Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Ο Παλαμάς του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

[...] Έπειτα από τους παλιότερους ποιητές που μας μάθαιναν στο σχολείο, στον Παλαμά περνούσαμε όπως από το δημοτικό στο γυμνάσιο. Μ' εξαίρεση τον Σολωμό, τους παλιούς ποιητές τούς αντιλαμβανόμαστε σαν τραγουδιστές, τα ποιήματά τους ήταν τραγούδια και απαγγελίες. Ο Παλαμάς είχε ωραιότατα τραγούδια, αλλά σαν τραγουδιστής είχε και κακοφωνίες. Ακριβώς μέσα από αυτές άρχισα να τον καταλαβαίνω σαν ένα άλλο κεφάλαιο, τότε που τον διάβαζα εντατικά, στις παραμονές και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σιγά σιγά θα καταλάβαινα ότι ο Παλαμάς πήρε την ποίηση από το τραγούδι και την οδήγησε στο Λόγο και στη Σκέψη. Σε κάποια στιγμή πρέπει να έκανα αυτή τη διάκριση, που την υπόβαλλαν οι ίδιοι οι στίχοι του. Και επίσης τη διάκριση της Σκέψης από την Ιδέα, έννοιες που τις εύρισκες σε κάθε του στίχο και ήταν κάτι σαν εργαλεία για να τακτοποιούνται τότε κι οι δικές μου απορίες. Όλο το βάρος έπεφτε στη Σκέψη που αναζητά ( ενώ η Ιδέα είναι κάτι που βρέθηκε) και ακριβώς επειδή βρίσκεται σε εντατική προσπάθεια, μπορεί να μην είναι καθόλου ρυθμική, μουσική - ή έστω να μην ακολουθεί ρυθμούς καθιερωμένους , τόνους γνωστούς. Εκείνο που έμενε από τον Παλαμά, από τα ποιήματά του, ήταν η Σκέψη, μια καινούργια κίνηση του μυαλού, αδιανόητη με τους άλλους.
Όπως και τόσοι άλλοι θαυμαστές του, ήξερα κι εγώ αρκετά ποιήματά του. Δεν ήταν καθόλου μικρή η βοήθεια που κατά καιρούς μου έδωσε η απομνημόνευση , ώστε να μπορέσω στο μακροχρόνιο διάστημα της απουσίας από την Ελλάδα να διατηρήσω όσο μπόρεσα ζωντανό το γλωσσικό μου αίσθημα. Επίσης και η σκέψη του, όσα σχολεία και να περνούσες μετά, σχολεία του βιβλίου και της ζωής, σαν να σε ακολουθούσε κατά πόδας, βαθύτατη και οξύτατη. Πολλά είναι και τα θαυμαστικά στα ποιήματά του, αλλά πολύ περισσότερα τα ερωτηματικά, όχι τόσο ρητορικά όσο φαίνονται ( πολλά θαυμαστικά του δεν είναι κι αυτά παρά απορίες και αμφιβολίες). Και βέβαια ένας ποιητής σαν αυτόν κάπου θα έπρεπε να έχει κι ένα ποίημα αφιερωμένο ακριβώς στη Σκέψη - με τ' όνομά της.
Σ' αυτό το ποίημα ( " Σκέψη", από τους Στίχους σε γνωστό ήχο) όλα τα θέτει υπό ερωτηματικό, αρχίζοντας από την ίδια την Τέχνη:

Απόλα τα θεόμορφα των αγαλμάτων φέγγη
κι απόλους τους χρυσούς ρυθμούς που πλάθει ο ποιητής
ποιος ξέρει αν πιο ξεχωριστά και πιο μακριά δε φέγγη
μια καλή πράξη αγνώριστη, μπάλσαμο μιας πληγής.

