Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Παραθερίζοντας πλάι στη θάλασσα


...Άξαφνα κατάλαβε πως θα ξυπνούσε. Πάλεψε μια στιγμή για να κρατηθεί στο βυθό του ύπνου, να δει τη συνέχεια του ονείρου, μα δεν τα κατάφερε κι άνοιξε τα μάτια της. Άσπρα μαλακά φτερά γύρω - γύρω. Η κουνουπιέρα. Στο ταβάνι χόρευε μια ασπρόχρυση σταγόνα ήλιο. Πηγαινοερχόταν πέρα - δώθε σα ζουζούνι. Απ' το παράθυρο ίσαμε το κρεβάτι της είχε στρωθεί ένας δρόμος απ' ανθόγυρη κι απάνω τραγουδούσαν μικρά - μικρά αστεράκια, τρίλιες από ζωντανό , σάρκινο φως. Κάτι σα συντριβάνι ξέσπασε  μέσα της. Ένα άσπρο πουλί τίναξε τα φτερά του μες στο στήθος της. Θυμήθηκε πως βρισκόταν στον Άη - Σώστη.
Σήκωσε την κουνουπιέρα κι έτρεξε στο παράθυρο. Το σανίδι, κάτω στο πάτωμα, μύριζε τριαντάφυλλα. Κι όταν έσπρωξε πίσω τα παραθυρόφυλλα, όρμησε μέσα ένα κύμα εξαίσιας , γλαυκής ειρήνης. Όλα βουτηγμένα σε αποχρώσεις άσπρου. Κι η θάλασσα απίθανα ήρεμη, ώσπου έφτανε το μάτι, σα νάχε πήξει το νερό σ' ένα πλατύ μαργαριταρένιο καθρέφτη. Κι οι κορυφογραμμές της Εύβοιας, αντίκρυ, ανάερες, σαν από λιβάνι.
Η θεία Αγλαΐα είχε μείνει στην Αθήνα. Η θάλασσα την πείραζε στα νεύρα. Στο πλαϊνό δωμάτιο πηγαινοερχόταν η γιαγιά και μιλούσε μονάχη της, όπως το συνήθιζε συχνά. Φρστ, φρστ, φρστ, έκαναν οι παντόφλες της, εκείνες οι αστείες βελούδινες παντόφλες με τα κεντημένα ροζ γαρούφαλα.
- Καλημέρα, γιαγιάκα.
- Καλημέρα, αγγελάκι μου. Σκάσαν τα βαμπάκια σήμερα, άι; Άντε να σε ντύσει τώρα μάνι - μάνι η Αργυρώ.
Φόρεσε το καινούργιο μαγιό με το γαλάζιο αστέρι στο στήθος κι από πάνω πέρασε το άσπρο τομπράλκο με τις ροζ κουκίδες. Ως και τα ρούχα της ήταν ποτισμένα απ' την ίδια ουσία, από τούτο το ευτυχισμένο πρωινό φως. Η Αθήνα ήταν μακριά, ανύπαρχτη. Είχαν αλλάξει όλα, ως τις παραμικρές λεπτομέρειες. Πάνω στο τραπέζι, στο πλαϊνό δωμάτιο, ήταν ακουμπισμένο ένα χοντρό μωβ ποτήρι από πορσελάνη κι ένα πιάτο φταζμίτικα παξιμάδια. Αυγό χτυπητό με κακάο. Η γιαγιά, καθισμένη στη μεγάλη ψάθινη πολυθρόνα, είχε κρεμάσει απ' το λαιμό την κάλτσα της κι έπλεκε. Γιατί νάρχουνται όλες οι ευτυχίες μαζωμένες και να κατρακυλάνε έτσι βιαστικά, πριν προφτάσει να τις γευτεί κανένας ως το τέλος; Θάθελε τόσο να κρατήσει μερικές γουλιές από τούτη την πολύτιμη ουσία σ' ένα μπουκαλάκι , για τα ξεθωριασμένα πρωινά της Αθήνας, όταν οι ώρες δεν θα τραγουδούσαν πια, ζαρωμένες κάτω απ' τον παγωμένο ίσκιο που απλώνονταν σ' όλο το σπίτι της οδού Ασκληπιού.
Πήρε το " Παραμύθι χωρίς όνομα " και κάθησε στην ακροθαλασσιά. Μια τόσο μαλακιά σιωπή. Ξετυλίγονταν πλούσια σε φαρδιές κορδέλλες από θάλασσα, ουρανό, ελαιώνες κι άσπρους δρόμους και χάνονταν εκεί κάτω, πίσω απ' τους λόφους. Ρίχτηκε στο διάβασμα με πολύ κέφι και σε λίγο βυθίστηκε σε κείνο το γυάλινο καβούκι όπου έμπαινε κάθε φορά που διάβαζε. Η θεία Αγλαΐα γκρίνιαζε γι' αυτό.
- Φτάνει πια! Μούστωσες στο διάβασμα, παιδάκι μου. Δεν κάνεις και νισάφι; Παν μέτρον άριστον.
Της φαινόταν σα να τη γδέρνουν, όταν τη βγάζαν απ' τα βιβλία της. Μα τώρα δεν ήταν έτσι. Πρώτη φορά που η πραγματική ζωή δεν της φαινόταν ένα βάσανο ανεξήγητο. Πρώτη φορά που ο γύρω κόσμος μπορούσε ν' αναμετρηθεί με το παραμύθι που διάβαζε.
Κάποια στιγμή ένα σκίρτημα πέρασε πάνω απ' τη γυαλένια επιφάνεια, σα φτερούγισμα πουλιού. Δεν ακούστηκε τίποτες κι όμως η Κυβέλη ήταν σίγουρη πως αυτή η γαλάζια ανατριχίλα είχε μια δικιά της μουσική. Ίσως μια ψιλή - ψιλή τρίλια, σαν ένα ανοιξιάτικο ψιχάλισμα . Στην αρχή φάνηκε στο βάθος μια λεπτή γραμμή , γρατζουνιά σ' ένα κρινένιο δέρμα, κι έπειτα γίνηκε σιγά - σιγά σγουρός κυματισμός που ολοένα δυνάμωνε. Την έπιασε ένας ακατανόητος, ανήμπορος θυμός, η απελπισία των παιδιών πούναι ανίκανα να σκεφτούν πως αύριο πάλι η θάλασσα θα ξημερώσει έτσι παρθενικά ή πως τα κύματα έχουν κι αυτά την ομορφιά τους.
Η Αργυρώ βγήκε απ' το σπίτι κρατώντας τα σύνεργα του μπάνιου, το μπουρνούζι, το χρωματιστό λαστιχένιο ψάρι που φούσκωνε , τη σκούφια, τα σανδάλια.
- Άντε να βουτήξεις, τώρα πούναι ζεστή η θάλασσα.
Προχώρησε με μικρά, φοβισμένα βηματάκια στα ρηχά. Ο βυθός ήταν στρωμένος με στρογγυλά, παρδαλά χαλίκια, σαν φρουί γκλασέ, και το νερό πράσινο κι ανάλαφρο σα βραδινό αγέρι. Πάφλαζε γύρω της μ' ένα μεταξωτό θρόισμα κι οι γλάροι έσκυβαν και φιλούσαν τις κορφές των κυμάτων.
Πιο πέρα, στ' άπατα, ο βυθός ήταν γεμάτος φύκια που αναδεύονταν τεμπέλικα νοσταλγώντας τον ήλιο.
Έπαιξε πολλή ώρα μονάχη της, βουτηγμένη στην ιριδιστή χαρά του ορίζοντα και της εκρηκτικής άνοιξης που κυμάτιζε μέσα της. Στην Αθήνα, ο ουρανός ήταν πάντα κρυμμένος πίσω απ' τις στέγες των σπιτιών, σαν πίσω από βαριά τσιμεντένια σύννεφα. Ξεχνούσες την ύπαρξη των άστρων, του ήλιου, της αυγής. Καλά - καλά δεν σήκωνες τα μάτια ούτε στα δεύτερα πατώματα των σπιτιών. Η ζωή ήταν ένα μακρύ τούνελ, σαν τη σήραγγα του Μπράλου. Περπατούσες ίσα μπρος σου, ακολουθώντας τα βήματα του προηγούμενου, όπως τα μυρμήγκια στις φωλιές τους, ή τα βόδια όταν γύριζαν το γιόμα απ' το χωράφι. Κι η μέρα ήταν ένα με τη νύχτα, ένα σκοτάδι με πιότερα ηλεκτρικά.

Σιγά - σιγά όλος ο μικρόκοσμος της παραλίας μαζεύτηκε γύρω απ' το λαστιχένιο ψάρι σαν τους σαργούς γύρω απ' το ψωμοτύρι της πετονιάς. Τρεις πιτσιρίκοι στάθηκαν και χάζευαν με μια επιθετική ζήλεια στα μάτια, μη τολμώντας ωστόσο να προχωρήσουν στην πράξη, διεφθαρμένοι κιόλας απ' τις υποθήκες των μεγάλων. Η Κυβέλη στην αρχή προσπάθησε να τους αγνοήσει, μα η ματιά τους βάραινε τόσο επίμονα στο ψάρι της, ώστε  τα χρειάστηκε κι άρχισε να υποχωρεί κανονικά, μ' όση περισσότερη αξιοπρέπεια μπορούσε.
Μα τα πράγματα γρήγορα ξεκαθάρισαν. Ο μεγαλύτερος της παρέας, ένα ψηλόλιγνο, ξανθό παιδί με μεγάλα δόντια πεταγμένα προς τα έξω, πλησίασε και της είπε θαρρετά.
- Θες να παίξουμε και μεις με το ψάρι;
- Πως! Αν θέλετε! απάντησε βιαστικά.
Φοβόταν πάντα πως τάλλα παιδιά δεν ήθελαν να παίξουν μαζί της. Γι' αυτό, μ' όλο που η θεία Αγλαΐα της είχε απαγορέψει να δανείζει τα πράματά της στους άλλους, βιβλία, τετράδια, παιχνίδια, τους έδωσε αμέσως το λαστιχένιο ψάρι.
- Πώς σε λένε; ξαναείπε το ξανθό παιδί.
- Κυβέλη. Εσένα;
- Λεωνίδα Χαριτάκη. Αυτόν τον λένε Πέτρο και κείνον Βασίλη. Είναι φίλοι μου.
- Πού κάθεστε;
- Σε κείνα - κει τα σπίτια. Να, τα βλέπεις; Φαίνονται από δω. Εκείνο με τα πράσινα παράθυρα και τ' άλλο με τη μεγάλη συκιά. Εσύ πού κάθεσαι;
- Εκεί, σ' αυτό το σπίτι με τη βεράντα.
Τη ρώτησαν ακόμα πόσων χρονών είναι και την κοίταζαν με θαυμασμό, σαν έμαθαν πως έμενε στην Αθήνα κι ο πατέρας της ήταν δικηγόρος. Αυτοί μένανε στο Βόλο κι ήταν παιδιά εμπόρων.

