Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Δε φοβόταν το θάνατο...εξόν τον πεθαμό...


   
     ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΤΟΥ '45. Έρμαιοι στα νύχια του χιονιού. Αυτό τους έκανε να βιαστούν. Μην κλειστούν και δεν προλάβουν να γυρίσουν.

       Ο λόχος τους, 2ος Λόχος του ΕΛΑΣ, του Ανεξάρτητου Τάγματος Φιλιατών, τον καιρό αυτόν είχε πάρει διαταγή να κάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον ημιονικό δρόμο Φιλιάτι - Μουργκάνα.

        Τα νέα τα' μαθαν στο δρόμο. Γύριζαν από πάνω τους εγγλέζικα αεροπλάνα και πετούσαν το κείμενο της συνθήκης. Η κυβέρνηση και οι Άγγλοι από τη μια κι ο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ από την άλλη. Με λίγα λόγια. Ελασίτες, εαμίτες, επονίτες...όλοι υπόδικοι. Μπορεί και να παραπέμπονταν σε δίκες, με στρατιωτικό νόμο. Αν είχαν διαπράξει αδικήματα κατά ζωής και περιουσίας που δεν ήταν απαραίτητα για τον αγώνα. Πάγωσαν. Και ποιος θα έκρινε αν ήταν απαραίτητα ή όχι;....Και μέσα σε δέκα μέρες αποστρατεύονται. Και να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

      Άρχισαν οι στρατιώτες να βρίζουν την ηγεσία του ΕΑΜ. Τον Σάντο τον έλεγαν "ξεσκολισμένο όργανο της Ιντέλιτζενς Σέρβις".

        Εφτά ώρες βάδιζαν, κι απ' αυτές οι τρεις νυχτερινή πορεία. Είχαν καταυλίσει σ' ένα ύψωμα όταν πήραν την καινούρια διαταγή. Να γυρίσουν πίσω. Είχε νυχτώσει, και κάτω από το σύνορο, όλο κάτω ίσαμε το ποτάμι, ψευτοσκεπάζονταν οι πλαγιές με χιόνι αραιό. Αλλά, έστω κι έτσι, ανάρια ανάρια όπως το' ριχνε , ήταν ειρήνη. Κι ήταν ειρήνη χωρίς συνθήκη. Πάλεψε η βροχή, τη νίκησαν το κρύο κι ο αέρας.

     Ο  ανθυπίλαρχος τους μάζεψε γύρω του και τους έδινε εντολές: α.Στην επιστροφή να τηρηθεί ο κανονισμός μέτρων ασφαλέιας για νυχτερινή πορεία. β. Να ειδοποιήσει ο διμοιρίτης τα προωθημένα φυλάκια να σταματήσεουν την επιτήρηση από τις θέσεις που κατείχαν στο Σέλωμα και ατο Μάρμαρο.
γ. Να φύγει ο σύνδεσμος και να ειδοποιήσει το συναγωνιστή που φύλαγε το χαράκωμα τους άλλους συναγωνιστές της οργάνωσης να τους αφήσει ελεύθερους να πάνε στα σπίτια τους.

     Στο τέλος έκαναν μια μικρή γιορτή. " Επιδείξεις αντάρτικης λαφυραγωγίας" την είπαν. Έδειξαν όλοι τα λάφυρά τους. Ο επιλοχίας έδειχνε ένα σκαλισμένο μπαστούνι αλπίνι.
     " Αυτό πρέπει να ' τανε του στρατηγού" , έλεγε.
    Ο ανθυπίλαρχος έδειχνε ένα ρολόι με φώσφορο γερμανικό, ο ανιχνευτής κιάλια Τσάις γερμανικά, ο " μπουρλοτιέρης" άλλαξε  μ' έναν άλλο τις μπότες τις σεβρό και πήρε ένα θερμός.

     Τελειώνοντας, ο ανθυπίλαρχος τους μίλησε για την τιμή και για τη δόξα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ . Και για του πολέμου το μάταιο παιχνίδι. Για το κόλπο το βρομερό που' χαν στο κεφάλι τους κάτι γουρούνια που πούλησαν ατσάλι πριν απ΄τον πόλεμο και με το χρυσάφι που κέρδισαν έφτιαξαν κι άλλο ατσάλι, για να συντρίψουν το ατσάλι που είχαν πουλήσει.

    " Κι εμείς; Όλοι εμείς; Τζάμπα πολεμούσαμε;" ρώτησε ο ολμιστής.
     " Πολεμούσαμε τους πολέμους..." απάντησε ο ανθυπίλαρχος.

  ....Κι ύστερα κάθισε απόμερα σ' ένα βραχάκι. Τυλίχτηκε με το χιτώνιο του. Χιόνιζε. Χιόνι και σκόνη τ' όραμα. Στο βάθος ο Γκόζιακας, κάτω το ποτάμι, κατάντικρυ η Λιντίσδα, αριστερά το σύνορο, παραπέρα η δημοσιά κι από κάτω το Κόνισμα. Κρατούσαν γερά τις προφυλακές...δυνατή λαβή...μάχη στήθος με στήθος , με τους ιππείς του μαζί.

      Την πρώτη μέρα, στις 28, ήταν η πρώτη διαταγή....Δε φοβόταν το θάνατο...εξόν τον πεθαμό...Από κάτι συνθηκολογήσεις κι άλλα τέτοια ειρηνικά... Κάτω στα πόδια του, στην πλαγιά, ησύχαζε το χωριό. Μες στη γαλήνη τη νυχτερινή. Τα ράδια όλη μέρα παίζαν τη συνθήκη. Κάποιοι ξενυχτούσαν...διέκρινε φωτάκια.

       Ένιωθε τα χέρια του παγωμένα. Αυτό το αλλόκοτο   πράγμα...ό,τι πάθαινε η ψυχή του το' νιωθε στα ακροδάχτυλά του.

      Κοιτάζει το ρολόι. Φωσφόριζε η ώρα...

      Περασμένες δέκα. Σκοτάδι πηχτό. Η Μάχη μάθαινε τη νύχτα από τις φωτοβολίδες. Απόψε τίποτα. Ούτε ράδιο βάζει. Από τότε που τρόμαζε με τη φωνή του Χίτλερ.

     Ανοίγει το ντουλάπι και τακτοποιεί τα μπουκαλάκια. Τα' χει βάλει όλα σε τούλινες θήκες, δεμένες με μετάξι. Το καθένα γεμάτο με βιολετιές κάψουλες, με μια κόκκινη γραμμή στην άκρη, παραγεμισμένες με ύπνο. Ανοίγει ένα μπουκαλάκι. Πίνει μια με μια γουλιά νερό. Πρέπει κι απόψε να πεθάνει λίγες ώρες για να ζήσει αιώνες.

      Ξαφνικά ακούγονται πυρά...πολλά πυρά. Αντηχούν το ένα μετά το άλλο. Ένα ήταν...δυνατό πολύ που το φύσηξε ο αγέρας και το' ριξε στην πλαγιά, κι η πλαγιά στην άλλη, κι η άλλη στην άλλη.

       " Κάποια ποριά βρήκε πάλι ο θάνατος απόψε..."

     Στο σοκάκι ακούγονται φωνές. Έχουν βγει όλοι έξω.

       " Αυτό ήταν γουρούνα...από βαρέο..."
     
    Η Μάχη άνοιξε το παράθυρο. Ψυχή. Μονάχα κάτι άσπρες πεταλούδες του χιονιού, μπαίναν μέσα, χόρευαν λιπόθυμες για λίγο κι ύστερα έλιωναν πάνω στα χέρια της...

     Το πρωί μάθαν. Ανθυπίλαρχος Φιλητός. Κατά κόσμον Μηνάς, από το Αγρίνιο. Κάτω απ΄το χιτώνιο του, αριστερά, βρήκαν το φύλλο της 
 Νεανικής Φλόγας.

Πάτησε , είπαν, από μοναχός του τον επικρουστήρα...(απόσπασμα)




Σταυρούλα  Δημητρίου, Η χώρα του κασσίτερου, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2005

Η Σταυρούλα Δημητρίου γεννήθηκε στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας .










Για το βιβλίο :


H πρώτη πεζογραφική δουλειά της Σταυρούλας Δημητρίου, το βιβλίο «Η χώρα του κασσίτερου», αποτελεί ένα έργο οριακό και συνιστά το έπος ενός κόσμου αγέραστων ηρώων, δεμένου με τον χρόνο που μπορεί να διαψεύδει τις ανθρώπινες ελπίδες, ακτινοβολεί όμως από το φως της μνήμης, καθώς παράγεται από την ιστορική εξέλιξη και πραγματεύεται την ιστορία. Η κριτική, που αγκάλιασε με ενθουσιασμό το βιβλίο, μίλησε για πολυφωνικό ύμνο, για οδοιπορικό πάνω στις τύχες ενός κόσμου «που ανασκαλεύει με οδύνη τις ρίζες του δέντρου που λέγεται πατρίδα». Η ίδια η συγγραφέας, έχοντας ήδη δύο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, παραδέχεται τη βιωματική της σύνδεση με το υλικό του βιβλίου, αναμνήσεις και παιδικά ακούσματα από τη γενέθλια γη της, τη «μνήμη των κυττάρων», αιτία ωστόσο της γραφής του έργου αυτού είναι η ποιητική θεώρηση.

Ενα χωριό που «έχει κάτι από θάνατο»

Η «Χώρα του κασσίτερου» μορφοποιεί μέσα στους ανώνυμους ήρωές της τις κοινωνικές δυνάμεις και τους ανταγωνισμούς της εποχής, σκιαγραφεί ψυχολογικά πορτρέτα, περιγράφει μύθους, γεγονότα, ακραίες συγκρούσεις αλλά και προλήψεις και συνήθειες που ξετυλίγονται προσεκτικά εντάσσοντας το τραγικό μέσα στο σύνολο και μεταμορφώνοντας την ιστορική πραγματικότητα σε μύθο. Η Δημητρίου, καίρια λυρική, έχει την αίσθηση της ιστορικής λεπτομέρειας. Ολα όσα συμβαίνουν εκτυλίσσονται με κέντρο τη Θεσπρωτία και ειδικότερα το Φιλιάτι, ένα χωριό της Μουργκάνας που «έχει κάτι από θάνατο». Πρόκειται για τη «Χώρα του κασσίτερου», όπως ονομάστηκε η περιοχή της Ηπείρου από τον Πυθέα. «Αλφός, αλβάτος», είναι ελληνικές λέξεις που σημαίνουν λευκός, η λέξη «αλφίνια» δηλώνει τη λευκότητα και η λέξη «αλβανούριον» το ξανθό. Οι Ηπειρώτες, που από την αρχαιότητα ασκούσαν το επάγγελμα του κασσιτερωτή, περιγράφονται με μαλλιά λευκόχροα.

Ο χρόνος τοποθετείται στις παραμονές του πολέμου του ’40 μέχρι και τον Εμφύλιο και μοιάζει με υπόγειο ποτάμι που ανεβαίνει στην επιφάνεια του εδάφους και συμπαρασύρει στο ρεύμα του Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, Ελληνες και Τσάμηδες, Εβραίους και γύφτους, ένα «τοπίο ωραίων ψυχών», η συνύπαρξη των οποίων οδήγησε αναπόφευκτα στον θάνατο της Ιστορίας: «Η Ιστορία βρέθηκε νεκρή. Γδυτή, γερμένη στο πλάι, με το κεφάλι συστραμμένο προς τα μέσα, σε κατάσταση εμβρύου». Η ιστορία όμως κάθε βιβλίου περιλαμβάνει σε σμίκρυνση την ιστορία της ευαισθησίας, όχι μόνο του συγγραφέα που το παρήγαγε αλλά και των ηρώων που επελέγησαν να το πλαισιώσουν. Οι ήρωες του βιβλίου, άνθρωποι που «πολεμούσαν τους πολέμους», «διαμελισμένοι» με ριζικό τους τον φόβο και τη φυγή, μιλούν και διασώζουν τη γλώσσα τους – η συγγραφέας δεν αποφεύγει τη ντοπιολαλιά, τους ιδιωματικούς τύπους, ανασταίνοντας έτσι μια γλώσσα πλασμένη από θορύβους και ήχους, όπου κυριαρχεί η πυκνότητα του λόγου και ανοίγει «το παράθυρο προς την ποίηση».

Ποιητική εξομολόγηση

Στηριγμένη στην έρευνά της, ιστορικά και διπλωματικά έγγραφα της εποχής, η Δημητρίου χρησιμοποιεί περισσότερο την ποιητική της ιδιότητα συνδέοντάς τη βιωματικά με την πραγματικότητα. Βιώματα και εμπειρίες επισσωρεύονται σε μια ποιητική εξομολόγηση, ένα χρονικό, μια ομολογία, μια διαμαρτυρία και «κατεβαίνουν στο βάθος των πραγμάτων, εκεί όπου δεν μπορεί να φτάσει η μεγαλομανής έπαρση του νου», όπως θα έλεγε η Νόρα Αναγνωστάκη. Το βιβλίο της Σταυρούλας Δημητρίου καλλιεργεί με συνέπεια τη βιωματική λογοτεχνική συνείδηση, η οποία πραγματοποιεί με αυθεντικότητα τους στόχους του λογοτεχνικού λόγου. Θα λέγαμε ότι ανήκει σ’ εκείνα που με ποιητική ευαισθησία και εντυπωσιακή διεισδυτικότητα υμνούν την «απρόσωπη ψυχή» και συνεχίζουν την παράδοση της λογοτεχνίας, στην οποία πρωταρχική θέση και κρίσιμο καταλύτη αποτελεί το βίωμα.

Νένα Ι. Κοκκινάκη

Το κείμενο της παρουσίασης  του βιβλίου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 24 Σεπτεμβρίου 2006

Τη φωτογραφία δανείστηκα από το φιλικό ιστολόγιο Ατραπός

Το φύλλο της Νεανικής Φλόγας από τα ΑΣΚΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια :