Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ο όρκος

 
    Εδώ στην ίδια θέση αντίκρυ στο τζάκι καθόταν και τότε που ήρθε το πρώτο μαντάτο. Βέβαια, άλλο ήτανε τότε κι άλλο τώρα. Τώρα ήρθε η Αντωνία του Μυλωνά και ζήτησε τη μοναχοκόρη της για νύφη: "Ο γιος μου είναι τρελός και παλαβός για την Άννα. Μου' πε να' ρθω η ίδια να στο πω , και πως κανένας μη γελαστεί και φέρει εμπόδιο, γιατί κακό μεγάλο θα γίνει".

    Η Ασημίνα κοιτάει τις κόκκινες φλόγες να ξεπετιούνται απ' τα ξύλα. Πότε να μεγαλώνουν, πότε να χάνονται, πότε να παίρνουν λογής λογής παράξενα σχήματα. Τότε, εκείνο το χειμώνα, ήτανε μαύρο το μαντάτο. Κι οι πύρινες γλώσσες αλλιώς φαίνονταν ανάμεσα απ' τα σκυμμένα κεφάλια. Σαν ακαπίστρωτα άλογα χυμούσαν ψηλά και λες πάλευαν με φαντάσματα. Βέβαια, όλα αλλιώς ήτανε τότε. Όμως και τώρα ένα σφίξιμο νιώθει. Τι θα πει αύριο στην Αντωνία που θα΄ρθει για την απάντηση;

    Κοιτάει και ξανακοιτάει τη φωτιά στο τζάκι. Αυτή έκανε όρκο μεγάλο πως ποτέ δε θα΄δινε την κόρη της σε πεθερά. Δεκαεφτά χρόνια λέει και ξαναλέει τον όρκο κάθε βράδυ σαν προσευχή στον εαυτό της. Από τότε που ήρθε το μαύρο μαντάτο. Λάθος, δεν είν' δεκαεφτά. Είναι δεκαοχτώ, από τότε που γεννήθηκε η κόρη της. Μα όχι, ούτε κι από τότε είναι. Είναι δεκαεννιά. Δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια. Από τότε που παντρεύητηκε. Από τότε έκανε τον όρκο.

   Όλο το χωριό τη μακάριζε για την τύχη της. Μα κι όλοι λέγανε, πως για το λεβέντη το Στέλιο, το γιο του καπετάν Μαρώκη, μονάχα η Ασημίνα, που ήταν πρώτη στην ομορφιά, τη γνώση και την προκοπή, μονάχα αυτή ταίριαζε.

   Ωστόσο, η μάνα της στεναχωριόταν. Κάποτε την άκουσε να λέει στη θεία Μαρία:
 " Δε λέω, Μαρία, πολύ καλό είν΄το παιδί, κι η Ασημίνα μου τον αγαπάει. Όμως η κόρη μου μπαίνει μέσα σε πεθερικά".
   Η Ασημίνα δεν κατάλαβε τότε, τι ήθελε να πει η μάνα της. Μα σαν παντρεύτηκε, και μπήκε σ΄αυτό το σπίτι, τότε πια έζησε τη μαύρη ζωή της νύφης.

   Απ' την πρώτη κιόλας βδομάδα, ένιωσε, σε τούτο το σπίτι, το σπίτι του αντρός της, μια ξένη. Τι ξένη; Πεθερά και κουνιάδες την είδαν σαν εχθρό.
   Ο άντρας της, καλός, γλυκομίλητος, με κάθε τρόπο έδειχνε την αγάπη του. Πώς να τα συγχωρήσουν αυτά αδελφές και μάνα; " Ακούς εκεί, να' ρθει μια ξένη να πάρει τ' όνομά τους, να θρονιαστεί στο σπίτι τους και να' χει τα πρωτεία; Ε, όχι." Κι άρχισε φανερός και κρυφός πόλεμος. Όλα της νύφης στραβά.
   Μήνες έκανε η Ασημίνα να ξεμάθει τις συνήθειες τις δικές της και να μάθει τις δικές τους. Μήνες να συνηθίσει τα χούγια τους, τα φερσίματά τους. Μήνες να καταλάβει τους τρόπους τους και τη συμπεριφορά τους. Εκείνο που δεν κατάφερε, ήταν να ξεριζώσει τ' αδελφάκια της και τους γονιούς της από μέσα της.
Μπορεί, αν είχε κοντά της τον άντρα της, να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Μα ο Στέλιος της βρισκόταν σε ταξίδια και σπάνια έμενε στο σπίτι. Βέβαια, όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι της, πολλά άλλαξαν. Αφοσιώθηκε σ' αυτό και δεν την πολυένοιαζε για όλα τριγύρω. Ούτε κι έδινε μεγάλη σημασία. Μα όταν ήρθε το μαύρο μαντάτο, ε, τότε πια άλλαξε ολωσδιόλου η ζωή της.

   Και τότε καθόταν εδώ στην ίδια θέση και βύζαινε το μωρό. Κι η πεθερά κι οι κουνιάδες ήταν σκυμμένες στο τζάκι, όταν μπήκε ο πεθερός και τους είπε ότι το καράβι βούλιαξε στη Μαύρη θάλασσα. Δεν τους το' πε έτσι ακριβώς, μα αυτές κατάλαβαν ότι ο Στέλιος πνίγηκε. Μονομιάς τινάχτηκαν απάνω κι άρχισαν να ξεφωνίζουν, να τσιρίζουν,να σκληρίζουν και να τσουρομαδιούνται. Το ίδιο και η Ασημίνα. Και το μωρό της χάμω να κλοτσάει, να κλαίει και να μη σταματάει τις στριγκλιές και τα ξελαρυγγίσματα.
  Ύστερα, μαυροφόρεσαν και κλειδώθηκαν στο σπίτι. Μονάχα εκκλησιά και θρησκευτικά καθήκοντα. Κι από τότε πια άρχισε η μαύρη της ζωή. Όχι βέβαια, επειδή τώρα δούλευε πιο πολύ. Η Ασημίνα ήταν πολύ δουλευτάρα. Πάντα σηκωνόταν απ' την αχάραγη νύχτα κι άρχιζε απ' το κατώγι και τα ζωντανά. Κι όταν τέλειωνε τις κάτω δουλειές, και καλοξημέρωνε, ανέβαινε απάνω. Ήξερε ότι ήταν η ώρα που άνοιγε τα μάτια ο πεθερός. Άνοιγε κι αυτή προσεκτικά την κάμαρά του για ν' ανάψει το τζάκι.

  Ήταν η κάμαρα που κοιτούσε στη θάλασσα και την έβλεπε όλη μέρα ο ήλιος. Εδώ περνούσε η οικογένεια τις χειμωνιάτικες μέρες. Καθώς έμπαινε η Ασημίνα, ανασήκωνε με το΄να χέρι την κουρελού για ν΄ανοίξει δρόμο. Παραμέριζε ύστερα το σκαμνί που ήτανε μπροστά στο τζάκι, έσκυβε κι απόθετε τα λιανόκλαδα που κρατούσε στην αγκαλιά της και καθόταν ν' ανάψει τη φωτιά. Καμιά φορά χρειαζόταν να φυσήξει. Και τότε έσκυβε πιο πολύ και χαιρόταν το λαμπύρισμα και τη ζέστη. Ήξερε , ότι άμα άναβε φωτιά, και σηκωνόταν ο πεθερός, αυτή δεν είχε πια δικαίωμα να πλησιάσει στο τζάκι. Συχνά , έριχνε μια ματιά απ' τ' ανοιχτά παράθυρα στη θάλασσα και το ίδιο καυτερό δάκρυ ανέβαινε στα μάτια της. Ύστερα, έβαζε στο γιούκο στρωσίδια και σκεπάσματα, και σκούπιζε. Τότε μπαίνανε μέσα πεθερά και κουνιάδες , κι αυτή άρχιζε με τις άλλες κάμαρες. Συχνά αποξεχνιόταν με τις δουλειές, κι ούτε θυμόταν να φάει. Κανένας δε νοιαζόταν . Κανένας δεν τη ρώτησε ποτέ αν κουράστηκε. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε αν αρρώστησε. Όλα μονάχη τα περνούσε στο πόδι. Ποτέ δεν της έδειξαν λίγη συμπόνια, λίγη ανθρωπιά. Από τότε που χάθηκε ο άντρας της , σαν δούλα τη μεταχειρίζονταν.
     Ούτε και το παιδί της το συμπάθησαν. Και σαν παντρεύτηκε η μεγάλη κουνιάδα κι έμεινε μαζί τους, ύστερα απ΄τον ξαφνικό θάνατο του αντρός της, με το μωρό της στην αγκαλιά, τότε πια ολοφάνερα δείχνανε την αντιπάθεια στο κοριτσάκι της. Απορούσε η Ασημίνα, πως οι στεγνωμένες τους ψυχές κρύβαν τόσο μεγάλη αγάπη για το γιο της κουνιάδας. Όλα του γιου σωστά. Όλα της κόρης στραβά. Ό,τι και να΄κανε , τους έφταιγε. Όπως και να φερόταν , τους πείραζε.
"Πραγματικό αγγόνι, της λέγανε, είναι ο Λάκης μας. Η κόρη σου είναι για μας ξένη . Ξένη πόνεσε να τη γεννήσει. Δεν πόνεσε η αδελφή μας..."

   Περνούσαν τα χρόνια. Όσο μεγάλωνε η Αννούλα της, τόσο και χειροτέρευε η κατάσταση. Το κοριτσάκι της έμοιαζε με λουλουδάκι που το΄χαν πνιγμένο αγριοπούρναρα. Μόλις έκανε να ξεμυτίσει, να χαρεί τον ήλιο, να πάρει ανάσα ερχόταν τ' αγκάθια και τρυπούσαν το τρυφερό του κορμί. Κι όταν έγινε δώδεκα χρονώ, κι είδε η Ασημίνα ότι η ζωή δεν ήταν πια σ' αυτό το σπίτι για το παιδί της, πήρε την απόφαση να φύγει.

Ξαφνικά πέθανε από συγκοπή ο πεθερός. Και μέσα στο μήνα πάει κι πεθερά, που ήταν από δυο χρόνια κρεβατωμένη. Κι έτσι, καθώς μοιράστηκαν τα κτήματα, κι έπεσε στο μερδικό της Ασημίνας τούτο το σπίτι και τ' αμπέλι στη ρεματιά, φύγανε οι κουνιάδες κι απόμειναν η Ασημίνα κι η κόρη της μονάχες στο σπίτι.
    Πολλές φορές βλέπει η Ασημίνα τον εαυτό της να μπαίνει νυφούλα σ' αυτό το σπίτι, και την πιάνει μανία. Της έρχεται να ξεσκίσει τ' άσπρο μεταξωτό φουστάνι. Να κουρελιάσει το νυφιάτικο πέπλο. Να κομματιάσει όλα όσα βρίσκονται μπροστά της. Να χτυπήσει και να διώξει τους καλεσμένους . Να ξεκουμπήσει τα πεθερικά και να μείνει ολομόναχη. Ύστερα , να ξεγυμνωθεί ολότελα και να χώσει τα νύχια της στο κορμί της και να ξεσκίζει τις σάρκες της . Να βλέπει το αίμα να ξεπηδάει ζεστό και κόκκινο, και να χαίρεται , και να ευχαριστιέται. Να πέφτει χάμου, να χτυπιέται, και να σηκώνεται και να τσουρομαδιέται, και να ξαναπέφτει, και να ξανασηκώνεται , και να ξαναρχίζει να πέφτει, ώσπου να μην μπορούσε πια να σηκωθεί.

   Όμως το κοριτσάκι της το αγαπούσε πολύ η Ασημίνα.Πιο πολύ απ΄τον εαυτό της. Κι ονειρευότανε να το δει νυφούλα. Μα νυφούλα μονάχα με το γαμπρό και κανένα συγγενή..." Η κόρη σου τον αγαπάει το γιο μου. Κι ο γιος μου είναι τρελός για την Άννα. Μου' πε να' ρθω η ίδια να στο πω, και πως κανένας μη γελαστεί και φέρει εμπόδιο, γιατί κακό  μεγάλο θα γίνει..."
  Τα λόγια της Αντωνίας, σαν τον κασμά που χτυπάει τη γης , και ξεσκάβει τις ρίζες , και τις πετάει έξω, αγωνίζονταν να ξεριζώσουν τον όρκο. Μα ο όρκος της Ασημίνας έχει βαθιές και γερές ρίζες. Όχι, η Ασημίνα δε θα ' δινε την κόρη της σε πεθερικά.

   Κοιτάει το τζάκι που κοντεύει να σβήσει. Ένα παράξενο χαμόγελο πέρασε απ' το κουρασμένο της μούτρο . Αύριο που θα' ρθει η Αντωνία, θα της πει: " Ναι, συμπεθέρα, ο γάμος θα γίνει του Θωμά. Και τ' αρβωνιάσματα, τούτη την Κυριακή κιόλας".

  Οι μέρες καλοσύνεψαν. Σ΄ένα μήνα έχουμε του Θωμά. Απ' το πρωί το' βαλε στο νου της η Ασημίνα να πάει να μαζέψει με τη συμπεθέρα, την Αντωνία, ραδίκια. Θα πάνε στ' αμπέλι της ρεματιάς. Εκεί, στο δρόμο, που είναι οι βατομουριές, βρίσκει κανείς μεγάλα και τρυφερά ραδίκια. Και σήμερα είναι μια λιακάδα, μια λιακάδα...

Ξαφνιάστηκε η Αννούλα.
- Γιατί έτσι βία , μάνα;
-Λίγον αγέρα, παιδί μου. Θα πάρω και τη συμπεθέρα. Να δω και τα κλήματα, αν ξεμύτισαν τα φύλλα.

  Κι ετοιμάστηκε βιαστικά βιαστικά. Πήρε και καλάθι, και δυο μαχαίρια. Η συμπεθέρα κουβάλησε ένα τσούλι. Είχε μαζί της και ψωμοτύρι. Ξεσηκώθηκε κι η πλαϊνή η ψάλταινα.

- Θα' ρθω μαθέ ςκι εγώ
Θεριό έγινε η Ασημίνα.
- Άσε μας, χριστιανή μου. Άσε μας δυο συμπεθέρες να πάρουμε τον αγέρα μας. Να τα πούμε και λιγάκι...

Η συμπεθέρα ήτανε όλο χαρά. Η Άνοιξη έλαμπε. Γλύκα η ατμόσφαιρα και λαχταριστή ζέστα ο ήλιος. Στο δρόμο, εκεί, που το μονοπάτι στενεύει τόσο, που δύσκολα χωρούν να περάσουν, κι η κατηφοριά ως το βάθος που τρέχει το νερό , γίνεται άγρια κι απότομη, κοντοστάθηκε η Ασημίνα. Μέτρησε με το μάτι το γκρεμό, και συνέχισε αμίλητη το δρόμο.

