Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Αχ, δε θα ξημερώσει καμιά φορά;



[...] Ήμουν, λέει, σε μια ξένη χώρα. Δεν καταλάβαινα πού ακριβώς βρισκόμουνα. Σαν να ήμουνα στην Αμερική ή στη Γερμανία. Βρισκόμουνα σε μια πολύ ωραία ψηλοτάβανη αίθουσα. Δεν ξέρω αν σας συμβαίνει και σας το ίδιο. Όταν καμιά φορά βλέπω όνειρο, το καταλαβαίνω μες στον ύπνο μου ότι ονειρεύομαι.
      Στον ύπνο μου έλεγα από μέσα μου ότι ο τόπος όπου βρισκόμουνα λεγόταν " Λευκός Οίκος". Γύρω από το μακρύ τραπέζι ήταν καθισμένοι κάτι άνθρωποι. Δεν μπορούσα με κανέναν τρόπο να τους ρωτήσω: " Τι είναι εδώ;". Ο λόγος ήταν που είχα έρθει εδώ μ' επίσημη αποστολή. Αν τους ρωτούσα : " Πού βρίσκομαι;' θα με κορόιδευαν λέγοντας: " Ακόμα δεν ξέρει τον τόπο που ήρθε!" Προσπαθούσα μόνος μου να κατατοπιστώ. Ίσως να βρισκόμουνα στην Αμερική, ίσως στη Γερμανία...
      Ήταν μια επίσημη συνδιάσκεψη. Απ' τη χώρα μας, μόνο εγώ ήμουνα. Οι άλλοι ήταν ξένοι, απ' εδώ κι απ' εκεί.
       Ένας απ' αυτούς, μού λέει:
- Καλώς ήρθατε!
- Καλώς σας βρήκα, του απαντάω.
- Από σας θα μάθουμε την κατάσταση της χώρας σας, μου λέει.
      Με πλάκωσε ένας φόβος! Από μέσα μου όμως άρχισα να λέω: " Μη φοβάσαι καθόλου, αυτό είναι όνειρο...". Μετά πάλι: " Όνειρο, μόνειρο...Αν όμως μ' ακούσουν!..." Ύστερα: " Βρε, όνειρο είναι...".
- Στις διαταγές σας εφέντη μου, είπα, ό,τι ξέρω θα σας πω.
      Ο άνθρωπος ρώτησε:
- Ο τόπος σας είναι μια καθυστερημένη χώρα, δεν είναι έτσι;
      Ένιωσα κάτι να σφίγγει το λαιμό μου. Βοήθα, θεέ μου. Τι να του πω τώρα; Αν πω: " Μάλιστα, η χώρα μου είναι καθυστερημένη", θα με κατηγορήσουν ότι δυσφήμησα την πατρίδα μου στους ξένους. Είναι βαρύ παράπτωμα, και ο νόμος προβλέπει αυστηρές κυρώσεις. Όταν πω πάλι: " Όχι , η χώρα μου δεν είναι καθυστερημένη, ίσα ίσα, είναι πολύ προοδευμένη", θα βρεθώ ψεύτης. Τι να κάνω τώρα; Αντί να πω την αλήθεια και να βρω το μπελά μου, καλύτερα να πω ψέμματα. Γιατί η ψευτιά δεν τιμωρείται.
      Βλέποντάς με αναποφάσιστο, μου λέει ο άνθρωπος:
-Γιατί δε μιλάς;
- Με συγχωρείτε, του απαντάω, δεν κατάλαβα την ερώτησή σας, γι' αυτό...
- Η χώρα σας είναι καθυστερημένη, δεν είναι έτσι;
- Ποιος το είπε , του κάνω με θυμό.
- Να, όλοι έτσι λένε. Το ακούσαμε και μεις.
- Βλακείες! Μην το ξεχνάτε, αξιότιμοι κύριοι, ότι έχουμε πολλούς εχθρούς. Επειδή δεν μπορούν να μας φτάσουν, προπαγανδίζουν σε βάρος μας.
       Μ' αυτή την αποκάλυψη όλοι τα χάσανε. Άνοιξαν ένα πήχυ το στόμα τους και είπαν με μια φωνή:
- Πω πω πώωω!...
       Πετιέται ένας:
- Ώστε έχουμε εσφαλμένες πληροφορίες;
- Ναι, εσφαλμένες...
      Κάποιος απ' αυτούς λέει:
- Το καταλαβαίνω, είστε ευαίσθητοι άνθρωποι. Θίγεστε όταν σας λέμε " Καθυστερημένη χώρα". Γι' αυτό, ας αλλάξουμε τη φράση. Ας πούμε " Υποανάπτυκτη χώρα". Πώς το βρίσκετε;
- Δεν είναι σωστό. Ποιος είπε πως είμαστε υποανάπτυκτοι; Ίσα ίσα, είμαστε πολύ αναπτυγμένοι, πολύ...
      Τα'χαν χαμένα οι άνθρωποι. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους.
- Έχετε πόλεις που να μην ηλεκτροφωτίζονται;
      Αν πω "ναι", θα με κατηγορήσουν ότι δυσφημώ τη χώρα μου στους ξένους. Βρε να πάρει ο διάολος, πώς έμπλεξα έτσι...
- Όχι....Όλες μας οι πολιτείες, οι κωμοπόλεις και τα χωριά ηλεκτροφωτίζονται.
- Μπράβο, μπράβο, πολύ ωραία...
     Κάποιος απ' αυτούς ρώτησε:
- Λένε πως σε σας είναι πολύ ακριβό το ηλεκτρικό ρεύμα. Πόσο στοιχίζει το κιλοβάτ;
- Το ηλεκτρικό; Τι λέτε καλέ; Τζάμπα είναι. Αυτό έλειπε να πληρώνουμε και το ηλεκτρικό.
- Πολύ ωραία, πολύ ωραία...
     Χαιρόμουνα που έδινα καλές πληροφορίες για τη χώρα μου στους ξένους. Τουλάχιστον να τα γράφανε αυτά οι εφημερίδες και να μαθαίνανε οι δικοί μας, πως προπαγανδίζω για το καλό της πατρίδας μου.
- Τα νοίκια, λένε, είναι πολύ ακριβά. Υπάρχει κρίση στέγης. Δε βρίσκετε, λέει, σπίτια να καθήσετε. Ο μισός μισθός των υπαλλήλων πάει στο νοίκι. Αλήθεια είναι;
     Από μέσα μου μια φωνή μ' έσπρωχνε. " Πες την αλήθεια, μίλα άφοβα!" Της απαντάω κ' εγώ αυτής της φωνής: " Αν το πάρουν είδηση, θα με χαντακώσουνε". Λέει πάλι η φωνή : " Βρε είναι όνειρο...Σάμπως βλέπουν αυτοί το όνειρο που βλέπεις εσύ, για να σ' ακούσουν. Τουλάχιστον, στ' όνειρο σου, πες την αλήθεια!..."
     Είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Σφούγγισα το μέτωπό μου κι άρχισα να γελώ.
- Χα! χα! χα!...Ώστε έτσι σας παρουσιάζουν τη χώρα μου. Να δόσει ο θεός, γρήγορα να στραβωθούν οι εχθροί μας. Σε μας, το πρόβλημα της στέγης, δεν απασχολεί το λαό. Με καταλαβαίνετε; Όπως σ' όλες τις πολιτισμένες χώρες, μόνο το ένα δέκατο απ' τα εισοδήματα των εργαζομένων πάει στο νοίκι.
- Καλά, και οι δημόσιοι υπάλληλοι;
- Οι δημόσιοι υπάλληλοι ανάλογα με τις οικογένειες που έχουν, κάθονται σε ευρύχωρα σπίτια. Τόσο φτηνά είναι τα σπίτια στον τόπο μας, που βαριέσαι να κατοικείς σ' αυτά.
- Μάθαμε ότι οι σπιτινοικοκύρηδες δεν τα νοικιάζουν τα σπίτια σε οικογένειες που έχουν παιδιά.
