Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Β) – Δεύτερο μέρος: Οι Άλλοι Πόλεμοι

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έξω από τη Μόσχα το 1962
 (πηγή: περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501, Νοέμβριος 2009)
Γράφει η ofisofi // atexnos

Σε αυτό το δεύτερο  βιβλίο του ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος  έχει τον  υπότιτλο οι Άλλοι Πόλεμοι.  Ποιοι είναι αυτοί και πότε αρχίζουν;
Είναι οι πόλεμοι οι εσωτερικοί που αρχίζουν όταν πρέπει τα πράγματα να ονομασθούν και κυρίως όταν η πορεία πάνω στον κύκλο πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την αρχή του άλλου με μόνη έγνοια την απελευθέρωση από τα δεσμά της άγνοιας, το ξεμπέρδεμα.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας. Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56, μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα. Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

Αυτή την εποχή, το 1956, που πηγαίνει στη Μόσχα συντελούνται μεγάλες αλλαγές καθώς γινόταν μια στροφή σε πνευματικά  και καλλιτεχνικά επιτεύγματα του παρελθόντος και η παλιά Ρωσία γινόταν το μέρος όπου έστρεφαν όλοι τα βλέμματά τους και τις προσδοκίες τους, θρήσκοι και άθρησκοι, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία.
Για τον Αλεξανδρόπουλο ήταν η εποχή της συνάντησής του με το Μάξιμο το Γραικό. Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Υπήρξε μια αλληλεπίδραση στη σχέση τους που δημιουργήθηκε όταν ο συγγραφέας βρέθηκε μπροστά στον τάφο του Μάξιμου και ειδικά μπροστά σε μια εικόνα του 17ου αιώνα . Ήταν τόσο μεγάλο το ενδιαφέρον να μάθει γι΄αυτόν τον καλόγερο που σταδιακά οδηγήθηκε σε μια εξαντλητική έρευνα, η οποία με τη σειρά της τον προκαλούσε και τον προβλημάτιζε. Τότε του γεννήθηκε η ιδέα να γράψει ένα μυθιστόρημα για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα   και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.
graikos

Με το μυθιστόρημά του Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού ήθελε κυρίως να μιλήσει για τους ανθρώπους εκείνους  που πλήρωσαν με την ελευθερία τους και τη ζωή τους τον ανθρωπισμό τους, τα όνειρά τους και την τόλμη τους αλλά να το συνδέσει και με τα παθήματα και μαθήματα των αγώνων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
Και ως συνέχεια όλων αυτών έρχεται η περιπέτεια των ιδεών. Όσοι βρίσκονται απέξω δεν μπορούν να έχουν έγκυρη γνώση για το τι γίνεται μέσα. Απλά φαντάζονται. Κάπως έτσι σχολιάζουν και τη δική τους περιπέτεια, τα μπερδέματα και τα σκλαβώματα χωρίς να γνωρίζουν.

Όμως «τα δικά μας σκλαβώματα δεν ήταν ότι κάποιος μάς σκλάβωσε. Όπου υπήρξε κι αυτό (προσωπολατρεία), υπήρξε όπως τα μικρά νοούνται μες στα μεγάλα. Επίσης δεν σκλαβωθήκαμε στις ιδέες, όπως λένε συνήθως. Το αντίθετο συνέβη: εμείς σκλαβώσαμε τις ιδέες και τις κάναμε αγνώριστες. Ο άνθρωπος σκλαβώνει τις ιδέες του από τη στιγμή που τις γνωρίζει. Το πολύ να πει κανείς ότι ξεκινά με μια ώθηση και εξάρτηση, αλλά γρήγορα η σχέση ανατρέπεται κι ο άνθρωπος παίρνει τη σωστή του θέση, βάζει τις ιδέες του από κάτω, τις καβαλά κι αρχίζει να τις πιλατεύει. Το πού σκλαβωθήκαμε εμείς με μια λέξη δε λέγεται, χρειάζονται τουλάχιστο δύο, Σκλαβιά κι Ελευθερία, στην ένωση και την αλληλεγγύη τους. Και στο τρομερό τους μπλέξιμο.»

Υπάρχουν όμως και κάποια γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τα παιδιά όπως η τόλμη, η άγνοια, η κουτουράδα, η ανευθυνότητα , η αθωότητα και η βαρβαρότητα, που οδηγούν τους ανθρώπους σε πράξεις χωρίς όρια με τραγικά αποτελέσματα. Όσο κυριαρχεί η παιδικότητα στις πράξεις των ανθρώπων και αργεί η ενηλικίωση τόσο πιο νοσηρή και τελματώδης γίνεται η κατάσταση. Κάπου πρέπει να υπάρχει ένα όριο διότι η παιδικότητα αυτή εξανδραποδίζει τα πάντα.

Ανάμεσα σε αυτές τις διαπιστώσεις έρχονται και οι σκέψεις για ανθρώπους απλούς  και ανεπιτήδευτους με ψυχή και εσωτερικό κόσμο . Και για κάποιους άλλους που αν και αποδείχτηκαν συνεπείς κομμουνιστές και θυσιάστηκαν, δεν απαλλάχτηκαν από την αρνητική συμπεριφορά τους και τον κακό τους χαρακτήρα.

Μέσω αυτών λειτουργεί η μνήμη και οι αναμνήσεις του και με μια όμορφη αναλογία παρουσιάζει τα παλιά γεγονότα σαν ένα δένδρο στα κλαδιά του οποίου σκαρφάλωσαν μεταγενέστερα γεγονότα και εμπειρίες. Προσπαθεί να ξανακατεβάσει λοιπόν από το δένδρο όσα έχουν χαραχτεί μέσα του και μπορεί πιο εύκολα να τα διακρίνει από δεκάδες άλλα.

Σαν δέντρα με ζωντανή φυλλωσιά ξεχωρίζουν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που τον συντρόφευσαν και τους συντρόφευσε: ο Αντωνάκης ο Βογιάζος «αγνή, άδολη ψυχή, ταλέντο τρυφερό και οξύ», η Έλλη Αλεξίου «βασιλική δρυς», η Φούλα Χατζιδάκη «μ’ όλους τους κλώνους ν’ ανεμίζουν από ανέμους που φυσούσαν έξω, φυσούσαν και μέσα», ο Απόστολος Σπήλιος «πανύψηλος, με τα κλωνάρια του να περπατούν περίεργα στους τοίχους», ο Γιώργος Σεβαστίκογλου «πελώρια, βροντηχτή, ασημένια ελιά, σειστός και λυγιστός μ’ όλα του τα φύλλα φορτωμένα σκέψεις για δημιουργία και, μαζί, τις πλέον καθημερινές φροντίδες του ανελέητου βιοπορισμού που διόλου δεν τον λύγιζαν.»

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με τη Σόνια Ιλίνσκαγια και Έλλη Αλεξίου στη Νέα Μάκρη το 1981(πηγή: περιοδικό Διαβάζω τεύχος 501, Νοέμβριος 2009
Οι άνθρωποι αυτοί και αρκετοί άλλοι  τον βοήθησαν με τον τρόπο τους, την προσωπικότητά τους, τη στάση τους , τον αγώνα τους «αρκετά σκληρό κάποτε, ποικιλότροπα σκληρό» να κρατήσει μερικά πράγματα που ήταν τα πάντα και πολύ εύκολα μπορούσαν να χαθούν. Μέσα τους κρατούσαν μια φλόγα , ένα κερί. Αυτό προσπάθησε να κρατήσει αναμμένο διότι χωρίς αυτή τη φλόγα «χωρίς το κερί η πιο λαμπρή ιδέα, η πιο μεγάλη Αντίσταση γίνεται κι αυτή  Στάση, που μπορεί και να σκλαβώνει με τρόπο ανεπανόρθωτο.» Το κερί φωτίζει το δρόμο και τη σκέψη του.
Ο Αλεξανδρόπουλος  μάλλον έβλεπε ότι προκαλούσε αντιδικίες σχετικά με το θέμα της Σοβιετικής Ένωσης. Δηλώνει λοιπόν ότι πρόθεσή του υπήρξε όχι η αντιδικία αλλά η καταγραφή περιστατικών που πέρασαν από δίπλα του και η επιθυμία του να τα συνοδεύσει με λίγες σκέψεις.
Οι σκέψεις του  και οι εκτιμήσεις του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι βάζει το δάκτυλο πάνω στην πληγή και όσο κι αν πονάει την ψηλαφεί με νηφαλιότητα και ψυχραιμία διατηρώντας συγχρόνως χαμηλούς τόνους, όπως όταν μιλάει κάποιος για αγαπημένο του πρόσωπο που πέθανε από τα λάθη του αλλά αυτός εξακολουθεί να το νιώθει αγαπημένο και να σπαράζει για το χαμό του.
Η ομολογία του συγγραφέα που υπήρξε φίλος και φιλοξενούμενος της Σοβιετικής Ένωσης μαζί με πολλούς άλλους για χρόνια ολόκληρα είναι ότι και αυτοί οι ίδιοι έλεγαν ψέματα για το καθεστώς καθώς «Όλοι υπέπεσαν στα συντροφικά παροράματα και πλημμέλειες.»

Η Σοβιετική Ένωση είχε μεταβληθεί σε αυτοκρατορία και μέσα της δημιούργησε πολλές ανομοιογένειες  που την οδήγησαν στην καταστροφή.
Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας υπήρξε ο συνδυασμός σοσιαλισμού και εξουσίας. Δυο έννοιες που δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο σοσιαλισμός στοχεύει στον περιορισμό της εξουσίας, στην αποκέντρωση και στην αυτοδιοίκηση. Αυτό ήταν το επιθυμητό από την εποχή της επανάστασης, αλλά δεν έγινε κατορθωτό. Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο και ισχυρό κράτος που για να μπορέσει να εδραιωθεί χρησιμοποίησε τη Βία και το Ψέμα. Πάνω σε αυτή την πλευρά του συστήματος χτύπησαν οι αντίπαλοί του για να το ρίξουν και οι υπερασπιστές του για να το στηρίξουν.
Σε αυτήν την κατάσταση δεν  υπήρξε αντίδοτο.

«Αλλά οι άνθρωποι που διοίκησαν τη χώρα, δε σκέφτηκαν να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς αυτοεκτόνωσης στην κοινωνία τους, ώστε τα φαρμάκια της να διοχετεύονται και να φεύγουν. Αποτελεσματικό σύστημα απορροής δεν κατάφεραν να φτιάξουν. Να μην βράζουν τα φαρμάκια μες στη ζωή τους και να την πικραίνουν όλη ως κάτω – οι άλλοι, οι πανούργοι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους, τι κάνουν, πώς τα καταφέρνουν να ζουν, να διαιωνίζονται; Η δύναμη ζωής του καπιταλισμού είναι καμία άλλη, είναι οι ωραίοι του σκοποί κι οι φιλικές διαθέσεις, η εντιμότητα του, τ’ αθώα όνειρά του, η ισότητα και η αδελφότητα των ανθρώπων, το μυστικό του είναι τίποτα παραπάνω από τον επιδέξιο αυτόματο εξαερισμό και μια κάλπικη τις περισσότερες φορές, αλλαγή και ανανέωση, που πάντως δε λείπει από τη ζωή της κοινωνίας;»

Η κατάσταση αυτή δεν ήταν πάντα έτσι. Την εποχή του Λένιν οι άνθρωποι δεν έλεγαν ψέματα γιατί πολεμούσαν, ζούσαν άλλες καταστάσεις. Αλλά και ο ίδιος ο Λένιν ήταν μία διαφορετική περίπτωση που δεν μπορεί να κριθεί με τα συνηθισμένα μέτρα.
Οι Σοβιετικοί, υστερότερα,  στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν δεν έδωσαν υγιείς λύσεις ή δεν άφησαν να λειτουργήσουν όσες έδωσαν με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν το σοσιαλισμό καθώς τον στήριζαν στην δύναμη, τον καταναγκασμό και το ψέμα. Το πιο μεγάλο ψέμα όμως υπήρξε η επιβολή της ιδεολογίας ως θρησκείας, δημιουργώντας έτσι μια πλαστή συνείδηση.
Μέσα από αυτό το πρίσμα η μαρξιστική ιδεολογία, η ταυτισμένη με τη δημιουργική σκέψη, αγκυλώθηκε και συνδέθηκε με ανθρώπινους και επικίνδυνους εξτρεμισμούς.

  «Από το μαρξισμό κατάλαβαν τον εξτρεμισμό του μόνο, παίρνοντας ο καθένας ό,τι αναλογούσε στη φύση της δικής του ακρότητας… Ο μαρξισμός λειτούργησε περισσότερο σαν καψούλι σε εύφλεκτα  πρεσαρισμένα υλικά – ή δεν επήρε  διόλου φωτιά, δεν τον πήραν είδηση.»

Ο σοσιαλισμός βούλιαξε μέσα στη ζωή, μέσα στα όριά της «Μέσα σ’ αυτά – πάνω τους – τσακίστηκαν τα καράβια.»

Προκειμένου όμως ο αναγνώστης να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη σε αυτή τη χώρα θα πρέπει να επιμείνει σε δύο λέξεις και να τις προσέξει ιδιαίτερα. Είναι οι λέξεις στασιμότητα και κραδασμοί γιατί «Είναι ο σκεπασμένος λάκος, μέσα στον οποίον έπεφταν – και πέφτουν – συνήθως οι ξένοι στις σκέψεις για τη Ρωσία. Ο κάθε ξένος, κατά κανόνα, απομονώνει ένα ζήτημα, ένα όνομα και μιλάει γι’ αυτό χωρίς καθόλου να υποψιάζεται ότι πατά σε κλαριά κι από κάτω είν’ ο λάκος.»

Ο συγγραφέας θέλει να επισημάνει την άγνοια για τη ρωσική πραγματικότητα από πολλούς οι οποίοι κατασκευάζουν δική τους πραγματικότητα στηριζόμενοι σε μύθους. Επίσης διαπιστώνει με πόση ευκολία οι σύγχρονοι προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς και αφοριστικές σκέψεις για τη Σοβιετική Ένωση και κυρίως μετά τη διάλυσή της.

Με αφορμή λοιπόν τη δήλωση ενός δημοσιογράφου ότι μετά από εβδομήντα χρόνια Σοβιετικής Ένωσης δεν έμεινε τίποτε αλλά όλα διαλύθηκαν σαν καπνός ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει:

«Εμένα, από τα εβδομήντα χρόνια της σοβιετικής ιστορίας μου αναλογούν τα τριάντα τουλάχιστο – για να μην πω όλα τα τελευταία σαράντα σοβιετικά χρόνια. Είναι καταδικά μου. Όλα με την κάθε μέρα τους πέρασαν από μέσα μου όπως από το φίλτρο το νερό. Τις ψηλάφησα μία προς μία. Τις ξέρω σαν δικές μου μέρες. Και καμιά δεν χαρίζω του δημοσιογράφου. Τις κρατώ όλες. Όλες είναι δικές μου και μένουν μαζί μου. Είναι πραγματικές, τις σκέφτομαι , τις αναπολώ – τις τιμώ. Τις θυμάμαι και τις ξαναζώ, με διάφορες αφορμές. Και χωρίς αφορμές. Τις έχει μέσα η ψυχή μου. Πολλά  είναι κι αυτά που νοσταλγώ, οι άνθρωποι πριν απ’ όλα. Και κείνα που πήγαν να φτιάξουν και τα πλήρωσαν τόσο ακριβά και στο τέλος δεν έγιναν. Και βέβαια πιο πολύ απ’ όλα αναπολώ, νοσταλγώ, αυτό που εκεί είχα και τώρα εδώ δεν το έχω: τη νιότη μου. Όλα εκείνα που δέθηκαν μαζί της κι είναι αξεχώριστα από μένα.
Σκέφτομαι τους ανθρώπους, τα σημερινά τους βάσανα. Σκέφτομαι πως αν ήμουν κι εγώ εκεί τώρα, δεν θα είχα διόλου τον χρόνο να τα συλλογίζομαι όλα τούτα, γιατί κι ο ίδιος θα τα ζούσα, τα ίδια ακριβώς μ’ εκείνους. Δεν θα είχα διόλου την ευκολία να κρίνω και να συγκρίνω, μ’ ένα ζεμπίλι στο χέρι θα στεκόμουν στις ουρές, θα έτρεχα στα ιατρεία, στα φαρμακεία, που δεν έχουν φάρμακα, ούτε ασπιρίνες ούτε ιώδιο ούτε τίποτα. Όλοι αυτοί, που τους φωτογραφίζουν οι δημοσιογράφοι στους δρόμους  και μπροστά στ’ άδεια ράφια των μαγαζιών, ξέρω από πού έρχονται, τι σκάλες κατέβηκαν και θ’ανεβούν, πού πάνε, τι νιώθουν στους δρόμους. Με πιάνει αποδώ η ίδια κούραση, η ίδια απελπισία, η ίδια αγανάκτηση.»

Η ελπίδα δεν χάνεται όσο και αν ποδοπατείται και κάποια στιγμή θα έρθει ο σοσιαλισμός «ο άλλος, ο καλός- το θέλουμε, δεν το θέλουμε. Θα έρθει μόνος του όταν κανείς πια δε θα μπορεί, παρά μόνο εκείνος, να μοιράζει σε δισεκατομμύρια στόματα τους πέντε άρτους.»

Όμως όλη αυτή η διάλυση άρχισε να εκδηλώνεται και να γίνεται ολοφάνερη το αργότερο μέσα στη δεκαετία του ΄60, διότι πριν το 1991 είχαν πεθάνει πολλά, ιδέες, προσπάθειες, ελπίδες, αισιοδοξία. Τότε το 1960, εποχή εξαιρετικά κρίσιμη, οι άνθρωποι είχαν πιστέψει σε αλλαγές, αλλά στη συνέχεια όλα αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες  μιας και τότε δόθηκε και χάθηκε η τελευταία μάχη.

Όλα αυτά τα γεγονότα επηρέασαν με τον τρόπο τους και τη συγγραφική δουλειά του Αλεξανδρόπουλου. Προσπάθησε να διαμορφώσει μια αντίληψη, να δει τα πράγματα πέρα από το βίωμα και να χρησιμοποιήσει  διαφορετικές μορφές. Ο ίδιος σημειώνει ότι κατά βάθος συνέχιζε να γράφει το ίδιο βιβλίο με κοινό το θέμα της Αντίστασης που επεκτεινόταν στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά του ανθρώπου που διαπλάθεται και αυτοδημιουργείται όσο αντιστέκεται στο περιβάλλον, διότι το μεγαλύτερο κακό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος δέχεται πιέσεις, εξουθενώνεται αλλά δεν αντιστέκεται.

Η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο βαριά τα τελευταία χρόνια του Χρουσώφ και μετά. Σιγά σιγά όλα γίνονταν κατεστημένο και οι άνθρωποι απογοητεύονταν και απελπίζονταν. Τώρα δεν ήθελαν να αλλάξει η κατάσταση προς το καλύτερο, πάλευαν να ρίξουν το καθεστώς. Πάρα πολλοί δούλεψαν για να γίνει αυτό πραγματικότητα.

Ως προς την κριτική που ασκούσαν διάφοροι απέξω για τη Σοβιετική Ένωση ο Αλεξανδρόπουλος δηλώνει ότι διαφωνούσε και ότι δεν συμφωνούσε ούτε με την εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην καταστροφή της. Η κατάσταση ήταν τραγική και μερικές φορές δινόταν η εντύπωση του αστείου με όσα συνέβαιναν στην ιεραρχία, με τα βραβεία και τα παράσημα και τους λόγους.

«Κι όμως, πρώτο, όταν κάποιος ρωτά, όταν αναρωτιέσαι κι ο ίδιος, γιατί λυπάσαι που όλη αυτή η υπόθεση οδηγήθηκε στη διάλυση, έρχεται εκείνο ακριβώς το ανθρώπινο κλίμα, οι ψυχικές σχέσεις των ανθρώπων, που δεν ήταν όλες για πέταμα, αλλά άξιες μιας καλύτερης τύχης, καλύτερης μεταχείρισης για την ακρίβεια. Καθόλου δεν λυπάμαι την αυτοκρατορία, αλλά μόνο αυτό που μόλις είπα. Δεν με αφήνει η σκέψη ότι εκεί πάνω, σ’ αυτή την χώρα, δε νικήθηκε ο σοσιαλισμός, αλλά ακόμα μια φορά ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να κρατήσει κάποια πολύ σπουδαία πράγματα, που πέρασαν δίπλα του, κάποιες αληθινές ανθρώπινες κατακτήσεις, που βέβαια δεν εχάθηκαν δια μιας το 1990, αλλά σ’ όλο εκείνο το διάστημα των 70 χρόνων κάπου γεννιούνταν, κάπου άνθιζαν, κάπου άρχιζαν να στραπατσάρονται και να μαραίνονται, να οδηγούνται κι αυτές στη διάλυση, στο θάνατο.»

ussrΤο ζήτημα δεν είναι ότι διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση αλλά ότι μαζί της χάθηκαν ηθικές αρχές και αξίες πρωτόγνωρες όπως η συντροφικότητα, η οικογενειακότητα, η σπιτικότητα, που ένωναν τους ανθρώπους  ψυχικά, πρόσφεραν ζεστασιά και εξουδετέρωναν ό,τι τους χώριζε και τους πολεμούσε. Στη Σοβιετική Ένωση όλα όσα θεσμοθετήθηκαν είχαν ένα στόχο, την εξανθρώπιση του ανθρώπου με την απελευθέρωσή του από προλήψεις και δεσμεύσεις. Εκτιμώντας την πορεία του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση πολλοί είναι εκείνοι που σπεύδουν να δηλώσουν ότι επιβεβαιώθηκαν για την αρνητική κριτική τους και χειροκροτούν μανιασμένα την πτώση της. Η Σοβιετική Ένωση όμως και η πρακτική εφαρμογή εκεί του σοσιαλισμού πρόσφεραν στην ανθρωπότητα ανεκτίμητη και τεράστια πολιτική και ανθρώπινη πείρα. Αυτή με τη σειρά της επέδρασε θετικά σε όλο τον κόσμο και έφερε σημαντικές αλλαγές ακόμα και στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Χωρίς την επίδραση του σοσιαλισμού θα ήταν αδύνατες. Αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάει κανείς ακόμα και αν υπήρξε φανατικός πολέμιος  της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού συστήματος. Ίσα ίσα που όσα θετικά και όσα αρνητικά συνέβησαν στα 70 χρόνια της σοβιετικής ιστορίας θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά για το τι πραγματικά είναι σοσιαλισμός και τι δεν είναι.

Και θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς μελετώντας τα αρνητικά της σοβιετικής κοινωνίας διότι η ίδια δεν έμαθε να εκτιμά και να σέβεται ό,τι καλό έφτιαχνε. Και όπως δεν μεταχειριζόταν καλά τα αγαθά της το ίδιο έκανε και με τις ιδέες, τις οποίες σκότωνε.

alexb4Είναι γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, καλοπροαίρετοι, καθαροί και αγνοί, κακοποιήθηκαν και κακομεταχειρίστηκαν.

 «Οι άνθρωποι, που πίστεψαν στον κομμουνισμό και τον αγκάλιασαν με την ψυχή τους, στην πραγματικότητα έφτασαν να γίνουν, όσοι δεν εξοντώθηκαν έτσι ή αλλιώς, το μαλακό υποχωρητικό υλικό, το μοιραίο ανθρώπινο εγκλιτικό, πάνω στο οποίο ανεμπόδιστα, αδιαμαρτύρητα κι ατιμώρητα άσκησαν τη σκληρότητά τους οι άλλοι, οι κακοί και πονηροί. Και πάντα ο σατραπισμός στον κόσμο ρίζωνε και φούντωνε πάνω στην εύπιστη κι εύκολη στην υποταγή ανθρώπινη ψυχή.»

Δυστυχώς αυτά επηρέασαν πολύ τους ανθρώπους , οι οποίοι ένιωθαν αδιάφοροι απέναντι στην ιδέα. Πιο πολύ όμως ευθύνη φέρουν εκείνοι που χρησιμοποίησαν την ιδέα προκειμένου να διαμορφώσουν το νέο άνθρωπο αλλά κατέληξαν να διαμορφώσουν τη μορφή του σοβιετικού ηγέτη, που αφού γνώρισε μέρες δόξας κατέληξε στην τέλεια αποξένωση.
Η ηγεσία υπήρξε επιρρεπής στη φθορά και έκανε ό,τι μπορούσε για να αναποδογυρίσει η κοινωνία καθώς δεν μπόρεσαν να ισορροπήσουν τη σχέση τους με τον σοσιαλισμό.

(συνεχίζεται)

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Β. Οι άλλοι πόλεμοι. Ο αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια, εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

Δεν υπάρχουν σχόλια :