Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Πολύχρωμες ζακέτες

Ένα πολύ ευαίσθητο, τρυφερό και αγαπημένο τραγούδι αφιερωμένο στις μανούλες όλες του κόσμου, για αυτές που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και για αυτές που έγιναν μνήμη και ανάμνηση.


Να γίνω σκόνη που ο αέρας παντού τη σκορπάει 
Στο παραμύθι ο ήρωας που πάντα νικάει
Σε ένα βράδυ όλο τον κόσμο να τον κατακτήσω 
Με ένα χάδι ένα θαύμα απόψε να ζήσω…

Για μια στιγμή μέσα στο χρόνο να νικήσω
Με τα φτερά που’χω σμιλέψει να γυρίσω
Και να μικρύνω να χωράω σ’ όλες τις τσέπες  
Μες τις δικές σου τις πολύχρωμες ζακέτες…
Κοντά σου μαμά να βρεθώ… 
Το μόνο δώρο τώρα πια που απ’ τα Χριστούγεννα ζητώ… 

Να γίνω πάλι ένα παιδί που όνειρα κάνει
Κλείνει τα μάτια κι ότι πιστεύει μπορεί και το φτάνει
Σε μια παλάμη ό,τι έχω ζήσει γραμμές πια μετράει

Σε μια ρυτίδα το άγγιγμα σου απόψε χωράει…

Στίχοι: Αθηνά Σπανού
Μουσική: Γρηγόρης Πολύζος
Ερμηνεία: Πολυξένη Καράκογλου
Ενορχήστρωση: Γρηγόρης Πολύζος
Έργα ζωγραφικής: Γιώργος Σαμψωνίδης

Παραγωγή: Μικρή Άρκτος 2017
Διεύθυνση παραγωγής: Παρασκευάς Καρασούλος

Βιολί: Κώστας  Καριτζής
Όμποε: Μαρία Σιφναίου
Πιάνο: Γρηγόρης Πολύζος

Ηχογράφηση, μίξη, Mastering: Ηλίας Λάκκας @ Studio Odeon




Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Οι άλλοι άγιοι

                   
                  Εικονογράφηση Δημ. Σακελλαρίδη
Γύριζε απ’ τα χωράφια βράδυ – νύχτα, πάχνιζε τη γρηά μας φοράδα, έπειτα ανέβαινε κουρασμένα τα σκαλοπάτια. Εκείνος μούγκριζε από τους πόνους, είχανε σαπίσει πια οι πληγές του. Τον έπλυνε με νερό της βρύσης και τον άλειβε λάδι μαλακά – απαλά. Τότε γλύκαινε το λιγνό του πρόσωπο, μέρωνε. Δεν της μιλούσε, μονάχα έπλεκε τα χέρια στο στήθος κ’ ήθελε να του δυναμώσει το φως
Εμείς περιμέναμε νυσταγμένοι, ο μικρός κουτούλαγε κ’ έκλαιγε μες στο μισοΰπνι του. Μας μοίραζε το ψωμί σιωπηλά με κείνες τις τρυφερές της κινήσεις, ο παππούς πάντα του άπλωνε τη φούχτα κάτω απ’ τα γένεια του μην πέσουν τα ψίχουλα κι αμαρτήσει.
Από δίπλα εκείνος αναστέναξε άγρια, οι πόνοι τον λιάνιζαν, κάθε τόσο κι’ έβγαζε φωνή:
- Εχ Γεωργίααα! Καίγουμαι ! Νερό!
Η μάνα έμενε στο κρεβάτι του ως αργά, κάθουνταν άκρη – άκρη και τούβρεχε τις πληγές, ούτε μίλαγε.
Ακούγαμε τον πατέρα που θύμωνε, άρχιζε πάλι να βλαστημάει με λύσσα και να καταριέται Αλβανία, πολέμους, στρατηγούς, προδότες, νοσοκομεία.
- Αχ Γεωργία! Έτσι, έτσι σας λέω μάς πέταξαν.
Έγραφε με το μπράτσο του μιαν εκφραστική χειρονομία, ανασηκωνόταν ερεθισμένος, ο ιδρώτας πετάγουνταν χοντρά σπυριά.
- Έτσι σας λέω. Πάτε από εδώ, τα νοσοκομεία χρειάζουνται για μας!
Έλεγε που γέμισεν η Αθήνα λαβωμένους, άλλος διακόνευε, άλλος έτσι, άλλος έφευγε και χάνουνταν.
Πώς κατάφερε κ’ ήρθε! Τρίκλιζε, τα μπαστούνια βρόνταγαν στις πέτρες του δρόμου, στάθηκε στην αυλή, έκλαιγε, έκλαιγε σαν χελιδόνι. Η Μάνα τον πήρε απ’ το χέρι κι αργά – αργά τον έφερε στο κρεβάτι. Τον κράταγε σφιχτά πάνω της, σιωπηλή, σοβαρή, ο κόσμος ένοιωθε σαν επίσημη ώρα, κανένας δεν σάλευε.
Μονάχα ο παππούς έκανε το σταυρό του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Τώρα ο παππούς είναι Μάνα μας. Εκείνη απ’ το βαθύ χάραμα σέρνει τη γρηά μας φοράδα και φεύγει στα χωράφια, σκάβει, σπέρνει, θερίζει, το βράδυ γυρίζει σιωπηλή, καρτερούμε νάρθει η γλύκα της κ’ η παρηγοριά της.
Ο παππούς κάνει την αναφορά του, φάγαμε δε φάγαμε, παίξαμε δεν παίξαμε, ποιος έσπασε κεφάλι, ποιος έδεσε τενεκεδάκια στα σκυλιά, όμως εκείνη μας κοιτάζει τρυφερά και μοιράζει το ψωμί ίσα σ’ όλους μας, δίκαιους και αμαρτωλούς.
- Αύριο τα λέμε!
Μας φοβερίζει ο γέρος πεισμωμένος.
Εμείς δεν τον πιστεύουμε. Μονάχα που ο πατέρας φωνάζει και κλαίει, εκείνη πηγαινοέρχεται κουρασμένη, τα χέρια της τα τραχειά τρέμουν. Μένει στην κάμαρα του πατέρα πάντα ως τα μεσάνυχτα κι ακόμα.
Η θεία μας η χήρα κατάφερε τον Ιταλό γιατρό και της έδωσε αλοιφές. Δηλαδή όχι το γιατρό μα ένα παλληκαράκι Σικελό νοσοκόμο, ετούτος πάγαινε στης θείας τα βράδυα και τον έλουζε και τούπλεκε μάλλινα.
Η Μάνα κοίταζε μια τη θεία, μια τις αλοιφές. Και απέ τον παππού.
Ο παππούς έσκυβε στη φωτιά, ούτε γύριζε.
Τις άλλες μέρες ο πατέρας ησύχασε, έπεφτε σε βύθος, άφηνε απείραχτες τις βρασμένες πατάτες του μεσημεριού, ούτε ήθελε φως.
Όταν πέθανε, το λιγνό του πρόσωπο έφεγγε μέσα στα μαύρα – γκρίζα γένεια στο νεκροταφείο η Μάνα μας ξέσκιζε τα ρούχα της και ξερρίζωνε τα μαλλιά της.
Έπειτα το σπίτι μας σφραγίστηκε – σιωπή και κλάμα.
Την άνοιξη ακολουθούσαμε και μεις στα χωράφια, ήτανε σκάλος και βοτάνισμα, ως τη νύχτα ζυμώναμε τη γης, η Μάνα μας είχε λιγνέψει κ’ έπλεε μες στο μακρύ μαύρο της φουστάνι.
Εκεί που δούλευε άρχιζε το μοιρολόι, ήτανε ένα λυπητερό, αργό, κυματιστό τραγούδι, στιχάκια – στιχάκια. Μας έπιανε η αγκούσα, πνιγόμασταν. Έρχουνταν μπροστά μας ο πατέρας, εικόνες – εικόνες, πότε με τα χοντρά του μπαστούνια που βρόνταγαν, πότε γερός κ’ ίσος και χαμογελούσε.
Τότε ο μεγάλος αδερφός έσκουζε άγρια.
- Μάνα!
Ήθελε να χυμήξει σα γεράκια να της σφίξει το λαιμό.
Μας έπιανε φόβος και κρύο…
Το βράδυ ο δρόμος ήταν ατέλειωτος. Στο χωριό οι άνθρωποι ησύχαζαν κλεισμένοι από νωρίς στα σπίτια, πάνω στο δάσος του λόφου έφεγγαν τα μικρά φώτα του στρατιωτικού καταυλισμού, ακούγονταν εκείνη η χαρούμενη φυσαρμόνικα με τις ατέλειωτες ναπολιτάνικες μελωδίες. Ο παππούς γέμιζε λάδι το μεγάλο λυχνάρι, μας χάιδευε τα μαλλιά όλο γλύκα.
- Παλληκαράκια μου, παλληκαράκια.
Και μας τάιζε πατάτες και χόρτα.
Θάταν πια φθινόπωρο που πήρανε το δάσκαλο στρατοδικείο κι από κει χάθηκε. Τούτο τον καιρό έφυγε στα βουνά ο Γιωργής του θείου Κυριάκου, ακούγαμε που χάλασε τόνομά του κ’ έγινε καπετάν – Γιώργακας.
Ο παππούς θύμωνε που στάθηκε ο θείος μαλακός και δεν πελέκησε στο ξύλο το γιο του. Χτύπαγε τις γροθιές του στο τραπέζι, οι σακκούλες των ματιών του φούσκωναν. Κι όταν ήρθε ο θείος να μας ιδεί ο παππούς φρούμαζε, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα.
- Τ’ είν’ αυτά Κυριακούλη; Εχ μωρέ δεν αποκρίνεσαι;
Ο θείος έσκυβε, γινόταν μια στάλα.
Από κάμποσο είπε:
- Ποιος τον έκανε ζάφτι πατέρα;
Η Μάνα έσφιγγε το μαύρο μαντήλι και σώπαινε. Είμασταν σίγουροι πως συμφωνούσε με τον παππού, μας έπιανε λύπη.
Τις νύχτες σκεφτόμασταν τον Γιωργή, έτσι να κατεβαίνει απ’ τα βουνά, αψηλός, φαρδύς, άγριος, καπετάν Γιώργακας σωστός. Και να ντουφεκάει. Εκειδά πάνω στις ντουφεκιές μάς έπαιρνε ο γλυκός ύπνος.
Όμως γρήγορα μας ήρθαν άλλα βάσανα. Η θεία η χήρα ήθελε να παντρεφτεί το Σικελό της! Αυτή τη φορά ο παππούς λίγο έλειψε να πεθάνει. Την έκλεισε στην κάμαρα του πατέρα μας, ακούγαμε το ραβδί που κατέβαινε στη ράχη της και κείνη ούρλιαζε και χύμαε να τον φάει. Η Μάνα μας τράβηξε τον γέρο, το κορμί του έτρεμε, έκλαιγε. Τον κάθιζε στη γωνιά μα τούτος έκανε να σηκωθεί, πάλευε. Φώναζε, τα μουστάκια του στάζαν.
- Αλλόφυλη! Αμαρτωλή! Φράγκισσα! Αχ, δεν είσαι κόρη δική μου! Πώς θα παντρεφτείς αμαρτωλή;
Η θεία η χήρα είχε φύγει απ’ την πίσω πόρτα, το αίμα πιτσίλισε την αυλή ως κάτου στο δρόμο.
Τις άλλες μέρες ο γέρος έμενε συλλογισμένος, κάθε λίγο και ρούφαγε πρέζα ταμπάκο κι αναστέναζε.
Έλεγε της Μάνας μας:
- Εχ, πούναι τος ο καπετάν – Γιώργακας να της πάρει το κεφάλι της λεβαντίνας!
Η Μάνα τούφερνε πιο κοντά το παλιό κανάτι του κρασιού. Έπινε, η καρδιά του μέρωνε, γέμιζε τρυφερότη και καλωσύνη για τη Μάνα μας. Την κρατούσε απ’ τα χέρια και τάσφιγγε μ’ όλη τη δύναμη των γηρατειών του.
- Εσύ Γεωργία είσαι παιδί μου. Εσύ, αδικημένη και βασανισμένη Γεωργία.
Θέλαμε να πέσουμε πάνω του, να τον αγκαλιάσουμε και να τον φιλούμε ως το θάνατο!
Ο μεγάλος μας αδερφός του διάβαζε ιστορίες για σημεία και τέρατα αγίων. Γαλήνευε, τα μάτια του είχανε μια απαλή ανταύγεια απ’ το φως της ψυχής του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Έλεγε σιγανά κ’ εκεί που πάγαινε να τον πάρει ο ύπνος ρώταγε:
- Έμαθες Γεωργία, πού βόσκει ο χαΐνης, ταγγόνι μου;
Εμείς πεταγόμασταν αράθυμα.
- Ποιος παππού; Ο καπετάν – Γιώργακας;
- Ναι.
- Στα βουνά, στα βουνά, απόσωνε η Μάνα μας και φύσαγε βιαστικά το λυχνάρι να γίνει σκοτάδι.
Μη κι’ έχουν τελειωμό οι βασανισμοί του ανθρώπου;
τον ίδιο καιρό, περασμένες του Σταυρού, μας πήραν στάρια και γεννήματα. Έζωσαν διπλά – τριπλά το χωριό, γέμισαν οι δρόμοι στρατό, πολυβόλα, αυτοκίνητα. Ο Ιταλός κομαντάτης κάθουνταν στην πλατεία, από κει έστελνε ταποσπάσματα στα σπίτια με τη σειρά, έμπαιναν βλαστημώντας κ’ έψαχναν, έξω στις αυλές γίνουνταν σωροί οι καρποί για μπάρκο!
Μήτε παπάς μήτε Πρόεδρος σκάρισε, οι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι κ’ έτρεμαν, πού και πού οι γυναίκες άφηναν σπαραγμούς πνιχτούς. Ώσπου να πεις, είδαμε πούφευγαν τα φορτηγά φορτωμένα ως πάνου κατά την Πολιτεία, ο στρατός τράβηξε απ’ τα καμποχώρια τραγουδώντας, στο δάσος του λόφου πλήθυναν τα φώτα, τα γέλια κ’ οι φωνές. Η Μάνα μας μόλις έγινε ησυχία σηκώθηκε, έσφιξε το μαύρο της μαντίλι, σκούπισε τα μάτια καιμας πήρε στην πίσω αυλή. Ήτανε ο παππούς γερμένος στον φράχτη αμίλητος, αδύνατος, κίτρινος.
Χτύπησε στην πλάτη τη Μάνα μας και χαμογέλασε:
- Βάστα Γεωργία!
Αυτό μονάχα.
Κι από κάμποσο:
- Βαστάτε μωρέ και σεις!
Ο μεγάλος αδερφός τούφερε κρασί και ταμπάκο. Έφερε και της Μάνας σκαμνί να καθήσει που λύγαε να σωριαστεί.
Εκείνη δάγκωνε το μαντήλι κ’ έκλαιγε. Έκλαιγε μ’ αναφυλλητά βαθειά, ματωμένα. Σαν τότε στο νεκροταφείο.
Συλλογιόταν τον χειμώνα που έφτανε χωρίς ψωμί και γεννήματα, εμάς που τρέμαμε όπως τα καλάμια του ποταμού, τον άμοιρο το γέρο, συλλογιόταν μαζί με τα τωρινά βάσανα της κατοχής τα βάσανα όλα της ζωής της – γέννες, θανάτους, φτώχεια, φαρμάκια – συλλογιόταν η Μάνα μας η δούλα κ’ η αγράμματη, αυτή η τσακισμένη και ταπεινωμένη, συλλογιόταν εκείνον που πέθανε απ’ τις πληγές του πολέμου. Εκεί μπροστά της άπλωνε η μοίρα το δίχτυ της, όλους θα μας τύλιγε, θα μας έσφιγγε ως το θάνατο άσπλαχνα.
Ο παππούς έφυγε σέρνοντας τα πόδια.
Τη νύχτα ώρες καθάριζε το παλιό πιστόλι του πατέρα μας ας ήταν και χωρίς σφαίρες.
Κ’ έπινε. Τα μάτια του άστραφταν.
- Απ’ τον παππού σου χαΐνη καπετάν – Γιώργακα! Αμ’ τι!
Έλεγε κι έπινε.
Η Μάνα κρατούσε το πρόσωπό της. Ήτανε δυο λεπτές, πετσαμένες, σκούρες, όλο νεύρα φούχτες. Ήτανε και το πρόσωπό της άσπρο – κίτρινο, έφεγγε μες στο μαύρο μαντήλι της κεφαλής.
Κοίταζε τον παππού, τα μάτια της στάζανε πίκρα κ’ έγνοια.
Ο λύχνος τσίριζε να σβήσει. Τι σκιές που σάλευαν!

Ύστερα απ’ τον Οχτώβρη οι βροχές πνίξανε τον τόπο. Ο μικρός μας αρρώστησε, μήτε φάρμακο είχαμε μήτε ψωμί. Εκείνη γύριζε ολημερίς κ’ έσκαβε στις λάσπες για ρίζες, χόρτα και τέτοια. Μας έφερνε προκηρύξεις, μαζευόμασταν γύρω στη φωτιά, ήτανε ησυχία, ο μεγάλος μας αδερφός τις διάβαζε φωναχτά λέξη – λέξη, βλέπαμε τον παππού που έσκυβε με προσοχή, η Μάνα στέκουνταν από πάνου κι αφουγκράζουνταν. Όταν εμείς φεύγαμε για ύπνο, ο παππούς κάθιζε αντίκρα του τον μεγάλο αδερφό, τον έβανε πάλι και πάλι να του διαβάζει τα χαρτιά, πάσκιζε να τα ξηγάει κατά πού ένοιωθε, έπινε αγάλια – αγάλια, ρώταγε πότε τούτο πότε κείνο.
Τούτα τα φύλλα δεν ήσαντε σαν τα γράμματα της εκκλησίας.
- Αχ, άλλο, άλλο είναι!
Κι αναστέναζε.
- Τι λες Γεωργία; Ε;
Εκείνη τούλεγε για οργάνωση, τέτοια.
- Όχι, όχι. Άλλο είναι Γεωργία!
Τράβαγε τα μουστάκια του με πείσμα.
Από μέρες, φώναζε της Μάνας πως το βρήκε. Έκανε σα μωρό.
- Ξέρεις Γεωργία τείναι; Να δώσουμε ό,τι έχουμε. Πώς θα γίνει ελευθερία και δίκιο; Πώς;
Η Μάνα μας χαμογελούσε, ούτε τούλεγε πως από μέρες είχε στείλει στα βουνά κουβέρτες και ρούχα, ακόμα και τασπρικά της.
Η Μάνα ποτέ δεν έλεγε στον παππού πως εδώ στο χωριό ήτανε επιμελητεία, πως ο θείος Κυριάκος είχε πεθάνει κρεμασμένος απ’ το κεφάλι στη γης, πως είχαν χωθεί απ’ τους ραβδισμούς λουρίδες πουκάμισο στις πλάτες του. Ήξερε πως ο γέρος μπορεί να μη τάντεχε, νάσπαζε η καρδιά του. Κ’ ήθελε πολύ να τον έχει, ήθελε και για τον εαυτό της και για κείνον και για μας.
- Αυτό είναι! Να δώσουμε!
Τον αγκάλιαζε και του χάιδευε τάσπρα γένεια.
Εκείνος ζούσε τον θρίαμβο, άστραφτε.
Δεν αποζήταγε πια σημεία και τέρατα αγίων. Τι νάβρισκε στα χαρτιά; Εδώ ήτανε, σε τούτο τον κόσμο τα μεγάλα σημεία. Σαν εκείνα των Φώτων!
Παραμονή νύχτα, έτσι ξαφνικά άρχισε ντουφέκι στον καταυλισμό του λόφου. Ο παππούς μάς σώριασε στο ντάμι χαμηλά, το στενό παράθυρο το φώτιζαν αστραψές, σειόταν το σπιτάκι μας απ’ τις ρίζες. Εμείς κλαίγαμε και χώναμε το κεφάλι βαθειά στις κοπριές. Η Μάνα μας αγρίευε, όλο κι άνοιγε χαράκι την πόρτα κι αφουγκραζόταν κατά το δρόμο. Σαν νακούγονταν τρεχάλες, πνιχτές βιαστικές φωνές.
Στο λόφο τα πολυβόλα γάζωναν νευρικά, έσκαγαν χειροβομβίδες δαιμόνοι, στα πλάγια του λόφου ήτανε φώτα άσπρα, κόκκινα, κίτρινα. Ο παππούς προσκύναε τον αη – Γιώργη, έλεγε προσευχές, βλαστήμαγε, κάθονταν δίπλα στο παχνί της φοράδας και μας κράταγε απ’ τις πλάτες.
- Βάστα καπετάν – Γιώργακα!
Κ’ έσφιγγε τις γροθιές του φοβεριστικά.
Την άλλη μέρα δε λειτούργησε ο παπάς.
Μας μάζεψαν στο χωράφι του σχολειού, είμαστε σύψυχο το χωριό, άντρες, γυναίκες, εμάς τα παιδιά μας στρίμωξαν στις κάμαρες του σχολειού.
Ακούγαμε φωνές, κλάματα, βρισές, ντουφεκιές.
Ως το μεσημέρι που έπιασε δυνατή, δαρτή βροχή.
Μάθαμε ύστερα πως η Μάνα μας στέκουνταν σφιγμένη στο μακρύ της μαύρο φουστάνι, μονάχα τα μάτια της φαίνουνταν απ’ το κεφαλοδέσιμο. Πως είχε μια περηφάνεια πάνω της καθώς βάδιζε μες στις λάσπες προς τον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Μάθαμε πως γύρισε κ’ είδε τους άλλους, τους κοίταξε όλους αργά – σιγά, τους χαμογέλασε κ’ έκαμε να τους χαιρετίσει με τα χέρια μα ήταν δεμένα σφιχτά και σείστηκε αλαφρά το κορμί της.
Μάθαμε πως φώναξε:
- Χωριανοί, τα παιδιά μου!
Και δεν πήρε απόκριση.
Ύστερα την κλώτσησαν ως τον τοίχο της εκκλησίας…
Τώρα ο παππούς μας συχωρέθηκε, τον έφαγαν οι καημοί και το δίκιο. Μείναμε τα παιδιά, ο μεγάλος αδελφός είναι ο στύλος μας. Μας παίρνει των Φώτων κάθε χρόνο και πάμε λουλούδια σε κείνον τον τοίχο της εκκλησίας.
Πάντα μεσημέρι.
Και πάντα βρίσκουμε νάναι κι άλλα λουλούδια.
Περνάνε απ’ το πρωί οι άνθρωποι και προσκυνάνε τη Μάνα μας.
                                                              Αλέξης Σεβαστάκης
                                                              
Το διήγημα " Οι άλλοι άγιοι"δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1963, στο τεύχος 99.Ο Αλέξης Σεβαστάκης με αυτό το διήγημα συμμετείχε  στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος "Κορυσχάδες" και πήρε το τρίτο βραβείο " παρά την κάποια φιλολογική του υπερφόρτωση, περιγράφει με δύναμη την ψυχολογία των ανθρώπων που η νομοτέλεια της αντιστασιακής δράσης τούς φέρνει αντιμέτωπους προς τον κατακτητή ενώ παράλληλα ανασυνθέτει το κλίμα της βίας, της πείνας και της απανθρωπίας κάτω από το ζυγό των ναζί".




Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Μάνα

Βάσω Κατράκη, χαρακτικό
Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

…Πρωί – πρωί μπλοκαρισμένο το χωριό απ’ τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Απ’ το σταθμό στη ρεματιά και πέρα μέχρι το κτήμα του Μπαλαβάνη. Βουίζανε τα χωνιά μέσ’ στ’ αυτιά μας για τα παλικάρια του χωριού να μαζευτούνε στο λιβάδι του Μπότσαρη, όπου κλοτσούσαν τα παιδιά το τόπι τις Κυριακές.

Μπαίνουν στα σπίτια ουρλιάζουν και απειλούν, κι ένας – ένας οι άντρες του χωριού μαζωγμένοι απ’ τα χωράφια και τα κτήματα, από τα σπίτια και τον καφενέ τραβούν το δρόμο για το λιβάδι. Οι «δικοί μας» βρίζουν πιο πολύ και φωνάζουν πως ήρθε η μαύρη μας η ώρα.

Μέσ’ στα παλικάρια κι ο Δημήτρης. Γίνανε όλα τόσο ξαφνικά που δεν πρόλαβε να το σκάσει. Απ’ ότι λεν οι διαδόσεις, αντίποινα για έναν δικό τους, και είκοσι και τριάντα και πενήντα δικά μας παλικάρια.

Το χωριό είναι αναστατωμένο. Ο παπάς χτυπάει την καμπάνα. Ύστερα παίρνει το δρόμο κι ακολουθεί μαζί τους. Ο Γερμανός δείχνει σεβασμό και του κάνει νόημα να γυρίσει πίσω. Ο « δικός μας» ο σπιούνος, όμως, τον σπρώχνει και τον τραβολογά. « Προχώρα, τραγόπαπα. μη σε σουβλίσω, έχω ράμματα για τη γούνα σου.» ( ο γιος του ήταν στ’ αντάρτικο).

Πέρα στο βάθος καίγονται οι καλαμιώνες και μαύρος καπνός, μαύρη συφορά προμηνύει. Έχει αδειάσει το χωριό, κι εμείς οι έρμες στις αυλές κλαίμε και προσευχόμαστε για το κακό που μας βρήκε. Η Βιργινία πλάι μου τρέμει.

«Μάνα, φοβάμαι για τον Δημήτρη μας.»

Ο Δημήτρης και τ’ άλλα παλικάρια. Ποιανού το ριζικό είναι γραμμένο. Και λέει το Κατινιώ, που το’ χει ακουσμένο, για τον άντρα τον μασκοφόρο, κι όποιον δείξει αυτός αλίμονό του. Η φωτιά προχωρεί απ’ την Παναγιά και γλείφει τ’ αντικρινό σοκάκι, κι εγώ και όλες του χωριού οι μανάδες δεν ξέρουμε τι να πρωτοσυλλογιστούμε. Τα παλικάρια που’ πεσαν στα χέρια τους, για τη φωτιά που καταφθάνει.

Βγάζουμε απ’ το πηγάδι νερό με τους κουβάδες και καταβρέχουμε να βρει η φωτιά νωπά. Η Βιργινία καλού – κακού ετοιμάζει το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα πρεπούμενά μας.

Κι είπε η άλλη το Φροσί – που το’χει ακουσμένο – για τους άντρες που τους φορτώνουνε στις κλούβες και τους στέλνουνε εργάτες στη Γερμανία. Μόνο τους γέρους αφήνουν να γυρίσουν στο χωριό.

Σταμάτησε ο αγέρας κι η φωτιά δεν προχωρεί. Είπαμε να μαζευτούμε όλες να τραβήξουμε για το λιβάδι να μάθουμε τι γίνεται. Άφησα τη Βιργινία στο σπίτι. Κι η Λάμπραινα, και το Φροσί της Στάσας και το Κατινιώ που’χε πατέρα κι αδελφό. Παίρνουμε την καμένη ρεματιά και πλάγια και κρυφά απ’ τα περιβόλια και τις καλαμποκιές. Πίσω στον παλιό μύλο με τη στέρνα και τη μεγάλη λεύκα που μάζωνε τα γιδοπρόβατά του ο μπαρμπα – Λουκάς να ξεχειμαδιάσει. Φτάνουμε στο λιβάδι. Είναι περικυκλωμένο. Οι Γερμανοί μάς πήρανε χαμπάρι και μας φοβερίζουν. « Ράους – Ράους». Κρατάνε μαύρους άγριους σκύλους και απειλούν να τους αμολήσουν πάνω μας. Κι άλλες χωριανές φτάνουν ένα γύρω και χώνονται στα σπαρτά.

Σουρνόμαστε μαυροφορούσες δράκαινες στο ξερό χορτάρι. Ήλιος μαύρος και καυτός σαν πίσσα. Μπαρουτοκαπνισμένος ουρανός. Στέκονται ολόρθοι ένα γύρω οι άντρες και σφουγγίζουν τον ιδρώτα με μαντίλι. Είναι Αύγουστος, και η σταλαγματιά πικρή αρμύρα. Λέω της πλαϊνής σαν πάρει το μάτι της τον Δημήτρη να μου τον δείξει. Μα το μάτι το δικό μου παίζει σαν γέρακας και βλέπω το παλικάρι μου με την άσπρη ολάνοιχτη πουκαμίσα, είναι αψηλός και ξεχωρίζει. Είναι μαύρα κορακάτα τα μαλλιά του και ξεχωρίζει. Είναι πανέμορφος κι αλύγιστος και ξεχωρίζει. Δεν έριξε το βλέμμα χαμηλά και φεγγοβολά η ματιά του κατάφατσα στην μπούκα των ντουφεκιών τους. Τρέμω ολόκορμη. Δαγκώνω ρίζα αλυγαριάς να κρατηθώ.

«Μάνα, φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γεννηθεί ποτέ!. Φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γνωρίσει ποτέ τον κόσμο που ονειρεύτηκα γι’ αυτόν.»

Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ήξερε τι τον περιμένει, κι ήταν αποφασισμένος.

Του’ πα: « Γιε μου, τα’ χουνε βάλει μαζί σου, φύγε, ανέβα στο βουνό.»

«Μάνα, η θέση μου είναι εδώ στους χωριανούς. Έτσι πρέπει να κάνω, κατάλαβέ το.»

Στριμώχνεται το Κατινιώ πλάι μου και με τσιμπολογά κάτι να προσέξω. Βλέπω με τα μάτια μου ένα γερμανικό καμιόνι. Σταματά καταμεσίς του λιβαδιού. Πέντ’ έξι Γερμανοί ξεμπουκάρουν και κυκλώνουν τ’ αμάξι. Κατεβάζουν έναν άντρα μασκοφορεμένο. Τότε σκοτείνιασε ο ουρανός και δυνατή κραυγή ξεχύθηκε απ’ τα σπλάχνα και πνίγηκε στο λάρυγγα, μην ακουστεί και προδοθώ.

Σε χίλιους άντρες, σ’ εκατό αντίκρυ να με βάζαν, δε θα με ξεγέλαγε κανείς πως τούτος ο μασκοφόρος που τρεκλίζει δεν είναι άλλος απ’ το παιδί μου. Το δεύτερο παιδί μου, τον Κωνσταντή.

Πριν συνέλθω, πριν τσιμπηθώ πως όλα αυτά δεν είναι όνειρο κακό, δεν είναι ψέμα, τον βλέπω αργά – αργά με τ’ αδύνατα στραβά κανιά του, με την ανάλαφρη πατημασιά που ξεχώριζα ακόμα και βαθιά μέσα στη νύχτα, να προχωρά. Κάνει τα βήματα με κόπο. Παραπατά και τον στηρίζει ένας Γερμανός με τον υποκόπανο. Κοιτάζει πρόσωπο κατά πρόσωπο τους άντρες. Ματιά αγωνίας, ματιά θανάτου. Στέκεται αντικριστά στο άλλο μου παλικάρι. Είναι ολάνοιχτη άσπρη πουκαμίσα και ξεχωρίζει. Είναι το ξέσκεπο στήθος με το σημάδι του σταυρού. Είναι το βλέμμα τ’ αετίσιο που διαπερνά τη μαύρη κουκούλα. Είναι η αγέρωχη κορμοστασιά και ξεχωρίζει. Είναι η ολόμαυρη και σκοτεινή κουκούλα με τη νεκροκεφαλή σε χιαστί σπαθιά και ξεχωρίζει. Είναι αντιμέτωποι κι αντικριστοί. Άσπρο και μαύρο και καπνισμένος ουρανός.

Κάνει ένα αναποφάσιστο δειλό βηματάκι. Απλώνει χέρι. Χέρι τρεμάμενο και τον δαχτυλοδείχνει. Χέρι βαριοσήκωτο τον ήλιο να σκιάσει. Σαν γύπες και σαν κόρακες αρπάζουν το παιδί μου οι Γερμανοί, κι εκείνος άνεμος και πνοή και δεν πατά στη γη. Προχωρά ανέγγιχτος στη βία, με το κεφάλι ψηλά και το χαμόγελο της αντρειοσύνης βαδίζει.

Και μου’ ρθε ζάλη δυνατή κι ο κόσμος σβήνει και χάνεται μπροστά μου. Και τότε ανοίγουν οι ουρανοί και ψαλμωδίες και άγγελοι και άσπρα νέφη. Ήταν να χαρείς την ομορφιά σε μέρη πρωτοΐδωτα. Ανέβαινε καμαρωτά σ’ ανεμόσκαλα αψηλή το παιδί μου με φωτοστέφανο. Περιστέρια και πουλιά τον προϋπαντούν με κρίνα και τριαντάφυλλα κι εξαίσια μαυλιστική μουσική.
Βάλιας Σεμερτζίδης,
Γυναίκες του καλοκαιριού (λεπτομέρεια)

Κι ήρθαν χαστούκια δυνατά να δείξουνε τη μαύρη συφορά μου. Με κρατάν γειτόνισσες στα χέρια και μήτε να σαλέψω μήτε να κλάψω δεν μπορώ. Δεν περπατώ, μόνο σούρνομαι και θέλω σαν ύαινα να μπω μεσ’ στο λιβάδι να τους κατασπαράξω. Με σπρώχνουν με τον υποκόπανο κι εγώ, αντί να τους ξεσχίσω με τα σουβλερά φαρμακερά μου δόντια, τους εκλιπαρώ, στα πόδια τους γονατιστή πέφτω να μ’ αφήσουν ν’ αγγίξω, να κλάψω το παιδί μου που κείτονταν νεκρό κάτω απ’ τη μεγάλη λεύκα. Για μια στιγμή, για ένα λεπτό. Να φιλήσω το κόκκινο γαρούφαλο που άνθισε στο μέρος της καρδιάς κι έβαψε κόκκινη την πουκαμίσα. Όμως οι δυνάμεις μου μ’ έχουν εγκαταλείψει κι έρμαιο στα χέρια γυναικών παίρνουμε το δρόμο για το χωριό. Να κοντοσταθώ να ξανασάνω, να πάρω δύναμη αν μπορώ ν’ αντιπαλέψω τη νέα συφορά.

Τρέχει η Βιργινία, πέφτει στην αγκαλιά μου και δεν μπορώ να πάρω λέξη απ’ τους λυγμούς της. Το σπίτι μου καίγεται σαν λαμπάδα. Ήρθαν μερικοί από «δαύτους», έριξαν μια κίτρινη σκόνη και μια πιστολιά. Άρπαξε και φούντωσε σαν αχερώνας. Τρέχουν οι γειτόνισσες να προλάβουν το κακό. Με κουβάδες, τενεκέδες, μ’ ό,τι βρουν. Έριξαν την πιστολιά, έκαναν το χάζι τους, τρομοκράτησαν το κορίτσι και μην τους είδατε. Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Φτερά βγάλαν τ’ αλόγατά τους και χάθηκαν στη σκόνη. Κι ούτε να μ’ αντικρίσουν κατάφατσα δεν τόλμησαν.

Όμως το σπίτι καίγεται κι εγώ’ μαι ακίνητη και δε σηκώνω το μικρό μου δαχτυλάκι. Έφαγε ό,τι ήταν να φάει κι έμεινε άθιχτο το μικρό καμαράκι όπου κούρνιαζε και διάβαζε ο Δημήτρης, όπου στοίβαζε τ’ αμέτρητα βιβλία και γραφτά του. Τίποτα απ’ αυτά δεν πείραξε η φωτιά. Έμειναν ολοζώντανα να τον θυμίζουν. Κι η καρυδιά αλώβητη, καταπράσινη, γροθιά μικρού παιδιού οι καρποί της.

Κάτσαμε στην πεζούλα η Βιργινία κι εγώ να θωρούμε τους καπνούς. Απόμεινε στα πόδια μας το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα χρειαζούμενα. Απόμειναν οι αγκαλιές και οι συμπόνιες των ανθρώπων γύρω μας να μας παρηγορήσουν, να μας ποτίσουν μια γουλιά νερό, να πούνε μια ζεστή κουβέντα. Δεν είπα σε κανέναν το μυστικό – μήτε στη Βιργινία – πως γνώρισα τον φταίχτη. Δεν τόλμησα ν’ ανοίξω τα μάτια της ψυχής μου. Τούτο το μαχαίρι μπήκε ακόμα πιο βαθιά μεσ’ στην καρδιά μου. Δεν πονούσα τόσο πολύ για το θάνατο του Δημήτρη. Ήταν λεβέντης κι ήρωας και πολέμησε αντρείκια και περήφανα για τα ιδανικά του, κι αντρείκια και περήφανα κι εγώ θα το δεχόμουν. Για την προδοσία πονούσα. Αυτή με τσάκισε και μ’ έκανε κουρέλι.

Μείναμε μερικές μέρες στο καμαράκι να συμμαζέψω ό,τι πια μας είχε απομείνει. Πρόθυμη όλη η γειτονιά, στης μιας ή της άλλης το σπίτι ν’ απομείνω, να μου παρασταθεί, να με συμπονέσει, μην καρδιοσωθώ και μείνει το κορίτσι πεντάρφανο στους δρόμους. Όμως προτίμησα το μικρό καλύβι, χωρίς βολή και φωτισμό. Μια καντήλα ολημερίς και ολονυχτίς ν’ ανάβει και θυμίαμα και αποκούμπι. Ήρθε μια νύχτα μια κοπέλα καβάλα στ’ άλογο. Πανέμορφη είχε γίνει. Τα φισεκλίκια σταυρωτά. Μπότες και μπερεδάκι που’ γραφε ΕΛΑΣ και την μπιστόλα στο ζουνάρι του παντελονιού ζωσμένη. Αδύνατη και μαυριδερή. Αγνώριστη.

Τι να πούμε; Πως δεν αρμόζει να κλαψουρίζουμε, μου’ πε, πως το αίμα του δεν πάει στα χαμένα. Ένας καινούργιος κόσμος θα φυτρώσει στη σπορά του. Μου’ πε να’ μαι περήφανη και δυνατή σαν την καλοκαιριά, να μη λυγίσω. Μου’ πε και μου’ πε και δεν άντεξε και ξέσπασε στο κλάμα. Έπρεπε τώρα εγώ ν’ αρχίσω να της λέω τα ίδια τα λόγια ακριβώς, και δεν αντέξαμε και συνεχίσαμε κι οι δυο το κλάμα. Δε χάραξε καλά – καλά, δε λάλησε ο πετεινός κι η Ισμήνη, αφού έβαλε κάτι στις χούφτες μου πως θα μου χρειαστούν, με πικροφίλησε και χάθηκε από το φράχτη. Ένας αντάρτης με δυο άλογα πρόσμενε πιο κάτω. Την παράβγαλα με το βλέμμα. Πόνεσα και για την κόρη που δεν πρόφτασα ν’ αποκτήσω και παρακάλεσα το Θεό να την έχει καλά στο δρόμο π’ ακολουθά.

Το πιο άλλο βράδυ ήρθε χαμπέρι για ένα παλικάρι που κείτονταν νεκρό πέρα στα καμένα της ρεματιάς μέσα στη μαύρη σκόνη. Πήραν μυρουδιά απ’ τα κοράκια κι ήρθαν οι γειτόνισσες και λέγαν τάχατες πως δεν ξέρανε ποιος είναι και σκέρτσα και καμώματα να μπουν ψύλλοι στ’ αυτιά μου να λαχταρήσω. Δεν χάνω τον καιρό μου, ρίχνω το σάλι, μηνώ της Φρόσως και της Κατινιώς και τρέχουμε στο ρέμα. Φύσαγε τρελός νοτιάς ανακατωσούρης κι έφερνε τη μυρουδιά. Είχε σκοτεινιάσει και με τ’ άγγισμα μόνο είχα καταλάβει. Έβαλα το χέρι κάτω απ’ τ’ αυτί. Εκείνο το μικρό σημαδάκι στη θέση του, κι η μικρή γουβίτσα στο μέτωπο και το μουστάκι που είχε αφήσει τελευταία και το κορμάκι ισχνό με όλο νεύρο. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία. Άναψε ένα σπίρτο το Φροσί που’ σβησε αμέσως. Πρόλαβα κι είδα τα μάτια τα κλειστά, το κόκκινο στο μέτωπο τσουλούφι. Πήρα το κεφάλι του στα δυο μου χέρια, το χάιδεψα, το φίλησα κι έκλαψα ώρα πολλή.

« Γιατί», του’ πα. « Γιατί, αγόρι μου, τι ήταν αυτό που σκοτείνιασε, που μαύρισε την ψυχή σου, τι ήταν αυτό, αγόρι μου, που σ’ άγγιξε και θόλωσε το μυαλό σου; Μη δε σ’ ανάστησα σωστά, μέσα στην τόση μας μιζέρια. Γιατί, γιατί. Κι ο άλλος ακόμα δεν έχει σαραντίσει.»

Οι γειτόνισσες παράμειναν πιο κάτω σε μέρος που’ κοβε ο αγέρας και μείναμε  οι δυο μας μόνοι, μα είχα μάθει πια στη συφορά. Τον άλλον δεν τον άγγιξα. Δε μ’ άφησαν. Τούτονα αγκάλιαζα τώρα κι έκλαιγα και για τους δυο.

Έτρεξα μαύρα μεσάνυχτα και ξύπνησα τον παπα – Γιώργη. Όμορφος άνθρωπος ο παπα – Γιώργης κι ήξερα θα με καταλάβει. Παλίκαρο δυο μέτρα έχασε στο βουνό κι είχε κι αυτός τον ίδιο πόνο. « Βάλε το πετραχείλι σου και πάμε. Κάνε τη λειτουργία, παπά μου, όπως πρέπει κι ας αμάρτησε. Πες του Θεού πως ήτανε καλός να σε πιστέψει. Πες του να τον έχει από κοντά και να τον αγαπήσει. Πες να του δόσει αναπαμό και να τον συγχωρέσει.»

Λιβάνι αγιορείτικο. Λίγο λάδι, λίγο κρασί κι ένα σπασμένο πιάτο. Ας είναι η νύχτα άγρια κι ας φυσά. Με μια σκαπάνη, με φτυάρια και με χέρια ακόμη σκάψαμε λάκκο ρηχό να πάρει το κορμί του. Έκοψα δυο καλάμια κι έπλεξα σταυρό που’ μπηξα στο μαύρο χώμα. Ξημέρωσε ο Θεός κι όλα είχαν τελειώσει. Δεν ήξερα πώς ένιωθα. Ένα παράξενο αίσθημα ανακούφισης, κάτι ολότελα διαφορετικό. Είχα κάνει το χρέος μου.

Είπανε αργότερα μαύρα λόγια κάτι που’ τανε μαζί. Κάποιοι που τους γράπωσαν ομαδικά σ’ ένα κόλπο στη δημοσιά για την Κατερίνη, κάτι φίλοι γκαρδιακοί πως τον βρήκαν μ’ ένα σεντόνι κρεμασμένο στο κελί του. Κι οι φύλακες τον φέραν και τον πέταξαν στον Καλαμιώνα σαν σκουπίδι γιατί δεν είχε αριθμό.

Θαρρώ πως μάθανε το μυστικό μου. Δεν ήμουν πια μόνο η μάνα του ήρωα. Μου’ πεσε το φτιασίδι του τουπέ και της περηφάνιας που φορούσα κάτω απ’ τη μαύρη μαντίλα. Τώρα δεν είχα μάτια τον κόσμο ν’ αντικρίσω και τίποτα πια δε με κρατούσε στο χωριό.

Σαν κλέφτρα, σαν κυνηγημένη πήρα ό,τι μου είχε απομείνει. Το τελευταίο και μοναδικό μου παιδί τη Βιργινία. Λίγα πράματα στο καρυδένιο σεντούκι και τράβηξα για το σταθμό το δρόμο το στερνό. Κλειδαμπάρωσα στο μικρό καμαράκι. Φυλάκισα θύμησες πικρές. Δυο φύλλα από την καρυδιά, το τελευταίο δροσερό νερό απ’ το πηγάδι. Το χορταριασμένο μονοπάτι που σκάλισαν αμέτρητες φορές τα βήματά μου, που άφησα αμέτρητες φορές  το γέλιο και το στεναγμό μου. Απομεινάρια μιας ζωής φουρτουνιασμένης. Όλο το χωριό στην πρωινή δροσιά του, πριν ξυπνήσει στην αγκαλιά του ήλιου. Το χωριό, που ήταν πέντ’ έξι σπίτια σαν πρωτόρθαμε και τώρα είναι μια μικρή πολιτεία. Καν είκοσι καν εικοσιένα χρόνια από τότε. Τ’ αφήνω και τραβώ στη δεύτερη προσφυγιά μου. Να μη λυγίσεις ό,τι κι αν συμβεί, να μη λυγίσεις. Παρήγγειλε ο άλλος. Κι εγώ το’ χω στόχο μου. Το’ κανα τρόπο ζωής να μη λυγίσω.

Στο σταθμό, παρ’ ότι ήτανε πρωί, επικρατούσε μεγάλη κίνηση. Κόσμος πάει κι έρχεται, που λένε. Στριμωξίδι, μπογαλάκια, φωνές και καβγάδες. Οι Γερμανοί κρατούν όλα τα πόστα. Βλέπεις τον τρόμο στη ματιά, τον πανικό τους. Σουλατσάρουν με τα ντουφέκια κατωμάσχαλα κι ελέγχουν. Το τρένο απ’ τη Θεσσαλονίκη αργεί κι η κίνηση μεγαλώνει. Ο ήλιος δυο και τρεις οργιές και πήρε η μέρα ν’ απλώνει. Μικροπωλητάδες μ’ αλλόκοτα γλυκά. Χαρούπια, σταφίδες, λούπινα.

Η Βιργινία δείχνει φοβισμένη. Είναι δεκαεπτά χρονών, κι όπως είναι αδύνατη και κοντούλα – πήρε το δικό μου μπόι – φαίνεται να μικροδείχνει. Προσπαθώ να την καθησυχάσω. Να μην τη νοιάζει κι όλα θα παν καλά. Εδώ δεν έχουμε τίποτα να μας κρατά, ό,τι αγαπήσαμε πολύ έχει πεθάνει. Πρέπει να κάνουμε κουράγιο να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Έρχεται το τρένο παραφορτωμένο. Σφυρίζει και βγάζει μαύρο καπνό. Χρόνια τώρα γνώριζα το σφύριγμά του, ποιο θα’ ρθει από το νοτιά, ποιο απ’ τη Θεσσαλονίκη. Κόσμος κατεβαίνει, μα πιο πολύς κόσμος ανεβαίνει. Φωνές, κλαψίματα, αποχαιρετισμοί. Εμείς δεν έχουμε τίποτα ν’ αποχαιρετίσουμε. Την ψυχή μας μονάχα και τούτη λαβωμένη.

Ο σταθμάρχης χτυπά το καμπανάκι κι εμείς ακόμα κοντοστεκόμαστε σαν χαμένες. Όλα τα βαγόνια είναι γεμάτα. Μη χάσουμε το τρένο φοβάμαι. Τρέχουμε πίσω και βλέπω ανοιχτό ένα απ’ τα βαγόνια που φορτώνουν ζώα κι εμπορεύματα. Πετάμε το σεντούκι και σκαρφαλώνουμε. Είναι η στιγμή που οι ρόδες του τρένου κάνουν τους πρώτους κύκλους. Το βαγόνι είναι μισογεμάτο σανό και δέματα τριφύλλι, έτσι βρίσκουμε μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ξαπλώσουμε και ν’ αναπαυτούμε.

Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και κοιτάμε κατάφατσα  κάμπους και βουνά και θάλασσες και ποτάμια. Γλύκανε η ψυχή μου. Πόσο καιρό είχα να δω τη θάλασσα. Όχι πως ήταν μακριά απ’ το χωριό, δυο ώρες δρόμο με τον αραμπά, αλλά ποιος έχανε καιρό για τέτια. Θυμάμαι απ’ τα μικράτα μου. Λίγο αγέρα ήθελα, λίγο χορτάρι, λίγο φως να γαληνέψω.

Κάθομαι και κοντοζυγιάζω στο ντούκου – ντούκου της μηχανής. Πλέρωσα χρέος βαρύ. Τέσσεροι θάνατοι. Δυο ντροπιασμένοι. Τι λέω η κόρμπα! Αν θα μπορούσε ποτέ κανείς να διανοηθεί πως υπάρχει ντροπιασμένος θάνατος για ένα κορίτσι στα δεκαοκτώ κι ένα αγόρι στα είκοσι. Όχι, ο θάνατος είναι θάνατος κι η δικαίωση έρχεται με την ύπαρξή του. Αν με ρωτούσαν ποιον πόνεσα, ποιον έκλαψα πολύ, θ’ απαντούσα χωρίς δισταγμό: Μα και τους τέσσερις. Ο πόνος ξαναγεννιέται απ’ την τέφρα του κι είναι πηγή αστείρευτη στον άνθρωπο.

Νανουρίζομαι και κλείνω τα μάτια. Λίγος ύπνος. Μου χρειάζεται λίγος ύπνος. Μέρες και βδομάδες έχω ν’ αποκοιμηθώ όπως πρέπει. Νιώθω την κούραση ν’ απαλύνει τα βλέφαρά μου. Είπα να βγάλω απ’ το μυαλό την καινούργια έγνοια που με παραδέρνει. Που πάμε στην Αθήνα ολομόναχες δυο άμοιρες γυναίκες, χωρίς γνωριμιές, χωρίς κάποιο αποκούμπι, χωρίς καμιά σιγουριά. Έπρεπε έτσι να γίνει. Ν’ απελευθερωθώ από προλήψεις και δυσάρεστες μνήμες που με κυνηγούν. Είμαι 42 χρονών και πρέπει κι επιβάλλεται να πάρω κουράγιο να ξαναρχίσω μια νέα πορεία στη ζωή.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Η μάνα του καλοκαιριού. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 2η έκδοση

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η μητέρα μου στην εκκλησία


 Βάσω Κατράκη, Μάνα (1957). Χάραγμα σε πέτρα. Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου. Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη
Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κ' ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρ' όλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό - δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κ' η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Και τα βράδυα της Κυριακής
λιγνή κ' υψηλή, μοναχή μέσ' στη λύπη της
ανασηκώνει τη μπόλια, στρέφει το πρόσωπο
και χαίρεται πάνω της την τάξη του κόσμου.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.

(...)

Τώρα η μητέρα μου πηγαίνει στην εκκλησία.
Από δω κι απο κει, στις άκρες του δρόμου
σαλεύουν οι λεύκες. Καθώς παιχνιδίζουνε
μέσα στο διάφεγγο, νομίζει κανείς
πως είναι ψυχές που χαίρονται οι λεύκες.
Πώς κρέμεται ο ίδιος ο ήλιος
απάνω τους, ψαλιδισμένος σε φύλλα.
Ξεκόβοντας τέσσερα - πέντε σπουργίτια,
καθώς προχωρεί, φτερουγίζουνε παίζοντας
γύρω στους ώμους της.
Κάθε τόσο κονταίνει το βήμα,
αφουγκράζεται. Στις φωνές τους ανάμεσα ,
θαρρεί πως ακούγεται ακόμη η παιδιάστικη
του γιου της φωνή...Προσπαθεί να διακρίνει.
Θυμάται πως κάποτε στον ίδιο αυτό δρόμο
τον κρατούσε απ' το χέρι` πως ήτανε άνοιξη.
Θυμάται, ξεχνιέται, ανοίγει τα δάχτυλα
του ενός της χεριού, σα νάναι να πιάσει
πάλι το χέρι του. Κοιτάζει στο πλάι της.
Φορούν τα καλά τους οι λεύκες.

Τώρα παίρνει η μητέρα μου τη στροφή.
Μουρμουρίζουν απάνω της τα πλατάνια.
Περνά δίπλα στη βρύση που οι τρεις της αυλοί
μπερδεύουν τ' ασήμι τους μέσα στ' αυλάκι.
Τόσα χρόνια κ' ούτε ένας φθόγγος δεν άλλαξε.
Το νερό συνεχίζει να τα ίδια,
τα ίδια, τα ίδια πράγματα πάντοτε.

Δεν άλλαξε τίποτα.
Απαράλλαχτα ίδια τα κλωνάρια της λεμονιάς
ξεπετιούνται απ' τους φράχτες.
Κ' οι μέλισσες ίδιες κι ο βαθύς ολοκάθαρος
ουρανός κ' η φωνή του βάτραχου στη στέρνα.
Μονάχα η παιδική ναυτική του αλλαξιά που δεν είναι
τώρα κοντά της, μονάχα τα χρυσά του 
μαλλιά, κ' εκείνο το φρέσκο γέλιο του
γύρω στ' άσπρα δοντάκια του.

Τώρα φτάνει η μητέρα μου, πατάει το κατώφλι,
χαμηλώνει το βλέμμα της` τώρα μπαίνει στην εκκλησία.
Το πρόσωπό της ανάμεσα στη μαντηλα μοιάζει
μ' ένα ήμερο φως, που αχτιδίζει γλυκύτατα
σ'ένα πλαίσιο μαύρο. Προχωρεί προς το νάρθηκα.
Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
Παρ' όλο το γύρω της πλήθος, λιγνή
κ' υψηλή μες στην άχνα
των κεριών, ξεχωρίζοντας, δείχνει ολομόναχη.

(...)

Έχει τώρα σταυρώσει τα χέρια της κι έχει
σκύψει μ' ευλάβεια - τόσο που πια
το πρόσωπό της δεν φαίνεται κάτω απ' τη μπόλια της.
Είναι ώρα πολλή που δεν έχει σαλέψει.
Σιγοψέλνει το πλήθος. Σηκώνει την όψη της,
μισανοίγουν τα χείλη της σκάζει ένα φως.

Πώς μπορεί ένα πρόσωπο που το σκάψαν οι αρμύρες,
οι καιροί και τα πράγματα που ποτέ δεν θα μάθει,
νάχει τόση γαλήνη; Πώς γίνεται αλήθεια,
ν' αναδίνουνε κάτι σαν άνθη οι ρυτίδες του;

" τας θύρας, τα θύρας..."

Προχωρεί με μισά μικρά βηματάκια,
στέκεται ανάμεσα στα δυο μανουάλια
με δεμένα τα χέρια κάτω απ' το στήθος της.
Απλώνει με διάκριση , παίρνει το αντίδωρο, σκύβει,
το διπλώνει μ' ευλάβεια στο άσπρο μαντήλι
με το μαύρο του γύρο, το κρύβει στον κόρφο της.
Η λύπη της διάφανη, της σκέπει το πρόσωπο
σαν παρθενία. Προχωρεί προς την έξοδο.
Κατεβαίνει τα δυο σκαλοπάτια, βαστώντας
ένα βαγιόκλαρο. Στρέφοντας, ρίχνει
πάνω το βλέμμα της: ήλιος και τάξη.

Τώρα ξεντύνεται. Νύχτωσε. Θαρρείς πως στο βάθος
κι ο έσπερος έβγαλε προσεχτικά τα καλά του.
Πως έξω στο σύμπαν όλα ξεντύνονται. Αύριο
ξημερώνει μέρα καθημερινή.
(αποσπάσματα)
Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Ποιήματα, τομ. α' , Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Η ρίζα της ζωής...

Γ. Κεφαλληνός, Pieta
...Λίγο πριχού χαράξει η μέρα, το σκοτάδι είναι πυκνότερο. Σαν πρόκειται να κοπάσει η τρικυμία, τα στερνά της κύματα είν' αγριώτερα και τρων τους ναυαγούς. Αλλοίμονο σ' εκείνον που θα περιφρονήσει τις στερνές αναλαμπές της φωτιάς, που τρώει και σίδερα και χτίσματα κι' ανθρώπους.
Η Παπαλεβένταινα στάθηκε η ρίζα της ζωής εκείνο το μαύρο κι' άραχλο ξημέρωμα. Σαν τα μάτια της αντικρύσανε το μανιασμένο εκείνο ασκέρι νάρχεται σαν μια αγέλη από αγρίμια ολόισια στο σπιτικό της, στάθηκε ολόρθη σαν κολώνα δωρική.

- Ξυπνήστε! είπε βαθειά στους σπιτικούς της. 

Έβγαλε από τις κούνιες τα μωρά αγουροξυπνημένα. Τάντυσε. Έσπρωξε τους κουρασμένους της γυιούς και τους γαμπρούς. Πρόσταξε τον καθένα πώς και από πού θα φύγει και καρτέραγε.
Έξω λυσσομανούσε η φωτιά. Το λιοτριβειό λαμπάδιαζε. Χώρια απ' την πυρήνα, φορτώματα σκορπίσανε οι γερμανοί κι' οι άνθρωποί τους τα εκρηκτικά. Ένα πλήθος άνθρωποι που μίλαγαν όλες τις γλώσσες ρίχνανε τα λιόδεντρα με μπαλταδιές. Χύνανε μπενζίνες στις αποθήκες. Αναποδογύριζαν κυψέλες. Σημαδεύανε τα κατσίκια και τα πουλερικά που τρέχανε σαν παλαβά. Ολούθε γλείφανε οι γλώσσες της φωτιάς. Σαν πήρε να τριζοβολάει και το σπίτι, ξέκοψε απ' το παραθύρι. Κάτω ρίχνανε την πόρτα με κασμάδες και λοστούς. Οι φωνές τους με τους πνιχτούς καπνούς και τις φλόγες ανέβαιναν ολοένα κι' αγριώτερες.
Γύρισε όλες τις κάμαρες. Έδιωξε απ' το υπόγειο και από τα πορτάκια τις γυναίκες που απομείναν σαστισμένες κι' ύστερα κατέβηκε μ' αργές κι' επίσημες κινήσεις τη σκάλα. Πέρασε την κεντρική πόρτα του σπιτιού. Έρριξε ολόγυρα μια ματιά. Εκείνοι ούρλιαζαν. Ξαφνικά κάτι σαν φίδι δάγκωσε τα σπλάχνα της. Το μάτι της έπεσε σε μια σύναξη ανθρώπων κάτω απ' τον Πλάτανο. Ανάμεσα στα πρόσωπα, στις στολές, στις φωνές, στις φλόγες, στο σάλαγο έφτασε στ' αυτιά της μια απλή νότα μιας αντρικής τραγουδιστής φωνής. Κάπως τρικλίσανε τα πόδια της. Μια θολούρα σκέπασε τα μάτια της. Εκείνη τη φωνή! Α, εκείνη τη φωνή! Κάποτε της φαίνεται πως την άκουσε να τραγουδάει μέσα στα σπλάχνα της. Στεγνώσανε τα χείλη της. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και κοιτούσε. Ένας στρατιώτης ανέβηκε στο δέντρο. Μια σκάλα φέρανε από το λιοτριβειό. Ο νους της και η καρδιά της κι' η ψυχή της κολλήσανε πάνω σ' αυτή τη σκάλα, σ' αυτό το δέντρο , σ' αυτόν τον στρατιώτη, που είναι ανεβασμένος εκεί ψηλά. Απ' τον χοντρό του κλώνο κρέμεται τώρα ένα σκοινί...Τώρα στεγνώσαν τα χείλη της πια! Έχει μια δίψα! Μια δίψα! Έβαλε το χέρι μπρος στα μάτια της και βόγγηξε.

- Γυιέ μου, πουλί μου!

Σ' αυτόν εδώ τον τόπο οι αυγούλες είναι τόσο ευγενικά ωραίες. Κάτι τέτοιες αυγές ο ήλιος παίζει το κρυφτούλι του με κάτι συγνεφάκια, πούχουν το χρώμα του κροκού. Τότε βρίσκει την ευκαιρία ο κορυδαλλός να μπει στη μέση. Δίνει ένα σάλτο από τη φωλιά του, απ' το κλαράκι, απ' τη χλόη και πετάει. Το πέταμά του είναι όλο μικρά μικρά κυκλάκια προς τον ουρανό. Κ' όταν πια χορτάσει πέταμα , τραγούδι και παιχνίδι αφήνεται να πέφτει σα βολίδα απ' τα ψηλά. Κάποτε όμως σταματάει πάνω απ' ένα πλάτανο το γκρέμισμα του στο κενό. Απλώνει τα φτεράκια του φτεροκοπώντας τρομαγμένα. Κι' ύστερα χώνεται μεσ' στη φωλιά του, στο κλαράκι, μεσ' στη χλόη.
Ένα ανθρώπινο κορμί ανέμιζε εκεί. Δεν ήταν βαρύ. Κάτι σαν πούπουλο. Κάτι σαν πουλί. Ο ήλιος έπαψε πια να παιχνιδίζει με τα συγνεφάκια πούχαν το χρώμα του κροκού. Έλαμψε το φως άσπρο γαλατένιο.

- Γυιέ μου, πουλί μου !

Σαν την κουκουβάγια. Όλη τη μέρα ως το δειλινό έφερνε βόλτες μέσα στα χαλάσματα. Περνούσε ανάμεσα από τους μεθυσμένους στρατιώτες που βλαστήμαγαν αδειάζοντας τα βαρέλια από την κάβα της. Έκαψε τα πόδια και τα ρούχα της ανάμεσα στις φλόγες. Δάκρυ δεν έχυσε . Ψηλή, στητή, αλύγιστη με τα μάτια της στυλωμένα εκεί. Στο δέντρο, στο σκοινί.
Το δειλινό πήγε και στάθηκε μπροστά στον αξιωματικό. Η ίδια πάντα. Σαν Νέμεση, σαν οργή.

- Δώστε μου το παιδί μου!

 Σήκωσε το χέρι της, κι' έδειξε τον κρεμασμένο. Ούτε το χέρι της έτρεμε, ούτε η φωνή. Κάποιος στρατιώτης έκανε να κινηθεί κατ' απάνω της. Σαν αντίκρυσε εκείνη την περήφανη ματιά της, σταμάτησε. Κάτι μίλησε ο αξιωματικός. Κινήθηκαν οι άλλοι. Κάποιος ανέβηκε στη σκάλα. Κάποιος στο δέντρο.
Τον πήρε στην αγκαλιά τηε όπως τότε...Σα νάτανε το βρέφος της τ' αληθινό. Ήτανε σαν πούπουλο εκείνο το κορμί. Πίσω σερνόταν στο χώμα το σκοινί σα φίδι. Τα μάτια της, όπως περπάταγε , κοιτούσαν μπρος ολόισια, αδάκρυτα. Κάποτε έσκυψε και φίλησε τα κατσαρά μαύρα δακτυλιδάκια των μαλλιών του. Της φάνηκε πως ήταν ένα κοιμισμένο βρέφος. Θυμήθηκε ένα τέτοιο βρέφος. Τα χείλη της σαλέψανε ελαφρά.

" Φύσα αγεράκι δροσερό
μεσ' των δεντρών τα φύλλα
πάρε τα ρόιδα απ' τη ροδιά
κι' απ' τη μηλιά τα μήλα
και φέρτα στο παιδάκι μου"


Σα βρέθηκε ολομόναχη με τον κρεμασμένο μέσα στην κάμαρη του σπιτιού που ακόμα κάπνιζε μισοσβησμένο, τότε ξέσπασε σε λυγμούς. Ξέδωκε εκείνη η πνιγμένη καρδιά βρέχοντας με δάκρυα και με φιλιά τα χέρια, το πρόσωπο, τα μαλλιά του παλληκαριού...
Οι λεύκες γύρω απ' το χτήμα και στις όχθες του ποταμιού τραγουδάνε στο φύσημα του βοριά και λένε και λένε τα βάσανα τ' ανθρώπου. Κι' ύστερα απαντάνε οι ελιές με τ' ασημένια τους φύλλα. Και κατόπι βογγάει ο πλάτανος και μιλάνε οι κλώνοι του και τα κλαριά του και λένε ιστορίες και τραγούδια παλιά και λυπητερά, μακρόσυρτο βούισμα της θάλασσας και της στεριάς, παθητικό για τα βάσανα τ' ανθρώπου. Πώς στερεύουν τα δάκρυα. Πώς σκληραίνουν οι καρδιές. Πώς απλώνεται η ερήμωση. Πώς πονάνε τα παιδάκια.
Ωστόσο τα παιδιά ξεχνούν. Παίζουν, μεγαλώνουν, τρέχουν, ξαφαντώνουν. Κι' όταν πέσει όρνιο στη φωλιά κι' όταν κρώξει κόρακας στο σπιτικό κι' όταν απλωθούν μαύρα φτερά πάνω απ' τα κεφάλια τους, τότε κουρνιάζουν στις πλατιές φούστες εκείνης της γυναίκας. Μαζώνουνται και σιγουρεύουν στην πλατειά της αγκαλιά, στις μεγάλες της λαγώνες που γεννήσαν ένα κόσμο από παλληκάρια και γυναίκες. Κοντά της δεν υπάρχει φόβος. Στον ίσκιο της μεγαλώνουνε παίζοντας, κλαίγοντας και γελώντας τα παιδιά.....


Απόσπασμα από το διήγημα " Παπαλεβένταινα" που βρίσκεται στη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παπαπερικλή ( Γλαύκου), Γλυκοχαράζει. Εκδόθηκε στην Αθήνα το 1953 
( Οι μικροί θησαυροί που κρύβουν τα παλαιοβιβλιοπωλεία)

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Μάνα


1901

Πικάσο «Μητέρα και παιδί δίπλα σε συντριβάνι», 1901  

Στὸ σπί­τι κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴ δυ­να­τὴ φω­νή του καὶ τὸν τρέ­μα­με ὅ­λοι. H μη­τέ­ρα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν σι­ω­πη­λὴ καὶ λί­γο καμ­που­ρι­α­σμέ­νη. Ἡ φω­νὴ της ἔ­βγαι­νε πάν­τα γιὰ συμ­βου­λὲς καὶ πο­τὲ γιὰ δι­α­τα­γές. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­φερ­νε φί­λους στὸ σπί­τι, ἀ­κού­γα­με τὶς βρον­τε­ρὲς φω­νές τους καὶ τὰ γέ­λια τους. Ἐ­κεί­νη πε­ρι­φέ­ρον­ταν σὰ σκιὰ ἢ κά­θον­ταν νυ­σταγ­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὅ­σο ἤ­μα­σταν μι­κροί, ζε­σται­νό­μα­σταν στὴν ἀγ­κα­λιά της, μὰ σὰν με­γα­λώ­σα­με, ἄν­τρες κι ἐ­μεῖς, δὲν τῆς δί­να­με ση­μα­σί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ βλέ­πα­με νὰ σκου­πί­ζει βι­α­στι­κὰ τὰ δα­κρυ­σμέ­να της μά­τια κι αὐ­τό μᾶς νευ­ρί­α­ζε. Συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ λέ­γα­με, γυ­ναι­κεί­α κα­μώ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε νὰ κά­νει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βου­με πὼς χά­ρη στὴν ἀ­γά­πη της ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε ἡ ζω­ή μας. Ἦ­ταν ἕ­να βρά­δυ γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα, εἴ­χα­με γυ­ρί­σει με­θυ­σμέ­νοι μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ἀ­γνο­ών­τας τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ εἶ­χε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α μας. Ὁ πα­τέ­ρας μας πε­ρί­με­νε ὀρ­γι­σμέ­νος. Μᾶς τὸ ‘χε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα δη­λώ­σει πὼς ἡ πόρ­τα θὰ ‘κλεινε στὶς ἕν­τε­κα, μὰ ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτη κι ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να. Βλέ­πον­τας τὰ χά­λια μας, τὸ λε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἐ­με­τὸ κου­στού­μι τοῦ μι­κροῦ μου ἀ­δερ­φοῦ, τὴ φαι­δρή μας ὄ­ψη, ἄρ­χι­σε νὰ βρί­ζει, νὰ φω­νά­ζει, ἐ­ρε­θί­στη­κε ἀ­π’ τὰ ἴ­δια του τὰ λό­για, μᾶς μπά­τσι­σε, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου ἀ­πε­ρί­σκε­πτα τοῦ ἀν­τι­μί­λη­σε, ἅρ­πα­ξε τὴ μα­σιὰ ποὺ ἦ­ταν πυ­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάρ­βου­να τοῦ μαγ­κα­λιοῦ καὶ τὴ σή­κω­σε κα­τὰ πά­νω του. Τό­τε μπῆ­κε στὴ μέ­ση ἡ μη­τέ­ρα κι ἔ­φα­γε τὴ μα­σιὰ στὰ μοῦ­τρα. Τὸ κρέ­ας της τσι­τσί­ρι­σε μὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­λε μή­τε τὴν πιὸ μι­κρὴ φω­νί­τσα, πα­ρὰ στέ­κον­ταν ὄρ­θια μὲ τὰ χέ­ρια μπρο­στὰ στὸ σῶ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Ὅ­λοι μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι σὰν ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­ξα­νε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς. Ἐ­μεῖς εἴ­χα­με ἤ­δη ξε­με­θύ­σει. Ἀ­μί­λη­τη ἐ­κεί­νη μας ἄ­φη­σε, πῆ­γε στὸ νε­ρο­χύ­τη, ἔ­πλυ­νε τὸ μαν­τί­λι της κι ἄρ­χι­σε νὰ δρο­σί­ζει τὴν πλη­γή. Κα­νέ­νας μας δὲν πλη­σί­α­σε νὰ τὴν βο­η­θή­σει, πο­τὲ δὲν τὴν βο­η­θού­σα­με σὲ τί­πο­τα, τὸ νι­ώ­σα­με ἄ­ξαφ­να αὐ­τὸ καὶ χα­μη­λώ­σα­με τὸ κε­φά­λι.

                                                                                             Μαρία Κουγιουμτζή 

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Εσύ δεν θα πεθάνεις

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας
— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;

Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

                                                                             Μιχάλης Γκανάς 


Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Α, ρε μαμά

  Ισάμου Νογκούτσι, Μητέρα και παιδί

       Κοιτάζεις το βαθιά ρυτιδιασμένο πρόσωπο, τα λίγα κατάλευκα μαλλιά, το αδύνατο σώμα. Το βλέμμα άλλοτε ζωηρό και άλλοτε χαμένο.Στο λαιμό χρυσή αλυσίδα, στα δάκτυλα δακτυλίδια. Η αδυναμία της,δεν τα αποχωρίζεται ποτέ.
H κουβέντα μετέωρη ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα. Το μυαλό της θάλασσα, πότε ήρεμη και πότε τρικυμιώδης. Μιλάει , την ακούς, και ξαφνικά ταξιδεύει. Δεν είναι εκεί μαζί σου. Μιλάει με κάποιον άλλον. Τον πατέρα της, τη μάνα της. Βλέπει τους πεθαμένους, αναζητά τους ζωντανούς. 
Ρωτάει συνεχώς . Πού είναι ο ένας πού είναι ο άλλος; Δεν απαντάς πάντα. Κάνεις πώς δεν ακούς. Δεν έχεις πάντα μια απάντηση έτοιμη. Μέχρι να γυρίσεις τα μάτια σου αλλού, επανέρχεται. 
       Άνοια. 
     Την κοιτάζεις και ταξιδεύει το δικό σου μυαλό. 
Ωραία γυναίκα στα νιάτα της. Μελαχροινή, μαύρα μάτια, μαύρα μαλλιά, λεπτή και καλόγουστα ντυμένη. Μάρτυρας οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες . Πάντα αυτή και τα παιδιά της, πιασμένα από το χέρι.
Πώς γίνεται ο άνθρωπος; Αέρας η ζωή του.
Μια ζωή μέσα στο σπίτι. Άντρας, παιδιά, δουλειές, τα συνηθισμένα. 
Δύσκολα χρόνια. Να'τη στην αυλή, ανάβει φωτιά, βάζει καζάνι και  στήνει τη σκάφη για τα ρούχα. Όλα στο χέρι, πράσινο σαπούνι, σεντόνια απλωμένα στα σκοινιά,  περήφανη για τα κατάσπρα ρούχα της που μοσχοβολούν ανεμίζοντας στον αέρα.  Καμιά δεν μπορούσε να την ξεπεράσει στο νοικοκυριό. Όλα καθαρά, τακτοποιημένα και μυρωδάτα.
Και μαγείρισσα . Η καλύτερη. Και ποιος δεν πέρασε από το σπίτι της. Και με τα πολλά και με τα λίγα, το τραπέζι της πάντα γεμάτο. Τα χέρια της ανοικτά και γενναιόδωρα. Να δώσει και στους ξένους και στους γείτονες. Να τρέξει να βοηθήσει στις αρρώστιες , στις χαρές, στις λύπες.
 Προκομμένη και χρυσοχέρα. Και τι δεν έφτιαχναν τα χέρια της . Γεμάτα τα ντουλάπια με καλούδια. 
Άσε εκείνα τα πλεκτά αριστουργήματα. Όλο έπλεκε. Να ετοιμάσει τις προίκες . Πώς να παντρέψει τα κορίτσια. Τι θα πει  το σόι του γαμπρού; Δεν ήθελε να την κακολογήσουν , να την πουν ακαμάτρα.
Όλα τα κατάφερνε αλλά είχε έναν καημό , δεν ήξερε γράμματα. Με το ζόρι έμαθε να γράφει το όνομά της. Τα κορίτσια δεν χρειάζονταν να μάθουν γράμματα. Άλλος ήταν ο προορισμός τους. Τα δικά της τα παιδιά όμως δεν τα εμπόδισε πουθενά.  Έδινε συμβουλές.  Την τρόμαζε μην λοξοδρομήσουν τα κορίτσια της , μην ξεγελαστούν και όλο φοβέριζε.Φοβόταν τον έξω κόσμο αλλά δεν έβαλε εμπόδια.  Με τον τρόπο της τα άφησε να πετάξουν , όχι χωρίς πόνο στην καρδιά της.
    Η φωνή της σε επαναφέρει στο παρόν. Διηγείται πάλι μια ιστορία από τα παλιά. Κι άλλα πρόσωπα έρχονται να την επισκεφτούν. Παραισθήσεις. Πόσο βασανιστικό και πόσο φοβερό να ζει σε διαφορετικές πραγματικότητες , να μην αναγνωρίζει τα οικεία πρόσωπα,  Προσπαθείς να μπεις στο μυαλό της, στη σκέψη της. Να αισθανθείς το φόβο της, τον τρόμο της , τον πανικό της . Πόσοι ξένοι έχουν μαζευτεί μέσα στο σπίτι , τι θέλουν από αυτήν ; Πού είναι ο άντρας της ; Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα της;. Κλαίει. 
     Α ρε μαμά ! Πώς τα κατάφερες έτσι;