- Χα, χα, χα, να γελάσω...Ποιος σας τις είπε αυτές τις ψευτιές!...Σάμπως βλέπει ο νοικάρης το π΄ροσωπο του σπιτονοικοκύρη. Σε κάθε Δήμο υπάρχει υπηρεσία κατοικίας. Να πούμε, πας εκεί και τους λες; " Χρειάζομαι ένα σπίτι με πέντε δωμάτια. Θέλω όμως τα πλακάκια του μπάνιου να είναι γαλάζια. Αν είναι ροζ, δεν το δέχομαι. Τα ροζ πλακάκι πειράζουν τα νεύρα της γυναίκας μου".
       Όλοι είπαν τότε με μια φωνή:
- Μπρε, τι θαυμάσια χώρα!...
      Κι ύστερα φώναξαν:
- Άσκολσουν, μπράβοοο!...
      Ένιωσα κρυφή περηφάνεια για τον έπαινο προς την πατρίδα μου.
- Είναι, λέει, δύσκολη η ζωή. Η μεσαία τάξη υποφέρει πολύ. Και από μέρα σε μέρα εκμηδενίζεται.
- Για κοίτα, βρε, για κοίτα...Τι ψευτιές σκαρώνουν σε βάρος μας...Αξιότιμοι σύνεδροι, σας δηλώνω εντίμως ότι οι συμπατριώτες μου δεν ξέρουν τι θα πει " Φτώχεια". Μόνο στις ξένες εφημερίδες διαβάζουν ότι υποφέρει αλλού ο κόσμος και ειλικρινά λυπούνται γι' αυτό κατάκαρδα. Σε μας, δεν υπάρχει καμιά δυσκολία στη ζωή. Να δώσει ο θεός, πάντα έτσι να' ναι. Μασαλλάχ, και η μεσαία τάξη, και η υπαλληλία και όλοι μας ζούμε μια χαρά. Σας στέλνουν και ξεχωριστούς χαιρετισμούς.
- Λένε πως υπάρχει ανεργία στη χώρα σας. Είναι πολύ χαμηλό το βιοτικό επίπεδο των εργατών, παίρνουν μικρό μεροκάματο.
      Θύμωσα τότε και φώναξα:
- Για ακούστε με! Εμένα θα πιστέψετε, για τους συκοφάντες μας;
- Βέβαια εσάς.
- Τότε, ακούστε. Έχουμε κάτι εργάτες μούρλια...Τι να σας πω...Περνούν περίφημα, με καταλαβαίνετε; Ποιος μπορεί να πάρει τέτοιο μεροκάματο σαν κι αυτούς. Κανείς δεν πληρώνεται τόσο πλουσιοπάροχα. Οι εργάτες μας, τρώνε, πίνουν και με το περίσσευμα του μεροκάματου μπορούν να χτίζουν και φάμπρικές ακόμα. Όμως δεν το κάνουν. Είναι χορτάτο το μάτι τους.
- Βάι, βάι, βάι, βρε τι χώρα είναι αυτή!...
       Αχ, να' παιρνε χαμπέρι το " Πρακτορείο Ανατολή" τα όσα καλά λέγω για την πατρίδα μου και να τα τηλεγραφούσε, να τα μάθαιναν οι δικοί μας, να μην πάει χαμένος ο κόπος μου...
- Η παιδεία πώς πάει; Λένε ότι στους εκατό οι ογδόντα δεν ξέρουν γραφή και ανάγνωση.
- Τσοκ, τσοκ, τσοκ....Βρε τους ψευταράδες...Ψευτιές με την ουρά. Αναλαφαβητισμός δεν υπάρχει στη χώρα μας. Έχουμε σιχαθεί πια τα γράμματα. Για φάρμακο να ζητήσεις, δε θα βρεις αγράμματο. Έχουμε τόσα πολλά σχολεία, που για ν' ανοίξουμε καινούριους δρόμους τα γκρεμίζουμε. Αν πεις για δασκάλους, να κουνήσεις έτσι το χέρι σου, θα παρουσιαστούν καμιά πενηνταριά μπροστά σου.
- Καλά, τότε γιατί πήρατε από την Αμερική κάτι παραγγελίες για να τις κάνετε σχολειά;
- Χι, χι, χι....Στ' αστεία το κάναμε. Αυτό έγινε για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια των εχθρών μας, για να μην ξέρουν τη δύναμή μας...
