Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις…»

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Τάσσος Ο Βαρύς Πόνος
Άνοιξη, Πάσχα και Απρίλης. Εποχή με συμβολικές διαστάσεις, πηγή έμπνευσης για τους ποιητές. Η φύση στην καλύτερη της ώρα.

«Έστησ”  ο  Έρωτας  χορό  με  τον  ξανθόν  Απρίλη,
Κι  η  φύσις  ηύρε  την  καλή  και  τη  γλυκιά  της  ώρα…»
[1]


«Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,
Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι·
Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κραίνει·
Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.»
[2]


Η Φύση – Πειρασμός υμνεί την ομορφιά και τη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο καθώς  αναγεννιέται και βλασταίνει μέσα από τη νεκρή γη. Τη Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση. Αυτό είναι το ελπιδοφόρο μήνυμα του κύκλου της Φύσης και όσο πιο όμορφη η φύση τόσο πιο σκληρή η απώλεια της ζωής.

 

«»Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι».
[3]


Ο θάνατος είναι ακόμα πιο τραγικός όταν δεν είναι φυσικός αλλά αποτέλεσμα ποινής που επιβλήθηκε σε ανθρώπους που αγάπησαν πολύ τη ζωή και το μόνο τους παράπτωμα ήταν ότι ήθελαν να αγωνιστούν για να είναι αυτή η ζωή όμορφη όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά και για τους συνανθρώπους τους.

« Δε θέλαμε να πεθάνουμε. Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.
Δεν είτανε εύκολο – μην πεις – δεν είταν εύκολο.»
[4]


« Ερχόταν η Άνοιξη –
καθόταν στο σκουριασμένο ντεπόζιτο της αυλής μας
και κουνούσε τα πόδια της»
[5]


« Κι είταν πολλές οι φυλακές. Κι είταν γεμάτες οι φυλακές» [6]


Απρίλιος 1949. Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ.

«Τη λέγαν Νίκα Μαρτοπούλου. Από τη Σπάρτη. Φοιτήτρια της Ανωτάτης Εμπορικής.  Είχε καταδικαστεί, από το Στρατοδικείο της Αθήνας, σε θάνατο. Όπως γινόταν τότε, την Τρίτη μέρα μετά την απόφαση έπρεπε να εκτελεστεί. Οι δικοί της όμως, για να τη σώσουν, έκαναν αίτηση χάριτος στη Φρειδερίκη και η Νίκα περίμενε τη χάρη ή το θάνατο.

Θυμάμαι, έχουν περάσει από τότε σαρανταπέντε χρόνια, ακόμα τη βλέπω ολοζώντανη να τριγυρίζει ανάμεσα στις γυναίκες σαν κυνηγημένη. Κι όλο αδυνάτιζε και τα μάτια της μεγάλωναν και σκοτείνιαζαν. Δεν μας μιλούσε. Περπατούσε ανάμεσά μας, περήφανη, στητή, με την καπαρντίνα της δεμένη σφικτά στη λεπτή της μέση. Στα μαλλιά της είχε δεμένο ένα κόκκινο κορδελάκι.
Οι μέρες περνούσαν. Τα πρωινά είχε την ελπίδα ότι θ’ άκουγε από τους κράχτες το όνομά της για χάρη και το σούρουπο αγωνιούσε μήπως την πάνε στην απομόνωση και το πρωί στο Γουδί.
Την έβλεπα να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες βιαστική. Κι όταν κουραζόταν γαντζώνοταν σε ένα μεγάλο καγκελόφρακτο παράθυρο και κοιτούσε για πολλή ώρα τη μακρινή για μας πολιτεία ακούγοντας τους ήχους της…
Άλλοτε, ξεχνιόταν με τα ωραία της μάτια στραμμένα στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Πόσος πόνος στα μάτια της…
Άνοιξη, Απρίλης. Να’ σαι εικοσιέξι χρονώ, γερή, όμορφη και να περιμένεις να σε σκοτώσουν μόνο γιατί πίστεψες σε έναν κόσμο καλύτερο...[7]


«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
νάρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,
νάρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,
ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
ν’ ανεβαίνει μια παρέλαση την οδό Σταδίου,
χιλιάδες κόσμος κρατώντας στα χέρια του κόκκινες σημαίες,
κρατώντας επί τέλους τα όνειρά του μέσα στα χέρια του,
να λένε δυνατά τη λέξη σύντροφος, και συ να λείπεις,
ύστερα ένα κλειδί να στρίβει – η κάμαρα νάναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,
σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,
και τα κουμπιά του σακκακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ’ το χώμα
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,
όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θάχει λιώσει
.[8]



… «Να λείπεις-
δεν είναι τίποτα να λείπεις·
αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θάσαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα
που γι’ αυτά έχεις λείψει,
θά’ σαι για πάντα
μέσα σ’ όλο τον κόσμο».
[9]


Παραπομπές:
1,2 : Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
3  : Δημοτικό τραγούδι
4, 5, 6, 8, 9 : Γιάννης Ρίτσος , Οι γειτονιές του κόσμου . Τα Επικαιρικά. Κέδρος 1981 9η έκδοση
7  : Δήμητρα Μάρα – Μιχαλακέα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, Αθήνα 12- 13 Απριλίου 1949. Ελεγεία. Εκδόσεις Άγρα, 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια :