Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Όψεις της Θεσπρωτικής Γης

"...Φεύγω πικραμένη και σ' αφήνω ακυβέρνητη στη θάλασσα σανίδα δεν μπορώ το αίμα μου να δίνω σε μιαν άρρωστη συνέχεια πατρίδα".

Πάγωνε στους δρόμους ο αγέρας
σαν χαρταετός μοιάζει η ψυχή
κι έχεις τα δυο μάτια βουρκωμένα
σαν προάστια μέσα στην βροχή.

Νύχτωσε νωρίς στην οικουμένη
ψάχνω, σε φωνάζω, δεν μ ακούς
βλέπω τα ηφαίστεια στους δρόμους
με φωτιές να καίν' τους ζωντανούς.

Φεύγω πικραμένη και σ' αφήνω
ακυβέρνητη στη θάλασσα σανίδα
δεν μπορώ το αίμα μου να δίνω
σε μιαν άρρωστη συνέχεια πατρίδα.

Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης.
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος.
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου, « ΛΑΪΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ», 1980.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Αλμπέρ Καμύ , Οι Δίκαιοι

Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε το θεατρικό έργο " Οι Δίκαιοι" το 1949. Αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στη Μόσχα το 1906. Ο Καμύ προσπαθεί μέσα από τη δράση των ηρώων να διερευνήσει την ανθρώπινη φύση και τις αντιδράσεις της σε θέματα που έχουν σχέση με το καλό και το κακό, την ελευθερία και τη δουλεία, τη ζωή και το θάνατο, την αγάπη και το μίσος, την επανάσταση, την υπεράσπιση μιας ιδέας, τη θυσία.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Με αφορμή μια εκδρομή

Εκδρομούλα σήμερα με το σχολείο στην Παραμυθιά. Ήλιος με δόντια αλλά ωραία περάσαμε .
Η Παραμυθιά απέχει 30 χιλιόμετρα από την Ηγουμενίτσα και είναι μια κωμόπολη κτισμένη αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Κορύλα. Κεφαλοχώρι κάποτε , με έντονη ζωή  και παραδοσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν και πολλά που να θυμίζουν το παρελθόν της. Τα περισσότερα παλιά σπίτια έχουν αντικατασταθεί από διώροφες ή τριώροφες οικοδομές και η πόλη έχει χάσει κάτι από τη γοητεία και την αίγλη της. Παρ΄όλα αυτά διατηρεί ακόμα το χρώμα και το χαρακτήρα επαρχιακής κωμόπολης της δεκαετίας το ' 70. Έτσι τουλάχιστον την αποτύπωσαν τα δικά μου μάτια.
Παλιές φωτογραφίες που έχουν χρησιμοποιηθεί στην πρόσοψη και στα τραπεζάκια καφενείου




Παλιά σπίτια , ερειπωμένα





Πόρτες








Η αγορά






Η ταινία
 

Δρόμοι





Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

...Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα...

 Στα Γιάννενα στις αρχές του 20ου αι. ζούσαν 4.000 Εβραίοι και λίγο πριν το διωγμό τους περίπου 2.000. Η Ιστορία της εγκατάστασης τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ζούσαν μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων και στους δρόμους γύρω από αυτό. Αρκετά εβραϊκά σπίτια σώζονται σήμερα και έχουν αναδειχτεί μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στο Ολοκαύτωμα. 1.850 άτομα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς . Πϊσω γύρισαν 163 μόνον. Η 27 Ιανουαρίου είναι Ημέρα μνήμης Ελλήνων Εβραίων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος.


"Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του. Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχα στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:
- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.
Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.
Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.....
...Στὸ παζάρι τῆς πόλης θά ῾τανε καμιὰ ἑκατοπενηνταριὰ - διακόσιοι Ἑβραῖοι μὲ μαγαζιὰ - τόσοι ἀπ᾿ τὶς τέσσερις χιλιάδες. Ἄλλοι μὲ μικρὰ μαγαζιὰ καὶ καμπόσοι μὲ βαρβᾶτα ἐμπόρια - ὅσο βαρβᾶτα μπορούσανε νά ῾ναι τὰ ἐμπόρια σὲ μιὰ πόλη ποὺ τὴν ἔτρωγε τὸ σαράκι, εἶδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια ἐμπόρια, εἶδος ἕτοιμο, ἀπ᾿ ἔξω φερμένο, ὄχι στάρια, τροφίματα, ἐγχώρια εἴδη - τέτοια πράματα δὲν εἶχε κανένας τους. Τὰ μαγαζιά τους εἶταν ἀνακατωμένα μὲ τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶχαν παράξενο τίποτα, γένια ἢ στὸ ντύσιμο, ὅπως ἀλλοῦ, καὶ τὴ φωνή τους ἀκόμα πασκίζαν αὐτοὶ καὶ τὴ σουλουπώνανε νὰ μὴ σέρνεται - ξεχωρίζαν ὡστόσο κι αὐτοὶ μὲ τὸ πρῶτο πὼς εἶταν Ἑβραῖοι. Τέλος - εἶτανε καὶ κάτι λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ἕνας - δυὸ γιατροί, φαρμακοποιοί, ἕνας - δυὸ δικηγόροι καὶ κάτι δάσκαλοι τῶν ξένων γλωσσῶν, ὄχι ἄλλες ἐπιστῆμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, νὰ ποῦμε τεχνικοὶ γενικά, ποὺ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη δὲν εἶταν πολλοὶ - δὲν τοὺς σήκωνε ὁ τόπος.
Αὐτοὶ πού ῾χανε τοὺς παρᾶδες ζούσανε βέβαια καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους - σὲ καλύτερα σπίτια, εἶχαν καὶ δοῦλες - Ὁβριὲς - κ᾿ εἴχανε φκιάξει ἔξω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο ἕνα - δυὸ ὁβραίικους δρόμους, πού ῾ταν κι ἀπὸ τοὺς καλύτερους τῆς πόλης. Αὐτοὶ τὸ βράδυ ἀνεβαίνανε καὶ στὰ καφενεῖα στὴν πλατεία τῆς πόλης, εἶχαν νταραβέρια μὲ καλοὺς νοικοκυραίους καὶ καθόντανε μαζί τους καὶ παίζανε τάβλι. Ὅποιος ἔχανε πλήρωνε καὶ γιὰ τοὺς δυό μας.
Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους, εἶταν ὅλοι θρῆσκοι, κανένας δὲν ἔπιανε φωτιὰ τὸ Σάββατο καὶ κανένας δὲν δούλευε τὸ Σάββατο. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, εἶταν ὅλοι τους ταχτικοὶ στὴ ζωή τους, παντρευόνταν ἀπὸ μικροὶ κ᾿ εἶχαν ὅλοι τους ἕνα δεύτερο ροῦχο, καλύτερο, γιὰ νὰ τὸ φορᾶνε τὸ Σάββατο, νὰ πᾶνε τὸ πρωὶ στὴ Συναγωγή τους καὶ νὰ βγοῦνε τ᾿ ἀπόγευμα νὰ κάνουν περίπατο. Οἰκογενειακῶς. Ὅσοι μπορούσανε καθόντανε καὶ στὸ καφενεῖο, πάλι οἰκογενειακῶς. Πίνανε καφὲ ἢ μία γκαζόζα, οἱ γυναῖκες τους τρώγανε μία βανίλια καὶ τὰ παιδιὰ μοιραζόντανε τὸ λουκούμι ποὺ κοβόταν στὰ δυὸ - δὲν ντρεπόνταν ποὺ τοὺς κοιτοῦσαν ἀπ᾿ τὰ γύρω τραπέζια. Τὴν Κυριακὴ τ᾿ ἀπόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οἰκογενειακῶς ἢ πηγαίνανε στὸ καφενεῖο καὶ χασμουριόνταν ὥσπου νὰ περάσει κι αὐτὴ - μιὰ μέρα ἀκόμα χαμένη.
Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη καὶ συμμαζεμένη εἶταν ἡ ζωὴ ὁλονῶν τους.
Κι ὡστόσο μέσα στὴν πόλη λέγανε γι᾿ αὐτοὺς πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. Τοὺς φορτῶναν ἕνα σωρὸ κουσούρια, κακίες κι ἀδυναμίες, ποὺ τάχα ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε - καὶ πρῶτα-πρῶτα γιὰ τοὺς παρᾶδες ποὺ τοὺς μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα καὶ ποὺ τάχα ἐμεῖς τοὺς σκορπούσαμε. Γενικὰ τοὺς παρασταίνανε σὰν ἀνθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια καὶ βρώμικια. Τοὺς λέγανε παλιόβριους καὶ τσιφούτηδες....
..... Ὅσο καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦσαν, εἶχαν ὅλοι τους μέσα στὴν πόλη κάθε λογῆς καλὰ νταραβέρια μαζί τους, καὶ ψωνίζαν ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ δανείζονταν, οἱ πλούσιοι συνεταιριζόνταν στὰ ἐμπόρια κ᾿ οἱ φτωχοὶ τραβοῦσαν τὰ ἴδια μὲ τὴ φτώχεια καὶ μὲ τὰ βάσανα. Καὶ μ᾿ ὅσα κακὰ κι ἂν τοὺς φόρτωναν, κανένας ποτὲ δὲν ἀκούστηκε νὰ πειράξει Ἑβραῖο μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶταν Ὁβριός, ποτὲς μήτε τὴ Μεγάλη τὴν Πέμπτη - ὄχι, δὲν τοὺς πειράζαμε ἐμεῖς.
Δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ μᾶς. Κι ὡστόσο, παραλῆδες ἢ ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ἢ δουλευτᾶδες, ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὰ ὁβραίικα τὰ δικά τους, κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν πήγαινε παραπέρα, δὲν χώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους...
...Τὶς ἄγριες χειμωνιάτικες νύχτες ὁ δυτικὸς ἄνεμος ἐρχόταν ἀπὸ τὴ λίμνη ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν πόλη καὶ ξεσποῦσε στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ βουίζοντας μέσα στὰ σκοτεινὰ χαγιάτια καὶ τὶς σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος ὄνειρα ταραγμένα. Τὶς ἥμερες νύχτες, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκουγόνταν οἱ καλαμιὲς ποὺ τραβούσανε σ᾿ ἀτελείωτο μάκρος τὸ πνιγμένο τους ἀργοσάλεμα, κάτι σὰ θρῆνος γιὰ μία χαμένη ζωή. Κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ, ὁ ὕπνος τοῦ μαχαλᾶ λικνιζότανε μέσα στὴν ἀτέλειωτη συναυλία τῶν βατράχων ποὺ δίπλα στὸ μαχαλᾶ διαλαλοῦσαν ἀπὸ τὴ λίμνη τὸ χορτασμὸ καὶ τοὺς ἔρωτές τους πάνω στὴν πράσινη, βρώμικη λάσπη τῆς ὄχτης. Ἡ ἑβραίικη κοινότητα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη πρέπει νά ῾ταν καμωμένη ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ὁβραίικα εἶτανε μέσα στὸ Κάστρο της. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἡ Συναγωγή της εἶχε ἀρχιραβίνο κι ὄχι ραβίνο...
.... Πολλὰ χρόνια πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι, πάρα πολλά.....Οἱ πλάκες τοῦ Μωυσῆ κρατούσανε πάντα τὴν παλιά τους γραφή. Κ᾿ ἡ ὁβραίικη φτωχολογιὰ τὶς κουβαλοῦσε στὴν πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, ἀπ᾿ αὐτὲς καρτερώντας τὴ σωτηρία.....Ὅπου κάποτε, πᾶνε τώρα τριάντα χρόνια, ἀκούστηκε καὶ στὴν μικρὴ πολιτεία ἡ φωνὴ ἑνὸς καινούργιου προφήτη. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγε αὐτός, κανένας ἄλλος τρόπος γιὰ τοὺς Ὁβραίους νὰ γλυτώσουν, νὰ σταματήσει ἡ χαμένη τυράννια τους κ᾿ ἡ ντροπή τους, παρὰ νὰ τὶς σπάσουνε μιὰ καὶ καλὴ τὶς πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Οἱ φτωχοὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς κ᾿ οἱ ἀρχόντοι μὲ τοὺς ἀρχόντους.....
.... Φανερό, λοιπόν, πῶς αὐτὸς ὁ καινούργιος προφήτης εἶταν ὁ πρῶτος Ὁβραῖος κομουνιστὴς τῆς πόλης αὐτῆς....Εἶταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα κ᾿ ἡ μάνα του τὸν εἶχε ἀναστήσει ξενοδουλεύοντας καὶ τὸν καμάρωνε ὕστερα πὄγινε καθηγητὴς τῶν γαλλικῶν σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», ποὺ τὸ κράταγε στὰ χέρια της ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων. Τὸν καμάρωνε ἀκόμα πού ῾ταν ἔτσι ταπεινὸς καὶ γλυκὸς κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι τὸν κοιτοῦσαν στὰ μάτια καὶ τὴν τιμοῦσε κι αὐτήν, ὅπως τιμοῦν οἱ φτωχοὶ τὶς μανάδες τους......
Ὧρες καὶ παράωρες τριγυρνοῦσε κάθε μέρα στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ. Χωρὶς καθόλου νὰ γνοιάζεται πὼς εἶταν καθηγητὴς σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», καθόταν στὰ πεζοδρόμια καὶ στὰ πεζούλια καὶ μιλοῦσε μὲ τὶς Ὁβριὲς καὶ μὲ τοὺς χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στὰ καπηλειά τους, ἐκεῖ μέσα στὰ ὁβραίικα, κι ἂν δὲν ἔπινε κι αὐτός, ἔτρωγε ὡστόσο μαζί τους, μὲ τὰ δυό του τὰ χέρια τὴν ὁβραίικη λαχαναρμιὰ καὶ τρέχανε τὰ ζουμιὰ στὸ παλτό του. Γέννημα δηλαδὴ καὶ θρέμμα δικό τους, ὁλόφτυστο.
Λίγο-λίγο μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ φόβο οἱ Ὁβραῖοι ἀρχίσανε καὶ μαζευόντανε γύρω του κι ἀκούγανε ξαφνιασμένοι ποὺ τοὺς ἐξήγαγε τὴ Γραφὴ μ᾿ ἕναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ἀνασαίνανε τ᾿ ὄνειρό του....
 ....Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς!...
Αὐτὸς τὸν εἶχε ξεδιαλέξει μέσα στὰ ὁβραίικα, αὐτὸς τὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει ὁβραίικα. Ἀπὸ τότες πού ῾τανε μικρὸς ἀκόμα, τὸν ἔπαιρνε τὰ χειμωνιάτικα βράδια στὸ σπίτι καὶ καθόνταν κατάχαμα καὶ διαβάζαν οἱ δυό τους. Μὲ τὴν καλοκαιριά του παιδὶ περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του κι ἅμα κλείνανε πηγαῖναν μαζὶ στὸν ἐρημικὸ δρόμο πίσω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο, στὴν ἄκρα τῆς λίμνης, καὶ πάλι μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ταλμούτ...
.... Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶταν ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιά, ποιητὴς καὶ ταλμουδιστής. Εἶχε ἀρχίσει τότε καὶ δημοσίευε κάπου-κάπου μικρὲς θαυμαστὲς ἐργασίες γιὰ ζητήματα τῆς Γραφῆς καὶ μοναδικὲς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ κείμενα.Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοῦ παρατήρησε στὴν ἀρχὴ γιὰ μερικὰ σημεῖα στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, λαθεμένα κατὰ τὴ δική του τὴ γνώμη...
.... Σιγὰ-σιγὰ ξεμακραῖναν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, δὲ βλεπόντανε ταχτικά, ὁ Γιοσὲφ δὲν περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του.....
..... Τότες ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶδε πῶς ἔπρεπε πιὰ νὰ δώσει ἕνα τέλος....
..... Μὲ σίγουρο χέρι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ξερίζωσε τ᾿ ἄγριο φύτρο. Δὲν εἶταν καὶ δύσκολο. Ὁ Γιοσὲφ διώχτηκε σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ». Οἱ πόρτες τοῦ κλείστηκαν ὅλες, στὴν ἀρχὴ οἱ ὁβραίικες, ὕστερα κι ὅλες οἱ ἄλλες. Κάτι λίγα μαθήματα ποὺ τ᾿ ἀπόμειναν κοπῆκαν καὶ κεῖνα - τὰ παιδιὰ ἀρρωστήσανε ξαφνικὰ ἢ τὰ οἰκονομικὰ τῶν γονέων ἔτυχε πάνω στὴν ὥρα καὶ στένεψαν, δὲ μπορούσανε πιὰ νὰ πληρώσουν. Ζώστηκε ὁλοῦθες ἀπὸ τὴ φτώχεια, κυνηγήθηκε μὲ κεῖνον τὸν τρόπο ποὺ ξέρουν στὴν ἐπαρχία νὰ κυνηγοῦνε - διώχτηκε. Καὶ λίγο πιὸ ὕστερα πέθανε, πολὺ νέος ἀκόμα, κάπου μακριὰ ἐκεῖ στὴ Μακεδονία. Ἡ μικρὴ Ἱερουσαλὴμ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸν ἀπέκτεινε τὸν προφήτη της....
..... Ἕνα μικρὸ ράγισμα φανερώθηκε σὲ λίγο. Ἡ πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ σαλεύεται καὶ στὴν κοινότητα τῶν Ὁβραίων, ὅπως εἶτανε πιὰ σαλεμένη γιὰ πάντα καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἄρχισαν δηλαδὴ μερικοὶ ἀπὸ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ καὶ πηγαῖναν ἐργάτες, δουλεύαν μαζί με Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεῖ πὼς δουλεύανε καὶ τὸ Σάββατο. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοί, ἔφταναν ὡστόσο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ πρῶτο ράγισμα. Οἱ ἄλλοι τοὺς κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τὸν κεραυνὸ ποὺ θὰ πέσει στὰ κεφάλια τους, τοὺς εἶδαν ὕστερα ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Καὶ μερικὰ μαγαζιὰ ἀρχίσαν καὶ κεῖνα δειλὰ-δειλὰ κι ἀνοίγανε λίγο τὸ Σάββατο, νὰ μὴ χάνουνε τοὺς χωριάτες ποὺ κατέβαιναν νὰ ψωνίσουν.....
.... Καὶ ξαφνικὰ πῆρε μία μέρα ἕνα μάστορα καὶ δυὸ-τρεῖς ἐργάτες καὶ τοὺς ἔφερε στὸ μαγαζί του. Τοὺς ἔβαλε καὶ γκρεμίσαν τὴν πορτούλα. Τὰ παιδιά του κι ὁ Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν καὶ δὲν πιστεύαν τὰ μάτια τους. Αὐτὸς στεκόταν ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χείλια σφιγμένα. Τοὺς κοιτοῦσε ποὺ γκρεμίζαν αὐτὴ τὴν πόρτα, γκρεμίσαν ὅλον τὸν τοῖχο. Ἕνας κόσμος παλιὸς γκρεμιζόταν γιὰ πάντα, ἔφευγε πίσω. Καὶ ξεπρόβαλε τώρα ὁ θησαυρὸς τῆς δικῆς του πραμάτειας - νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι. Τράβηξε λίγο παραμέσα τὸ τραπέζι καὶ ξανακάθισε σάμπως νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Κι ὁλότελα ξαφνικά, ἔτσι ξαφνικὰ ὅπως εἶχε γκρεμίσει τὸν τοῖχο, ξανοίχτηκε μέσα στὴν ἀγορὰ - πιστώσεις, ἐμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τὰ ὁβραίικα μαγαζιὰ βρεθήκανε ὅλα δεμένα μὲ τὸ δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα καὶ κέρδη. Κανένα δὲν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στοὺς ἐμπόρους βολοδέρνανε κ᾿ οἱ μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι καὶ πραματευτᾶδες, οἱ γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αὐτοὶ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ μὲ τὰ χίλια σκοινιά - παρᾶδες, ἀνάγκες, συγγένειες, ἐλπίδες. Ὁ ἴσκιος τοῦ μαγαζιοῦ του τοὺς σκέπασε ὅλους. Συναγώι, Κοινότητα καὶ τὸ μαγαζὶ τὸ δικό του εἶταν τώρα ἕνα καὶ τὰ τρία - ὁ νόμος τοῦ Ἀβραάμ, ὁ φόβος καὶ τὸ χρῆμα - ἡ κλώσσα. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ σαλέψει μέσα στὰ ὁβραίικα δίχως τὴ θέληση τὴ δική του....
.... Μὰ ἡ ζωὴ τούτη τὴ φορὰ θέλησε νὰ κλείσει ἡ ἴδια τὸ διήγημα, δίνοντας αὐτὴ - σπάνιο πράγμα - τὴν ἀναγκαία λύση....
.....
Ὅταν ἀκούστηκαν οἱ Γερμανοὶ καὶ κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἄρχισε καὶ στὴ μικρὴ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων αὐτῆς τῆς πόλης ὁ μεγάλος τρόμος. Ὅλοι ξεπουλοῦσαν, ἄλλοι φκιάχνανε λίρες, ὅλοι φώναζαν νὰ σκορπίσουν καὶ νὰ κρυφτοῦνε μέσα στοὺς Ῥωμιούς. Ἡ κοινότητα τρανταζόταν ὁλόκληρη, ἀκόμα λίγο καὶ θ᾿ ἄρχιζε τὸ σωτήριο σκόρπισμα.
Δεμένους μὲ τὰ χίλια σκοινιά του, δίβουλους καὶ τρομαγμένους, ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοὺς κράτησε κεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, μὲ μηχανὲς κ᾿ ἐλπίδες καὶ μὲ φοβερίσματα, νὰ μὴ σκορπίσουν μονάχα, νὰ μὴν τοῦ φύγουν. Καὶ τοὺς προφτάσαν, ἐκεῖ. Καὶ τοὺς πῆραν ὅλους: καὶ τὸν κουφὸ τὸ χαχάμη καὶ τὶς γριὲς καὶ τοὺς γέρους καὶ κείνους ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε τὸ Σάββατο καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους ποὺ δὲν πιάνανε τὴ φωτιὰ καὶ τὰ μικρὰ τὰ παιδιά τους μὲ τὰ σπυριὰ καὶ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ Σιέμο καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ. Καὶ χαθῆκαν ὅλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, ἔξω ἀπὸ κείνους τοὺς λιγοστούς, μετρημένους στὰ δάχτυλα - ποὺ δὲν θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ τὰ σπάσανε τὰ σκοινιά του καὶ φύγανε, κρύφτηκαν μὲς στοὺς Ῥωμιοὺς ἢ πήγανε στὸ βουνὸ ποὺ τοὺς φώναζαν οἱ ἐαμίτες.
Μέσα σὲ λίγες ὧρες ἡ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων βούλιαξε ἀκέρια. Μὲ τὴ Συναγωγή της, τὰ μαγαζιά της, τοὺς παρᾶδες τοὺς μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δὲν ἔμεινε τίποτα. Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα. Εἶταν ὁ ὕστατος θρίαμβος τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ."
(Αποσπάσματα από το διήγημα του Δημήτρη Χατζή, Σαμπεθάι Καμπιλής)
Ολόκληρο το διήγημα εδώ


Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Τραγούδια για την Ελένη

Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη με πολλή  αγάπη στους μαθητές μου της Γ΄τάξης  κι ας με... παιδεύουν καθημερινά. Στο σημερινό μάθημα,στην "Ελένη" του Ευριπίδη, ανέφερα ότι η Ελένη υπήρξε πηγή έμπνευσης για συγγραφείς, ζωγράφους, γλύπτες, ποιητές, μουσικούς, στιχουργούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Απ' όλους αυτούς τους καλλιτέχνες το ενδιαφέρον "τράβηξε" η μουσική.
" Υπάρχουν τραγούδια με θέμα την Ελένη;"
"Αρκετά"
" Πείτε μας μερικά"
 Αναφέρω μερικούς στίχους αλλά πού να θυμάμαι και όλα τα τραγούδια. Και τότε μου ζητούν
" μια αφιέρωση , κυρία, στο ofisofi".

 Στίχοι: Κώστας Καρτελιάς
 Μουσική:Μίκης Θεοδωράκης



  "Ελένη"
Από τον κύκλο τραγουδιών "Αργοναύτες"

Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης

Απαγγελία: Αλέξης Κωστάλας








Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Κοσμική Βυζαντινή Μουσική

Η βυζαντινή κοσμική μουσική  δεν είναι γνωστή. Συνήθως η  βυζαντινή μουσική συνδέεται με τους  εκκλησιαστικούς ύμνους και γενικότερα με την ορθόδοξη εκκλησία. Όμως υπήρξε  και κοσμική μουσική για τις διάφορες εκδηλώσεις των ανθρώπων. Δεν είχε καταγραφεί διότι δεν συνδεόταν με το τελετουργικό της εκκλησίας ή ό,τι έχει γραφτεί έχει σωθεί αποσπασματικά . Πιο πολύ διαδόθηκε προφορικά. Σε  κείμενα υπάρχουν πληροφορίες για τη μουσική δραστηριότητα των βυζαντινών σε διάφορες εποχές. Σε αρκετές τοιχογραφίες επίσης απεικονίζονται σκηνές γλεντιού αλλά και μουσικά όργανα.
Ο Χριστόδουλος Χάλαρης είναι ένας πολύ μεγάλος μουσικός( γνωστός από το δίσκο " Δροσουλίτες ") που μελέτησε  βυζαντινή μουσική και προσπάθησε αποκρυπτογραφώντας διάφορα χειρόγραφα να την ανασυνθέσει δίνοντας εξαιρετικά έργα.









Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα δεκατέσσερα παιδιά

Τὰ δεκατέσσερα παιδιά

«...Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ἀγάπη...» μελωδοῦσε γιομίζοντας
τὸ γυμνό σου δωμάτιο μιὰ παράξενη ἅρπα
καθὼς σ᾿ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος καὶ τὸ χέρι σου, κρύο,
σὰν κλωνὶ λεμονιᾶς σὲ νεκρό, ἀναπαύονταν
πάνω στὸ στῆθος σου. Κ᾿ ἔβλεπες
πὼς ἄνοιγε τάχα μιὰ πόρτα στὸν ὕπνο σου.
Πὼς μπαῖναν τὰ δεκατέσσερα παιδιὰ λυπημένα
καὶ στεκόντουσαν γύρω σου. Τὰ μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σὲ τζάμια: «Ἔλεος! Ἔλεος! Ἔλεος!...»
Τινάζοντας τὴ βροχὴ καὶ τὸ χιόνι ἀπὸ πάνω τους,
τὰ ζύγιαζες μὲ τὸ βλέμμα σου σὰ νἄθελες νὰ τοὺς κόψεις
τὴν εὐτυχία στὰ μέτρα τους, ἐνῷ ἡ ἅρπα συνέχιζεν
ἁπαλὰ μὲς στὸν ὕπνο σου: «Ὅ,τι θέλει κανεὶς
μπορεῖ νὰ φτιάξει μὲ τὴν ἀγάπη. Ἥλιους κι ἀστέρια,
ῥοδῶνες καὶ κλήματα...»
Ἀλλὰ ἐσὺ προτιμοῦσες
μποτίτσες φοδραρισμένες μὲ μάλλινο,
πουκάμισα κλειστὰ στὸ λαιμό-
γιατὶ φυσάει πολὺ στὸ Καλέντζι!
Ἔβλεπες πὼς ῥάβεις μὲ τὰ δυό σου χέρια,
ἔβλεπες πὼς ζυμώνεις μὲ τὰ δυό σου χέρια
κι ὀνειρευόσουν πὼς μπαίνεις στὴν τάξη
μὲ δεκατέσσερες φορεσιές,
μὲ δεκατέσσερα χριστόψωμα στὴν ἀγκαλιά σου.
Ἀλλὰ ξύπναγες τὸ πρωῒ κι ἄκουγες ποὺ ἔβρεχε.
Σὲ δίπλωνε σὰ μιὰ λύπη τ᾿ ἀδιάβροχό σου
κι ὁ δρόμος γιὰ τὸ σχολειὸ γινόταν πιὸ δύσκολος.
Βάδιζες κ᾿ εἶχες σκυμμένο τὸ πρόσωπο
σὰ νἆταν κάποιος ἀπάνω σου καὶ νὰ σ᾿ ἔκρινε
γιὰ τ᾿ ἄδεια σου χέρια. Σὰ νἄφταιγες μάλιστα,
σ᾿ ὅλη τὴ διαδρομὴ σὲ μπάτσιζε τὸ χιονόνερο.
Ἔμπαινες στὸ σχολειὸ κ᾿ ὅπως τ᾿ ἀντίκριζες
μοιραζόταν σὲ δεκατέσσερα χαμόγελα τὸ πρόσωπό σου.
Θυμόσουν πὼς ἡ ἀγκάλη σου ἦταν μισὴ
κι ἀνεβαίνοντας πάνω στὴν ἕδρα σου
ἄνοιγες τὴ λύπη σου καὶ τὰ σκέπαζες
ὅπως ὁ οὐρανὸς σκεπάζει τὴ γῆ.
Ὥρα 8 καὶ 20´ ἀκριβῶς.
Τὸ μάθημα ἀρχίζει κανονικά.
Ἐσὺ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἕδρα κι ἀπ᾿ ἀντίκρυ σου ὁ Χριστός,
ἁπαλὸς καὶ γλυκὺς μὲς στὸ κάδρο του,
δίνετε τὰ χέρια πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους
νὰ τοὺς κάμετε μιὰ στέγη ἀπὸ ζεστασιὰ
γιατὶ σᾶς ἤρθανε καὶ σήμερα μουσκεμένα
κ᾿ ἡ λύπη περπατάει μὲς στὰ μάτια τους
ὅπως ὁ σπουργίτης πάνω στὸ φράχτη.
Τὸ καλαμπόκι δὲν ψώμωσε τὸ περσινὸ καλοκαίρι
κι ἀκοῦς τὸ ψωμάκι ποὺ κλαίει μὲς στὶς μπόλιες τους.
Ὥρα 10 καὶ 20´. Τὸ μάθημα συνεχίζεται.
Οἱ σπουργίτες σου χτυποῦν τὰ φτερά τους.
Τὸ μολύβι πεθαίνει ἀνάμεσα στὰ κοκκαλιασμένα τους δάχτυλα.
Ἡ καρδιά σου εἶναι τώρα μιὰ στάμνα σπασμένη.
Τὰ λόγια σου βγαίνουν ἀργὰ σὰ μιὰ βρύση ποὺ στέρεψε:
«Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος... Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος... Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος...».
Τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Τὰ μέτρησες δέκα φορές.
Τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Μετρᾶς τὸ ἕνα χέρι σου
-τ᾿ ἄλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σὲ συννεφιά-
τὰ δάχτυλά σου εἶναι πέντε. Σηκώνεις τὸ πρόσωπο,
κοιτάζεις τὴ στέγη, κάνεις πὼς σκέφτεσαι
σκύβεις πάλι στὴν ἕδρα, ξεφυλλίζεις τὸν Αἴσωπο,
κατεβαίνεις καὶ γράφεις στὸ μαυροπίνακα,
κοιτάζεις τὸν οὐρανὸ ἀπ᾿ τὸ παράθυρο,
γυρίζεις τὸ κεφάλι σου ἀλλοῦ,
δὲ μπορεῖς ἄλλο παρὰ νὰ κλάψεις.
Παίρνεις τὸ μαθητολόγιο στὰ χέρια σου,
κάτι ψάχνεις νὰ βρεῖς, τὸ σηκώνεις διαβάζοντας
καὶ σκεπάζεις τὸ πρόσωπό σου.
Τὰ σύννεφα ἔχουν μπεῖ μὲς στὴν τάξη.
Ἀντίκρυ σου κι ὁ Χριστὸς παραδέρνει σ᾿ ἀμηχανία.
Θαρρεῖς καὶ σηκώνει στ᾿ ἀλήθεια τὰ χέρια του
ἑνωμένα στὸ φῶς ποὺ πέφτει ἀπὸ πάνω του.
Νιώθει στενόχωρα ὅπως τὰ μεσάνυχτα στὴ Γεθσημανῆ
καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ χτυπήσω τὸν ὦμο
καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖ νὰ σοῦ εἰπῶ: Δός του θάρρος,
βοήθησέ τον νὰ βγεῖ ἀπ᾿ τὴ δύσκολη θέση,
κατέβαινε, διάσχισε τὴν αἴθουσα γρήγορα,
μὴν τὸν ἀφήνεις ἐκτεθειμένο στὰ βλέμματα τῶν παιδιῶν,
δός του ἕνα βιβλίο νὰ κάνει πὼς συλλαβίζει,
δός του ἕνα βιβλίο νὰ κρύψει τὰ μάτια του.

Μας κόψαν απόψε το φως...

 

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Για τον Γιάννη Ατζακά

Πριν λίγο καιρό είχα αναρτήσει μια μικρή παρουσίαση των βιβλίων του Γιάννη Ατζακά. Κάνοντας μια βόλτα σήμερα σε διάφορα αφιερώματα , ξανακοίταξα τη συγκεκριμένη και βρέθηκα μπροστά σε μία μεγάλη έκπληξη. Υπάρχει ένα σχόλιο του Γιάννη Ατζακά μέσω προώθησης του/της blogger ΚΥΡΙΑΚΗ.  Οφείλω, έστω και καθυστερημένα, να ευχαριστήσω το συγγραφέα που ασχολήθηκε με το κείμενό μου. Το θεωρώ τιμή μου.
Το σχόλιο είναι το παρακάτω:


"Σας προωθώ τα παρακάτω λόγια εκ μέρους του κ. Γιάννη Ατζακά:

Σοφία, γεια σου
 μόνον αν γνώριζες τις αγωνίες και την αβεβαιότητα που συνοδεύουν έναν συγγραφέα -και σε ολόκληρο το στάδιο της συγγραφής κι όταν αργότερα τα βιβλία του πάρουν το δρόμο τους-, θα μπορούσες να καταλάβεις πόση συγκίνηση και χαρά μου χάρισαν τα καλά λόγια σου. Καμιά φορά σκέφτομαι πως συνεχίζουμε να γράφουμε χάρη στην επάρκεια, την ευαισθησία και τη γενναιοδωρία των άγνωστων αναγνωστών μας.
> Σου εύχομαι χαρούμενες γιορτές, Γιάννης Ατζακάς
8 Δεκεμβρίου 2011 10:35 μ.μ."

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Ενθύμιον Μικράς Ασίας

Πριν μερικές μέρες έφτασαν στα χέρια μου πολλές φωτογραφίες από τα μικρασιατικά παράλια και τις περιοχές που κατοικούσαν Έλληνες πριν τη μικρασιατική καταστροφή. Η συγκίνηση είναι μεγάλη διότι οι παπούδες και οι γιαγιάδες μου ήταν από τη Μ.Ασία , Βουρλά, Αλάγια, Κούλα, και ήλθαν πρόσφυγες το 1922. Δεν έχω ταξιδεύσει ως εκεί και παραμένει ένα όνειρο ζωής. Διάλεξα ορισμένες φωτογραφίες με σπίτια ελληνικά της περιοχής γύρω από την ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης. Δείγματα σπουδαίας αρχιτεκτονικής αλλά και πλούσιας ζωής.Άλλα κατερειπωμένα και άλλα ανακαινισμένα  μένουν εκεί για να θυμίζουν αλλοτινές εποχές .



Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Στον άγνωστο ποιητή

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά όλη μέρα σήμερα στο μυαλό μου τριγυρίζει αυτό το τραγούδι. Δεν ξέρω πώς ήλθε στην επιφάνεια μετά από τόσα χρόνια. Ίσως να φταίνε τα ονόματα των ποιητών που τα βρίσκω συνεχώς μπροστά μου, ίσως η περιρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα. Πάντως οι περισσότεροι στίχοι εξακολουθούν να είναι τραγικά επίκαιροι. Μια επίκληση στο πνεύμα των ποιητών ίσως μας βοηθήσει ...

Ρήγα Φεραίε σε σε κράζω.
Από την Αυστραλία στον Καναδά
κι από τη Γερμανία στην Τασκένδη,
σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά,
διασκορπισμένοι οι Έλληνες.

Διονύσιε Σολωμέ σε σε κράζω.
Κρατούμενοι και κρατούντες,
δέροντες και δερόμενοι,
διατάσσοντες και διατασσόμενοι,
τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι,
κατέχοντες και κατεχόμενοι,
διηρημένοι οι Έλληνες.

Αντρέα Κάλβε σε σε κράζω.
Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί,
απορούν τα βουνά και τα έλατα,
οι ακρογιαλιές και τ' αηδόνια,
λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου,
σήμερα τόπος θανάτου.

Κωστή Παλαμά σε σε κράζω.
Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος,
τόση ανδρεία φόβος,
τόση αδυναμία η δύναμη,
τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές,
πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου,
σήμερα χώρα υποτελών.

Νίκο Καζαντζάκη σε σε κράζω.
Κι όμως αν λησμονούν οι θνητοί
που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου,
η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα και τις σκοπιές,
η μνήμη κατοικεί μέσα στα ληθάρια,
φωλιάζει στα κίτρινα φύλα
που σκεπάζουν το κορμί σου Ελλάδα.

Άγγελε Σικελιανέ σε σε κράζω.
Η ψυχή της πατρίδας μου είσ' εσύ πολύμορφο ποτάμι,
τυφλό από το αίμα, κουφό από το δόγκο,
ανήμπορο από το μέγα μίσος και τη μεγάλη αγάπη,
που εξίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι
δυο χειροπέδες σφιγμένες σε δυο ποτάμια,
δυο βουνά δεμένα με σκοινιά
στον πάγκο της ταράτσας,
ο Αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο
και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα
από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου για να ομολογήσει.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος
π' άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο.
Είσ' εσύ μάνα, γυναίκα, κόρη,
που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά
και κρυφόβαφεις μ' αίμα
τα κόκκινα αβγά της Αναστάσεως
που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες.
Αν ποτές να 'ρθει στη δύστυχη χώρα μου,
Πάσχα Ελλήνων.

Άγνωστε Ποιητή σε σε κράζω.

(  Από τον κύκλο τραγουδιών Αρκαδία VI.
Στίχοι - μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Η σύνθεση έγινε τον Απρίλη του 1969 στη Ζάτουνα όπου ήταν εξόριστος.
Η ηχογράφηση έγινε τον Οκτώβρη του 1974.)

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

" " σ' άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει χαρά, το χαλασμό σε μένα μόνο ..."

Helen of Troy από την Εβελίν ντε Μόργκαν (1898, Λονδίνο).
 Στην "Ελένη" του Ευριπίδη ακούμε την ηρωίδα να θρηνεί για την ομορφιά της, που τη θεωρεί μία από τις αιτίες της δυστυχισμένης ζωής της:
" 'Αλλόκοτη κι ολάκερη η ζωή μου
   δύο οι φταίχτες, η Ήρα κι η ομορφιά μου
   Αχ! να σβηνόμουν πάλι σαν εικόνα
   κι αντί για την ωραία θωριά μου ετούτη
   μεγάλη ασκήμια να' χα, να ξεχνούσαν
   την τωρινή μου οι Έλληνες τη φήμη
   κι ό,τι καλό δικό μου να κρατούσαν,
   όπως θυμούνται τώρα το κακό..."

  " Έχω τόσο βαθιά στη δυστυχία βουλιάξει
     σ' άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει
     χαρά, το χαλασμό σε μένα μόνο..."

  " τα δώρα που μου χάρισεν η Κύπρη
     ατέλειωτα γεννήσαν μοιρολόγια,
    αρίφνητο αίμα, δυστυχίες
    πάνω στις δυστυχίες,
    θρήνους στους θρήνους, συμφορές..."

Σ' αυτούς τους στίχους είναι κυρίαρχη η ιδέα ότι η ομορφιά είναι καταστροφική και προκαλεί μεγάλο πόνο είτε στον ίδιο τον όμορφο είτε στους άλλους. Το θέμα αυτό είναι γνωστό μέσα από τους μύθους του Άδωνη 
Η Αφροδίτη και ο Άδωνις. Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος σε σχήμα αρυβάλλου από τον καλλιτέχνη Αίσονα, περ. 410 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

 του Νάρκισσου
Νάρκισσος του Καραβάτζιο

στο παραμύθι της Χιονάτης  και των Επτά Νάνων και στις διάφορες παραλλαγές του

"Η Χιονάτη". Εικονογράφηση του Heinrich Leutemann ή του Carl Offterdinger  

"Το βασιλόπουλο βλέπει τη Χιονάτη στο φέρετρο"'. Εικονογράφηση του Alexander Zick
 αλλά και σε δημοτικά τραγούδια όπως το πολύ γνωστό " Ο Μενούσης".
Θα σταθώ όμως περισσότερο σε μια ιστορία που μας αφηγείται ο Ηρόδοτος στη νουβέλα" Η γυναίκα του Κανδαύλη" , γιατί νομίζω ότι δεν είναι τόσο γνωστή στους περισσότερους Ο Κανδαύλης ήταν τύραννος των Σάρδεων και όχι μόνο ήταν πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του αλλά πίστευε ότι ήταν και η πιο ωραία . Παίνευε τόσο πολύ την ομορφιά της γυναίκας του στον έμπιστό του Γύγη αλλά επειδή νόμιζε ότι αυτός δεν τον πίστευε του πρότεινε να τη δει μια μέρα γυμνή για να πεισθεί .
"Γύγη, επειδή δε νομίζω πως πείθεσαι σε όσα σου λέω για την ομορφιά της γυναίκας μου (στα αυτιά συμβαίνει οι άνθρωποι να πιστεύουν λιγότερο απ' ότι στα μάτια τους), δέξου να την δεις εκείνη γυμνή". Αυτός όμως αναφώνησε κι είπε: "Κύριε μου, τί λόγο αρρωστημένο μου λες, παρακινώντας με, την κυρά μου να την δω γυμνή; Μα από τη στιγμή που μια γυναίκα βγάζει το ρούχο της, αφήνει ακάλυπτη και την ντροπή της. Από τα παλιά χρόνια βρήκαν οι άνθρωποι γνώμες σοφές, που πρέπει να μας διδάσκουν· μια από αυτές είναι και τούτη: να κοιτάζει καθένας τη δουλειά του. Εγώ δέχομαι πως εκείνη είναι από όλες τις γυναίκες η πιο όμορφη, και σου ζητώ να μη ζητάς πράγματα άνομα".

Όσο κι αν προσπάθησε ο Γύγης να αποφύγει μια τέτοια πράξη δεν το κατόρθωσε διότι ο βασιλιάς επέμενε και του πρότεινε συγκεκριμένο τρόπο για να μην τον καταλάβει η γυναίκα του:
 "Θάρρος, Γύγη, και μη φοβάσαι ούτε εμένα, πως ίσως θέλοντας να σε δοκιμάσω κάνω μια τέτοια πρόταση, ούτε και τη γυναίκα μου, μήπως από κείνη σε βρει κάποιο κακό. Γιατί εγώ έτσι καλά θα στήσω τη μηχανή από την αρχή, ώστε εκείνη να μην πάρει είδηση ότι εσύ την είδες. Μόνος μου θα σε στήσω μέσα στο δωμάτιο που κοιμόμαστε, πίσω από το ανοιχτό θυρόφυλλο· αμέσως μετά από μένα θα έλθει και η γυναίκα μου για ύπνο. Κοντά στην είσοδο βρίσκεται ένα θρονί· πάνω σ' αυτό βγάζοντας ένα προς ένα τα ρούχα της θα τα αποθέσει και θα μπορέσεις έτσι με όλη σου την ησυχία να τη θαυμάσεις. Όταν προχωρήσει από το θρονί προς το κρεβάτι, και βρεθείς πίσω από την πλάτη της, μόνος σου κοίτα από κει και πέρα να μη σε δει που θα γλιστράς από την πόρτα".

Το αποτέλεσμα  δεν ήταν το αναμενόμενο διότι ο Γύγης έγινε αντιληπτός και η γυναίκα του Κανδαύλη παριστάνοντας την ανήξερη του στήνει παγίδα. Τον καλεί την άλλη μέρα και του βάζει το δίλημμα:
 "Τώρα δύο δρόμοι σου ανοίγονται, Γύγη, και σου δίνω το δικαίωμα να πάρεις όποιον από τους δυο θέλεις: ή σκότωσε τον Κανδαύλη και πάρε εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, ή ο ίδιος αμέσως τώρα πρέπει να πεθάνεις, για να μη βλέπεις στο εξής, με την τυφλή σου υπακοή στον Κανδαύλη, όσα δε σου επιτρέπεται. Αλλά ή εκείνος που τα μηχανεύτηκε αυτά πρέπει να αφανιστεί, ή εσύ που εμένα με είδες γυμνή, κάνοντας μία πράξη άπρεπη".

Μη μπορώντας ο Γύγης να ξεφύγει  και θέλοντας να σώσει τη ζωή του ρωτάει:
"Αφού με αναγκάζεις να σκοτώσω τον αφέντη μου, κι ας μην το  θέλω, πες μου να ακούσω με ποιο τρόπο θα του επιτεθούμε". Και εκείνη πήρε το λόγο και είπε: "Από το ίδιο μέρος θά 'ρθει το χτύπημα, από όπου και κείνος με έδειξε γυμνή· πάνω στον ύπνο θα τον βρει" . 
 Με τραγικό τρόπο  ο Κανδαύλης πλήρωσε το πάθος του για την ομορφία της γυναίκας του αλλά και τη ματαιοδοξία του.
(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του
Δ. Μαρωνίτη  "Ηρόδοτος, Επτά Νουβέλες και Τρία Ανέκδοτα", Άγρα 1981.)
Η ιστορία αυτή του Ηροδότου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερους συγγραφείς . Ο Δημήτρης Κορομηλάς έγραψε την  " Κλυτία" το 1886, θεατρικό έργο που επιχειρεί να δραματοποιήσει την ιστορία του Ηροδότου. Το 1952 η Μαργαρίτα Λυμπεράκη έγραψε ένα δράμα με τίτλο " Η γυναίκα του Κανδαύλη" . Το 1992 ο Μάικλ Οντάατζε γράφει το μυθιστόρημα  'Ο Άγγλος ασθενής", το οποίο το 1996 έγινε  ταινία που κέρδισε εννέα όσκαρ. Σ΄αυτό το βιβλίο λοιπόν ο συγγραφέας κάνει αναφορά στον Ηροδότο , στη "Γυναίκα του Κανδαύλη" και αναφέρει ακριβώς την ιστορία όπως την αφηγείται ο Ηρόδοτος.( οι πληροφορίες από http://www.palmografos.com/permalink/8561.html ).








 
















Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Τα παιχνίδια του μυαλού

Περίεργο πράγμα οι συνειρμοί του νου. Ένα ερέθισμα και το μυαλό αρχίζει το ταξίδι. Αφετηρία η ανάρτηση του Ευρυτάνα Ιχνηλάτη με θέμα το βλέμμα της μνήμης.
"Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος".
(Οδυσσέας Ελύτης)
Οι στίχοι του ποιητή συνοδεύουν τη φωτογραφία από τα Ευρυτανικά βουνά. Ο συνειρμός με οδηγεί στα Τζουμέρκα και στις καθημερινές διαδρομές από τα Γιάννενα στα Πράμαντα, όταν με τοποθέτησαν στο εκεί σχολείο το 1989 μετά από απόσπαση. Η διαδρομή μέσα από βουνά άγρια, δυσπρόσιτα, μεγαλοπρεπή, τρομακτικά το χειμώνα. Οι στίχοι του ποιητή μου έρχονταν αυθόρμητα στο στόμα κάθε μέρα που παίρναμε το δύσκολο και ανηφορικό δρόμο . Η μνήμη μου όμως δεν μένει εδώ .Μέσα στο κεφάλι μου και στα αυτιά μου έρχεται μια φωνή . Τα Πράμαντα με ταξιδεύουν σε έναν τραγουδιστή , τον Γιώργο Μεράντζα. Η φωνή του Μεράντζα είναι τόσο επικά συγκλονιστική όσο και τα βουνά της πατρίδας του. Θυμάμαι μια μεγάλη συναυλία στο Εθνικό Στάδιο των Ιωαννίνων, μάλλον το 1981 πρέπει να ήταν . Ο Μεράντζας ξεσηκώνει το κατάμεστο στάδιο με τη Μαριόλα, ένα μοιρολόι που το λέει ένας άντρας μπροστά στην πεθαμένη του γυναίκα . 





Ανάμεσα στα πολλά που έχει ερμηνεύσει ξεχωρίζω μερικά που με αγγίζουν ιδιαίτερα. Ένας κόμπος η ερμηνεία του στο λαιμό μου .Λυγμός!

















Και πώς να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι όταν ακούω τους " Ελευθερωτές ". Μέθεξη, κατάνυξη, σπαραγμός ψυχής!



αλλά και για το " Να καρτερείς"





Και βέβαια δεν θα μπορούσα να αφήσω απ΄έξω τα " Ξεχωρίσματα"





Την ανάρτηση αφιερώνω στον Ευρυτάνα Ιχνηλάτη που εξ αιτίας του ...ταξίδεψα.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Φεγγαροβασίλεμα


Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες σήμερα το πρωί. Διάφανος ουρανός, χρώματα σε απαλούς τόνους  ροζ και  γαλάζιου , ατμόσφαιρα παγωμένη και κρυστάλλινο ολοστρόγγυλο φεγγάρι στο δρόμο για τη δύση .

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών

Charlotte Corday
Στο βιβλίο της Ιστορίας της Γ΄Γυμνασίου και στην ενότητα: Η έκρηξη και η εξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης, υπάρχει ένα παράθεμα που φέρει τον τίτλο "Τα δικαιώματα των γυναικών αγνοήθηκαν και από τους επαναστάτες" και αναφέρεται στην Ολυμπία ντε Γκουζ ως εξής:
" Η Ολυμπία ντε Γκουζ υπήρξε μία από τις μαχητικότερες αγωνίστριες της γαλλικής επανάστασης. Άσκησε αυστηρή κριτική στους συντάκτες της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επειδή αγνόησαν τις γυναίκες. Εκτελέστηκε στη λαιμητόμο το 1793." Και ακολουθεί το παράθεμα: " Γυναίκες ξυπνήστε! Το μήνυμα της λογικής ακούγεται σ' ολόκληρο τον κόσμο! Ανακαλύψτε τα δικαιώματά σας! Η ισχυρή αυτοκρατορία της φύσης δεν περιβάλλεται πλέον από την προκατάληψη, τον φανατισμό, τη δεισιδαιμονία και τα ψέματα. Η φλόγα της αλήθειας έχει σκορπίσει τα σύννεφα της ανοησίας και της καταπίεσης. Ο άνδρας, που ήταν μέχρι χθες υποδουλωμένος, έχει πολλαπλασιάσει τη δύναμή του και χρειάζεται και τη δική σας βοήθεια για να σπάσει τις αλυσίδες του. Με το να απελευθερωθεί μόνο αυτός, αδικεί κατάφωρα τη σύντροφό του. Γυναίκες, γυναίκες! Πότε θα πάψετε να είστε τυφλές; Τι έχετε  κερδίσει μέχρι τώρα από την επανάσταση;[...]Αγωνιστείτε , λοιπόν, για τα δικαιώματά σας.( D.Levy, H. Applewhite, M. Johnson(επιμ.), " Olympe de Gouges, Declaration of the Rights of Woman and Female Citizen", Women in Revolutionary Paris, 1785-1795, University of Illinois Press, Urbana 1979)

Olympe de Gouges
 Ομολογώ ότι δεν ήξερα και πολλά για τις γυναίκες στη Γαλλική Επανάσταση. Έψαξα να βρω πληροφορίες , που ήταν σκόρπιες σε διάφορες σελίδες , ξενόγλωσσες οι περισσότερες. Ανάμεσα σε όλα αυτά εντόπισα το βιβλίο με τίτλο " Ο καιρός των καταιγίδων, Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών, αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται" της Marilyn Yalom , εκδόσεις Άγρα , 2009.

Η συγγραφέας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ  και έγραψε αυτό το βιβλίο  μετά από πολυετή έρευνα . Στο προοίμιο του βιβλίου αναφέρει: " Φτάνοντας στο Παρίσι την άνοιξη του 1988, βρήκα τους Γάλλους φίλους μου να βρίσκονται ήδη στη φρενίτιδα του εορτασμού των διακοσίων χρόνων της Επανάστασης. Τάσσονταν με τη μία ή την άλλη πλευρά των παρατάξεων της Επανάστασης, οι περισσότεροι εκθειάζοντας τα κοινωνικά και πολιτικά οφέλη που κληροδότησε, άλλοι θρηνώντας την κατάχρηση βίας, και μερικοί άλλοι εξακολουθώντας να θλίβονται βαθιά για το τέλος της μοναρχίας! Σαν ξένη, δεν ήμουν υποχρεωμένη να ταχθώ ούτε με την Αριστερά ούτε με τη Δεξιά. Μπορούσα να παραμείνω στη θέση της φεμινίστριας ακαδημαϊκού που ενδιαφερόταν για τις εμπειρίες των γυναικών. Επιθυμούσα να μάθω πώς οι Γαλλίδες , ως διαφορετικές από τους άνδρες συζύγους τους, είχαν κρατήσει στη μνήμη τους την Επανάσταση"
Διερωτάται λοιπόν, η συγγραφέας πώς οι Γαλλίδες κράτησαν στη μνήμη τους την Επανάσταση και αναφέρει ότι " περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι διατύπωσαν τις αναμνήσεις τους από την Επανάσταση σε κάποια μορφή γραπτού κειμένου που τελικά δημοσιεύτηκε. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν άνδρες , αλλά ένας σημαντικός αριθμός- περίπου δεκαοκτώ- ήταν γυναίκες. Πολλές είχαν ζήσει το θάνατο  των αγαπημένων τους στον πόλεμο, στη φυλακή ή στην εξορία, και μόλις και μετά βίας είχαν γλιτώσει τη δική τους ζωή..."
Διευκρινίζει ότι " Δεν αποτελεί έκπληξη  το ότι τα δύο τρίτα των γυναικών που έγραψαν απομνημονεύματα ήταν αριστοκράτισσες. Την εποχή της Επανάστασης , μόνο ένας στους δύο Γάλλους γνώριζε να διαβάζει , και μόνο μέλη της ανώτερης τάξης είχαν τη δυνατότητα να γράφουν με ευκολία. Ακόμη και εδώ , υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ αυτών που μεγάλωσαν στις πόλεις ή στην επαρχία και αυτών που μορφώθηκαν στο Βορρά ή στο Νότο. Σίγουρα η αριθμητική υπεροχή των απομνημονευμάτων που γράφτηκαν από αριστοκράτισσες θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στο μορφωτικό πλεονέκτημα της τάξης τους, όμως υπήρχαν και πολιτικοί λόγοι. Μετά το 1815 , είτε οι συγγραφείς ήταν κυρίες επί των τιμών της Μαρίας Αντουνέττας είτε απλώς εξαδέλφες από την επαρχία, οι φιλοβασιλικές τους αφηγήσεις για την επαναστατική αναταραχή είχαν την επίσημη ευλογία των νέων μοναρχών, του Λουδοβίκου ΙΗ΄και του Καρόλου Ι΄, αδελφών του εκτελεσθέντος Λουδοβίκου ΙΣΤ΄.
De Tourzel

 Le Bas

   Δεν ήταν ίδια η περίπτωση όσων έγραψαν απομνημονεύματα ασπαζόμενες την ιδεολογία της δημοκρατικής παράταξης...δίοτι κινδύνευσαν με πολιτικές κυρώσεις" Κάπου αλλού η συγγραφέας γράφει ότι τα περισσότερα γραπτά των γυναικών που υποστήριξαν την Επανάσταση καταστράφηκαν.
Το κοινό όλων αυτών των γυναικών - συγγραφέων απομνημονευμάτων- ήταν ότι γεννήθηκαν πριν από το 1789 και πέθαναν μετά από την Επανάσταση και τα πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα καθόρισαν τη ζωή τους.
Stael

Οι γυναίκες αυτές - είτε ήταν υπέρ της επανάστασης είτε εναντίον συνδέονται μεταξύ τους με τον εφιάλτη του θανάτου . Γράφει η συγγραφέας " Οι μαρτυρίες τους πηγάζουν από την εσωτερική πίεση να παρασταθούν ως μάρτυρες όσων είχαν αποσιωπηθεί, και αποκομίζουν τη βασανιστική μεγαλοπρέπεια τους από τον πανταχού παρόντα θάνατο...Οι αγωνιώδεις προσπάθειες τους να αποκρούσουν το θάνατο και να διατηρήσουν τη ζωή αποτελεί τη βάση των αφηγήσεων τους."
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι Κυρίες Ρολάν,  Καβαινιάκ,  Λε Μπα, ντε Σταλ, Τερουάν ντε Μερικούρ, η δεσποινίδα Ρομπεσπιέρ και πολλές άλλες . " Στερημένες πολιτικών δικαιωμάτων, διεκδίκησαν  το δικαίωμα να θυμούνται και να μεταβιβάσουν στους απογόνους τους τις αναμνήσεις τους όσο προσωπικές και αν ήταν. Μολονότι τα απομνημονεύματά τους ουδέποτε εκτιμήθηκαν για την ιστορική , λογοτεχνική και ηθική αξία τους, εξακολουθούν να συνιστούν πολύτιμη προφορική κληρονομιά".

Στο βιβλίο αυτό δίνεται η εικόνα της Επανάστασης όπως την έζησαν διάφορες γυναίκες φιλοβασιλικές ή δημοκρατικές , αστές ή χωρικές . Η κάθε μία δίνει το δικό της πονεμένο τόνο στα γεγονότα που συνήθως ξέρουμε μέσα από τις πρακτικές, τα κείμενα ,τις ομιλίες των διανοητών και των ρητόρων που κυριάρχησαν στην μέχρι τώρα ιστοριογραφία.
Stefanie de Genlis

Διαβάζοντας τις 405 σελίδες του βιβλίου (μαζί με τα σχόλια) έρχεται κανείς αντιμέτωπος με πολύ ενδιαφέροντα και άγνωστα περιστατικά από τις μέρες που συγκλόνισαν τη Γαλλία και έβαλαν τα θεμέλια της αστικής δημοκρατίας. Αρκετά από αυτά δεν είναι ευχάριστα και μέσα από την ματιά των γυναικών μπορεί να δει κανείς τα πολλά πρόσωπα της Επανάστασης , τις συνέπειες που είχε αυτή στις ζωές αθώων ανθρώπων, τις εκτροπές που οδήγησαν ακόμη και πολλούς από τους οπαδούς της στη λαιμητόμο. Ένα ενδιαφέρον βιβλίο που προκαλεί προβληματισμό και προσφέρει θέματα για συζήτηση καθώς πολλά από αυτά εξακολουθούν να είναι επίκαιρα , όπως η βία, η κατάχρηση εξουσίας και πολιτικής δύναμης.
De Mericourt