       Κάποιος σηκώθηκε όρθιος και είπε κουνώντας το χέρι:
- Όοχι, τέτοια αστεία δε γίνονται. Εμείς διαβάζουμε τ' άρθρα σας στις εφημερίδες. Γράφετε ασταμάτητα ότι πρέπει να χτιστούν σχολειά, να βγουν καινούριοι δάσκαλοι.
       Γέλασα:
- Και σεις τα πιστέψατε, δεν είναι έτσι; Από πνεύμα αντιπολίτευσης τα' γραφα. Του αρέσει του λαού μας ν' αντιπολιτεύεται. Όταν γράφεις πως όλα πάνε μέλι - γάλα, θυμώνει. Επίτηδες τα γράφουμε για να πουληθούν οι εφημερίδες. Αυτά γράφονται για εσωτερική κατνάλωση...
- Έχετε λίγους δρόμους, κι αυτοί είναι χαλασμένοι...
      Πήγα να σκάσω απ' τη στεναχώρια μου . Σηκώθηκα στο πόδι.
- Φτάνει πια, τους είπα. Θα φύγω.
- Πού θα πας; Δεν μπορείς να το κουνήσεις πουθενά, βρίσκεσαι σε όνειρο...
      Ώστε κι αυτοί το ξέρανε ότι ονειρεύομαι.
- Αφήσετε με σας παρακαλώ, θέλω να φύγω.
- Για πού;
- Στη χώρα μου...
      Προχώρησα ως την πόρτα. Χύμηξαν όλοι πάνω μου και με στρίμωξαν σε μια γωνιά.
- Για όνομα του θεού, αφήστε με!
- Ονειρεύεσαι, δεν μπορείς να πας πουθενά.
     Φαντάζομαι να' χετε  δει όλοι σας φοβερά ονείρατα. Θέλετε να φύγετε και δεν μπορείτε. Πιάνονται τα πόδια σας. Σας έρχεται να φωνάξετε και πνίγεται η φωνή σας. Έτσι είχα καταντήσει κ' εγώ. Είχα στριμωχτεί άγρια.
- Έχουμε να σας υποβάλουμε άλλη μιαν ερώτηση` υπάρχει στον τόπο σας ελευθερία ή δεν υπάρχει;
       Από το φόβο μου δεν έβγαινε η φωνή μου...
- Χι...χι...χι...χι..., άρχισα να λέω. Όμως πνιγόταν η φωνή μου.
- Πες μας, έχετε ελευθερία;
       Λέω από μέσα μου: " Μη δίνεις σημασία, όνειρο είναι αυτό. Μη φοβάσαι καθόλου!" Πού να μου φύγει όμως ο φόβος! Από μέσα μου πάλι έλεγα: Δόξα το θεό, όνειρο είναι στ' αλήθεια".
        Άρχισαν να φωνάζουν:
- Μίλησε, μίλησε, υπάρχει ελευθερία;
       Επιτέλους βγήκε η φωνή μου, μια βραχνιασμένη φωνή:
- Υπάρχει...υπάρχει πολλή ελευθερία, μπόλικη...
- Υπάρχει ελευθερία;
- Για ποια ελευθερία ρωτάτε;
- Ελευθεροτυπία υπάρχει;
- Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι...Απ' όλα υπάρχουν. Υπάρχει και ελευθεροτυπία. Μπόλικη μάλιστα...Αφήστε μα να φύγω!
- Ώστε έχετε απ' όλες τις ελευθερίες;
       Λέω από μέσα μου: " Όπου και να' ναι θα ξημερώσει. Δεν μπορεί να διαρκέσει αυτό το φοβερό όνειρο. Θα ξημερώσει και θα ξυπνήσω..."
- Υπάρχει ελευθεροτυπία ;
- Πάλι θα τα λέμε; Υπάρχει είπαμε!...
- Τότε γιατί ισχύει ακόμα ο παλιός περί Τύπου Νόμος; Τι λογής ελευθεροτυπία είναι αυτή;
      Έπρεπε να βρω τον τρόπο να πετάξω, άλλη σωτηρία δεν υπήρχε. Ξέρετε, στ' όνειρο του μπορεί να πετάξει κανείς. Άνοιξα τα χέρια μου σα φτερούγες. Όμως ήμουνα βαρύς  και δεν ξεκολλούσαν τα πόδια μου απ' τη γη. Αχ, να' λάφραιναν τα πόδια μου, να γλιστρούσα σαν το πουλί. Φαίνεται πως παράφαγα και βάραινα. Αν έτρωγα λιγότερο, τώρα θα μπορούσα να πετάξω σαν πουλί.
- Πες μας, ισχύει ακόμα ο παλιός περί Τύπου Νόμος;
- Τι σας νοιάζει κι αν ισχύει...Σάμπως εφαρμόζεται...Στη χώρα μας σώζονται ακόμα τα κανόνια του Μωχαμέτη του Πορθητή που κυρίεψε μ' αυτά την Πόλη, όμως δεν τα χρησιμοποιούμε. Επειδή στέκονατι έτσι, τι να τα κάνουμε, να τα καταστρέψουμε δηλαδή αυτά τα κανόνια; Επίτηδες δεν τον καταργούμε τον αντιδημοκρατικό αυτό νόμο, ώστε να θυμόμαστε τι τραβούσαμε άλλοτες από δαύτον. Και ελευθεροτυπία έχουμε και άλλων λογιών ελευθερίες. Μάλιστα τα' χουμε χαμένα και αναρωτιόμαστε, τι να τις κάνουμε τόσες ελευθερίες;
- Είναι άσχημα τα οικονομικά σας` λένε πως και το ισοζύγιό σας παρουσιάζει έλλειμμα. Τι λέτε γι' αυτό;
- Αλλάχ, Αλλάχ, φώναξα. Τι να πω;
       Ήμουνα μούσκεμα στον ιδρώτα. Ξαναφώναξα:
- Δεν θα ξυπνήσω καμιά φορά, φτάνει πια αυτός ο βραχνάς.
- Αν δεν πεις την αλήθεια, δεν την γλυτώνεις!.
        Αν πω την αλήθεια, θα θεωρηθεί προπαγάνδα...
Τι κακό είναι αυτό που με βρήκε!...
- Τα οικονομικά μας είναι πολύ λαμπερά, δεν είναι έτσι όπως τα νομίζετε. Τόσο λαμπερά είναι που θαμπώνεστε σαν τα βλέπετε...Όσο για το ισοζύγιο, είναι καλά ρεγουλάρισμένο...
      Θα' λεγα πολλά ακόμα. Όμως δεν μ' άφησαν να προχωρήσω. Κάποιος απ΄αυτούς παίρνει πάλι το λόγο:
- Ώστε έτσι...Τότε δεν έχετε ανάγκη από βοήθεια...Εμείς σας φωνάξαμε επίτηδες, για να μας πείτε την αλήθεια, κι αν έχετε ανάγκη από βοήθεια, να σας ανοίξουμε πίστωση , να σας δώσουμε παραδάκι...Αφού όμως πάνε όλα καλά στον τόπο σας, πάει να πει ότι δεν έχετε καθόλου ανάγκη από τη βοήθειά μας. Άιντε με το καλό...
       Τότε ήρθα στα λογικά μου και φώναξα:
- Γιατίιι;
       Ώστε με είχαν στείλει πρεσβεία για να πάρουμε εξωτερική βοήθεια!
- Καλά, γιατί δε μου το' πατε αυτό απ' την αρχή, ώστε να μιλήσω ανάλογα!...
- Άιντε με το καλό!...
      Απ' το θυμό μου άρχισα να κλαίω. Μου είχε δοθεί η ευκαιρία να πάρω εξωτερική βοήθεια, θα έβαζα φέσι σε όλους. Την έπαθα όμως από φόβο μήπως συκοφαντήσω τη χώρα μου.
      Από το κλάμα ξύπνησα. Ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Άναψα τη λάμπα. Κάθησα στο γραφείο μου. Στ' αλήθεια είχα κλάψει στ' όνειρό μου. Σφούγγισα τα μάτια κι άρχισα αμέσως να γράφω αυτό το φοβερό όνειρο. Αχ, δε θα ξημερώσει καμιά φορά; Πόσο μάκραινε αυτή η νύχτα...


Αζίζ Νεσίν, ο καφές και η δημοκρατία, διηγήματα, Θεμέλιο, Αθήνα 1979

Δεν υπάρχουν σχόλια :