Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Ναζίμ Χικμέτ, ο παραμυθάς

Ο Ναζίμ Χικμέτ είναι γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του και τους σκληρούς κοινωνικούς αγώνες στους οποίους συμμετείχε. Ασχολήθηκε όμως και με τα παραμύθια προβάλλοντας μια πολύ λεπτή, τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά της προσωπικότητάς του. Διασκεύασε παραμύθια που συνέλεξε ο τούρκος λαογράφος Μπορατάβ και τα συγκέντρωσε στο " Ερωτευμένο σύννεφο".
Ο ίδιος δικαιολογεί τη διασκευή και έκδοση των παραμυθιών στο πρόλογο του βιβλίου:
" ...Θα μου πείτε, γιατί έκανα αυτή τη διασκευή. Την έκανα, για να δώσω μια σωστή κατεύθυνση σε μερικά ερωτήματα που προβάλλουν στην εποχή μας. Δεν ξέρω αν σας αρέσει η δουλειά μου. Πιστεύω, όμως, ότι θα σας αρέσουν τα παραμύθια που μάζεψε ο Μπορατάβ, και που στηρίζονται στην προφορική παράδοση. Προτιμότερο ν' ακούει κανείς παραμύθια, παρά να τα διαβάζει.
Ας αρχίσουμε λοιπόν την αφήγηση: Μια φορά κι έναν καιρό...

Σαν ήμουν μικρός, ακουμπούσα το κεφάλι μου στα γόνατα της γιαγιάς μου. Χάιδευε το κεφάλι μου με το χέρι της που είχε πεταμένες τις φλέβες και ήταν κίτρινο σαν μαραμένο φύλλο καστανιάς...
Η γιαγιά μου ήξερε να λέει παραμύθια που φέρνουν τον ύπνο στα μάτια των παιδιών, σαν τ' αστέρια που γεμίζουν τις νύχτες τον ουρανό.
Τα παραμύθια της έμοιαζαν το ένα με το άλλο. Κάθε παραμύθι είχε ένα σημείο, που, όταν έφτανε εκεί η γιαγιά μου, παρ' όλη τη νύστα που μ' έπιανε και κατέβαινε απ' τα μάτια ως τα μάγουλα μου σαν σκοτεινό νερό, σήκωνα το κεφάλι και κοίταζα το πρόσωπό της μορφάζοντας.
Πώς να μη την κοίταζα έτσι σαν έλεγε: " Οι ταξιδιώτες βγήκαν στο δρόμο` ο κασίδης Κέλογλαν φοράει τα σιδερένια παπούτσια του και παίρνει τα βουνά` ο μικρός γιος του βασιλιά ψάχνει να βρει την αγαπημένη του που κλαίει πάνω στο δέντρο κοντά στη βρύση` όλοι τους περπατάνε, διαβαίνουν λιβάδια και βουνά, κι όταν στρέψουν το κεφάλι τους πίσω, βλέπουν πως έκαναν μόνο δυο βήματα..."
Αυτό το " περπατάνε πολύ, διαβαίνουν λιβάδια, βουνά και ρεματιές, κι όταν γυρίσουν το κεφάλι τους πίσω βλέπουν πως δεν προχώρησαν καθόλου" δε χωρούσε με κανένα τρόπο στο παιδικό μου κεφάλι.
Είναι πολύς καιρός που πέθανε η γιαγιά μου. Εγώ, πάει ,γέρασα...Όμως , πώς μπορώ εγώ, ένας άνθρωπος του εικοστού αιώνα, να πιστέψω ένα παραμύθι που απευθυνόταν σε ανθρώπους του μεσαίωνα;
Ακόμα δεν έγινα παππούς, δεν έχω εγγόνια...Έχω όμως γιο, έναν οχτάχρονο λεβέντη. Όταν του διηγιέται παραμύθια η γιαγιά του και φτάνει στο σημείο που λέει: " περπάτησαν κάμποσο", παίρνω  αμέσως το λόγο και δίνοντας έμφαση και πειστικότητα στον τόνο της φωνής μου, συνεχίζω:
" Περπάτησαν πολύ, διαβήκανε βουνά και ρεματιές. Σε μια στιγμή που γύρισαν το κεφάλι τους πίσω, είδαν ότι προχώρησαν πάρα πολύ. Δε φαινόταν πια ο τόπος απ' όπου ξεκίνησαν!"

Jacek Yerka, Dream World
 Παραμύθι στο γιο μου (1)

Μια φορά κι έναν καιρό, παιδί μου, ήταν τρία παλικάρια, που ζούσαν μακριά το ένα από το άλλο, σε τρεις διαφορετικές γωνιές της γης. Και οι τρεις νέοι, που δε γνωρίζονταν μεταξύ τους, είχαν το ίδιο ανάστημα  και την ίδια ηλικία.
Την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, τα τρία αυτά παλικάρια που δεν είχαν ιδωθεί ποτές βγήκαν από τον τόπο τους, για να βρουν το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής"...
Το κύπελλο αυτό, παιδί μου, βρισκόταν μέσα σ' ένα ματωμένο πηγάδι, πίσω από τα μακρινά βουνά. Τα τρία αυτά παιδιά, ακολούθησαν τρεις διαφορετικούς δρόμους, για να βρουν το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής".
Το πρώτο παλικάρι περπάτησε και περπάτησε, ώσπου έλιωσαν απ' το δρόμο τα σιδερένια τσαρούχια που φορούσε. Ύστερα κάθισε στη μέση του δρόμου, για να ξεκουραστεί λίγο. Και, καθώς ήτανε κουρασμένος, αποκοιμήθηκε. Μόλις ξύπνησε, είδε μπροστά του ένα πανέμορφο κορίτσι, με βαμμένα τα νύχια των χεριών της και τις βλεφαρίδες.
" Για πού το' βαλες;" ρώτησε το κορίτσι.
" Για να βρω το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής" ", είπε το παλικάρι.
" Αυτό που ζητάς βρίσκεται πίσω από τα μακρινά βουνά, στο ματωμένο πηγάδι", είπε η κοπέλα. " Για να φτάσεις ως εκεί, θα περπατάς σ' όλη σου τη ζωή. Οι άνθρωποι έχουν μετρημένες  μέρες ζωής, πρέπει να χαρούν αυτές τις μέρες. Εσύ είσαι η μέλισσα κι εγώ το λουλούδι. Μείνε μαζί μου. Ρούφηξε το μέλι μου."
Το πρώτο παλικάρι , παιδί μου, έσκυψε το κεφάλι και έμεινε στη μέση του δρόμου.
Και το δεύτερο παλικάρι περπατούσε, όλο περπατούσε συνέχεια. Για να μην αποκοιμηθεί από την κούραση, άνοιγε συνέχεια πληγές στο κορμί του με το μαχαίρι του κι έριχνε πάνω τους αλάτι. Το παλικάρι άντεξε στους πόνους , όχι όμως και στη δίψα. Σαν είδε να λαμποκοπάει απέναντί του το νερό της πηγής, έτρεξε προς τα εκεί. Το δεύτερο  παλικάρι, ήπιε, παιδί μου, μια γουλιά από το χρυσαφένιο νερό και τόσο πολύ δροσίστηκες, που δεν ξεκόλλησε από την πηγή. Έμεινε κι αυτός στη μέση του δρόμου.
Ενώ το πρώτο και το δεύτερο παλικάρι είχαν μείνει μεσοδρομίς, το τρίτο παλικάρι βάδιζε συνέχεια. Διψούσε, αλλά δεν έπινε από το νερό που συναντούσε στο δρόμο του. Κουραζόταν, αλλά δεν ήθελε να ξεκουραστεί στα γόνατα της όμορφης κοπέλας...Προχωρούσε, προχωρούσε, όλο προχωρούσε. Όποιος προχωρεί έτσι , γιε μου, φτάνει στον προορισμό του.
Κι εσύ , παιδί μου, να προχωρήσεις σαν κι αυτόν, αδάμαστος και με πίστη. Όποιος πιστεύει, πετυχαίνει το σκοπό του...



Ναζίμ Χικμέτ , Το ερωτευμένο σύννεφο, μτφ. Έρμος Αργαίος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, 10η έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια :