Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Στον Μάικλ και στον Ρόμπυ Ρόζεμπεργκ

Στις 5 Απριλίου 1951 οι Αμερικανοί πολίτες Τζούλιους και Έθελ Ρόζενμπεργκ καταδικάστηκαν  σε θάνατο με την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης και της διαβίβασης  μυστικών σχετικών με την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Στην πραγματικότητα όμως δικάστηκαν και καταδικάστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές. Με αυτή την καταδίκη ουσιαστικά εγκαινιάστηκε η περίοδος του Μακαρθισμού . Αν και έγιναν πολλές κινητοποιήσεις και εκφράστηκαν διαμαρτυρίες από σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους και επιστήμονες στην Αμερική και στην Ευρώπη τελικά οι Ρόζενμπεργκ εκτελέστηκαν στις 19 Ιουνίου του 1953. Η κατηγορία δεν αποδείχθηκε ποτέ.
Ο Τζούλιους και η Έθελ Ρόζενμπεργκ είχαν δύο παιδιά, τον Ρόμπυ και τον Μάικλ. Σε αυτά απευθύνεται ο  Γιάννης Ρίτσος με  ποίημά του, που γράφτηκε στις 20 Ιουνίου 1953 και δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 23 Ιουνίου.

ΣΤΟΝ ΜΑΪΚΛ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΡΟΜΠΥ ΡΟΖΕΜΠΕΡΓΚ
" Αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε, κάντε να γυρίσουν σπίτι η μαμά κι ο μπαμπάς, γιατί ο αδελφός μου ο Ρόμπυ, που' ναι έξη χρονώ, πολύ τους αποζητάει - δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη μαμά και το μπαμπά, κι εγώ πολύ τους αποζητάω, αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε"
       ( Από γράμμα του Μάικλ Ρόζεμπεργκ στον Πρόεδρο των ΗΠΑ)

Καλέ  μου Μάικλ, καλέ μου Ρόμπυ,
άδικα τυλίξατε την καρδιά σας σ' ένα κομματάκι χαρτί
και τη στείλατε στον κ. Πρόεδρο - άδικα, Μάικλ, το γράμμα σας,
μόνο που μάζεψε ένα σακουλάκι δάκρυα απ' τις μανάδες
κι ένα κόμπο στο λαιμό της άνοιξης
μόνο που βούρκωσαν της κερασιάς τα κόκκινα άστρα.

Κάτω απ' τους ουρανοξύστες 
οι οδοκαθαριστές αφήσαν μια στιγμή τη σκούπα τους
και σκούπισαν τα μάτια τους
και σ' όλα τα γήπεδα τα παιδιά στάθηκαν
πατώντας το δεξί τους πόδι πάνω στην μπάλα
σα ν' ανεβαίναν το πρώτο σκαλοπάτι της ζωής
κι είπαν: " Ο Μάικλ κι ο Ρόμπυ 
δε θα' ρθουνε να παίξουνε τ' απόγευμα",
και πίσω απ' το δίχτυ του γκολ - ποστ
είδαν κομματιασμένο το πρόσωπο της μέρας
όπως είναι ένα πρόσωπο πίσω απ' τα κάγκελα.

Ω Μάικλ, ω Ρόμπυ, 
ήταν πολύ νωρίς να δείτε τις κλεισμένες καρδιές
ήταν νωρίς να δείτε τις κλεισμένες πόρτες
όταν με τα μικρά σας χέρια χτυπούσατε να σας ανοίξουν
- κάνει κρύο, Μάικλ, έξω στη νύχτα
κάνει κρύο , Ρόμπυ, στον κόσμο
κάνει πολύ κρύο στις φυλακές Σίγκ - Σίγκ,
και πάνου στη συνοικία του Χάρλεμ
τα σαξόφωνα κάθονται στα γόνατα των νέγρων
σα γυμνά παιδιά που κρυώνουν απ' την αδικία.

Κι είσαστε μαθημένοι, Μάικλ
να χτυπάει ο ήλιος κατάφατσα την ψυχή της Έθελ και του Γιούλιους
την ψυχή τους με τις τρεις χιλιάδες τόσα παράθυρα διάπλατα στον ορίζοντα
κι είσαστε μαθημένοι στα τραγούδια του Ρόμπσον
που λένε πως ο κόσμος δεν είναι ένα ξύλινο αλογάκι
που ο καθένας μπορεί να σας το σπάσει
μα ένα μεγάλο άλογο από φως 
που μπορούμε ν' ανεβούμε στη ράχη του
και να μας πάει όπου θέμε.

Σώπα τώρα, Μάικλ, σώπα, Ρόμπυ -
η μαμά κι μπαμπάς κάθησαν στην ηλεκτρική καρέκλα
ήσυχοι
με το μακρινό τους χαμόγελο κοντά στους ανθρώπους
ήσυχοι
όπως κάθεται ένα καλό αντρόγυνο στις καρέκλες του 
μπροστά στο τραπέζι του δείπνου
κόβοντας και μοιράζοντας το γλυκό σταρένιο ψωμί
σε σένα Ρόμπυ
σε σένα Μάικλ
σε μένα 
σε όλους μας.

Η μαμά κι ο μπαμπάς, Ρόμπυ,
κάθησαν ήσυχοι στην καρέκλα τους - σώπα, Ρόμπυ -
χαμογελώντας όπως χαμογελάει αυτός που' χει κάνει το χρέος του,
- κοίτα τι ήσυχοι που κάθονται στις καρέκλες τους 
μπροστά στο τραπέζι του κόσμου
μοιράζοντας το ζεστό ψωμί τους
σ' όλους τους πεινασμένους, Μάικλ,
σ' όλους τους πικραμένους του κόσμου, Ρόμπυ.

Και τώρα όλος ο κόσμος, Ρόμπυ,
όταν λέει μητέρα , όταν λέει πατέρα
εννοεί την Έθελ και το Γιούλιους. Κι εσύ Ρόμπυ κι εσύ Μάικλ
είσαστε τ' αδέλφια όλου του κόσμου. Ελάτε, φορέστε τα καλά σας,
ελάτε να περπατήσουμε σε τούτον τον απέραντο κατάφωτο κήπο
που μας άνοιξε η μαμά κι ο μπαμπάς με το κλειδί του σπιτιού σας
μ' αυτό το κλειδί που' ναι ζεστό απ' τη φούχτα τους
μ' αυτό το κλειδί που ξεκλειδώνει και τους τάφους
κι έρχονται οι αγαπημένοι μας νεκροί με τον ήλιο στο πρόσωπο
κουβαλώντας στη ζωή μεγάλες αγκαλιές κόκκινα τριαντάφυλλα.

Σ' αυτόν τον κήπο κάθεται ο Γιούλιος 
σκουπίζοντας μ' ένα μαντήλι φως τα γυαλιά του
σα να σκουπίζει τα θολά τζάμια της Αμερικής
και κοιτάζονταςτην Έθελ σκυμμένη στο χώμα
να ταΐζει μες στα χέρια της τα περιστέρια.

Ελάτε να σεργιανίσουμε το μέλλον, ανάμεσα
σ' αυτά τα περιστέρια που διασταυρώνονται πάνω απ' τα κεφάλια μας
που χαμηλώνουν λίγο σκουπίζοντας με την άκρη της φτερούγας τους
τα μάτια του Μάικλ και του Ρόμπυ. Ελάτε.

Μόνοι  νεκροί  είναι εκείνοι που σκοτώνουν τους Ανθρώπους.
                                                                ΑΘΗΝΑ 20.VI.53

 Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά Τραγούδια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, 4η έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια :