Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

οι στάλες της βροχής γράφουν μια μεγάλη επιστολή στα τζάμια...


Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν
μυστηριώδεις υποθέσεις - την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα
τ' απογέματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν μοιάζουν μ' ένα
παραμύθι που δε μάς το τελείωσαν και γυρίζει και μάς αναζητά
ή όταν ακούω ένα φλάουτο να παίζει το βράδυ συλλογιέμαι πως
όλα θα τελειώσουν κάποτε.
Καμιά φορά βρέχει και κάθομαι σ' ένα καφενείο, οι άνθρωποι όσο
γερνάνε γίνονται πιο ξένοι
κι είδα κάποιους απελπισμένους να περιμένουν στους σιδηροδρομικούς
σταθμούς, όχι για το ταξίδι, αλλά για τ' όνειρο
ενώ οι στάλες της βροχής γράφουν μια μεγάλη επιστολή στα τζάμια.
Ποιος τη στέλνει; Τι γράφει; Θ' απαντήσεις;

Τάσος Λειβαδίτης,Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου,Ποιήματα, τ. 3
 Κέδρος2003, 6η έκδοση

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Τα κρίνα του φθινοπώρου


Τα κρίνα του φθινόπωρου τα πιο μεθυστικά
προτού να μαραζώσουν και να σβύσουν
τους τελευταίους ανασασμούς ήρθαν γλυκά γλυκά
στα πόδια μου να τους σκορπίσουν.
                                                                   Κωστής Παλαμάς

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας

   Τ' απογιοματάκι μπαίνει ένας ζήτουλας: μπρε τού λέω, πώς σε λένε, πούθ' έρχεσαι; Από πάνω μου κάνει και μού δείχνει αόριστα` διακονεύω ψωμάκι` έτσι ο θεός να σχωράει τους θαμμένους σου, δεν κάνεις αφεντικό μ' ένα έλεος;
   Τον λυπήθηκα` αχ πώς πόνεσε η καρδιά μου του δόλιου` σκέφτηκα πως η ίδια μοίρα μάς ένωνε` περιπλανώμενες είμαστε δυό ψυχούλες κ' οι δυό μας` σπουργιτάκια των δρόμων` να, δυό κακόμοιρα πλάσματα. Όλοι οι άνθρωποι είναι καταγραμμένοι και ήσυχοι` βρίσκονται καταχωρημένοι κανονικά στα βιβλία, με ημερομηνίες και ονόματα. Έχουνε κ' ένα αμετάβλητο νούμερο: τον αριθμό του μητρώου τους` είναι τα ονόματά τους μακρότατα: Γεώργιος Καντακουζηνός, του Ιωάννου και Ελένης` μην ψάχνει άδικα και τους βρίσκει η αιωνιότη, φτάνουν απ' το χωριό ως το έθνος` νομός, επαρχία, δήμος, κοινότης` κ' έπειτα οι θρησκείες και τ' άλλα` σίγουρα πράματα` η αλήθεια ολόσωμη με υπογραφή και σφραγίδα` όχι τρίχες.
Ενώ εμείς όλο από πάνω ερχόμαστε και δείχνουμ' αόριστα. Είναι τα πιστοποιητικά μας αμφίβολα, είναι οι δρόμοι μας γρίφοι` άγραφη είναι η ληξιαρχική μας σελίδα` άγραφη αφού δε μάς γνώρισε και μήτε την ξέρουμε. Την αξιοπρέπεια, την τιμή, το δικαίωμα, τα κάνουμε μεις λαθρεμπόριο γιατ' είναι μονοπωλημένα τα είδη τους` κυκλοφορούν, χωρίς τα ένσημά τους στα χέρια μας τ' απαγορευμένα αυτά πράγματα. Τάχουν αυτοί κάμει φίρμα τους` τα βάζουν και στα εμπορικά τους ταμπέλα. Ο Θεός! είδος οικόσημο` η αρετή` σπεσιαλιτέ - ειδικότης... Μα ποιος θα μπόραε να ψήσει αντάμα τους κάστανα. Σας λέω μητ' ο διάολος. Τουλάιστο ο διάολος - ο αγαθός αυτός άφρονας - σου ζητάει μοναχά την ψυχή σου και σ' αφήνει όλα τ' άλλα: Το δικαίωμα της ζωής, την απόλαυση, τον έρωτα της γυναίκας, το γέλιο. Σε συντρέχει μάλιστα να τ' αποχτήσεις μπρε μάτια μ'. Πού τέτοιος φίλος! μια ψυχούλα στην έχω χαλάλι του. Ενώ αυτοί - άβυσσος αυτουνών το ιμάτιο - αυτοί όλα τα θέλουν, θέλουν και την ψυχή και το σώμα. Σου υπόσχονται και τη βασιλεία των ουρανών, μα σου χτυπάνε μαέστρικα τη βασιλεία της Γης μας. Ο "περί δικαίου των κώδικας " μόνο για δικαιοσύνη δε γράφει. Ο " Οίκος" των προμηθεύει μόνο άστεγους, και η φιλανθρωπία τους " Αμαρτωλών Σωτηρίες"...Αμαρτιών μας τα πλήθη...εμείς...ενώ αυτοί συγγράφουν Βοκκάκιο στα γόνατα των κοριτσιών των δικών μας!...Σας λέω είν' εξαίσιοι!
    Να, για δαύτο γυρίζουμε. Είμαστε της ζωής μεις οι μούργοι κ' είν' οι άλλοι κορόιδα μας. Εμείς καλλιεργούμε μόνο από έρωτα προς την ελευθερία το ψέμα - ένα ψέμα όλο ποίηση, μιαν αναποδιά όλην οίστρο - ενώ αυτοί είναι αυτόδουλοί του και σκλάβοι του. Η συμφωνία τους είναι ν' αλληλοκλέβουνται έντιμα, ενώ η κλεψιά είναι άτιμη. Είν' η συνθήκη τους τίμια με σήμα κατατεθέν της το ψέμα. Τι μπρίο! Τι μπρίο! Πώς διάολο συσχετίζουν τα άσχετα; Πώς μπρε μάτια μ' συμβιβάζουν τα άκρα; Είναι όλοι τους "τίμιοι" κατά τον πιο άτιμο τρόπο!...Πού να τους παραβγούμε εμείς οι κακόμοιροι σ' αυτή τους την ανομία τη νόμιμη, σ' αυτή την πεπειραμένη αρετή τους. Είναι πολύ πεζεβέντηδες...
   Να, γι΄αυτό γκιζιρνάμε. Μήτε σπείρουμε, μήτε θερίζουμε γιατί για μάς είναι τα χούματα μπρούτζινα και  νικέλινη η γη μας. Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυό ημισφαίρια μάς πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε: της ζωής και του θανάτου` μια πατρίδα γνωρίζουμε: των σολών μας το πάτι. Είμαστε μεις οι πολίτες του άπειρου, κ' έχουμε κ' εμείς μια σφραγίδα: τον πάτο μας. Μ' αυτήν σφραγίζουμε μεις τα πιστοποιητικά της τιμής των...

