Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Μάνα

Βάσω Κατράκη, χαρακτικό
Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

…Πρωί – πρωί μπλοκαρισμένο το χωριό απ’ τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Απ’ το σταθμό στη ρεματιά και πέρα μέχρι το κτήμα του Μπαλαβάνη. Βουίζανε τα χωνιά μέσ’ στ’ αυτιά μας για τα παλικάρια του χωριού να μαζευτούνε στο λιβάδι του Μπότσαρη, όπου κλοτσούσαν τα παιδιά το τόπι τις Κυριακές.

Μπαίνουν στα σπίτια ουρλιάζουν και απειλούν, κι ένας – ένας οι άντρες του χωριού μαζωγμένοι απ’ τα χωράφια και τα κτήματα, από τα σπίτια και τον καφενέ τραβούν το δρόμο για το λιβάδι. Οι «δικοί μας» βρίζουν πιο πολύ και φωνάζουν πως ήρθε η μαύρη μας η ώρα.

Μέσ’ στα παλικάρια κι ο Δημήτρης. Γίνανε όλα τόσο ξαφνικά που δεν πρόλαβε να το σκάσει. Απ’ ότι λεν οι διαδόσεις, αντίποινα για έναν δικό τους, και είκοσι και τριάντα και πενήντα δικά μας παλικάρια.

Το χωριό είναι αναστατωμένο. Ο παπάς χτυπάει την καμπάνα. Ύστερα παίρνει το δρόμο κι ακολουθεί μαζί τους. Ο Γερμανός δείχνει σεβασμό και του κάνει νόημα να γυρίσει πίσω. Ο « δικός μας» ο σπιούνος, όμως, τον σπρώχνει και τον τραβολογά. « Προχώρα, τραγόπαπα. μη σε σουβλίσω, έχω ράμματα για τη γούνα σου.» ( ο γιος του ήταν στ’ αντάρτικο).

Πέρα στο βάθος καίγονται οι καλαμιώνες και μαύρος καπνός, μαύρη συφορά προμηνύει. Έχει αδειάσει το χωριό, κι εμείς οι έρμες στις αυλές κλαίμε και προσευχόμαστε για το κακό που μας βρήκε. Η Βιργινία πλάι μου τρέμει.

«Μάνα, φοβάμαι για τον Δημήτρη μας.»

Ο Δημήτρης και τ’ άλλα παλικάρια. Ποιανού το ριζικό είναι γραμμένο. Και λέει το Κατινιώ, που το’ χει ακουσμένο, για τον άντρα τον μασκοφόρο, κι όποιον δείξει αυτός αλίμονό του. Η φωτιά προχωρεί απ’ την Παναγιά και γλείφει τ’ αντικρινό σοκάκι, κι εγώ και όλες του χωριού οι μανάδες δεν ξέρουμε τι να πρωτοσυλλογιστούμε. Τα παλικάρια που’ πεσαν στα χέρια τους, για τη φωτιά που καταφθάνει.

Βγάζουμε απ’ το πηγάδι νερό με τους κουβάδες και καταβρέχουμε να βρει η φωτιά νωπά. Η Βιργινία καλού – κακού ετοιμάζει το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα πρεπούμενά μας.

Κι είπε η άλλη το Φροσί – που το’χει ακουσμένο – για τους άντρες που τους φορτώνουνε στις κλούβες και τους στέλνουνε εργάτες στη Γερμανία. Μόνο τους γέρους αφήνουν να γυρίσουν στο χωριό.

Σταμάτησε ο αγέρας κι η φωτιά δεν προχωρεί. Είπαμε να μαζευτούμε όλες να τραβήξουμε για το λιβάδι να μάθουμε τι γίνεται. Άφησα τη Βιργινία στο σπίτι. Κι η Λάμπραινα, και το Φροσί της Στάσας και το Κατινιώ που’χε πατέρα κι αδελφό. Παίρνουμε την καμένη ρεματιά και πλάγια και κρυφά απ’ τα περιβόλια και τις καλαμποκιές. Πίσω στον παλιό μύλο με τη στέρνα και τη μεγάλη λεύκα που μάζωνε τα γιδοπρόβατά του ο μπαρμπα – Λουκάς να ξεχειμαδιάσει. Φτάνουμε στο λιβάδι. Είναι περικυκλωμένο. Οι Γερμανοί μάς πήρανε χαμπάρι και μας φοβερίζουν. « Ράους – Ράους». Κρατάνε μαύρους άγριους σκύλους και απειλούν να τους αμολήσουν πάνω μας. Κι άλλες χωριανές φτάνουν ένα γύρω και χώνονται στα σπαρτά.

Σουρνόμαστε μαυροφορούσες δράκαινες στο ξερό χορτάρι. Ήλιος μαύρος και καυτός σαν πίσσα. Μπαρουτοκαπνισμένος ουρανός. Στέκονται ολόρθοι ένα γύρω οι άντρες και σφουγγίζουν τον ιδρώτα με μαντίλι. Είναι Αύγουστος, και η σταλαγματιά πικρή αρμύρα. Λέω της πλαϊνής σαν πάρει το μάτι της τον Δημήτρη να μου τον δείξει. Μα το μάτι το δικό μου παίζει σαν γέρακας και βλέπω το παλικάρι μου με την άσπρη ολάνοιχτη πουκαμίσα, είναι αψηλός και ξεχωρίζει. Είναι μαύρα κορακάτα τα μαλλιά του και ξεχωρίζει. Είναι πανέμορφος κι αλύγιστος και ξεχωρίζει. Δεν έριξε το βλέμμα χαμηλά και φεγγοβολά η ματιά του κατάφατσα στην μπούκα των ντουφεκιών τους. Τρέμω ολόκορμη. Δαγκώνω ρίζα αλυγαριάς να κρατηθώ.

«Μάνα, φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γεννηθεί ποτέ!. Φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γνωρίσει ποτέ τον κόσμο που ονειρεύτηκα γι’ αυτόν.»

Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ήξερε τι τον περιμένει, κι ήταν αποφασισμένος.

Του’ πα: « Γιε μου, τα’ χουνε βάλει μαζί σου, φύγε, ανέβα στο βουνό.»

«Μάνα, η θέση μου είναι εδώ στους χωριανούς. Έτσι πρέπει να κάνω, κατάλαβέ το.»

Στριμώχνεται το Κατινιώ πλάι μου και με τσιμπολογά κάτι να προσέξω. Βλέπω με τα μάτια μου ένα γερμανικό καμιόνι. Σταματά καταμεσίς του λιβαδιού. Πέντ’ έξι Γερμανοί ξεμπουκάρουν και κυκλώνουν τ’ αμάξι. Κατεβάζουν έναν άντρα μασκοφορεμένο. Τότε σκοτείνιασε ο ουρανός και δυνατή κραυγή ξεχύθηκε απ’ τα σπλάχνα και πνίγηκε στο λάρυγγα, μην ακουστεί και προδοθώ.

Σε χίλιους άντρες, σ’ εκατό αντίκρυ να με βάζαν, δε θα με ξεγέλαγε κανείς πως τούτος ο μασκοφόρος που τρεκλίζει δεν είναι άλλος απ’ το παιδί μου. Το δεύτερο παιδί μου, τον Κωνσταντή.

Πριν συνέλθω, πριν τσιμπηθώ πως όλα αυτά δεν είναι όνειρο κακό, δεν είναι ψέμα, τον βλέπω αργά – αργά με τ’ αδύνατα στραβά κανιά του, με την ανάλαφρη πατημασιά που ξεχώριζα ακόμα και βαθιά μέσα στη νύχτα, να προχωρά. Κάνει τα βήματα με κόπο. Παραπατά και τον στηρίζει ένας Γερμανός με τον υποκόπανο. Κοιτάζει πρόσωπο κατά πρόσωπο τους άντρες. Ματιά αγωνίας, ματιά θανάτου. Στέκεται αντικριστά στο άλλο μου παλικάρι. Είναι ολάνοιχτη άσπρη πουκαμίσα και ξεχωρίζει. Είναι το ξέσκεπο στήθος με το σημάδι του σταυρού. Είναι το βλέμμα τ’ αετίσιο που διαπερνά τη μαύρη κουκούλα. Είναι η αγέρωχη κορμοστασιά και ξεχωρίζει. Είναι η ολόμαυρη και σκοτεινή κουκούλα με τη νεκροκεφαλή σε χιαστί σπαθιά και ξεχωρίζει. Είναι αντιμέτωποι κι αντικριστοί. Άσπρο και μαύρο και καπνισμένος ουρανός.

Κάνει ένα αναποφάσιστο δειλό βηματάκι. Απλώνει χέρι. Χέρι τρεμάμενο και τον δαχτυλοδείχνει. Χέρι βαριοσήκωτο τον ήλιο να σκιάσει. Σαν γύπες και σαν κόρακες αρπάζουν το παιδί μου οι Γερμανοί, κι εκείνος άνεμος και πνοή και δεν πατά στη γη. Προχωρά ανέγγιχτος στη βία, με το κεφάλι ψηλά και το χαμόγελο της αντρειοσύνης βαδίζει.

Και μου’ ρθε ζάλη δυνατή κι ο κόσμος σβήνει και χάνεται μπροστά μου. Και τότε ανοίγουν οι ουρανοί και ψαλμωδίες και άγγελοι και άσπρα νέφη. Ήταν να χαρείς την ομορφιά σε μέρη πρωτοΐδωτα. Ανέβαινε καμαρωτά σ’ ανεμόσκαλα αψηλή το παιδί μου με φωτοστέφανο. Περιστέρια και πουλιά τον προϋπαντούν με κρίνα και τριαντάφυλλα κι εξαίσια μαυλιστική μουσική.
Βάλιας Σεμερτζίδης,
Γυναίκες του καλοκαιριού (λεπτομέρεια)

Κι ήρθαν χαστούκια δυνατά να δείξουνε τη μαύρη συφορά μου. Με κρατάν γειτόνισσες στα χέρια και μήτε να σαλέψω μήτε να κλάψω δεν μπορώ. Δεν περπατώ, μόνο σούρνομαι και θέλω σαν ύαινα να μπω μεσ’ στο λιβάδι να τους κατασπαράξω. Με σπρώχνουν με τον υποκόπανο κι εγώ, αντί να τους ξεσχίσω με τα σουβλερά φαρμακερά μου δόντια, τους εκλιπαρώ, στα πόδια τους γονατιστή πέφτω να μ’ αφήσουν ν’ αγγίξω, να κλάψω το παιδί μου που κείτονταν νεκρό κάτω απ’ τη μεγάλη λεύκα. Για μια στιγμή, για ένα λεπτό. Να φιλήσω το κόκκινο γαρούφαλο που άνθισε στο μέρος της καρδιάς κι έβαψε κόκκινη την πουκαμίσα. Όμως οι δυνάμεις μου μ’ έχουν εγκαταλείψει κι έρμαιο στα χέρια γυναικών παίρνουμε το δρόμο για το χωριό. Να κοντοσταθώ να ξανασάνω, να πάρω δύναμη αν μπορώ ν’ αντιπαλέψω τη νέα συφορά.

Τρέχει η Βιργινία, πέφτει στην αγκαλιά μου και δεν μπορώ να πάρω λέξη απ’ τους λυγμούς της. Το σπίτι μου καίγεται σαν λαμπάδα. Ήρθαν μερικοί από «δαύτους», έριξαν μια κίτρινη σκόνη και μια πιστολιά. Άρπαξε και φούντωσε σαν αχερώνας. Τρέχουν οι γειτόνισσες να προλάβουν το κακό. Με κουβάδες, τενεκέδες, μ’ ό,τι βρουν. Έριξαν την πιστολιά, έκαναν το χάζι τους, τρομοκράτησαν το κορίτσι και μην τους είδατε. Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Φτερά βγάλαν τ’ αλόγατά τους και χάθηκαν στη σκόνη. Κι ούτε να μ’ αντικρίσουν κατάφατσα δεν τόλμησαν.

Όμως το σπίτι καίγεται κι εγώ’ μαι ακίνητη και δε σηκώνω το μικρό μου δαχτυλάκι. Έφαγε ό,τι ήταν να φάει κι έμεινε άθιχτο το μικρό καμαράκι όπου κούρνιαζε και διάβαζε ο Δημήτρης, όπου στοίβαζε τ’ αμέτρητα βιβλία και γραφτά του. Τίποτα απ’ αυτά δεν πείραξε η φωτιά. Έμειναν ολοζώντανα να τον θυμίζουν. Κι η καρυδιά αλώβητη, καταπράσινη, γροθιά μικρού παιδιού οι καρποί της.

Κάτσαμε στην πεζούλα η Βιργινία κι εγώ να θωρούμε τους καπνούς. Απόμεινε στα πόδια μας το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα χρειαζούμενα. Απόμειναν οι αγκαλιές και οι συμπόνιες των ανθρώπων γύρω μας να μας παρηγορήσουν, να μας ποτίσουν μια γουλιά νερό, να πούνε μια ζεστή κουβέντα. Δεν είπα σε κανέναν το μυστικό – μήτε στη Βιργινία – πως γνώρισα τον φταίχτη. Δεν τόλμησα ν’ ανοίξω τα μάτια της ψυχής μου. Τούτο το μαχαίρι μπήκε ακόμα πιο βαθιά μεσ’ στην καρδιά μου. Δεν πονούσα τόσο πολύ για το θάνατο του Δημήτρη. Ήταν λεβέντης κι ήρωας και πολέμησε αντρείκια και περήφανα για τα ιδανικά του, κι αντρείκια και περήφανα κι εγώ θα το δεχόμουν. Για την προδοσία πονούσα. Αυτή με τσάκισε και μ’ έκανε κουρέλι.

Μείναμε μερικές μέρες στο καμαράκι να συμμαζέψω ό,τι πια μας είχε απομείνει. Πρόθυμη όλη η γειτονιά, στης μιας ή της άλλης το σπίτι ν’ απομείνω, να μου παρασταθεί, να με συμπονέσει, μην καρδιοσωθώ και μείνει το κορίτσι πεντάρφανο στους δρόμους. Όμως προτίμησα το μικρό καλύβι, χωρίς βολή και φωτισμό. Μια καντήλα ολημερίς και ολονυχτίς ν’ ανάβει και θυμίαμα και αποκούμπι. Ήρθε μια νύχτα μια κοπέλα καβάλα στ’ άλογο. Πανέμορφη είχε γίνει. Τα φισεκλίκια σταυρωτά. Μπότες και μπερεδάκι που’ γραφε ΕΛΑΣ και την μπιστόλα στο ζουνάρι του παντελονιού ζωσμένη. Αδύνατη και μαυριδερή. Αγνώριστη.

Τι να πούμε; Πως δεν αρμόζει να κλαψουρίζουμε, μου’ πε, πως το αίμα του δεν πάει στα χαμένα. Ένας καινούργιος κόσμος θα φυτρώσει στη σπορά του. Μου’ πε να’ μαι περήφανη και δυνατή σαν την καλοκαιριά, να μη λυγίσω. Μου’ πε και μου’ πε και δεν άντεξε και ξέσπασε στο κλάμα. Έπρεπε τώρα εγώ ν’ αρχίσω να της λέω τα ίδια τα λόγια ακριβώς, και δεν αντέξαμε και συνεχίσαμε κι οι δυο το κλάμα. Δε χάραξε καλά – καλά, δε λάλησε ο πετεινός κι η Ισμήνη, αφού έβαλε κάτι στις χούφτες μου πως θα μου χρειαστούν, με πικροφίλησε και χάθηκε από το φράχτη. Ένας αντάρτης με δυο άλογα πρόσμενε πιο κάτω. Την παράβγαλα με το βλέμμα. Πόνεσα και για την κόρη που δεν πρόφτασα ν’ αποκτήσω και παρακάλεσα το Θεό να την έχει καλά στο δρόμο π’ ακολουθά.

Το πιο άλλο βράδυ ήρθε χαμπέρι για ένα παλικάρι που κείτονταν νεκρό πέρα στα καμένα της ρεματιάς μέσα στη μαύρη σκόνη. Πήραν μυρουδιά απ’ τα κοράκια κι ήρθαν οι γειτόνισσες και λέγαν τάχατες πως δεν ξέρανε ποιος είναι και σκέρτσα και καμώματα να μπουν ψύλλοι στ’ αυτιά μου να λαχταρήσω. Δεν χάνω τον καιρό μου, ρίχνω το σάλι, μηνώ της Φρόσως και της Κατινιώς και τρέχουμε στο ρέμα. Φύσαγε τρελός νοτιάς ανακατωσούρης κι έφερνε τη μυρουδιά. Είχε σκοτεινιάσει και με τ’ άγγισμα μόνο είχα καταλάβει. Έβαλα το χέρι κάτω απ’ τ’ αυτί. Εκείνο το μικρό σημαδάκι στη θέση του, κι η μικρή γουβίτσα στο μέτωπο και το μουστάκι που είχε αφήσει τελευταία και το κορμάκι ισχνό με όλο νεύρο. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία. Άναψε ένα σπίρτο το Φροσί που’ σβησε αμέσως. Πρόλαβα κι είδα τα μάτια τα κλειστά, το κόκκινο στο μέτωπο τσουλούφι. Πήρα το κεφάλι του στα δυο μου χέρια, το χάιδεψα, το φίλησα κι έκλαψα ώρα πολλή.

« Γιατί», του’ πα. « Γιατί, αγόρι μου, τι ήταν αυτό που σκοτείνιασε, που μαύρισε την ψυχή σου, τι ήταν αυτό, αγόρι μου, που σ’ άγγιξε και θόλωσε το μυαλό σου; Μη δε σ’ ανάστησα σωστά, μέσα στην τόση μας μιζέρια. Γιατί, γιατί. Κι ο άλλος ακόμα δεν έχει σαραντίσει.»

Οι γειτόνισσες παράμειναν πιο κάτω σε μέρος που’ κοβε ο αγέρας και μείναμε  οι δυο μας μόνοι, μα είχα μάθει πια στη συφορά. Τον άλλον δεν τον άγγιξα. Δε μ’ άφησαν. Τούτονα αγκάλιαζα τώρα κι έκλαιγα και για τους δυο.

Έτρεξα μαύρα μεσάνυχτα και ξύπνησα τον παπα – Γιώργη. Όμορφος άνθρωπος ο παπα – Γιώργης κι ήξερα θα με καταλάβει. Παλίκαρο δυο μέτρα έχασε στο βουνό κι είχε κι αυτός τον ίδιο πόνο. « Βάλε το πετραχείλι σου και πάμε. Κάνε τη λειτουργία, παπά μου, όπως πρέπει κι ας αμάρτησε. Πες του Θεού πως ήτανε καλός να σε πιστέψει. Πες του να τον έχει από κοντά και να τον αγαπήσει. Πες να του δόσει αναπαμό και να τον συγχωρέσει.»

Λιβάνι αγιορείτικο. Λίγο λάδι, λίγο κρασί κι ένα σπασμένο πιάτο. Ας είναι η νύχτα άγρια κι ας φυσά. Με μια σκαπάνη, με φτυάρια και με χέρια ακόμη σκάψαμε λάκκο ρηχό να πάρει το κορμί του. Έκοψα δυο καλάμια κι έπλεξα σταυρό που’ μπηξα στο μαύρο χώμα. Ξημέρωσε ο Θεός κι όλα είχαν τελειώσει. Δεν ήξερα πώς ένιωθα. Ένα παράξενο αίσθημα ανακούφισης, κάτι ολότελα διαφορετικό. Είχα κάνει το χρέος μου.