Ένα τραγούδι και μια απαγγελία από τη Μαρία Δημητριάδη( Εις μνήμην)





Μπορείτε να δείτε και την ανάρτηση που είχα κάνει πέρυσι τέτοια εποχή

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χρίστος Χριστοβασίλης , Ανίκητη ελπίδα

                Ἀνήμερα τὰ Φῶτα, τὸ δειλινὸ τῆς παραμονῆς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ,
ἡ Μήτραινα, ὅπως ὅλες τὶς παραμονὲς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ, ἔσφαξε μιὰ
παχειὰ καὶ μεγάλη κότα, ἀπὸ τὶς δέκα - δώδεκα κοτοῦλες ποὺ εἶχε, τὴ
ζεμάτισε, τὴ μάδησε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ βράσῃ. Συγύρισε τὸ σπιτοκάλυβό
της, ἔστρωσε στὴ γωνιὰ τὰ νυφιάτικά της μάλλινα στρωσίδια, ἔδεσε τὴ
σκύλα καὶ περίμενε, ὅπως ὅλες τὶς παραμονές, νἄρθῃ ὁ ξενιτεμμένος της
ὁ Γιάννης, ξημερώνοντας τ’ Ἅϊ - Γιαννιοῦ.
Αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐξακολουθοῦσε χρόνια τώρα. Ἦταν ἀκόμα νέα ἡ
Μήτραινα, ὅταν, χήρα, ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, ὁ Γιάννης, γιὰ τὴν
ἔρμη ξενιτειά. Δὲν εἶχε ἀκόμα ἄσπρη τρίχα στὰ κατάμαυρα μαλλιά της,
ὅταν τὸν φίλησε γιὰ ὕστερη φορὰ καὶ τὸν εἶδε ψηλὰ ἀπὸ τὴ ραχούλα μὲ
δακρυόπνιχτα μάτια νὰ χάνεται στὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ νὰ γίνεται
ἄφαντος.
Χρόνια καὶ χρὸνια ἀπὸ τότε ἡ δόλια Μήτραινα περνοῦσε τὴ ζωή
της μονάχη στὸ σπιτοκάλυβό της, ἔχοντας γιὰ μόνη συντροφιὰ τοὺς
τέσσερους τοίχους, τὸ εἰκόνισμα, τὴ γωνιά, μιὰ γίδα, μιὰ γάτα καὶ
καμμιὰ δεκαριὰ κοτοῦλες μ’ ἕναν ὄμορφο πετεινό, ποὺ τῆς χρησίμευε
κάθε πρωΐ, σὰν ρολόγι, νὰ τὴν ξυπνᾷ, γιὰ ν’ ἀνὰβῃ τὴ φωτιὰ της καὶ ν’
ἀρχινᾷ τὸ ἐργόχειρό της: Ρόκα ἢ πλέξιμο ἢ μπάλωμα ἢ γιὰ νὰ πηγαίνῃ
στὸ λόγγο νὰ κουβαλᾷ ξύλα.
Τὰ νιόπαιδα τοῦ χωριοῦ πήγαιναν κι ἔρχονταν στὴν ξενινειά, ποιὸ
σὲ τρία, ποιὸ σὲ τέσσερα καὶ ποιὸ σὲ πέντε χρόνια, τὸ βαρύ, βαρύ˙ ἀλλὰ ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας οὔτε φαινόταν, οὔτε ἀκουγόταν πουθενά! Ὅλος
ὁ κόσμος τὸν θεωροῦσε χαμένο καὶ ὁ προεστὸς τοῦ χωριοῦ τὸν ξέγραψε
ἀπὸ τὸ δεφτέρι του, γιὰ νὰ μὴν πληρώνῃ ἡ κακομοίρα ἡ Μήτραινα τοὺς
φόρους του. Καὶ ὅμως ἡ Μήτραινα ἔσκισε τὰ ροῦχά της, ἅμα ἔμαθε
ὅτι τῆς ξέγραψε ὁ προεστὸς τὸ παιδί της καὶ πῆγε στὸ σπίτι του νὰ
παραπονεθῇ:
- Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔλεγε, βγαίνοντας ἀπὸ τοῦ προεστοῦ, νὰ μοῦ σβήσῃ τὸ
παιδί μου! Τί τὸν μέλει αὐτόν, σὰν πληρώνω ἐγώ;
Εἶχε πάντα τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα καὶ τῆς φαινόταν, ὅτι τὸ
παιδί της εἶναι γερὸ καὶ καλά, ὅτι κέρδιζε χρήματα μὲ τὸ σωρό, κι ὅτι
βρίσκεται στὸ δρόμο νἄρχεται. Ζοῦσε ἡ καημένη μὲ τὸ ἐργατικό, πότε
στ’ ἀμπέλια καὶ πότε στὰ χωράφια χωριανῶν της, κι ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος
τὴν συμπονοῦσε, αὐτὴ δέ τὄβανε κάτω, ἀλλὰ ἀπολογιόταν μὲ θυμό:
- Μὴ σᾶς πέρασε ἡ ἰδέα, ὅτι χάθηκε τὸ παιδί μου καὶ δὲ θὰ μοῦ ἔρθῃ;
αὐτὸ ζῇ καὶ βασιλεύει, δόξα σοι ὁ Θεός! ῎Ετσι μοῦ τὸ λέει ἡ ἐλπίδα, ποὺ
ἔχω μέσα στὴν καρδιά μου!
Κάθε δειλινό, χειμῶνα - καλοκαίρι, ὅταν ἔτρεμε ὁ ἥλιος νὰ βασιλέψῃ,
ἄφηνε τὴν ἐργασία της καὶ γνέθοντες πήγαινε ψηλὰ στὴ ραχούλα, στ’
ἀγνάντια τοῦ χωριοῦ, κι ἐκεῖ καθόταν κι ἀγνάντευε τὸ δρόμο, ὡς μιὰ ὥρα
μακριὰ - ὅσο ἔκοβε τὸ μάτι της - καὶ μὲ ἀνίκητη ἐλπίδα ἀκολουθοῦσε
τοὺς διαβάτες, ποὺ ἔρχονταν, καὶ μονολογοῦσε:
- Νά! αὐτὸς εἶναι! Αὐτὁς ὁ καβαλάρης! Κοίτα, πῶς τρέχει τὸ μουλάρι
του! Καλῶς ὥρισες, παιδί μου!
Καὶ ξεφώνιζε, κι ἄνοιγε τὴν ἀγκαλιά της μ’ ἄφατη χαρά, καὶ
ροβολοῦσε δυὸ - τρία βήματα, ἀλλὰ ὁ καβαλάρης ἐκεῖνος δὲν ἦταν ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας, οὔτε κἂν χωριανός της, γιατί, ἅμα πλησίαζε
πρὸς τὸ χωριό, ἔπαιρνε τὸν ἄλλον τὸ δρόμο, τραβῶντας γιὰ ξένο χωριό. Κι
ἡ Μήτραινα χαρωπή - χαρωπή, ἔπαιρνε κοντὰ μὲ τὸ βλέμμα της ἄλλον
καβαλάρη διαβάτη γιὰ τὸ Γιάννη της, ὅσο ποὺ κι αὐτὸς ἔπαιρνε ἄλλο
δρόμο. Καὶ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴ ραχούλα, παρὰ ὅταν ἄρχιζε νὰ χύνεται τὸ
σκοτάδι ἐπάνω στὴ γῆ. Τότε, γύριζε στὸ σπιτοκάλυβό της γελαστὴ καὶ
χαρωπή, ὅπως πάντα, μὲ τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα, κουνώντας τὸ
κεφάλι της καὶ λέγοντας:
- Ποιὸς ξέρει τὸ μοναχό μου, ποῦ νὰ νυχτώθηκε! Δὲν τὸν ἄφησε ἡ
κούρασι τοῦ δρόμου νὰ φτάσῃ ἀπόψε! Κι αὔριο ἡμέρα τοῦ Θεοῦ ξημερώνει!
Αὔριο ἔρχεται.
Αὐτὴ ἡ δουλειὰ ἐξακολούθησε χρόνια καὶ χρόνια. Ἡ ἐλπίδα φώλιαζε
βαθιὰ στὰ φυλλοκάρδια τῆς Μήτραινας. Καὶ τίποτε δὲ μποροῦσε νὰ τὴν
διώξῃ ἀπὸ κεῖ μέσα. Ὅταν δούλευε μὲ τὴν ἐργατιά, αὐτὴ ἔσερνε πάντα
τὸ τραγούδι καὶ τραγουδοῦσε ὅλο τραγούδια γιὰ τὸν ξενιτεμμένο τὸ γυιὸ
της, ποὺ πάντα ἐρχὸταν καὶ ποτὲ δὲ φαινόταν!
Ὅλος ὁ κόσμος, ἄντρες καὶ γυναῖκες, τὴν ψυχοπονοῦσαν τὴν καημένη
τὴ Μήτραινα κι ἔλεγαν μέσα τους:
- Ὁ Θεὸς νὰ τῆς αὐξαίνῃ τὴν ἐλπίδα τῆς ὀρφανῆς!
῎Ετσι περνοῦσαν τὰ χρόνια καὶ ἡ Μήτραινα ἐξακολουθοῦσε νὰ
ἐλπίζῃ, κι ὅλο νὰ ἐλπίζῃ. Κάθε βράδυ περίμενε τὸ Γιάννη της καὶ κάθε
βράδυ ξενυχτοῦσε ἔρημη καὶ μοναχὴ στὸ σπιτοκάλυβό της, χωρὶς ν’
ἀδημονῇ, χωρὶς ν’ ἀπελπίζεται.
Εἶχε χάσει τὸ λογαρτασμὸ πόσα χρόνια εἶχε ὁ Γιάννης της στὰ ξένα.
Δὲ θυμόταν πόσα χρόνια τῆς βάραιναν τὴ ράχι, κι ἀπὸ τὴν ἠμέρα, ποὺ
ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, εἶχε σκεπάσει τὸν καθρέφτη της, ποὺ εἶχε
κρεμασμένο δεξιὰ στὴν πόρτα της, καὶ ἀπὸ τότε δὲν εἶχε δεῖ τὸ πρόσωπό
της! Τὰ μαλλιά της εἶχαν ἀσπρίσει ὅλα,τὸ πρόσωπό της εἶχε ζαρώσει, ἡ
ράχι της εἶχε κυρτώσει κι αὐτὴ δὲν τὸ γνώριζε!
Ἂν κάθε δειλινὸ ἔβγαινε στ’ ἀγνάντια ἡ Μήτραινα, γιὰ νὰ ἰδῇ τὸ
παιδί της νἄρχεται, ὅμως οὔτε φαῒ ἑτοίμαζε, οὔτε ἔστρωνε, οὔτε τὴ
σκύλα ἔδενε, γιὰ νὰ μὴν ἀλυχτᾷ τοὺς χωριανούς. Μόνο τὴν παραμονὴ
τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ ἔκανε αὐτὴ τὴ δουλειά.
Τὸ εἶχε κομποδεμένο ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅτι θὰ ἐρχόταν ὁ Γιάννης
της χωρὶς ἄλλο, ξημερώνοντας ἡ γιορτή του. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν παραμονή,
χωρὶς νὰ βγῇ καθόλου στ’ ἀγνάντια, ἔσφαζε τὴν παχύτερή της κότα, τὴ
ζεματοῦσε, τὴ μαδοῦσε καὶ τὴν ἔβανε νὰ βράσῃ, σκούπιζε τὸ σπίτι καλὰ
- καλά, ἔστρωνε καθαρά, κι ἔδενε τὴ σκύλα, γιὰ νἄναι ὅλα ἕτοιμα τὸ
πρωῒ καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄλλη δουλειά, παρὰ νὰ πάῃ μόνο στὴν ἐκκλησιά
κι οὐδ’ ἄλλο, κι οὐδ’ ἄλλο.
Τόσοι Ἅϊ - Γιάννηδες πέρασαν καρτέρει καὶ καρτέρει, ποὺ μποροῦσαν
νὰ κάμουν ἀκέριο μῆνα, κι ὁ Γιάννης τῆς Μήτραινας δὲ φαινόταν! Τί νὰ
εἶχε γίνει ὁ Γιάννης! Χωρὶς ἄλλο θὰ ἔλειωσαν τὰ κόκκαλά του κάτω
ἀπὸ τὸ μαῦρο μνῆμα χωρὶς κερί, χωρὶς λιβάνι, χωρὶς τρισάγιο, χωρὶς
λουλούδια, χωρὶς δάκρυα!
Ἀλλὰ ποῦ περνοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὸ νοῦ τῆς Μήτραινας!
Ὅταν ἔβρασε καλὰ ἡ κότα, εἶχε βασιλέψει ὁ ἥλἰος. Τότε ἡ Μήτραινα
τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φωτιά, τὴν ἀπόθεσε ψηλὰ, κι ὕστερα ἔκαμε τὸ
σταυρό της ἐμπρὸς στὸ εἰκόνισμα, παρακαλῶντας τὴν Παναγία καὶ τὸν
Ἅϊ - Γιάννη νὰ τῆς φέρουν τὸ παιδί της γερὸ καὶ καλὰ ἀπὸ τὰ ξένα.
Χάλασε καὶ σκέπασε τὴ φωτιά, ἔσβησε τὸ λυχνάρι καὶ πλάγιασε νὰ
κοιμηθῇ γιατὶ ἦταν περασμένη ἡ ὥρα.
Τὰ πρόσφορα τὰ εἶχε ἕτοιμα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ. Τὸ βαθὺ
πρωΐ, νύχτα ἀκόμη, πρὶν λαλήσουν οἱ πετεινοί, ἅμα ἄκουσε τὸ σήμαντρο˙
τῆς ἐκκλησίας, σηκώθηκε, νίφτηκε, ἄναψε τὸ καντήλι στὸ εἰκόνισμα,
ἔκανε τὸ σταυρό της κι ἄναψε τὴ φωτιά. Ἔφτιασε τρία τέσσερα κεριά,
γέμισε τὸ ροΐ της λάδι, πῆρε τὸ πρόσφορό της καὶ κίνησε γιὰ τὴν
ἐκκλησία.
Ξεκινῶντας ἔκλεισε πίσω της τὴν πόρτα μόνο μὲ τὸ μάνταλο, γιὰ νὰ
μπορέσῃ νὰ μπῇ μέσα μονάχο του τὸ ξενιτεμμένο της παιδί. Ἦταν τόσο
βέβαιη, ὅτι θὰ ἐρχόταν χωρὶς ἄλλο ὁ Γιάννης της ἐκεῖνο τὸ πρωΐ! Στὴν ἐκκλησία κάθισε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας ὢς τὸ τέλος
καί, ὅπως συνήθιζε πάντα, πῆγε στὴν πύλη τοῦ ἱεροῦ πρώτη - πρώτη,
γιὰ νὰ πάρῃ ἀντίδωρο πρωτύτερα ἀπ’ ὅλο τὸ ἄλλο χωριὸ καὶ νὰ πάῃ
γρήγορα στὸ σπίτι της, νὰ δεχτῇ τὸ παιδί της, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν
ξενιτειά.
Ἔτσι ἔκανε πάντα, κί ὁ παπᾶς, ποὺ ἤξερε αὐτὴ τὴν ἀδυναμία της,
τῆς ἔδινε ἀντίδωρο πρῶτα ἀπ’ ὅλους˙ κι αὐτὴ παίρνοντας τ’ ἀντίδωρο
βγῆκε τρεχάτη ἀπὸ τὴν ἐκκλησία κρατῶντας στὸ χέρι τὸ ἀδειανὸ ροῒ
καὶ τράβηξε ἴσια γιὰ τὸ σπιτοκάλυβό της.
Δὲν εἶχε φέξει καλά, ὅταν γύριζε, κι ἡ συννεφιὰ ἡ βαρειά, ποὺ κρεμόταν
στὸν αἰθέρα,ἔκανε τὸν οὐρανὸ μαῦρο καὶ φοβερό. Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε δυνατὰ
κι ἡ Μήτραινα ἔτρεχε γρήγορα πατῶντας ὅπως τύχαινε μέσα
στὶς λάσπες, γιὰ νὰ φτάσῃ τὸ γρηγορώτερο στὸ σπιτοκάλυβό της καὶ νὰ
σφίξῃ στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της.
Μπαίνοντας στὴν αὐλὴ κοίταξε ὁλόγυρα, γιὰ νὰ ἰδῇ ἂν εἶναι κανένα
μουλάρι, καὶ μὴ βλέποντας τίποτε ἀπόθεσε κάπου τὸ ροΐ της, βγῆκε στὸ
δρόμο καὶ τράβηξε ἴσια κατὰ τ’ ἀγνάντια. Καὶ ἅμα ἔφτασε στὴ μεριά,
ποὺ εἶχε χωριστῆ μὲ τὸ Γιάννη της, φώναξε μὲ μεγάλη φωνή:
- Γιάννη η η η! Γιάννη, οὔουου!
- ῾Ορίστεεε! ἀπολογήθηκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ μακριά.
- Χτύπα γρήγορα, παιδάκι μου, γιατὶ σ’ ἔφαγε τὸ κρύο. Τοῦ
ἀπολογήθηκε ἡ Μήτραινα.
Σὲ λίγο τὸ ποδοβολητὸ τοῦ μουλαριοῦ ἀκουγόταν ξαστερώτερα, ἀλλὰ
ἡ Μήτραινα δὲν τὸ κουνοῦσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ μεριά.
Τὸν περίμενε ἐκεῖ τὸ Γιάννη της, ὣς ποὺ ἦρθε.
- Παιδάκι μου! Ψυχούλα μου!
- Μαννούλα μου! Ποιός σοῦ πῆρε τὰ συχαρίκια καὶ βγῆκες τέτοια
ὥρα ἐδῶ, νὰ μὲ καρτερῇς;
- ῾Η ἐλπίδα μου, ψυχούλα μου! ῾Η ἀνίκητη ἐλπίδα μου, ποὺ φώλιαζε
μέσα ἐδῶ, στὴν καρδιά μου βαθιά!
῾Ο Γιάννης κατέβηκε ἀπὸ τὸ μουλάρι, ἡ Μήτραινα ἄνοιξε τὴν
ἀγκαλιὰ καὶ μάννα καὶ παιδὶ ἔγιναν ἕνα ἀπὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα.
᾽Εκεῖ, στὴν ἴδια τὴν μεριά, ποὺ ἀγκαλιάστηκαν καὶ φιλήθηκαν μάννα
καὶ παιδὶ τὸ πικρὸ ἀγκάλιασμα καὶ φίλημα τοῦ χωρισμοῦ, ἐδῶ καὶ τόσα
χρόνια, ἐκεῖ, στὴν ἴδια τὴ μεριὰ πάλι μάννα καὶ παιδὶ ξαναφιλιόνταν καὶ
ξαναγκαλιάζονταν τὸ χαρμόσυνο φίλημα κι ἀγκάλιασμα τοῦ ἐρχομοῦ.
Κι ἔτσι ἀγκαλιασμένοι ἔφτασαν στὸ σπιτοκάλυβο. Μιὰ βαρειὰ τουφεκιὰ ἔπεσε στὸν αὐλόγυρο τῆς Μήτραινας, ποὺ βρόντησε ὅλο τὸ χωριό.
Ἡ χαρὰ τῆς Μήτραινας οὔτε γράφεται οὔτε μολογιέται!
Πρώτη φορά, ἀφότου ξενιτεύτηκε ὁ Γιάννης, θρονιαζόταν ἡ χαρὰ στὸ
ταπεινὸ σπιτοκάλυβο τῆς Μήτραινας.
«Διηγήματα τῆς ξενιτειᾶς»                Χρῖστος Χριστοβασίλης
(Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄Γυμνασίου , Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων, Εν Αθήναις 1957)