Απόσπασμα από  Το Θείο Τραγί ,που  έγραψε ο Γιάννης Σκαρίμπας το 1931 και δημοσίευσε το 1933. Το έργο αυτό χαρακτηρίζει η νεωτερική γραφή  που επικεντρώνεται κυρίως στην αφηγηματική τεχνική, στην αναρχική γραφή και στον ιδιάζοντα χαρακτήρα του πρωταγωνιστή- ήρωα .
Πολλοί κριτικοί θεωρούν ότι στο Το Θείο Τραγί  μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα στοιχεία της γραφής του Σκαρίμπα, όπως θα εξελιχθεί στα μετέπειτα έργα του.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήρθε στη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 και τοποθετείται στην πρωτοπορία της ελληνικής λογοτεχνίας εξ αιτίας του μεγάλου και πολυποίκιλου έργου του

Γιάννης Σκαρίμπας , Το Θείο Τραγί, Νεφέλη 1993

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Δειλινός περίπατος



Τα σπίτια έχουν τα μυστικά τους. Νεύουν αναμεταξύ τους με χρώματα, με σκαλίσματα, με παράθυρα, ανθέμια, καπνοδόχους στις πιο απίθανες και υπονοητικές στάσεις. Μόλις βγαίνω απ' την πόρτα μου τα συλλαμβάνω επ' αυτοφόρω να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα. Μονομιάς σωπαίνουν κι οι προσόψεις τους σοβαρεύουν  σα να μπήκε στη φιλική του συγκέντρωση κάποιος ξένος. Έχουν τη δυσαρεστημένη έκφραση του ανθρώπου που έπινε το τσάι του και τον ενοχλήσανε τόσο που το χέρι του με το φλιτζάνι καρφώθηκε ασάλευτο λίγο πιο κάτω απ' το πηγούνι του. Το ίδιο κι οι δρόμοι. Μόλις με βλέπουν κλειδώνουν βιαστικά τα μυστικά τους πότε κάτω απ' το φανάρι της γωνιάς, πότε κάτω απ' τις λίγες πιπεριές, πότε στη σκιά ενός σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου. Μοιάζουν έτσι με τον κλειδωμένο τεράστιο μπουφέ του παλιού  σπιτιού μας. Πίσω απ' τα σκαλιστά του κρύσταλλα, που αντανακλούσαν τα φωτεινά τετράγωνα των παράθυρων μικρογραφημένα, μάντευα τα λεπτά ρακοπότηρα, τ' ασημένια κουταλάκια που τα παρουσίαζαν μόνο σαν είχαμε επίσημες επισκέψεις, ένα θεόρατο πιρούνι για το σερβίρισμα του ροφού, πορσελάνες, βάζα με στρογγυλό νεραντζάκι και κάτι άλλο, δε θυμάμαι, ποτέ μου δεν το' δα, στο τελευταίο ράφι, ήμουνα πολύ μικρός και δεν έφτανα να δω, παρ' ότι έβαλα καρέκλα κι ανέβηκα ως εκεί ένα απόγευμα που έλειπε η μητέρα κι είχε ξεχάσει τον μπουφέ ξεκλείδωτο.
 " Καλησπέρα, Αριόστε. Τι γίνεσαι"; Ακούω μια παράξενα γλυκιά φωνή. Ένας συνάδελφός μου του γραφείου. Η φωνή του με λυπάται. Κοιτάω μέσα στα μάτια του πως είμαι λυπημένος κι αξύριστος. Το λιόγερμα λαμπαδιάζει σε κιγκλιδώματα μπαλκονιών και σε παράθυρα, πανένδοξο και πένθιμο. Κι είμαι σαν ένας που τον εγκατέλειψε  χτες η γυναίκα του και τώρα περπατάει στους δρόμους ξέροντας πως το σπίτι του είναι κλειδωμένο, πως οι κάμαρες είναι άδειες με λίγη σκόνη στη ράχη των επίπλων, και μόνο στην άκρη του καναπέ έχουν μείνει τα καφετιά φθαρμένα γάντια της που τα ξέχασε την τελευταία στιγμή πριν φύγει. Ωστόσο το δειλινό πλημμυράει από χρώματα - τριανταφυλλί, μενεξελί, κίτρινο, λουλακί, σμαραγδί, ολοπόρφυρο κι ένα χρυσό ποτήρι, με χλιαρό νερό. Βρέχω εκεί μέσα άκρη άκρη τα δάχτυλά μου. Τα σκουπίζω στην άσπρη πετσέτα. Υψώνω το ποτήρι. Μπορώ να ιερουργήσω μοναχικός μέσα στον κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος, Αριόστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, Κέδρος 1986,3η έκδοση

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Κανένας συνάδελφος στην τάξη ! ;




    Κανένας συνάδελφος στην τάξη!  Κοιτάζω το σύνθημα στα δεξιά του blog και αναρωτιέμαι πόσο τραγικό μπορεί να  ακούγεται πλέον. Πόσοι συνάδελφοι δεν είναι μέσα στην τάξη; Νιώθω πίκρα, μεγάλη απογοήτευση και θυμό. Σκέψεις και ερωτήματα πολιορκούν το μυαλό και τη συνείδησή μου. 
   Πρώτα να ξεκαθαρίσω ότι συμμετέχω στην απεργία σεβόμενη την απόφαση του κλάδου,αν και εξαρχής είχα διατυπώσει τις επιφυλάξεις μου γι’ αυτήν,στην ουσία διαφωνούσα γιατί από τις συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων ήξερα τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί.
  Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
  Είναι γνωστό πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα με την απόφαση για την απεργία διαρκείας μέσα στις Πανελλαδικές εξετάσεις,την επιστράτευση και όσα ακολούθησαν το καλοκαίρι με μετατάξεις, διαθεσιμότητα, κινητικότητα, απολύσεις, το νέο λύκειο. Πολλές καινούριες λέξεις για να κρύψουν την διάλυση του εκπαιδευτικού συστήματος και των εκπαιδευτικών.Η ουσία είναι μία, ότι στην προσπάθεια να ικανοποιήσει η κυβέρνηση όσα έχει υπογράψει διαλύει τα πάντα.
   Βέβαια αυτά δεν είναι και τόσο καινούρια, γιατί θυμάμαι ότι πριν από πολλά χρόνια κάποιοι γραφικοί, αναχρονιστικοί και αντιευρωπαϊστές  συνδικαλιστές έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας ότι οι τότε κυβερνήσεις και διάφορες πολιτικές δυνάμεις είχαν ψηφίσει συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διευθετούσαν αυτά τα ζητήματα. Φαίνονταν πολύ μακρινά τότε έως αδύνατα και οι περισσότεροι συνάδελφοι αδιαφορούσαν γιατί νόμιζαν ότι έχουν εξασφαλίσει τη θέση τους και τη μονιμότητά τους. Πίστευαν ότι δεν χρειάζεται και να αγωνίζονται. Σιγά σιγά καλλιεργήθηκε και η ιδεολογία της απεργοσπασίας, ο απεργοσπάστης έγινε μη απεργός που είχε το δικαίωμα να μην απεργήσει και εναντιωνόταν σε όποιον τολμούσε να του το θίξει. Και είχαμε φτάσει στο σημείο να αισθανόμαστε άσχημα οι ελάχιστοι που απεργούσαμε, οι απεργοί, και όχι αυτοί που δεν απεργούσαν, οι απεργοσπάστες.
  Έτσι όταν κηρυσσόταν μια απεργία πάντα υπήρχε μια δικαιολογία για να μην υπάρχει συμμετοχή και φτάσαμε  σε μάκρος χρόνου από τις μεγάλες απεργίες του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών του 1990 να μη συμμετέχουμε πουθενά. Έφταιγαν όλοι, οι συνδικαλιστές, οι παρατάξεις, τα κόμματα. Όλοι εκτός από εμάς που παραδοθήκαμε άνευ όρων σε κάποιους συνδικαλιστές και κομματικές παρατάξεις που έβλεπαν το χώρο της εκπαίδευσης ως πεδίο δράσης λαμπρό για την ικανοποίηση των πελατειακών τους σχέσεων  προκειμένου να βρίσκονται συνεχώς στα διάφορα συνδικαλιστικά όργανα των εκπαιδευτικών.
   Στις τωρινές συνθήκες, όπου τα πάντα ανατρέπονται και η ζωή μας έγινε παιχνίδι στα χέρια των  κυβερνητικών πολιτικών όλοι δυσανασχετούμε γιατί δεν κάνουμε κάτι , γιατί δεν ξεσηκωνόμαστε. Γκρίνια, μιζέρια, δεν μας ικανοποιούσε η 24ωρη, η 48ωρη , θέλαμε απεργία διαρκείας.
  Καλούμαστε λοιπόν στις αρχές Σεπτεμβρίου σε γενικές συνελεύσεις. Η ΟΛΜΕ αυτή τη φορά δεν είχε πρόταση. Στο χέρι του κλάδου βρίσκεται η απόφαση. Ικανοποιητική η συμμετοχή στις συνελεύσεις, όχι όμως της ανάλογης  προ των πανελλαδικών. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων αποφασίζει πενθήμερες επαναλαμβανόμενες  και η πρόταση για 48ωρη και με επανεκτίμηση της κατάστασης μειοψήφισε σημαντικά.
  Ήδη όμως πάρα πολλοί συνάδελφοι δεν συμμετείχαν στις συνελεύσεις  μη παίρνοντας το ρίσκο μιας απόφασης ή αδιαφορώντας . Δεν μπορώ να εξηγήσω τη στάση τους. Και ενώ έχει ψηφιστεί η πενθήμερη απεργία σε συζητήσεις μεταξύ μας ακούγονται διάφορες απόψεις όπως ότι θα πρέπει να βρεθούν άλλες μορφές πάλης γιατί οι καθηγητές δεν αντέχουν οικονομικά. Κάποιοι  άλλοι θεωρώντας ότι οι συνδικαλιστές δεν ενδιαφέρθηκαν όσο έπρεπε για τα ιδιαίτερα κλαδικά τους αιτήματα είχαν ήδη αποφασίσει ότι δεν θα απεργήσουν κ.λ.π. Αντίπαλός μας, συνάδελφοι, δεν είναι οι άλλοι συνάδελφοι, είναι η εκπαιδευτική πολιτική ειδικά και η κυβερνητική γενικότερα που επιχειρεί με κάθε τρόπο να μάς διαιρέσει και να μάς διαλύσει. Μήπως το πέτυχε ήδη;
  Ξεκινά η απεργία στις 16 Σεπτεμβρίου και για δυο μέρες τα ποσοστά ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Πολλά σχολεία δεν λειτουργούν καθόλου. Ενθουσιασμός στην κερκίδα! Από την τρίτη  όμως μέρα αρχίζουν τα ποσοστά να πέφτουν για να φτάσουμε στο τέλος της πέμπτης μέρας σε ένα απογοητευτικό ποσοστό.
Παρακολουθώντας αυτή την εξέλιξη διαπιστώνω με μεγάλη θλίψη και οργή τη διαμόρφωση νέων απεργιακών ηθών που υποστηρίζονται από παρατάξεις με πολύ «επαναστατικό» περίβλημα. Δεν τους ενδιαφέρει το ποσοστό συμμετοχής στην απεργία γιατί οι συνάδελφοι έδειξαν τις διαθέσεις τους τις δυο πρώτες μέρες και συμμετέχουν στα συλλαλητήρια!!!  Συμβολική  ήταν η συμμετοχή τους; Διότι η απόφαση ήταν για πέντε ημέρες όχι για δύο. Τότε γιατί δεν ψήφισαν την 48ωρη;
Και εμείς οι 300 του Λεωνίδα που μείναμε να απεργούμε τι ρόλο παίζουμε ;
  Εκείνο που προβλήθηκε ακόμη περισσότερο είναι ότι οι συνάδελφοι δεν αντέχουν οικονομικά. Εμείς που απεργούμε είμαστε οι πλούσιοι της εκπαίδευσης και αντέχουμε; Και εάν δεν αντέχουν γιατί ψήφισαν μια πρόταση που δεν μπορούν να εφαρμόσουν;  
   Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει την άποψη ότι στις συνελεύσεις πηγαίνουν εκείνοι που είναι υπέρ της απεργίας. Και εσύ συνάδελφε που είσαι κατά της απεργίας γιατί δεν πηγαίνεις να θέσεις την πρότασή σου σε ψηφοφορία και να διαμορφώσεις ένα άλλο αποτέλεσμα. Όπως φαίνεται πολλοί ήταν κατά της απεργίας.
  Αυτή τη στιγμή ακόμη , δεν ξέρω τι απόφαση θα πάρει η συνέλευση των προέδρων,  εξακολουθεί να απεργεί  ένα πολύ μικρό ποσοστό. Η κατάσταση έχει οδηγηθεί σε τραγικό αδιέξοδο και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν το βλέπουν όσοι ακόμη υποστηρίζουν τη συνέχιση του απεργιακού αγώνα. Ποιοι θα τον συνεχίσουν συνάδελφοι; Εμείς που απεργούμε γιατί έχουμε συνειδησιακό πρόβλημα και δεν πρόκειται να πάμε σχολείο αν δεν ανασταλεί επίσημα η απεργία από τη συνέλευση των προέδρων; Πόσοι είμαστε σε κάθε σχολείο ; Δώστε και ένα στατιστικό πόσοι από τους συναδέλφους που ψήφισαν την πενθήμερη εξακολουθούν να απεργούν.
  Οι αγώνες και κυρίως οι απεργιακοί αγώνες για να έχουν αποτέλεσμα χρειάζονται πάνω απ’ όλα σωστή προετοιμασία, συμμετοχή , αλληλεγγύη  και συμπαράσταση από τους άλλους εργαζόμενους σε επίπεδο βάσης και όχι κορυφής. Μα τι να τα κάνουμε τα ψηφίσματα αλληλεγγύης από τα προεδρεία των διαφόρων σωματείων όταν δεν υπάρχει πραγματική συμπαράσταση από τα μέλη τους.
Πώς να συνεχίσουμε όταν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν συμμετέχουν στην απεργία που ψήφισαν;  
  Λυπάμαι αν στεναχωρώ τους συναδέλφους αλλά όσο και αν προσπαθήσουν να αλλάξουν το νόημα των λέξεων και κυρίως των πράξεων, αυτοί που δεν απεργούν  είναι απεργοσπάστες. Ας αναλογιστούν τις ατομικές τους ευθύνες. Και ας  σκεφτούν την επόμενη φορά που θα κάνουν μάθημα να είναι πολύ προσεκτικοί όταν θα αναφέρονται σε αγώνες , θυσίες, δικαιώματα και ήρωες κάποιων άλλων εποχών.
   Η συνέχιση της απεργίας κάτω από αυτές τις συνθήκες ξεπερνά τα όρια του τυχοδιωκτισμού και οδηγεί σε διάλυση το ήδη ημιδιαλυμένο  εκπαιδευτικό κίνημα. Ποιος θα ξανασηκώσει κεφάλι; 
   Εμείς οι ίδιοι είμαστε ο κλάδος και εμείς πρέπει να αποφασίζουμε τη δράση μας στηριζόμενοι στις πραγματικές μας δυνατότητες και όχι στη συνθηματολογία .
  Οι αγώνες δεν γίνονται με συνθήματα ούτε με μεγάλα λόγια. Θέλουν δουλειά, θέλουν συζήτηση και πάνω απ’ όλα συνειδητοποίηση, συνοχή και ενότητα δράσης.
  Δεν πιστεύω ότι συμμετέχοντας σε μια απεργία το αποτέλεσμα πρέπει  οπωσδήποτε να είναι νικηφόρο, όσο κι αν είναι ευκταίο. Αυτό κανείς δεν το εγγυάται. Άλλο όμως να αγωνίζεσαι μαζί με την μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων και να πέσεις μαχόμενος αλλά διατηρώντας την αξιοπρέπεια σου και άλλο να σέρνεσαι σε μια απεργία δίχως νόημα εξευτελίζοντας και τη σημασία της απεργίας ως μέσου πίεσης.
Η απεργία δεν είναι απλά ένα δικαίωμα είναι πάνω απ’ όλα υποχρέωση, είναι συμμετοχή. Τότε μόνο αποκτά πραγματική δύναμη και γίνεται όπλο στα χέρια των εργαζομένων και οι εργαζόμενοι είμαστε εμείς.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός Σουκρής



    Από δω πάνου, απ' τη δραγατσά, φαίνουνται όλα ήμερα και καταλαγιασμένα. Ο χαμάλης πηγαινοέρχεται φυσώντας τον καπνό του και ταχτοποιεί σαν κομπολόι τα βαγόνια του. Ο κύριος σταθμάρχης κόβει βόλτες σαν το τρεχαντήρι κι ο κόσμος θαμπώνεται απ' τα πολλά σειρήτια που' χει στο καπέλο του. Οι καποτρένοι ξαναμωράθηκαν και παίζουνε σαν τα σκολιαρούδια με τις ντουντούκες. Όλα φαίνονται από δω καθαρά. Να κι ο Δημητρός ο αργάτης. Άφησε το φκυάρι του και τώρα τρυγυρίζει σαν τρελός. Κάποιον ψάχνει. Φωνάζει κιόλα, μα το σούσουρο του σταθμού είναι μεγάλο και δεν ακούγεται.
    Ξεκινήσαμε να κατέβουμε. Σε λίγο θα' ταν ώρα για τη φευγάλα. Δε μιλούσαμε. Κοιτάγαμε παραπονεμένοι το χώμα και κλωτσούσαμε τα πετραδάκια σαν να μας έφταιγαν αυτά.
    Στα μισά του δρόμου ανταμώσαμε και το Δημητρό που έτερχε λαχανιασμένος μες στα χωράφια. Σαν μας είδε σκύλιασε.
   - Βρε Σουκρή! φωνάζει μπαροτιασμένος. Βρε Σουκρή! Η μάνα σου βρε! χτυπιέται καταή! Η βάβω σου βρε! λιγοθυμάει!...Βρήκες ώρα, μωρέ θεοσκοτωμένο, να γκιζερίσεις!
   - Γιατί, μπρε Ντημητρό;
   - Γιατί, λέει!...Άκου μωρέ!...Ε, πάει θα τρελαθώ! Γιατί; Βρε ο "χαμάλης" φεύγει, βρε!...φεύγει, βρε! Έφυγε! Ακούς; Μπρος τώρα. Φουσέκι! Ακόμα κάθεσαι; Φουσέκι να προκάμεις! Άτιμο τουρκί! Για κοίτα, βρε, περπάτημα...Θα φύγουνε και θα σ' αφήσουνε αμανάτι. Κοίτα ένα σκέδιο άνθρωπος. Αχ...και να σ' είχα δικό μου!
     Χιμήξαμε τον κατήφορο σα ζαρκάδια που οσμίστηκαν μπαρούτι. Η μηχανή του " χαμάλη" πήγε και κόλλησε στα βαγόνια. " Πάμε" ; τους λέει. " Φρρ! Όλα έτοιμα!" κάνουν οι καποτρένοι και χώνουνται μες στα καβούκια τους. " Πουφ!" πουφ...ο "χαμάλης" άρχισε να σαλεύει. Ό,τι είχαμε σκαρφαλώσει κι εμείς τα κάγκελα του σταθμού...
     Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την αρμαθιά τ' αδερφάκια του. Μα ο " χαμάλης" είναι τόσο άπονος...Πουφ!...πουφ!" κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει σπαραχτικά.
    - Ανάαα...ντουρ! Ανατζίικ...ντουρ...ντουρ! ( Μάναα...Μανούλα...Σταμάτα!)
     Άρχισε το κυνηγητό.
    - Α! Σουκρή! φώναζαν απ' όλα τα βαγόνια...όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αγέρας.
    - Α, γιαβρούμ...Α, τζιερίμ!...( Α, λατρεία μου...Α, σπλάχνο μου!).
    Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.
    - Χ-α!...Χ-α!...
    - Α, Σουκρή! Α! καπλάν! ....Χ-α!
    Γέροι και νιοι απλώνανε χέρια, απλώνανε ζουνάρια. Η βάβω του τραβούσε τους χαλκάδες του τρένου, για να το σταματήσει, και το περικαλούσε και το μάλωνε:
    Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε! Στάσου!).
   Σπαραγμός...
   Μα ήθελε δεν ήθελε ο " χαμάλης" έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του - όχι από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια, χρειάζεται προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γαντζώσει. Μα δεν τ' αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με μιας. Κι ένα στρίγγλισμα φοβερό, φοβερό...από χίλιες φωνές μαζί.
    - Ααααααα!!!

... Ο Δημητρός ο μπερδεμένος ο χαζολογάς, σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα του και - κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω χαμπάρι - το περνάει κι απ' τα μάτια του. Αχ, γιατί να' ναι τόσο άπονα τα τρένα.
   Τώρα η Βάβω δε θ' ανασαίνει πια. Τώρα η μάνα θα μοιρολογάει...Θα περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα τη νοιάζει καθόλου αν το τρένο φεύγει , πού πάει...κι αν κάποτε θα φτάσει, και πού...Τώρα η ψυχή της απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται...Κι ο "χαμάλης" θα σφυράει...Θα σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το κάψανε τα ξιόρκια, και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται στους κάμπους να βρει συχώρεση. Και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται , ώσπου να σκάσει.
    Κι εγώ...(αχ...) εγώ, που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ' αδύναμα αλαφρά όνειρά μου μ' ένα τουρκάκι της Καρατζόβας, κάθομαι, ώρες τώρα - κρεμασμένο κουρελάκι - πάνω στα κάγκελα του σταθμού, και δε βλέπω τίποτα μπροστά μου,τίποτα, γιατί όλα είναι κλάμα...
    Λένε πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε στον ουρανό γίνονται αγγέλοι. Μα ο Θεός τους, ο Τούρκος , τώρα έφυγε, και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει και τη γλώσσα;
    Σε περικαλώ, παππού Θεέ..., α δεις να τριγυρνάει όξω απ' το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Παρ' το μέσα. Σε περικαλώ, και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι' αυτό. Σε περικαλάει ένας φτωχός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει, θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ' ευχαριστώ...


 Μενέλαος Λουντέμης , Συννεφιάζει, Ελληνικά Γράμματα 2010

 


    

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Έτσι η ποίηση δεν θα' χει τραγουδήσει μάταια...


   "  Δεν έχω μάθει στα βιβλία εγώ καμιά συνταγή για τη σύνθεση ενός ποιήματος: με τη σειρά κι εγώ δε θ' αφήσω τυπωμένη ούτε μια συμβουλή, ούτε έναν τρόπο ή ένα στυλ για να παραλάβουν οι νέοι κάποια σταγόνα υποτιθέμενης σοφίας. Αν αφηγήθηκα σ' αυτόν το λόγο μερικά περιστατικά απ' τα περασμένα, αν ξαναζωντάνεψα μιαν εικόνα που ποτέ μου δεν ξέχασα, με την ευκαιρία τούτη και στη θέση αυτή, που είναι τόσο διάφορες από των συμβάντων που αφηγήθηκα, είναι γιατί στο διάβα της ζωής μου βρήκα πάντα, σε κάποιο μέρος, την απαραίτητη επιβεβαίωση, τη φόρμουλα που με περίμενε όχι για να κατακυρωθεί μέσα στα λόγια μου αλλά για να εξηγήσει εμένα τον ίδιον.
     Σ' εκείνο το μακρινό ταξίδι*, βρήκα τη σωστή δόση για το φορμάρισμα του ποιήματος. Εκεί μου δόθηκαν οι συμβουλές της γης και της ψυχής. Και σκέφτομαι πως η ποίηση είναι μια πράξη περαστική ή επίσημη, όπου μπαίνουν ζευγαρωτά και μετρημένα η μοναξιά κι η αλληλεγγύη, το αίσθημα κι η δράση, η εσωτερικότητα καθενός - εσωτερικότητα του ανθρώπου και η μυστική αποκάλυψη της φύσης. Και σκέφτομαι, με όχι λιγότερη πίστη πως κάθε τι - ο άνθρωπος κι η σκιά του, ο άνθρωπος και η κίνησή του, ο άνθρωπος και η ποίησή του - είναι στηριγμένο σε μια κοινότητα κάθε φορά και πιο εκτεταμένη, σε μιαν άσκηση που θα συγκροτήσει για πάντα μέσα μας την πραγματικότητα και τα όνειρα, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο τα ενώνει και τα πλέκει. Και με τον ίδιο πάλι τρόπο, λέω πως δεν ξέρω, ύστερα από τόσα χρόνια, αν εκείνα τα μαθήματα που πήρα διασκίζοντας τότε (με τους σωτήρες μου) το ιλιγγιακό ποτάμι, χορεύοντας γύρω απ' το κρανίο μιας αγελάδας, βρέχοντας το δέρμα μου στο καθαρτήριο νερό των πιο ψηλών περιοχών, λέω, πως δεν ξέρω αν όλο εκείνο δεν έβγαινε μες από μένα τον ίδιον, για να επικοινωνήσει ύστερα με πολλά άλλα πλάσματα, δεν ήταν το μήνυμα που οι άλλοι άνθρωποι μου στέλναν σαν απαίτηση ή σαν κλήση. Δεν ξέρω αν εκείνο το έζησα ή το έγραψα, δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή ποίηση, μεταβατικότητα ή αιωνιότητα οι στίχοι της εμπειρίας εκείνης της στιγμής, οι εμπειρίες που τραγούδησα αργότερα.
     Απ' όλο αυτό, φίλοι, βγαίνει ένα δίδαγμα που ο ποιητής πρέπει να το μάθει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Δεν υπάρχει μοναξιά απόρθητη. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο σημείο: στην ανακοίνωση αυτού που είμαστε. Και είναι ανάγκη να διασχίσεις τη μοναξιά και την τραχύτητα, την ανεπικοινωνία και τη σιωπή, για να φτάσεις στο μαγικό μέρος όπου μπορούμε να χορέψουμε αδέξια ή να τραγουδήσουμε με μελαγχολία: μα σ' αυτόν το χορό ή σ' αυτό το της συνείδησης: της συνείδησης να είσαι άνθρωπος και να πιστεύεις σε μια κοινή μοίρα....

...Εγώ διάλεξα το δύσκολο δρόμο μιας μοιρασμένης ευθύνης, και αντί να επαναλάβω τη λατρεία του ατόμου σαν κεντρικού ήλιου του συστήματος, προτίμησα να προσφέρω σεμνά την υπηρεσία μου σ' ένα σημαντικό στρατό που φορές - φορές μπορεί και να σφάλει αλλά που βαδίζει χωρίς ανάπαυση και προχωρεί κάθε μέρα, αντιμέτωπος με τους αναχρονιστικούς αδιόρθωτους πεισματάρηδες, καθώς και με τους γελοία φιλόδοξους ανυπόμονους.
     Γιατί πιστεύω πως το το χρέος μου σαν ποιητή δε μου υπαγορεύει μόνο την αδερφωσύνη με το ρόδο και τη συμμετρία, ή τον εξημμένο έρωτα και την ατελείωτη νοσταλγία, αλλά και με τα τραχιά ανθρώπινα καθήκοντα που ενσωμάτωσα στην ποίησή μου.
    Σα σήμερα ακριβώς εδώ και 100 χρόνια, ένας υπέροχος ποιητής, ο πιο σκληρός απ' τους απελπισμένους, έγραψε τούτη την προφητεία: Την αυγή, οπλισμένοι με μια φλογερή υπομονή θα μπούμε στις λαμπρές πολιτείες. Πιστεύω πως αυτή η προφητεία του RIMBAUD , είναι ενορασική. Εγώ έρχομαι από μια σκοτεινή επαρχία, από μια χώρα που την ξέκοψε απ' όλες τις άλλες η κορή γεωγραφία. Υπήρξα ο πιο εγκαταλειμμένος απ' τους ποιητές και η ποίησή μου ήταν τοπική, πονεμένη και βροχερή. Είχα όμως πάντα εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Δεν έχασα ποτέ την ελπίδα, γι' αυτό ίσως έφτασα ως εδώ με την ποίησή μου και με τη σημαία μου.
     Σε κατακλείδα πρέπει να πω στους καλής θέλησης ανθρώπους, στους εργαζόμενους, στους ποιητές , πως ολόκληρο το μέλλον εκφράστηκε σ' αυτή τη φράση του Ρεμπώ: μόνο με μια φ λ ο γε ρ ή  υ π ο μ ο ν ή  θα κατακτήσουμε τη λ α μ π ρ ή  Π ο λ ι τ ε ί α  που θα δώσει φως, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια σ' όλους του ανθρώπους.

     Έτσι η ποίηση δεν θα' χει τραγουδήσει μάταια."
      Αποσπάσματα από την ομιλία του Πάμπλο Νερούδα κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη το 1971. Η ομιλία βρίσκεται στον πρώτο τόμο των απάντων του ποιητή που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Άλμπατρος σε μετάφραση της Δανάης Στρατηγοπούλου.
  Το 1973 στις 23 Σεπτεμβρίου ο Νερούδα άφησε την τελευταία του πνοή . Η κηδεία του μετατράπηκε σε δημόσια διαμαρτυρία κατά της δικτατορίας  του Πινοσέτ, ο οποίος λίγες μέρες πριν είχε ανατρέψει τον Σαλβατόρ Αλλιέντε.

* Ο Νερούδα αναφέρεται στη φυγάδευση του στην Αργεντινή με τη βοήθεια εθελοντών σωτήρων και από εκεί στην Ευρώπη ,για να γλυτώσει από το δικτατορικό καθεστώς του Γαβριέλ Γονσάλες Βιδέλα, προκατόχου του Πινοσέτ.

" Πρόσφυγες!" Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;


  
    Μόλις ξεμπαρκάραμε στον Πειραιά, όλο χαμόγελα και όνειρα και τουριστικές εξερευνήσεις, βρεθήκαμε μπρος σ' ένα παράξενο θέαμα: Κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος, εδώ κι εκεί, σκυθρωπός και μουδιασμένος. Νέες γυναίκες και γριές μαντηλωμένες, φώναζαν και χειρονομούσαν νευρικά, μα ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς, τι ακριβώς λέγανε και γιατί οι χωροφύλακες τις σπρώχναν πέρα. Ύστερα πετάχτηκαν στη μέση κάμποσοι φαντάροι, αγριωποί, στραπατσαρισμένοι και φώναζαν κι αυτοί!
    - Τί τις χτυπάτε μωρέ τις γυναίκες; Ε; Τί τις χτυπάτε; Τίνος κάνανε κακό; Φοβάστε μη διαταράξουν την τάξη, την τάξη, ε; Τα παιδιά τους ζητούνε, που δεν ξέρουν τί απόγιναν κει κάτω στη σφαγή.
     Καθώς προσπαθούσαμε ν' ακούσουμε και να καταλάβουμε τι γινόταν, ένας ναύτης μάς έδειξε και είπε:
     - Να, μάς ήρθαν κι εδώ οι πρώτοι πρόσφυγες απ' τη Σμύρνη.
     Η Θεία Ερμιόνη γύρισε και μάς κύτταξε, σα να ζητούσε από μας διάψευση.
     - Για μας το λένε, είπε. Ακούστε πώς βγαίνουν οι διαδόσεις!
     Η κουβέντα εκείνη του ναύτη ήταν σα σπίρτο σε χυμένη βενζίνα. Φλόγες πήδηξαν απ' τις γυναίκες. Πέσανε όλες πάνω μας, μάς τραβούσαν, έκλαιγαν, ρωτούσαν νέα, μάς απειλούσαν. Μια γριά στάθηκε μπροστά μας με τα χέρια στη μέση:
     - Ελόγου σας το λοιπόν είστε οι πρόσφυγκοι; Και τι κοπιάσατε να κάνετε στα μέρη μας; Πούναι τα παιδιά μας; Γιατί φορτώσανε την αφεντιά σας στα βαπόρια κι αφήσανε οπίσω τους φαντάρους;
     Οι χωροφύλακες τρέξανε, κι έκαναν μαι ζώνη γύρω μας. Μοιάζαμε σαν το κεφάλι ενός ερωτηματικού, που δεν ήξερες τι απόκριση θα γεννήσει. Η θεία Ερμιόνη κάτωχρη προσπάθούσε να τους εξηγήσει πως δεν είμαστε πρόσφυγες και πως καμιά καταστροφή δεν είχε γίνει, μα οι γυναίκες κλαίγανε και χτυπιόντανε.
    - Λέτε ψέματα, ψέματα!
    Μια μικρή ξέφυγε απ' το χέρι της μάνας της κι ήρθε κοντά μου.
    - Δε φοράτε σαλβάρια και φερετζέδες; με ρώτησε καθώς ξέταζε το καλοραμμένο  φουστάνι μου.
    Παρ' όλο τον τρόμο που μού γέννησε κείνη η σκηνή, άρχισα να γελάω. Όταν όμως καλοσκέφτηκα την κουβέντα της μικρής , θύμωσα και της είπα:
    - Δεν είμαστε μεις Τουρκάλες!
    - Πώς δεν είστε, είστε πρόσφυγες, πρόσφυγες, κακοί άνθρώποι!
    Δεν πρόλαβα να εξηγηθώ με τη μικρή, γιατί οι χωροφύλακες μάς έσυραν ως το λιμεναρχείο, ενώ στο δρόμο μάς εξηγούσαν πως έσπασε το μέτωπο, η Μικρασία καιγότανε, ο στρατός επαναστάτησε κι ο κόσμος έφευγε, μ' ό,τι μεταφορικό μέσο έβρισκε.
    Η συνυφάδα της θείας Ερμιόνης, η κυρία Ελβίρα άρχισε να κλαίει.
   - Διαδόσεις είναι, έλεγε και ξανάλεγε η θεία Ερμιόνη.
   Όταν όμως κατόρθωσε να τηλεφωνήσει στον αντιπρόσωπο του θείου Γιάγκου, στην Αθήνα, την έπιασε πανικός.
   - Αλλοίμονο ! αλλοίμονο! έλεγε. Να λοιπόν που μάς βρήκαν και τα χειρότερα...
   Κι ωστόσο, κανείς μας ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει, πως είμαστε οι πρώτες σταγόνες της καταιγίδας  που έφτανε, η πρώτη αχνή γραμμή μιας φοβερής ατελείωτης ανθρωποθάλασσας που θα ξεχυνόταν σε λίγο, σ' εκείνο το άγνωστο λιμάνι.
    Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν νάμαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε πού θα μάς φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν' αποκουμπίσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση!
  - Απ' τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
  - Μα θα σάς πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.
   Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
   - Φοβόμαστε τις επιτάξεις. Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεί, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
   - Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις νάρθουμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας!
    Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μάς έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξη κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε.  Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.


    Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο, και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι, οι εκκλησιές, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.
    Ενάμισυ εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτραίτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλσσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενητεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλλας, του Βόλου, της Πάτρας.
    Ενάμισυ εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: " Πρόσφυγες!" Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;
     Τρέμαν ακόμα απ' το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρυκολάκοι. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές και στα καζάντια...
    Κι είπαν: Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως - όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα, σαν το ψωμί, το νερό και τ' αλάτι.
    Τόσοι ήταν. Ενάμισυ εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν, τώρα, στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς μπαούλο. Και χτες, μόλις χτες, να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης, πως είχες το κατιτί το δικό σου.
    Ψάχναν για τον αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, το Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο` μα πριν απ' όλα τον ύπουλο τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή, που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική, με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού...(απόσπασμα)




Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, Κέδρος 1984, 16η έκδοση

Εννέα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο της αγαπημένης συγγραφέως. Το έργο της επίκαιρο εξακολουθεί να συγκινεί και να διδάσκει ανθρωπιά.


Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό(μικρή απόπειρα προσέγγισης)


"...Είναι , Λάμπρε, να μη σε βρει ο κατακλυσμός.
   Κάθε ιστορία έχει μέσα της άλλες ιστορίες, μια ατελείωτη γραμμή, γιατί κι εμείς δεν είμαστε παρά η σημερινή ποικιλία του είδους - σου έρχεται λοιπόν κι αποκεί μέσα άλλη κατεβασιά.
   Όταν σε βρουν όλα αυτά, δεν έχεις παρά να φροντίσεις για την κιβωτό. " Ποίησον σεαυτώ εκ ξύλων Γόφερ", δηλαδή να είναι σκληρό αυτό το υλικό ν' αντέξει στο νερό και στον καιρό. Πρέπει να οικοδομήσεις σωστά, να μετρήσεις, ν' αλφαδιάσεις. Απάνω ο οφθαλμός σου - όπως τον βρήκες σε κορφή, σε κορφή να τον αποθέσεις. Αποκάτω ταξινόμησε τη δημιουργία σου σε κύκλους και ζώνες από τον τρούλο ως τα θεμέλια - ό,τι υπάρχει στη γη, ό,τι στον ουρανό κι ό,τι υπεράνω του ουρανού. Άφηνε τις μπαγκατέλες και κάνε σοβαρή επιλογή στα είδη, Από τα κτήνη, τα ερπετά  και τα θηρία κι από κάθε σάρκα δυό λαχνούς, θηλυκό και σερνικό - και μπάσε τα μέσα να σωθεί ό,τι μπορέσεις.
   Αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς και να μην το κάνεις` πάρτο απόφαση και κάνε το πασχίζοντας για το καλύτερο. Και σιγά - σιγά το έργο σου θα σου αποκαλύψει πολλά και ωραία και στην πορεία της δουλιάς θα το αγαπήσεις κι άλλο. Θα δεις ότι έχει μερικές αξεπέραστες χάρες η ίδια αυτή η δουλιά - και ζωντανή και επίκαιρη όσο δε γίνεται. Πρώτα η καθαρότητα που έχουν τα χρώματα, η ακιβδηλία τους - εγγύηση πως θα ζήσουν πολύ. Τα χαίρεσαι τέτοια που είναι, λαμπερά, καθαρά, χωρίς προσμίξεις, χωρίς τίποτα να σε υποχρεώνει και σένα να τα μπασταρδέψεις, να τα ψευτίσεις. Το κόκκινο να είναι κόκκινο εκεί που το βάζεις και το μαύρο μαύρο. Θ' ακούσεις κι επικρίσεις ότι εσύ τραβάς εκατονταετίες πίσω, χάνεσαι απάνω στις ερημιές και στους δρυμούς σαν τους παλαιούς παλαιόπιστους μες στα καλύβια - αλλά αυτό είναι θέμα γενικότερο τί αντίληψη έχεις για τον χώρο και τον χρόνο, από πόσο ψηλά βλέπει το μάτι σου και πόσο εμπιστεύεσαι το ίδιο σου το χέρι. Στο κάτω κάτω εδώ δε γίνεσαι τσανάκι του χρόνου, δεν τρέχεις ξοπίσω του. Ο ίδιος θα τον τραβήξεις απάνω, θα τον ζωντανέψεις , θα τον εξακοντίσεις με δύναμη εμπρός. Έτσι κι ο χώρος σου. Διαλέγεις μια κόχη, ένα μικρό θολάκο. Είναι ένα κομμάτι παγωμένη γη κι εσύ τον στεγάζεις, τον ζεσταίνεις. Πριν έρθεις εδώ, χρόνος, άνθρωποι κι άγιοι είχαν αλληλοφαγωθεί εδώ μέσα, δεν έμεινε ρουθούνι, τον τρούλο τον έδερναν απόξω οι άνεμοι, μέσα κουτσούλιζαν τα πουλιά. Εσύ έρχεσαι και σημαίνεις ανάσταση εκ νεκρών. Διώχνεις τους κόρακες, παστρεύεις τις κουτσουλιές, φυσάς με πνοή τον τοίχο και κάτω από το χάδι του χεριού σου αρχίζουν να χαράζουν χρώματα και σχήματα, προβάλλουν μάτια, χείλη. Αρχίζετε και συνομιλείτε, παίρνει τέλος η ερημιά κι αποκεί και πέρα η δουλιά σου πάει πρόσχαρα. Γεμίζεις το στερέωμα μορφές, όλοι δικοί σου άνθρωποι καλοί - κακοί, όμορφοι και παπιομύτες, τίμιοι, μπαγαπόντες, ρεμάλια του κακού καιρού, πουλιά με γαλάζια μάτια κι άλλα με γκρίζα (τα όρνια που λέμε) σπασμένοι και ντούροι άντρες, καθαρές, γλυκές γυναίκες, αμίλητα παιδιά στέκουν και σε κοιτάζουν στα μάτια. Ξέρουν ότι εσύ τους ανάστησες, τους έδωσες αίμα να πιούν να ξαναζωντανέψουν. Σου λένε κι ένα ευχαριστώ. Το δέχεσαι και το ανταποδίνεις για τη φιλία τους που σε τίμησαν τότε. Κι ακόμα γιατί σαν πεθαμένοι που είναι όλοι τους ξέρεις πως στο μέλλον δεν θα σε καρφώσουν πια - ούτε κι ο Πύθωνας, ούτε κι ο Θάνος, ζευγαράκι αξεδιάλυτο μέσα σ' όλους τους αγώνες λαμπρούς  και μη, Λάμπρο μου. Και τόσες πυθίες έπειτα, τόσοι κουταλιανοί του πολέμου, τόσα λιθρίνια και δελφίνια της ομαδικής ζωής, αγαπημένοι και μη σύντροφοί σου..."

Ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1980. Αφιερώνεται από τον ίδιο στη γυναίκα του: Στη Σόνια .

   Το μυθιστόρημα αυτό έχει ως θέμα τους πρόσφυγες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αφετηρία οι πολιτικοί πρόσφυγες, ένας τέτοιος υπήρξε και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, επεκτείνεται όμως στον κάθε ένα ξενιτεμένο ή πρόσφυγα μέσα στον ίδιο του τον τόπο, στο ίδιο του το σπίτι.
   Αρχίζει με επιστολές και όλο το έργο κινείται σε δυο επίπεδα. Στο ένα ο Λάμπρος και στο άλλο ο Αντώνης. Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από την προσπάθεια του Λάμπρου να επαναπατρίσει τον Αντώνη από τη Σοβιετική Ένωση.
   Από τη μια αφηγείται ο Λάμπρος και μαθαίνουμε τη δική του ιστορία και την ταυτότητά του καθώς προσπαθεί να διεκπεραιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του ξαδέλφου του Αντώνη. Από την άλλη σε πλάγια γραφή και γ΄πρόσωπο παρεμβάλλεται η αφήγηση του Αντώνη μέσα από την οποία διακρίνουμε αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.

 Η αφήγηση όμως δεν ακολουθεί μέχρι το τέλος σταθερή διαδρομή καθώς πολλές φορές οι φωνές μπερδεύονται και τότε αναδύονται μνήμες και πρόσωπα από το παρελθόν το οποίο συχνά εναλλάσσεται με τον παρόν. Ο λόγος σε αρκετά σημεία γίνεται συμβολικός , αλληγορικός και οδυνηρός. Δημιουργείται η αίσθηση ότι συνειρμικά, σαν σε όνειρο περνούν οι εποχές, τα χρόνια, οι άνθρωποι, τα γεγονότα.


  « ανεμπόδιστα πετάγματα σε χώρους και καιρούς» και « Όλα αυτά είχαν κρατηθεί καλά, μέναν αναλλοίωτα. Αλλά κάπως περίεργα ανακατωμένα σε άλλα παλιότερα...Αυτό το ανακάτωμα...»


    Το ανακάτωμα αυτό φέρνει στην επιφάνεια πολλές και διαφορετικές σκέψεις, εμπειρίες, νοοτροπίες , αντιλήψεις και πολιτικές προκαταλήψεις. Ξεκινάει από το πώς έβλεπε ένας έλληνας τουρίστας τη Σοβιετική Ένωση και τους ανθρώπους της και συνεχίζει με το πώς αντιμετώπιζαν οι Σοβιετικοί και οι έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες όχι μόνο τη ζωή τους εκεί αλλά και τους ξένους που την επισκέπτονταν. Ο Αλεξανδρόπουλος  σχολιάζει  με λεπτή ειρωνεία τη μετεμφυλιακή και μεταπολιτευτική πραγματικότητα στην Ελλάδα και την αντίστοιχη επίδραση της  στις συνειδήσεις των νεοελλήνων. Δεν παραλείπει να εντάξει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα τους επαναπατρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες, την πολιτική της Αριστεράς όπως διαμορφώθηκε με την ΕΔΑ , τη διάσπαση του ΚΚΕ, το μικροαστισμό, το βόλεμα.

    Την ίδια ειρωνεία συνδυασμένη με καυστικότητα και αλληγορική έκφραση χρησιμοποιεί για να ασκήσει κριτική στη λειτουργία του Κόμματος, στις διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις, στις εσωκομματικές διαφωνίες, τα συντροφικά μαχαιρώματα. Όλα αυτά εκφράζονται με την ευρηματική  επινόηση του Πύθωνα, μιας φασματικής παρουσίας με την οποία συνομιλεί ο Αντώνης. Ο Πύθωνας λειτουργεί ως σύμβολο . Πιθανόν ψευδώνυμο συναγωνιστή του στο βουνό την περίοδο του Εμφυλίου τον εμφανίζει να πεθαίνει μία φορά στη μάχη και αρκετές φορές στη συνέχεια στην προσπάθειά του να ανακαλύψει την αλήθεια.

    Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε κεφάλαια – ενότητες με ξεχωριστούς τίτλους η κάθε μία χωρίς όμως  να διασπάται η ενότητα της υπόθεσης. Ιδιαίτερο σημείο αναφοράς η ικανότητα του Αλεξανδρόπουλου να συνθέτει το κείμενο του με ένα πολύ ζωντανό και εκφραστικό λεξιλόγιο καθώς  και σχήματα λόγου τα οποία χρησιμοποιεί σαν χρωστήρα για να αποδώσει 
« ζωγραφίζοντας» με πολλές και διαφορετικές πινελιές τις εικόνες , τις ιδέες και τις σκέψεις του. 



Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό, Κέδρος 1980