Είπανε αργότερα μαύρα λόγια κάτι που’ τανε μαζί. Κάποιοι που τους γράπωσαν ομαδικά σ’ ένα κόλπο στη δημοσιά για την Κατερίνη, κάτι φίλοι γκαρδιακοί πως τον βρήκαν μ’ ένα σεντόνι κρεμασμένο στο κελί του. Κι οι φύλακες τον φέραν και τον πέταξαν στον Καλαμιώνα σαν σκουπίδι γιατί δεν είχε αριθμό.

Θαρρώ πως μάθανε το μυστικό μου. Δεν ήμουν πια μόνο η μάνα του ήρωα. Μου’ πεσε το φτιασίδι του τουπέ και της περηφάνιας που φορούσα κάτω απ’ τη μαύρη μαντίλα. Τώρα δεν είχα μάτια τον κόσμο ν’ αντικρίσω και τίποτα πια δε με κρατούσε στο χωριό.

Σαν κλέφτρα, σαν κυνηγημένη πήρα ό,τι μου είχε απομείνει. Το τελευταίο και μοναδικό μου παιδί τη Βιργινία. Λίγα πράματα στο καρυδένιο σεντούκι και τράβηξα για το σταθμό το δρόμο το στερνό. Κλειδαμπάρωσα στο μικρό καμαράκι. Φυλάκισα θύμησες πικρές. Δυο φύλλα από την καρυδιά, το τελευταίο δροσερό νερό απ’ το πηγάδι. Το χορταριασμένο μονοπάτι που σκάλισαν αμέτρητες φορές τα βήματά μου, που άφησα αμέτρητες φορές  το γέλιο και το στεναγμό μου. Απομεινάρια μιας ζωής φουρτουνιασμένης. Όλο το χωριό στην πρωινή δροσιά του, πριν ξυπνήσει στην αγκαλιά του ήλιου. Το χωριό, που ήταν πέντ’ έξι σπίτια σαν πρωτόρθαμε και τώρα είναι μια μικρή πολιτεία. Καν είκοσι καν εικοσιένα χρόνια από τότε. Τ’ αφήνω και τραβώ στη δεύτερη προσφυγιά μου. Να μη λυγίσεις ό,τι κι αν συμβεί, να μη λυγίσεις. Παρήγγειλε ο άλλος. Κι εγώ το’ χω στόχο μου. Το’ κανα τρόπο ζωής να μη λυγίσω.

Στο σταθμό, παρ’ ότι ήτανε πρωί, επικρατούσε μεγάλη κίνηση. Κόσμος πάει κι έρχεται, που λένε. Στριμωξίδι, μπογαλάκια, φωνές και καβγάδες. Οι Γερμανοί κρατούν όλα τα πόστα. Βλέπεις τον τρόμο στη ματιά, τον πανικό τους. Σουλατσάρουν με τα ντουφέκια κατωμάσχαλα κι ελέγχουν. Το τρένο απ’ τη Θεσσαλονίκη αργεί κι η κίνηση μεγαλώνει. Ο ήλιος δυο και τρεις οργιές και πήρε η μέρα ν’ απλώνει. Μικροπωλητάδες μ’ αλλόκοτα γλυκά. Χαρούπια, σταφίδες, λούπινα.

Η Βιργινία δείχνει φοβισμένη. Είναι δεκαεπτά χρονών, κι όπως είναι αδύνατη και κοντούλα – πήρε το δικό μου μπόι – φαίνεται να μικροδείχνει. Προσπαθώ να την καθησυχάσω. Να μην τη νοιάζει κι όλα θα παν καλά. Εδώ δεν έχουμε τίποτα να μας κρατά, ό,τι αγαπήσαμε πολύ έχει πεθάνει. Πρέπει να κάνουμε κουράγιο να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Έρχεται το τρένο παραφορτωμένο. Σφυρίζει και βγάζει μαύρο καπνό. Χρόνια τώρα γνώριζα το σφύριγμά του, ποιο θα’ ρθει από το νοτιά, ποιο απ’ τη Θεσσαλονίκη. Κόσμος κατεβαίνει, μα πιο πολύς κόσμος ανεβαίνει. Φωνές, κλαψίματα, αποχαιρετισμοί. Εμείς δεν έχουμε τίποτα ν’ αποχαιρετίσουμε. Την ψυχή μας μονάχα και τούτη λαβωμένη.

Ο σταθμάρχης χτυπά το καμπανάκι κι εμείς ακόμα κοντοστεκόμαστε σαν χαμένες. Όλα τα βαγόνια είναι γεμάτα. Μη χάσουμε το τρένο φοβάμαι. Τρέχουμε πίσω και βλέπω ανοιχτό ένα απ’ τα βαγόνια που φορτώνουν ζώα κι εμπορεύματα. Πετάμε το σεντούκι και σκαρφαλώνουμε. Είναι η στιγμή που οι ρόδες του τρένου κάνουν τους πρώτους κύκλους. Το βαγόνι είναι μισογεμάτο σανό και δέματα τριφύλλι, έτσι βρίσκουμε μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ξαπλώσουμε και ν’ αναπαυτούμε.

Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και κοιτάμε κατάφατσα  κάμπους και βουνά και θάλασσες και ποτάμια. Γλύκανε η ψυχή μου. Πόσο καιρό είχα να δω τη θάλασσα. Όχι πως ήταν μακριά απ’ το χωριό, δυο ώρες δρόμο με τον αραμπά, αλλά ποιος έχανε καιρό για τέτια. Θυμάμαι απ’ τα μικράτα μου. Λίγο αγέρα ήθελα, λίγο χορτάρι, λίγο φως να γαληνέψω.

Κάθομαι και κοντοζυγιάζω στο ντούκου – ντούκου της μηχανής. Πλέρωσα χρέος βαρύ. Τέσσεροι θάνατοι. Δυο ντροπιασμένοι. Τι λέω η κόρμπα! Αν θα μπορούσε ποτέ κανείς να διανοηθεί πως υπάρχει ντροπιασμένος θάνατος για ένα κορίτσι στα δεκαοκτώ κι ένα αγόρι στα είκοσι. Όχι, ο θάνατος είναι θάνατος κι η δικαίωση έρχεται με την ύπαρξή του. Αν με ρωτούσαν ποιον πόνεσα, ποιον έκλαψα πολύ, θ’ απαντούσα χωρίς δισταγμό: Μα και τους τέσσερις. Ο πόνος ξαναγεννιέται απ’ την τέφρα του κι είναι πηγή αστείρευτη στον άνθρωπο.

Νανουρίζομαι και κλείνω τα μάτια. Λίγος ύπνος. Μου χρειάζεται λίγος ύπνος. Μέρες και βδομάδες έχω ν’ αποκοιμηθώ όπως πρέπει. Νιώθω την κούραση ν’ απαλύνει τα βλέφαρά μου. Είπα να βγάλω απ’ το μυαλό την καινούργια έγνοια που με παραδέρνει. Που πάμε στην Αθήνα ολομόναχες δυο άμοιρες γυναίκες, χωρίς γνωριμιές, χωρίς κάποιο αποκούμπι, χωρίς καμιά σιγουριά. Έπρεπε έτσι να γίνει. Ν’ απελευθερωθώ από προλήψεις και δυσάρεστες μνήμες που με κυνηγούν. Είμαι 42 χρονών και πρέπει κι επιβάλλεται να πάρω κουράγιο να ξαναρχίσω μια νέα πορεία στη ζωή.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Η μάνα του καλοκαιριού. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 2η έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια :