Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες

 Ο Ισμαήλ Κανταρέ στο μυθιστόρημα του " Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες" προσπαθεί να απομυθοποιήσει το θρύλο του στοιχειώματος  του γεφυριού, όπως τον παρέδωσε η λαϊκή προφορική παράδοση με την παραλογή του Γεφυριού της Άρτας,  και να τον εξηγήσει με οικονομικές και ιστορικές αναφορές. Υποστηρίζει ότι για την εξυπηρέτηση οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων μπορεί ο θρύλος να χρησιμοποιηθεί και να καλύψει ένα έγκλημα. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Αλβανία του 14ου αι., παραμονές της οθωμανικής κατάκτησης.
Γράφει: "...Τις ζημιές στο γεφύρι μας δεν τις προξένησαν τα πνεύματα των νερών, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά άνθρωποι....Είναι η εταιρεία ' Πορθμεία και Σχεδίες' που προσπαθεί να ρίξει το γεφύρι μας....Είναι ολοφάνερο πως επειδή ενδιαφέρονται να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους δεν μπορούν ποτέ και ούτε θα μπορέσουν να παραδεχτούν ότι χτίζονται γεφύρια. Έριξαν λοιπόν την ιδέα να καταστρέψουν το έργο, πριν ακόμα προχωρήσουν στην εγκληματική πράξη τους. Με τους καλοπληρωμένους ποιητάρηδες διέδωσαν το μύθο ότι τα πνεύματα των νερών δεν ανέχονται το γεφύρι και ότι έπρεπε να γκρεμιστεί... Πρέπει να ξέρετε ...πως δεν είναι τα πνεύματα των νερών που δεν ανέχονται το γεφύρι , αλλά τα άπληστα πνεύματα των διευθυντών της ληστρικής αυτής εταιρείας που λέγεται ' Πορθμεία και Σχεδίες'..."

Και η σκηνή του χτισίματος:

"...Ήταν εκεί, άσπρος σαν μάσκα, μπογιατισμένος με ασβέστη και δε διέκρινες παρά το πρόσωπο, το λαιμό κι ένα μέρος από το στήθος του. Το υπόλοιπο σώμα, τα χέρια, τα πόδια του, χάνονταν μέσα στον τοίχο.

    Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον χτισμένο. Παντού φαίνονταν ίχνη από νωπό ασβεστοκονίαμα. Είχαν προσθέσει ένα κομμάτι τοίχου, για να κλείσουν μέσα το θύμα( ένα σώμα χτισμένο μέσα στις ίδιες τις κολόνες του γεφυριού αδυνατίζει την αντοχή του, είχε πει ο συλλέκτης θρύλων). Δυο μαδέρια τοποθετημένα κάτω από το νεκρό χρησίμευαν για θεμέλια στο κομμάτι του τοίχου που είχαν προσθέσει.

    Ο στοιχειωμένος έμοιαζε να'χει φυτρώσει μέσα στην πέτρα. Οι ρίζες του, η κοιλιά, τα πόδια, ο κορμός βρίσκονταν μέσα της. Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του σώματός του ξεπρόβαλε....

....τον είχαν σκοτώσει εν ψυχρώ οι ιδιοκτήτες του γεφυριού και στη συνέχεια τον είχαν χτίσει. Το έγκλημα είχε ένα μονάχα κίνητρο: να σπείρει τον τρόμο....

.....Στην άγρια μονομαχία τους οι δύο αντίπαλοι, η εταιρία " Πορθμεία και Σχεδίες" και η εταιρία " Γεφύρια και Δρόμοι" χρησιμοποίησαν το θρύλο μας. Οι πρώτοι είχαν προετοιμάσει μεσ' απ' αυτόν την καταστροφή του γεφυριού. Οι δεύτεροι με το ίδιο μέσον είχαν προετοιμάσει το φόνο....

Δουλεύοντας το θρύλο με τα χέρια τους, χέρια λογιστών, τον άλλαξαν κατά πως ήθελαν αυτοί. Τον απογύμνωσαν από την υπέρτατη αλήθεια του, για να τον βάλουν στην υπηρεσία μιας χονδροειδούς απάτης.

  Κανένας δεν το φαντάστηκε στην αρχή τι μας έφερναν αυτοί οι νεοφερμένοι, άλλοι από τη Δύση κι άλλοι από την Ανατολή"

Και ο επίλογος πάλι από τον Ισμαήλ Κανταρέ, φόρος τιμής σε εκείνους που έκτισαν τον κόσμο με τον ιδρώτα τους και πολλές φορές με το αίμα τους.

 Γράφει κάπου στη μέση του έργου:

Ήθελα  ακόμη να του πω ότι οι σταγόνες αίμα του θρύλου στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ποταμοί ιδρώτα, ότι όμως ο ανθρώπινος ιδρώτας, όπως ξέρουμε, εκφράζει, σε σύγκριση με το αίμα, δουλική κατάσταση, ότι είναι ανώνυμος και ότι συνεπώς κανένας ποτέ δεν έγραψε τραγούδι ή μπαλλάντα προς τιμή του. Ήταν επομένως φυσικό που σ' αυτό το τραγούδι λίγες σταγόνες αίμα αντιπροσωπεύουν ποταμούς ιδρώτα. Είναι αυτονόητο πως κάθε άνθρωπος χύνοντας τον ιδρώτα του θυσιάζει κάτι από τον ίδιο τον εαυτό του..." 
                                                                                                                                                                             
Ισμαήλ Κανταρέ, Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1989 

 O Ισμαήλ Κανταρέ, ο επιφανέστερος σύγχρονος Αλβανός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο το 1936(σημ.ιστολ. 28 Ιανουαρίου). Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Τιράνων και στο Ινστιτούτο Λογοτεχνίας "Γκόρκι" στη Μόσχα. Έχει γράψει ποιήματα, δοκίμια, αλλά κυρίως μυθιστορήματα. Υπήρξε ο πρώτος Αλβανός συγγραφέας που έγινε πλατιά γνωστός διεθνώς (μεταφράστηκε σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες) ως πεζογράφος άξιος των μεγαλύτερων λογοτεχνικών βραβείων. Τα τελευταία χρόνια είναι υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ. Η ανάγνωση των έργων του Κανταρέ αφήνει αίσθηση ανάλογη με την ανάγνωση ενός μεγάλου κατακυρωμένου "κλασικού". Τα κυριότερα μυθιστορήματά του είναι: "Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες", "Το λυκόφως των θεών της στέπας", "Το χρονικό της πέτρινης πόλης", "Τα ταμπούρλα της βροχής", "Το κονσέρτο", "Το τέρας", "Η πυραμίδα", "Ο στρατηγός της στρατιάς των νεκρών", "Ποιος έφερε την Ντορουντίν", "Spiritus", "Φεγγαρόφωτο", "Ο αετός", "Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες", "Φάκελλος Ο", "Τρία τραγούδια πένθιμα για το Κοσυφοπέδιο". Επίσης τα δοκίμια: "Αισχύλος ο μεγάλος αδικημένος", "Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα". Το 2005 τιμήθηκε με το βραβείο Man Booker International για το σύνολο του έργου του, και το 2009 με το ισπανόφωνο Νόμπελ, Premio Principe de Asturias de las Letras, ενώ την ίδια χρονιά έλαβε και το βραβείο Balkanika για το μυθιστόρημά του που μεταφράστηκε στα γαλλικά με τίτλο "L’ Entravee: requiem pour Linda B." ("Η αποκλεισμένη: ρέκβιεμ για τη Λίντα Μπ.").( BiblioNet)



Δεν υπάρχουν σχόλια :