  Πήγανε οι δυο συμπεθέρες στ' αμπέλι, φάγανε ψωμοτύρι και μαζέψανε ραδίκια. Η Αντωνία αργούσε παραπάνω. Διάλεγε τα μεγάλα και τα καθάριζε μαζί. Η Ασημίνα μάζευε στην τύχη, ακόμα κι αγριόχορτα. Ύστερα κουβέντιασαν για το γάμο.
- Ξέρεις, συμπεθέρα, μεγάλη τύχη έχω που κάνω νύφη την κόρη σου. Σκεφτόμουνα για το γιο μου μια νύφη σαν κι εσένα. Και ποια μπορεί να' ναι τόσο προκομένη, τόσο καλή, τόσο υπομονετική σαν την Ασημίνα του Μαρώκη; Ποια άλλη, εκτός απ΄την κόρη της; Γιατί ξέρεις κι εγώ το Θάνο μου τον αγαπώ. Τον αγαπώ πολύ. Κι αν έπαιρνε γυναίκα που δε θα τον είχε όπως ονειρεύομαι , θεριό θα γινόμουνα. Θεριό ανήμερο να την πνίξω...Μα τι έπαθες, συμπεθέρα; Μη χειρότερα ...Σε καλό σου...Κάτι έχεις σήμερα.

  Στο γυρισμό , η Ασημίνα περπατάει βαριά. Βλέπει τα χωράφια καταπράσινα. Κι ανάμεσα απ' τα στάχυα, που σάλευαν νωχελικά, ορθόστητες, κατακόκκινες παπαρούνες , λες και στάζαν αίμα.

  Εκεί που στενεύει το μονοπάτι, σαν έφτασε η συμπεθέρα, πατάει τις φωνές η Ασημίνα.
-Στάσου, στάσου, συμπεθέρα . Στάσου.
Κέρωσε η συμπεθέρα. " Θεέ Μεγαλοδύναμε, τι έπαθε τούτη, καλέ;"
Σαν τρελή τρέχει η Ασημίνα και πέφτει μ' ορμή απάνου της. Την ίδια στιγμή δυο σώματα τινάχτηκαν στον γκρεμό. Κάτι πέτρες ξέφυγαν απ' τη θέση τους και κύλησαν στο βάθος. Το νερό εμποδίστηκε για λίγο. Ύστερα άνοιξε δρόμο ανάμεσα απ΄τα δυο πτώματα.

  Αναβλήθηκε ο γάμος για να γίνουν τα σαράντα.

Το βράδυ, ύστερα απ΄το γάμο, λέει ο Θάνος στη νύφη.
- Τώρα δεν έχω στον κόσμο άλλον από σένα. Πρώτα είχα και τη μάνα μου. Τώρα εσένα έχω γυναίκα , εσένα και μάνα.
- Κι εγώ, εσένα άντρα εσένα και μάνα, έκανε αυτή με  φωνή πνιγμένη  στον πόνο και στην ευτυχία.








Δημοσιεύτηκε στο " Μακεδονικό Ημερολόγιο " το 1950 και περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων της Ιφιγένειας Χρυσοχόου, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ : Οικιακά, Εκδόσεις Φιλιππότη , Αθήνα 1988


3 σχόλια :

e-Apenanti είπε...

Καλημέρα Σοφία,
με "ρήμαξε" η ανάρτησή σου. Συγκλονιστική.

(που πάς και τα βρίσκεις ήθελα νάξερα).

υγ. Είστε καλά ;
Χαιρετίσματα δώσε

Ανώνυμος είπε...

Σοφούκα μου, καλημέρα σου!

Από καιρό θέλω να μου λύσεις μια απορία:
Πώς γίνεται να έρχεται στο μέιλ μου
Just for you from youtube weekly update
ένα ομολογουμένως εξαιρετικό μουσικό κομμάτι κάθε φορά by ofisofi?

Σήμερα ήταν "O γλάρος, το τραγούδι της παραλίας, Ελένη Καραΐνδρου, ανέκδοτα"

κ.κ.

sofia είπε...

Καλησπέρα κ.κ

Με έκπληξη διαβάζω αυτό που γράφεις. Πρώτη φορά μου το γράφει κάποιος και δεν έχω ιδέα. Επιπλέον δεν γνωρίζω το email σου.

Πολύ μου αρέσει το Σοφούκα!