Όταν ήρθε να την πάρει η Αργυρώ νόμισε πως τους ήξερε από χρόνια. Ο μπάτης είχε δυναμώσει και βούιζε  στη στέγη του σπιτιού σα βαριά χορδή βιολοντσέλου. Η λεύκα αρμένιζε στο μεσημέρι μ' απλωμένα τα φύλλα. Ακόμα κι η ώρα του φαγητού στον Άη - Σώστη είχε ένα χυμό, μια γεύση ιδιαίτερη. Δεν ήταν η σούπα που κατάπινε μ'  αηδία στην Αθήνα από κάποια ανεξήγητα μισητήν ανάγκη. Ήταν η ίδια η σάρκα της θάλασσας, κλεισμένη στη μορφή ενός ψαριού. Και το κρεβάτι της δεν ήταν τ' αναπόφευκτο μαρτύριο που υφίσταται κανένας ανάσκελα, προσπαθώντας να διασκεδάσει με τα παραμύθια ή πιάνοντας μύγες, αλλά ένα άσπρο καραβάκι με γαλάζια παράθυρα. Κάτω, στην ακρογιαλιά, τα κύματα σούρνονταν μ' ένα θρόισμα δάσους. Ίσως έτσι νάκανε η γενειάδα του γέρο - Ποσειδώνα, όταν ξεχυνότανε θυμωμένη στο Αιγαίο. Να ρουφάς λαίμαργα τις στιγμές, όπως ο κάμπος τη βροχή ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, δίχως να τις αφήνεις να περνάνε ξένες, μακριά, σα μια μελωδία που ακούς αφηρημένος.
Όλα  τούτα ήτανε τόσο καινούργια που δεν την αφήνανε να κοιμηθεί. Είδε τ' απομεσήμερο να λοξεύει στο παράθυρο, τόδε σ' όλες του τις αποχρώσεις, με κείνο τον ανεξάντλητο δημιουργικό πλούτο των παιδιών που βγάζει θησαυρούς ευτυχίας από' να μόριο αχτίδας. Είδε τ' άσπρο φως του μεσημεριού να θολώνει σιγά - σιγά, ώσπου έγινε μια κίτρινη αμφίβολη ανταύγεια. Ταξίδευε μες στο κρεββάτι της, γλιστρώντας πάνω στον ουρανό. Κάποτε θα πήγαινε σε κείνα τα νησιά αντίκρυ, σε κείνη τη σταχτιά κουκίδα και στ' άλλο , πλάι , που μάκραινε πάνω στο νερό σα σκουλήκι. Θάχε ένα καράβι και θα πήγαινε παντού. Κι η ζωή θάταν πάντα έτσι γαλάζια και δροσερή.


Τ' απόγεμα πήρε μια φέτα με μαρμελάδα που της έδωσε η Αργυρώ, το βιβλίο της και κάθησε στη βεράντα. Η σαιζ - λογκ είχε φαρδιές ρίγες κόκκινες κι άσπρες. Τα κύματα ορθώναν κάτι αδιάλλαχτους αφρισμένους λαιμούς. Άκρη - άκρη είχανε πάρει το χρώμα της λάσπης, σα θυμωμένα πρόσωπα, κι ύστερα απλώνονταν όσο πήγαιναν, αφήνοντας πού και πού μια μικρή χιονισμένη κορφή.
Η τετράγωνη σκιά του σπιτιού μπροστά στη βεράντα, μάκραινε σιγά - σιγά κι απλωνόταν προς την ακρογιαλιά. Και τα βουνά ένα γύρο, βουτηγμένα σε μια τριανταφυλλένια χαύνωση, αρχίσανε να ζωντανεύουν, να πλησιάζουν. Φανήκαν οι χαράδρες πούχαν στα πλευρά τους και τα δάση που απλώνονταν σε πυκνές τούφες ως τη θάλασσα.
Άξαφνα ο μπάτης έφερε ένα κύμα μπριγιαντίνης. Σήκωσε τα μάτια απ' το βιβλίο της κι είδε τον Πέτρο που περνούσε πιο κάτω, στο δρόμο. Είχε φτιάσει τη χωρίστρα του πολύ προσεχτικά και φορούσε ένα μπλε παντελόνι με κίτρινο πουκάμισο. Φαινόταν μεγαλύτερος, τώρα. Μπορεί να κάπνιζε κιόλας, είπε μέσα της τρομαγμένη. Κρατούσε ένα καλάμι και τόπαιζε, μαστιγώνοντας στον αέρα ένα φανταστικό άτι.
- Καλησπέρα, φώναξε μόλις έφτασε μπρος στη βεράντα και κοντοστάθηκε.
- Καλησπέρα.
Στη φωνή της, πούθελε νάναι φιλική, είχαν μείνει ακόμα οι συμβουλές της θείας Αγλαΐας που της έλεγε να μη μιλάει ποτέ σε ξένα παιδιά. Τα πόδια της τη γαργάλιζαν να σηκωθεί να τρέξει κοντά του, μα δεν κουνήθηκε απ' την πολυθρόνα της.
- Έρχεσαι να παίξουμε;
Ξεροκατάπιε δυο - τρεις φορές και τέλος είπε:
- Ξέρεις η Αργυρώ δε μ' αφήνει τα παιχνίδια με τρεχάλες.
- Χα! Χα! Χα!
Τ' άσπρα δόντια του Πετράκη σαρκάζανε απ' το ύψος των δώδεκα χρόνων τους.
- Και δεν της λες ότι πάμε περίπατο; Πού θα μας δει αυτή η ξεκούτα;
Άρχισε να κλονίζεται. Δηλαδή μέσα της τόχε αποφασίσει κιόλας, μα είπε για τον τύπο, για να μη φανεί πως υποχωρούσε τόσο εύκολα.
- Καλά , στάσου να της πω ότι φεύγω κι έρχομαι αμέσως.
Τ' άλλα παιδιά είχαν μαζευτεί σ' ένα αλώνι έξω απ' το χωριό, πλάι στη σιδηροδρομική γραμμή. 
Απ' τη μια μεριά ήταν αχερώνες, κι απ' την άλλη μια σειρά βατομουριές, και στη ρίζα τους φυτρώναν κάτι περίεργα τόσα - δα πεπονάκια με σκληρό αγκαθωτό χνούδι. Τ' αγόρια ρίχτηκαν του καλού καιρού στα βατόμουρα, μα η Κυβέλη δε θέλησε να βάλει στο στόμα της. Ήταν γεμάτα σκόνη και βρώμες. Τι θάλεγε η Αργυρώ; Όταν όμως ο Λεωνίδας της έβαλε ένα στο στόμα, δεν είχε τη δύναμη να πει όχι. Το κατάπιε με τη συναίσθηση πως είχε κάμει κάτι πολύ σημαντικό κι ένοχο. Της φαινόταν σα να την είχαν πετάξει στα βαθιά νερά, όπως σε κείνο το πρώτο της μπάνιο.
Έπαιξαν κλέφτες κι αστυνόμους, αμάδες, κρυφτούλι, αμπάριζα, όλα τ' αγορίστικα παιχνίδια που της άρεσαν. Στην Αθήνα οι κούκλες, τ' αρκουδάκια και το μεκανό έμεναν άθικτα στη ντουλάπα. Δεν είχε καμιά όρεξη να παίξει με δαύτα κι η θεία - Αγλαΐα την έλεγε αψίκορη. Τι θα πει αψίκορη;
Τ' άχυρα γλιστρούσαν κάτω σαν παρκέτο. Η αργυρόλευκα γελούσε καλόκαρδα και τα κύματα, στην ακροθαλασσιά, χτυπούσαν πάνω στα φύκια μ' έναν κούφιο κρότο, ζντουπ! ζντουπ!
Το βράδι, σαν γύρισε σπίτι, οι τρίχες των ποδιών της ήταν γεμάτες σκόνη, μικρά - μικρά σκουληκάκια. Μέσ' στα σανδάλια είχαν μπει χώματα και τα μαλλιά της κολλούσαν απ' τον ιδρώτα γύρω απ' το κεφάλι της. Ένιωθε κάτι δροσερό και φουσκωμένο μέσα της, σαν το πανί μιας βαρκούλας που χοροπηδάει στα κύματα. Κάτι που θάθελε να πετάξει, να τιναχτεί στον αέρα σαν πυροτέχνημα του επιτάφιου, να σκάσει σε πολλά - πολλά κόκκινα αστεράκια.
Η γιαγιά καθόταν στη βεράντα και κουβέντιαζε  με μια κυρία απ' το Βόλο για ντομάτα μπελτέ και τον τραχανά και τις χυλοπίττες. Η Αργυρώ θύμωσε όταν την είδε  σ' αυτά τα χάλια. Τη βούτηξε στο μικρό τσίγκινο μπανάκι, της έφτιασε δύο αυγά μάτια και την έβαλε στο κρεβάτι της. Το φεγγάρι απλώθηκε στην κουνουπιέρα και τα κύματα σούρνονταν στην ακροθαλασσιά σσσσ!σσσσ!
- Καληνύχτα! Καληνύχτα! φώναζαν οι γρύλοι μέσα στα βούρλα.
- Καλυνήχτα! αναστέναζε ο γκιώνης.
- Καληνύχτα ! αποκρινόταν η σφυρίχτρα του τελευταίου τραίνου πούφευγε για το Βόλο.(απόσπασμα)



Μιμίκας Ι. Κρανάκη, Contre -Temps, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005, 6η έκδοση


2 σχόλια :

Rosa Mund είπε...

Η Μιμίκα Κρανάκη και το εν λόγω βιβλίο της είναι μέσα σ' αυτά που θέλω διακαώς να διαβάσω.

Μπράβο, βρε Σοφία, που ασχολείσαι με αυτό. Και με όλα τ΄άλλα.
Το ότι δεν σχολιάζω συχνά, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ενδιαφέρον οι αναρτήσεις σου. Τουναντίον, τις διαβάζω κι αναρωτιέμαι, ως μανιώδης αναγνώστρια που είμαι, όπως κι εσύ, άλλωστε: Όλο αυτό το διάβασμα πού θα πάει;
(Απάντηση: Πουθενά.)

sofia είπε...

Το μυθιστόρημα της Κρανάκη είναι εκπληκτικό όχι μόνο για την ευαίσθητη γραφή, την πλούσια και εκφραστική γλώσσα αλλά και για τις ψυχικές διακυμάνσεις της ηρωίδας που η συγγραφέας αποδίδει με τρυφερότητα και ευστοχία. Πρωτοποριακή γραφή για την εποχή της. Όταν το διαβάσεις αυτό , σου προτείνω αμέσως μετά τον Εικοστό Αιώνα της Μέλπως Αξιώτη ( αν δε το έχεις διαβάσει).Ωραία γραφή, επίσης πρωτοποριακή αλλά με εντελώς άλλη ματιά η πορεία ανάπτυξης και ενηλικίωσης της ηρωίδας. Είναι δυο μυθιστορήματα που γράφτηκαν την ίδια εποχή , έχουν ως κεντρικό πρόσωπο δράσης μια νεαρή κοπέλα, αλλά η πορεία που ακολουθούν και το πώς επιδρούν πάνω τους οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δίνονται διαφορετικά.

Σχετικά με το ερώτημά σου για το πού θα πάει όλο αυτό το διάβασμα η απάντησή μου είναι διαφορετική από τη δική σου. Νομίζω ότι κάπου πάει ή θα πάει εκτός από τον εαυτό μας( το έχω ξαναγράψει ότι δεν διαβάζω για να περνάει η ώρα μου) Είναι αρκετοί αυτοί που παρακινούνται να διαβάσουν, που συζητούν , που επηρεάζονται. Άρα κάπου , κάτι διαχέεται και μοιράζεται. Όσο μπορώ αυτό θα συνεχίσω να κάνω, να μοιράζομαι με άλλους την αγάπη μου και το πάθος μου για την ανάγνωση και τα βιβλία.

Να' σαι καλά
Καλό απόγευμα