Χρειάζεται να το πω ότι για μένα και - πιστεύω - για πολλούς στον τόπο μας κάτι τέτοιοι στίχοι του Παλαμά ήταν που προπαγάνδισαν πολύ πριν από τον οργανωμένο μαρξισμό τις ριζοσπαστικές ιδέες μιας βαθιάς αλλαγής στη ζωή μας και μας πήγαν, όταν εσήμανε κι αυτή η στιγμή, κατευθείαν στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης και στην πόρτα του Κομμουνιστικού κόμματος;
Ναι, αυτός ήταν ο δικός μας κορυφαίος Αγκιτάτορας. Τα ερωτήματά του, όσο κι αν φαίνονταν ρητορικά κι αόριστα διατυπωμένα , άγγιζαν εκείνα ακριβώς τα προβλήματα και τις απορίες που ήταν μες στα μυαλά μας και ήταν επίσης τα ίδια που έφερνε από παντού, όπως ο άνεμος τη γύρη, η κοινωνικά ανήσυχη φιλοσοφία και πιο μπροστά απ' όλα η επαναστατική θεωρία.
Ερωτήματα συναρπαστικά, όταν έχει κανείς μια τέτοια προδιάθεση - και ποιος δεν την έχει, όταν είναι νέος κι όταν τόσο δυναμικά τη φέρνει με τα όλα του ο ίδιος ο χρόνος.
Ακόμα πιο σπουδαίο στον Παλαμά για μας ήταν πως με την ιδιοσυγκρασία του στοχαστικού και παρορμητικού του λόγου παρέπεμπε ακριβώς σ' αυτά τα κέντρα, απ' όπου και ο ίδιος αρυόταν τους ερεθισμούς του:

Ω, μέγα τραβοπάλαιμα! Ποια δύναμη, ποιος ξέρει
μετράει τ' ακαταμέτρητα και πλάθει τα τρανά;
Η σκέψη του ξεχωριστού η αταίριαστη; ποιος ξέρει!
του πλήθους η θαμπή ψυχή που αλόγιστα ξεσπά;

Αυτά - με τέτοια αγγίγματα, με τόσο συναρπαστικά για μας τότε θαυμαστικά κι ερωτηματικά - κανένας ποιητής ως τότε, απ' όσους ήξερα εγώ, δεν μας τα είχε πει. Μα και σήμερα με τον Παλαμά όποιος δεν θέλει δεν πλήττει. Μπορείς να ταξιδεύεις μαζί του σ' όλες τις εποχές, το ύφος, έστω και σκαλωμένο σ' εκείνη την τόσο ακατάστατη γλωσσικά στιγμή, δεν αποτελεί εμπόδιο, ίσως μάλιστα είναι - κι όσο περνά ο καιρός θα γίνεται όλο και περισσότερο - ένα ιδιόμορφο ισχυρό κίνητρο, ιδιόμορφο μεράκι, για όσους θέλουν ν' αναζητούν την ουσία κάτω από ό,τι παρεμποδίζει την εύκολη επικοινωνία μαζί της, σε πολλά την αδικεί, αλλά και την ερεθίζει. Όταν ο άνθρωπος φτάνει να το νιώσει και να το κατανοήσει αυτό παίρνει άλλες γεύσεις από τις αναζητήσεις του και τα ευρήματά του, προχωρεί πιο πέρα από τις καινούργιες συμβατικότητες που τον τυλίγουν καθορισμένες από την εποχή του, απελευθερώνεται, γίνεται σε κάτι κι ο ίδιος διαχρονικότερος, δημιουργικότερος. Γίνεται κι αυτός σε κάτι ποιητής. Είναι ένα προχώρημα μέσα από έγκυρες δυναμικές επιστροφές.
Με αυτό το ποίημά του, παραμελημένο για χρόνια στις αποταμιεύσεις μου, είχα μια ξαφνική συνάντηση, όταν δούλευα το μυθιστόρημά μου για τον Μάξιμο τον Γραικό στη Μόσχα. Σε κάποια στιγμή, καθώς παρακολουθούσα την ιστορία αυτού του ανθρώπου, αναδύθηκαν οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι και μ' έναν άλλο τρόπο φώτισαν όλο εκείνο το υλικό, δίνοντάς μου ένα πολύ συγκεκριμένο ερέθισμα για την κεντρική ιδέα της ιστορίας μου. Ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος δουλεύτηκε μ' αυτή την ιδέα και η πρόθεσή μου ήταν να χρησιμοποιήσω το τετράστιχο του Παλαμά ύστερα από τον τίτλο σαν μια επιγραφή, αλλά το ίδιο το υλικό ξεπέρασε αυτά τα όρια και μόνο τον τελευταίο ενάμιση στίχο κράτησα για να τον χρησιμοποιήσω σ΄ένα κεφάλαιο, όπου ήταν η θέση του.
Όλο το τετράστιχο είναι το εξής:

Άγγελε, μ' ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει να σε πνίξει σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; κι ο κόσμος θα' χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα' χη τελειωμό.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια :