, Σοφία.

sofia είπε...

Ευχαριστώ Θωμά,

Να είσαι καλά

Ανώνυμος είπε...

χρονια πολλα στις μανουλες. με συγκινησες! τα λεμε από κοντα, χριστινα

e-Apenanti είπε...

Γνωρίζω...

Καλημέρα Σοφία μου.

υγ. μόνη γιατρειά και παρηγοριά η αποδοχή και η εγκλιμάτωση. Να φθάσουν δηλαδή να χαίρονται, όσα σπίτια τραβούν αυτό τον Γολγοθά, πως μιαν άλλη ύπαρξη πρέπει να έχουν να αναθρέψουν.
εκ πείρας...

sofia είπε...

Καλέ μου Θανάση αυτό προσπαθούμε να κάνουμε, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει κατανοητό από όλους.

Σε ευχαριστώ
Να είσαι καλά