Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

O κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο

Άντρας
Από τότες είδα πολλά καινούργια τοπία` πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία` πλατάνια και έλατα` λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους - σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ. Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα` τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ' ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ' ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της " Αναγέννησης" μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δεύτερη παρουσία...

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη...

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτια, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λογότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει` α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα` να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα` ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω ή τι πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα' ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ' έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.
Ποιος θα μάς βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι , που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπακτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σε όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν' ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ' ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιλιθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πως είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου...
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνονται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούργιος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.



Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, 1977, 11η έκδοση

7 σχόλια :

Rosa Mund είπε...

Εξαίσιο απόσπασμα. Μου θύμισες γιατί αγαπάω το Σεφέρη. Κάποτε στην εφηβεία ήταν ο αγαπημένος μου ποιητής. Ειδικά για τους ένθετους έξι στίχους.
Μετά - εννοείται- προστέθηκαν κι άλλοι. Πολλοί. (Και στίχοι και ποιητές.)

sofia είπε...

Θα συμφωνήσω μαζί σου καλή μου Rosa Mund.Δεν ήταν όμως ο μοναδικός αγαπημένος της εφηβείας μου. Προηγήθηκε ένας Ρίτσος με τα Επικαιρικά του. Σκέφτομαι μερικές φορές ότι στη δική μας εφηβεία χώρεσαν ποιητές που η εφηβεία των νέων σήμερα τις περισσότερες φορές αγνοεί. Αυτό από μόνο του μου δημιουργεί πολλές σκέψεις και προβληματισμούς για την σχέση των νέων με την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα. Νομίζω ότι το σχολείο και ο τρόπος που προσεγγίζει τη λογοτεχνία έχει τεράστια ευθύνη.

Ευχαριστώ για το σχόλιο
Να' σαι καλά.

Rosa Mund είπε...

Δεν ξέρω τι ακριβώς φταίει. Ίσως το σχολείο ασκεί μεγάλη πίεση στα παιδιά και η μανία να περάσουν όλοι, στραβοί-κουτσοί στο πανεπιστήμιο, δεν τα αφήνει να χαλαρώσουν και να ψαχτούν λιγάκι, όπως κάναμε εμείς. Ίσως αλλάξανε οι καιροί. Πάντως, είναι παρηγορητικό που κάποιοι νέοι διαβάζουν λογοτεχνία.
Με εκνευρίζουν αφάνταστα όσοι γράφουν χωρίς να διαβάζουν και έχουν την απαίτηση να εκδοθούν.

Ανώνυμος είπε...

Σοφία καλό ξημέρωμα.Αργησα να μπώ στη σελίδα, θέλω να σου πώ ότι όταν είμασταν λύκειο, δεν θυμάμαι σε ποιά τάξη, έφερε μία συμμαθήτριά μας μία ποιητική ανθολογία και αντιγράφαμε τα ποιήματα, ελλείψει φωτοτυπικού, γιατί δεν μπορούσαμε να βρούμε αντίτυπα αυτού του βιβλίου.Νοιώθω υπερηφάνεια όταν θυμάμαι ότι αντέγραφα ποιήματα του Βάρναλη.Να είσαι καλά!Αθηνά.

sofia είπε...

Τώρα που το σκέφτομαι βοήθησε πολύ στη γνωριμία με τους ποιητές και η μελοποιημένη ποίηση.
Θυμάσαι Αθηνά τη σπουδαία εκδήλωση για το Άξιον Εστί από εμάς τους μαθητές !

Καλημέρα Rosa Mund και Αθηνούλα.

Ανώνυμος είπε...

Nαί Σοφία, έχεις μήπως τα κείμενα; Αξέχαστη αυτή η συλλογική προσπάθεια.Πάντα τη θυμάμαι, έγινε κομμάτι της ψυχής μας, της μνήμης μας σε ό,τι αφορά το σχολείο.Αθηνά

sofia είπε...

Καλησπέρα Αθηνά,

Τα έχω, αλλά δεν θυμάμαι πού τα έχω. Κάποια στιγμή θα τα ξεθάψω.